ο μπρούτζος

ο μπρούτζος 

απόσπασμα

Ηλιοβασίλεμα στη ράδα του Πορτ ΣάΪντ

Είχα τελειώσει τη δουλειά μου, η ώρα απογευματινή πέντε και κάτι και η κούραση από τη εργασία και από τη ζέστη με έκανε να ακουμπήσω στη πλαϊνή κουπαστή του πλοίουκαι να μη θέλω να φύγω από εκεί ούτε για μπάνιο, ούτε για φαγητό, ούτε να πάω δυο βήματα μέχρι τη πρύμη που μαζεμένοι οι άλλοι μου συνάδελφοι ετοίμαζαν τις πετονιές για το βραδυνό ψάρεμα.

Ένα ψάρεμα που κάθε βράδυ όταν το πλοίο βρίσκεται στη ράδα, μετατρέπεται σε γλέντι με άφθονο φαγητό και κρασί, αστεία αρκετή μουσική και χορό…

Ένα γλυκό απαλό αεράκι, φύσιξε ελαφρά και στέγνωσε τις τελευταίες σταγόνες από τον ιδρώτα του προσώπου μου…ο ήλιος χάθηκε πίσω από τα χαμηλά κτήρια του Πόρτ Σάϊντ, ο ουρανός ακούμπησε τις όχθες του Νείλου με βαθύ πορτοκαλί χρώμα, το πράσινο της βλάστησης έγινε καφέ και πιο ψηλά ο ουρανός κοκκίνιζε και κιτρίνιζε παίζοντας ανάμεσα στις αποχρώσεις του πορτοκαλιού του ροδιού και του μελιού…

Πιο πάνω, πιο μακρυά, τα σύννεφα καιγόντουσαν με τις μαγικές φλόγες που τους έστελνε ο ήλιος από τα βάθη της ερήμου και πιο κοντα τα μισά χρυσοπάρηφα κι όσα δεν έβλεπε το φως , σκοτεινά λευκόγκριζα προμηνούσαν το σύντομο ερχομό νύχτας.

Αλάχ ουάχμαρ !!!! ακούστηκε η φωνή του ιμάμη από το πλησιέστερο μιναρέ της στεριάς φωνάζοντας με δύναμη ψυχής για να ακουστεί μακρυά , πολύ μακρυά ίσως μέχρι το θεό…αλάχ ουάχπαρ..ξανακούστηκε στη τελευταία προσευχή της ημέρας….και οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν στη γειτονιά της παραλίας που έβλεπα από τη κουπαστή, χάθηκαν σιγά σιγά…σταμάτησαν το παιχνίδι…μαζεύτηκαν στα σπίτια τους…..χάθηκαν οι φωνές των παιδιών και τώρα μες στην ησυχία ακούγονται από μακρυά τα κοάσματα των βατράχων απ’ τις όχθες του δέλτα του Νείλου.

Κάθησα στο ίδιο σημείο για αρκετή ώρα ακόμα…ένοιωθα πως πετούσα καθώς η κουπαστή του πλοίου ήταν ψηλά και όλο το τοπίο αναλυόταν μπροστά μου από την ανοιχτή θάλασσα της Μεσογείου στα δεξιά μου, έως την είσοδο του καναλιού του Σουέζ στ’ αριστερά μου. Ένοιωθα πως πετούσα μαζί με τους γλάρους που πέρναγαν συνέχεια ακούραστοι  από μπροστά μου, μου φώναζαν και βούταγαν με γρηγοράδα στα υφάλμηρα νερά, εκεί που ο γλυκός Νείλος ανακατεύεται με την αλμυρή Μεσόγειο και τρώγανε τα νόστημα ψάρια που με αφθονία τους χάριζε η ευλογημένη περιοχή. Αλαχ ουάχμπαρ..ο θεός είναι μεγάλος…

Χάθηκαν τα χρώματα στο βαθύ ορίζοντα πέρα από τη πόλη , και άρχισαν να φαίνονται δειλά δειλά τα λιγοστά στην αρχή φώτα από τα παραθυρόφυλα των σπιτιών και των δρόμων που ολοένα γινόντουσαν και περισσότερα…τώρα ο ουρανός πήρε ένα χρώμα αρκετά ψηλά πάνω από τα σπίτια μπλε σκοτεινό και πιο ψηλά, σήκωσα το κεφάλι μου για να δώ, ήταν ακόμα πιο σκοτεινό μπλε και πάνω του λαμπίριζαν με ντροπή τα τρεμάμενα πρωτοεμφανιζόμενα αστέρια ,λες και δεν ήξεραν αν έπρεπε να ανάψουν ακόμα. Δίσταζαν μήπως βιαστούν και φέρουν τη νύχτα νωρίτερα στο κόσμο του Πόρτ Σάϊντ….

Κάθησα αρκετά εκεί…στην ίδια θέση , στη πλαϊνή κουπαστή του πλοίου, δεν μπορούσα να φύγω, κόλλησα έγινα ένα με το πλοίο και τη φύση, ένοιωθα πως ήμουνα μια στιγμή κι εγώ απ’ τις πολλές μα πολλές στιγμές που ζούσα, ένοιωθα πως κι εγώ ήμουνα μια εικόνα από τις τόσες που έβλεπα, ένοιωθα πως κι εγώ ήμουνα λίγο φως ή κάποιο χρώμα από τα τόσα που είδαν τα μάτια μου, ένοιωθα πως ήμουνα ουρανός και είχα στα χέρια μου αστέρια που τρεμόσβηναν και λαμπίριζαν δειλά δειλά για να μη με τρομάξουν και μου φέρουν τη νύχτα απότωμα…ένοιωθα πως ήμουν  κι εγώ ένα μικρό τρεμάμενο αστέρι που δειλά δειλά  λαμπίριζα μέσα στη νύχτα που ήρθε.

Ήρθε η νύχτα κι απλώθηκε παντού. Οι παραθαλάσιες γειτονιές ησύχασαν , γύρισαν κι τελευταίοι πατεράδες στα σπίτια από τις δουλειές τους και οι οικογένειες μαζεύτηκαν στο βραδυνό τραπέζι. Κάποια αυτοκίνητα περνούν στο παραλιακό δρόμο βάζοντας με τα φώτα τους τις τελευταίες πινελιές στο τοπίο.

Ήρθε η νύχτα και μαζί της έφερε τη δροσιά και την άπλωσε παντού, πρώτα πάνω από τη βλάστηση του Νείλου, μετά πάνω από τα σπίτια της πόλης, τώρα πάνω στη κουπαστή στα ρούχα και στο κορμί μου…έσυρα τη παλάμη μου πάνω στη κουπαστή και μάζεψα τα σταγονίδια της δροσιάς που γυάλιζαν το ένα δίπλα από το άλλο, μετά έσυρα και τα άλλο μου χέρι και έκανα το ίδιο και μετά με τα δύο χέρια έβρεξα το πρόσωπό μου. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου και μια δυσκαμψία από τη πολύωρη παραμονή μου στο ίδιο μέρος με έκαναν να αποφασίσω να μαζευτώ κι εγώ στη ζεστή ατμόσφαιρα της καμπίνας μου.

Ένα καυτό μπάνιο θα έπερνε κάθε κούραση από  πάνω μου και ένα καλό φαγητό στη πρύμη του πλοίου με τη γνωστή παρέα θα με τόνωνε αρκετά. Φεύγοντας από τη κουπαστή άκουσα ένα μακρυνό ρολόι να χτυπά το στερνό χτύπημα των εννια…ΝΤΑΝ..ΝΤΑΝ..ΝΤΑΝ..ΝΤΑΝ..ΝΤΑΝ..ΝΤΑΝ..ΝΤΑΝ..ΝΤΑΝ..ΝΤΑΝ..

Στο κτύπημα των δέκα έτρωγα με περίσια βουλημία κακαβιά που έφτιαξε ο ανδρέας, ο κύπριος ναύτης, ο μοναδικός κύπριος στο πλοίο, και τηγανιτές μουρμούρες  το λατρευτό μου ψάρι με μπόλικο στημένο λεμόνι και καυτά ψωμάκια στη ψησταριά που με μοναδικό τρόπο ξέρει και φτιάχνει ο Λοστρόμος ο Στέφανος από τον Αστακό Αιτολοακαρνανίας.

Αυτή η λαχταριστή στο στόμα μου μοναδική γεύση της μουρμούρας, το άρωμά της, η  ξεροτηγανισμένη πετσούλα της μαλακωμένη στο καυτό τηγανόλαδο και  ποτισμένη με λεμονάκι , το λευκό ψαχνό της αλατισμένο και αχνιστό γαρνιρισμένο με φρέσκο λαδάκι και ρίγανη, τι να πω με ξεσηκώνουν παρασύρομαι και τρώγω πέρα από κάθε όριο και με συνοδεία το κρασάκι, που πήραμε από τους Καλούς Λιμένες στη νότια Κρήτη όταν το πλοίο έκανε ανεφοδιασμό καυσίμων, αποτελεί την απόλυτη γευστική ικανοποίηση που επανειλημένως επιβάλλω στον εαυτόμου να απολαμβάνει.

Τώρα και να πεθάνω δεν με νοιάζει μετά από ένα τέτοιο ηλιοβασίλεμα στο Πόρτ Σάϊντ και ένα τέτοιο θεϊκό βραδυνό στη πρύμη του φορτηγού Jade παρεούλα με τους φίλους μου. Σιγοπίνουμε το κρασάκι μας καπνίζουμε τα τσιγαράκια μας και συζητάμε μέχρι να μας βρει η μέρα….τα φώτα του Πορτ Σάϊντ καίνε ακόμα και φωτίζουν τη πόλη και τις καρδιές μας. Το άρωμα της πόλης περνάει από μπροστά μας, το αναπνέουμε και γίνεται ένα με τον εαυτό μας αφού ανακατεύεται στο αίμα μας από τα νεανικά μας πνευμόνια. Αύριο η μέρα θα μας οδηγήσει στην ερυθρά θάλασσα…κι από κει μετά από πολλές πολλες μέρες θα ζούμε από κοντά τις αντιθέσεις της ζωής στην Ινδία.

Advertisements

2 thoughts on “ο μπρούτζος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s