το όνειρο

 Το όνειρο

Μυθιστόρημα/ απόσπασμα

Χρονολογία: Πλησιάζοντας τα Χριστούγεννα του 2000

Κεφάλαιο.   

 

Από το πρωί γυρνούσα στη Πάτρα…ψώνια βόλτες …επέστρεψα στο πλοιο δύο φορές για να αφήσω κάποια ψώνια και πάλι έξω για φαγητό …συνάντησα το Χρήστο το χρυσοχόο το φίλο μου μετά τη δουλειά του και πήγαμε στο Μύθο για φαγητό. Καταπληκτικό Restaurant σε νεοκλασικό κτήριο από αυτά που η Πάτρα έχει άφθονα και διατηρητέα. Κάτσαμε για λίγο στο μπαρ του restaurant στο δεύτερο όροφο ήπιαμε ποτά και μιλήσαμε και γελάσαμε με τη ψυχή μας με την Λέλα την ιδιοκτήτρια . τη φίλη μας τη Λέλα που κάθε μεσημέρι και βράδυ τη πλημυρίζει το άγχος που της επιβάλεται βίαια από τη δουλειά της …ε δεν είναι και εύκολο πράγμα να έχεις ένα καλό restaurant που κάθε μέρα είναι κατάμεστο από καλό κόσμο, όλα τα ξακουστά ονόματα της πόλης να περνάνε να τρώνε από το μαγαζί σου και να μένουν πάντοτε ευχαριστημένοι….

Μετά κατεβήκαμε στο πρώτο όροφο σε ένα ήσυχο τραπεζάκι στη στροφή της σκάλας και φάγαμε τα γκουρμέ της ημέρας , εγώ έφαγα επι πλέον και μια κασερόπιτα σπεσιαλιτέ του μαγαζιού..τέλος ήπιαμε και τις τεντούρες μας, προσφορά δωρεάν με κάποια γλυκίσματα και φύγαμε χορτάτοι για περπάτημα μπας και χωνέψουμε ότι φάγαμε. Περάσαμε από του Λότσαρη το Ζαχαροπλαστείο και χτυπήσαμε από ένα καταπληκτικό φρεσκότατο σαβαρέν συροπιαστό γεμάτο λαχταριστή κρέμα.

Οι βιτρίνες των καταστημάτων στολισμένες με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και οι δρόμοι το ίδιο με φώτα που από νωρίς το απόγευμα ανάβουν πριν ο ήλιος δύσει για να προλάβουν να φωτίσουν απ αρχής τις καρδιές των παιδιών που πάνε να πάρουν τα χριστουγεννιάτικα παιχνίδια και δώρα….

Οι τσέπες όλων καλογεμισμένες με χρήμα …χρήμα άφθονο από τους διπλούς μισθούς….Το δώρο των Χριστουγέννων ξοδεύεται στην αγορά από κορδώνια παπουτσιών και βερνίκια στο γέρο στη πλατείας  Ολγας μέχρι τους ακριβούς πίνακες των γκαλερύ,από τα πολυτελή καταστήματα της αγίου Νικολάου, τα σινεμά , από  καφενεία και τα φαστφουντάδικα μέχρι τις πολυτελεις καφετέρειες τα clubs , τα εμπορικά , τα κομμωτήρια και τα κουρεία….όλοι καλοδουλεμένοι και ευτυχισμένοι και όλων τα παιδιά με χαμόγελα περιμένουν τη παραμονή για να ψάλουν τα κάλαντα σε γνωστούς και συγγενείς για να πάρουν και άλλα δώρα . Τα λεωφορεία των κτελ κατάμεστα από επιβάτες που έρχονται από τα χωριά στη Πάτρα για τις γιορτινές αγορές, τα τραίνα το ίδιο ….μια πόλη που σφίζει από κίνηση μια πόλη με πολύ χαμόγελο .

Στο λιμάνι μυρίζουν τα ψημένα κάστανα ανακατωμένα με τη μυρωδιά της ασετυλίνης που καίνε οι καστανάδες , μυρίζει  και η καμένη ζάχαρη από το μαλί της γριάς..που με δεξιοτεχνία περιτυλίγει ο Μπάμπης…ανακατωμένο με τις γιορτινές λαχταριστές επιθυμίες των παιδιών , μυρίζουν και τα καβουρντισμένα φυστίκια κι ο πασατέμπος κι ο λιόσπορος…από το καρότσι με τις αχτινωτές ρόδες του Λάκη…παντού τα κέρματα…πέφτουν, ρυθμικά βαρειά με το χαρακτηριστικό σύντομο μεταλλικό ήχο…κλικ..κλικ…από τα χέρια των περαστικών ….δημιουργούν βουναλάκια  πάνω στο μέρος που βιαστικά τα ακουμπάνε αφύλλαχτα οι πωλητές…για να προλάβουν να ψήσουν κι άλλα κάστανα , κι άλλο μαλί της γριάς , κι άλλα φυστίκια….μετά βαραίνουν ολοένα οι τσέπες όλων αυτών των μικροπολητών  κι όταν στο σπίτι κάποιας ώρας της νύχτας γυρνάνε…το χαρούμενο μέτρημα και ξεχώρισμα των κερμάτων από τα μέλη της οικογένειας φέρνει ευχάριστες εκπλήξεις, χαμόγελα, κι ευτυχία μιας που ξεπεράστηκε για πολύ,   ακόμα μια φορά …το ταπεινό μεροκάματο του πεζοδρομίου….

Χριστουγεννιάτικα τραγούδια ακούγονται από τα μεγάφωνα στους δρόμους και τα πλοία στα λιμάνια έρχονται από την ιταλία γεμάτα κόσμο που έρχεται για τις γιορτές των χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς και για τον ίδιο λόγο φεύγουν το ίδιο γεμάτα για την αγκώνα τη βενετία και τη τεργέστη……κόσμος πάει κι έρχεται…χαρά πλημυρισμένος κι ευτυχία….με τον ερχομό του κάθε πλοίου συνοστίζονται στις προβλήτες δεκάδες ταξί για να παραλάβουν τους ταξιδιώτες να τους πάνε κοντά ή μακριά σε σταθμούς ή σε άλλα λιμάνια, πλημυρίζει το λιμάνι χιλιάδες από κόσμο που καταφτάνει στη πόλη, εκατοντάδες αυτοκίνητα που τρέχουν στα βενζινάδικα να φουλάρουν βενζίνη για τα μακρινά ταξίδια τους σε άλλες πόλεις…εκατοντάδες φορτηγά με εμπορεύματα που φέρνουν από τις άλλες χώρες της ευρώπης….οι δρόμοι μποτιλιάρονται από κάθε είδους τροχοφόρο….κι όταν μετά από δυό ή τρεις ώρες ησυχάσουν λίγο, ένα άλλο πλοίο καταφθάνει από μακρυά…και πάλι από την αρχή……

Τα προποτζίδικα γεμάτα από κόσμο έχουν γίνει καταστήματα πολυτελείας το ένα ανταγωνίζεται το άλλο στο τέλος εκτός από τις ανέσεις των καθισμάτων και της πολυτελούς διακόσμησης θα παρέχουν και γρήγορο φαγητό , ποτά και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς….το είδα κι αυτό και γέλασα….γέλασα με τη ψυχή μου. Πέντε, έξι σουβλάκια σε πορσελάνινη πιατελίτσα παραγγελία από το απέναντι σουβλατζίδικο, σε τραπεζάκι Προποτζίδικου, μπυρίτσα και αφοσίωση του παίκτη που με λαδομένα χέρια συμπληρώνει ένα δελτίο κάποιου τυχερού παιχνιδιού…κάποιοι άλλοι παίκτες χαζεύουν με την αγωνία που τρώει νύχια…στις οθόνες …περιμένοντας τον ερχομό της θεάς τύχης….όλοι  παίζουν ξοδεύοντας χρήματα με άνεση και αυτοπεποίθηση μπραντφορδιανού  εκατομυριούχου.

Πυρετός παντού…δουλειά παντού….κοσμοπλημύρα παντού…..

Διασχίσαμε την Αγίου Ανδρέου  και πήγαμε στη Πλατεία Όλγας στο καφέ μπαρ espresso με το τζάκι και το μεγάλο στολισμένο χριστουγεννιάτικο δένδρο.συναντήσαμε πολλούς φίλους και ήπιαμε μπύρες και ακούσαμε μουσική και κουβεντιάσαμε μέχρι αργά το βράδυ…..στις 11 γύρισα στο πλοίο…..και στις 12 αναχώρησε με προορισμό την ήσυχη πόλη της βόρειας αδριατικής τη τεργέστη……γειά σου Πάτρα …θα τα πούμε πάλι μεθαύριο….

Έχουμε κανονίσει μια μεγάλη παρέα περίπου 15 ατομα να πάμε μέχρι τα Σελά, ένα ορεινό χωριό της Αχαϊας μισή ώρα μόνον μακριά από τη Πάτρα και να μαζευτούμε στης Κωστούλας και να γίνει το μεγάλο φαγοπότι. Ψησταριά με ότι μπορείς να φανταστείς από αρνίσια παϊδάκια , σταβλίσιες μοσχαρίσιες μπριζόλες τεράστιες και ζουμερές και χοιρινές , όλα από ντόπια ζωντανά της περιοχής,  χόρτα βουνίσια σπιτικές πίτες, μανιταρόπιτα και σπανακοτυρόπιτα, μπόλικο κρασί κι όλα αυτά σε ένα τεράστιο τραπέζι μπροστά στο μεγάλο τζάκι της Κωστούλας…και στο τέλος ολόκληρο ταψί γλυκό θα το εξαφανίσουμε μέσα σε λίγα λεπτά…και κάθε φορά που πηγαίνουμε μας φτιάχνει και κάτι διαφορετικό…πότε καρυδόπιτα, πότε γαλακτομπούρεκο, πότε κορμό σοκολατένιο…

Μετά το πρόγραμμα λέει πως θα επιστρέψουμε στη Πάτρα καλοφαγομένοι κι ευτυχισμένοι  στη πλατεία Γεωργίου στο μπαράκι TEATRO που κάθε βράδυ έχει πάρτυ και γίνεται ξεφάντωμα με ποτά, πολύ κουβεντούλα και εκλεκτή latin μουσική….εκεί νοιώθεις τη νύχτα να φεύγει τόσο γρήγορα και νάρχεται η μέρα να σου θυμίζει ξαφνικά πως πρέπει να πας για δουλειά….μια τελευταία στάση θα κάνουμε στο PASSE για να τσακίσουμε κρέπες με σοκολάτα και μπανάνα, και μετά για ένα σύντομο ύπνο μιας ώρας και μετά με μια μόνιμη ζάλη που άφησε η νύχτα, δουλειά…έτσι μετράμε τη ζωή μας σ’ αυτή τη πόλη όταν ερχόμαστε, με τα κουταλάκια του καφέ, μετά ποτήρια της μπύρας και του κρασιού, με τα εκλεκτά γεύματα και τα λουκούλια δείπνα, με τα ψώνια και με τις ατέλειωτες συζητήσεις τις πρΩινες, τις απογευματινές , τις νυχτερινές και πάλι από την αρχή…εδώ σ’ αυτή τη πόλη δεν συζητάμε για παλιές αναμνήσεις, ζούμε το σήμερα, το τώρα ξεχνάμε το χθες, βιαζόμαστε ναρθει το αύριο γιατί γνωρίζουμε ότι θα είναι ακόμα καλύτερο ακόμα πιο ευχάριστο ακόμα πιο γιορτινό….εδώ μετράμε τη ζωή μας πατώντας γκάζι προς την χαρά, προς την ευτυχία….δεν φρενάρουμε ποτέ…μόνο γκαζόνουμε…..κι αν κανείς μας από τη παρέα βρεθεί ξαφνικά τσιμπιμένος και σφόδρα ερωτευμένος που συμβαίνει τακτικά, υπάρχει και το απέναντι, ένα μικρό ταξιδάκι στο κοντινό Γαλαξίδι…περνώντας απέναντι…για ερωτικούς περιπάτους στο παλιό γραφικό λιμανάκι, διανυκτέρευση στο Γανυμίδη και βραδινό στο ταβερνάκι του Μπεμπέλη, σ’ αυτό το καπετανόσπιτο, με τη χαμηλή μουσική , το τζάκι , το καλό φαγητό και το μοναδικό τοπικό κρασί , ροζέ ή κόκκινο ή και λευκό ακόμα , ξεκινώντας από τα ορεκτικά , κελέμια, σικοτάκια , σαγανάκια με σάλτσα μανιταριών καταλήγοντας στα κυρίως πιάτα που με μεράκι και αγάπη ετοιμάζει Μπεμπέλης για χρόνια τώρα…κιαν το ταίρι σου επιθυμεί ψάρι, πήγαινε κατευθείαν στης ΜΑΡΙΤΣΑΣ….στη παραλία …ή στου ΣΤΑΥΡΟΥ. Εκεί στο Γαλαξίδι στέλνουμε τους ερωτευμένους , κι όσα ζευγάρια το παρατράβηξαν και στεφανόθηκαν…εκεί σ΄αυτή την ερωτική φωλιά της Φωκίδας κάνανε και το πρώτο τους παιδί…..τώρα όποτε συναντιώμαστε και βλέπουμε τα μικρά τους πρωτότοκα, όλοι λένε…αυτός είναι γαλαξιδιώτης και δίχνουν το γυιό τους…και όλοι γελάμε…για το κοινό μυστικό μας, για τις ερωτικές αποστολές μας.

Αυτά σκεφτόμουνα καθώς το πλοίο ταξίδευε εδώ και κάμποση ώρα στο Πατραϊκό Κόλπο χαμένος κάπου ανάμεσα στη ζαλη της μπύρας του κρασιού και του ποτού και σιγά σιγά ετοιμάστηκα για ύπνο…ξάπλωσα στο κρεββάτι μου, από το φινιστρίνι έβλεπα τα φώτα του Μεσολογγίου πέρα μακριά, δεξιά λίγο πιο πίσω φάνταζε στο νυχτερινό ουρανό ο σκοτεινός όγκος της Παλιοβούνας , και αριστερά πιο μπροστά σκοτεινές στεριές με μεμονομένα φωτάκια εδώ κι εκεί από μικρά χωριουδάκια της περιοχής…ένα επιβατηγό πλοίο πέρασε δίπλα μας με ταχύτητα με προορισμό τη Πάτρα..τυχεροί , όλοι έξω απόψε για ξεφάντωμα στα μπαράκια της οδού Ραδινού που κυκλοφορούν οι πιο τολμηρές πατρινές κάθε ηλικίας που περιμένουν σαν ξέμπαρκες βάρκες να φανεί κάποιος καραβοκύρης να τις πάρει για μια βόλτα στο πέλαγος.

Όμως αύριο θα είμαι στη Τεργέστη…στη πόλη των γερόντων, στη πιο ήσυχη πόλη της βόρειας αδριατικής, θα πίνω το καφέ μου στο καφέ TOMASSEO εκεί που μετά από καρφωτή πιάσανε οι αυστριακοί αστυνομικοί πριν από πολλά χρόνια το 1797 τον Ρήγα Φεραίο μέσα στο ιταλιάνικο παλιό καφέ υπάρχει μια ολόκληρη γωνιά ως αφιέρωμα όλο το ιστορικό του …..εκεί θα πίνω το καφέ μου αύριο…και μετά θα πάω στην ελληνορθόδοξη εκκλησία του αγίου Νικολάου να ανάψω ένα κερί……….θα χαζέψω την αρχιτεχτονική των πέτρινων ψηλών κτηρίων που ορθόνονται εδώ και πάνω από εκατό χρόνια σε τούτη τη πόλη θα χαζέψω και τη μεγάλη πλατεία….και θα επιστρέψω στο πλοίο αναζητώντας την απόλυτη μοναξιά…θα αποφύγω ακόμα και τον εαυτό μου και θα βυθιστώ στον ύπνο της λησμονιάς….όταν ξυπνήσω το μόνο πράγμα που θα θέλω να νοιώσω ότι μου λείπει θα είναι το άρωμα και η μοναδική γεύση ενός καλοψημένου καφέ σε συνδιασμό με την ανάσα του αρωματικού καπνού από ένα εκλεκτό τσιγάρο.

Κι ενώ ο ύπνος άρχιζε να σκεπάζει κάθε σκέψη που πέρναγε από το  μυαλό μου, ένα δυνατό τράνταγμα σαν σεισμός συγκλόνισε το σκάφος του τεράστιου πλοίου και τρίξιμο σίδερου και ξύλου παντού ακουγόταν, ανακατωμένο με φωνές γυναικείες και κλάματα μωρών παιδιών….και πάλι δυνατό τράνταγμα…

Φόρεσα ρούχα ζεστά χειμερινά, με μπουφάν και μάλινο κασκόλ, με γάντια δερμάτινα και φόρεσα και σκούφο στο κεφάλι, όπως μηχανικά έχω μάθει να κάνω σαν διασώστης  στους ψεύτικους συναγερμούς του πλοίου που πάντα κάνουμε σαν άσκηση για να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε μια παρόμοια κατάσταση κινδύνου…

Πετάχτηκα στο κατάστρωμα περιμένοντας να ακούσω κάποια ανακοίνωση, κάποια εντολή, με τη ζώσα φωνή του πλοιάρχου, μα τίποτα..δεν μίλαγε κανείς, μόνον ο κόσμος φώναζε και αναρωτιόταν τι είχε συμβεί..

Ένας μεγάλος σεισμός, ένας τεράστιος σεισμός είχε γίνει στη περιοχή, τα φώτα της μακρυνής πόλης της Πάτρας που έπρεπε να φαίνονται ακόμα είχαν σβήσει, το ίδιο και του Μεσολογγίου , και τα μεμονωμένα και αραιά φώτα από τα μικρά χωριουδάκια της περιοχής ήταν κι αυτά σβηστά. Παντού σκοτάδι, μόνον κάποιες τσαμαδούρες, ναυτιλιακά σημάδια για τα πλοία αναβόσβηναν ρυθμικά και ένας μακρυνός φάρος έριχνε τη φωτεινή ρυπή του κάθε μερικά δεύτερόλεπτα και φώτιζε τη ταραγμένη επιφάνεια της θάλασσας από τη στεριά μέχρι το πλοίο.

Οι μηχανές σταμάτησαν, το ταξίδι διακόπηκε και τώρα το πλοίο πλέει παρασυρόμενο από τις επιθυμίες της μυστήριας θάλασσας..έτρεξα στη Γέφυρα , κανένα όργανο δεν λειτουργούσε, κανένας ασύρματος καμιά συσκευή . ούτε το ραντάρ, ούτε το gps, ούτε το αις, οι ηλεκτρονιοί χάρτες έχασαν τα ναυτιλιακά τους σημάδια και παρέμειναν να δείχνουν μόνον τη στεριά και τη θάλασσα σαν τους χάρτες που κρέμονται στις σχολικές αίθουσες των δημοτικών σχολείων.

Ένα μεγάλο τράνταγμα, αυτή τη φορά πιο δυνατό από τα προηγούμενα με μεγάλη χρονική διάρκεια και με δυνατή βουή που βγήκε από τα σπλάχνα του βυθού , έφερε το τρόμο να κόψει κάθε φωνή και κάθε κλάμα στους επιβάτες και με τα αυτιά τεντωμένα προσπαθούσαν να ακούσουν κάποιο μήνημα που θα ερχόταν από τη σκοτεινή θάλασσα και τη μακρινή στεριά.

Μια περιστροφή του πλοίου που ξεκίνησε αργά προς τα δεξιά και άρχισε να γίνεται σιγά σιγά πιο γρήγορη με έκαναν να καταλάβω πως βρισκόμασε σε μια δύνη της θάλασσας, μια δύνη που μαρτυράει το άδειασμα υδάτινου όγκου. Στο βόρειο ημισφαίριο εάν βγάλεις τη τάπα από ένα νιπτήρα που είναι γεμάτος νερό αυτός θα αδειάσει με δύνη που κινείται περιστροφικά προς τα δεξιά…κι αν αυτό συμβεί στο νότιο ημισφαίριο θα κινείται αριστερά. Έτσι καταλάβαιναν τα παλιά χρόνια πότε πέρναγαν από το βόρειο στο νότιο ημισφαίριο ή το αντίθετο, τα πλοία που ταξίδευαν. Μα είναι φανερό πως ο Πατραϊκός Κόλπος αδειάζει…η δύνη περιστρέφεται όλο και πιο γρήγορα, αν είναι έτσι πρέπει να δω τη φύση του βυθού της περιοχής…

Έτρεξα στη γέφυρα, με ένα φακό κοίταξα το χάρτη της περιοχής, 388 μέτρα βάθος με μέγιστο τα 440 μέτρα. Στο σημείο που βρισκόταν το πλοίο την ώρα που σταμάτησαν οι μηχανές η φύση του βυθού είναι ομαλή με αμμώδεις λόφους και σε κάποια σημεία βρίσκονται απότομα ρήγματα εκτεινόμενα από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά, και πιο δεξια ή πιο αριστερά της πορείας που είχε το πλοίο υπάρχουν βραχώδη όρη με απότομες χαράδρες και φαράγια με απότομες εναλαγές του βάθους τουβυθού  από 257 μέτρα έως 300 και σε μερικές περιπτώσεις και 400 μέτρα. Ο Πατραϊκός Κόλπος αδειάζει. Φαίνεται κάποιο ρήγμα του βυθού από το σεισμό καταπίνει αχόρταγο τη θάλασσα του Πατραϊκού, του Ιονίου πελάγους, της Μεσογείου .

Ένας δυνατός βήχας με έπνιξε. Ίσως η αγωνία ίσως το πρωτόγνωρο φαινόμενο μου στέγνωσε το στόμα, ξεράθηκε ο λαιμός μου από το θαλασσινό νυχτερινό αγέρι. Ήπια νερό και γύρισα αμέσως στο όνειρο που ζούσα. Λίγο πιο κάτω στα δυτικά παράλια της Πελοπονήσου ανοιχτά της Πύλου λίγα μόνον μίλια από τη στεριά το βάθος του βυθού είναι 4500 μέτρα…. Να πηγαίναμε εκεί, είναιτο βαθύτερο μέρος της Μεσογείου. Θα μπορούσε το πλοίο να συνεχισει να πλέει. Η αδριατική πάλι έχει 250 μέτρα βάθος το πολύ…πω …πω …θα τη ρουφήξη όλη τούτο το ρήγμα.

Μούγκριζα από αγωνία και ο υδρώτας με μούσκεψε .ένοιωθα πως βουλιάζω στα κρύα νερά της χειμωνιάτικης περιόδου που έρχονται από τα βουνά, από τις λίμνες και καταλήγουν να χύνονται με συνεχή ροή στη θάλασσα σπάζοντας την αλμύρα της, κάνοντάς τη γλυκιά εκεί που ο αφρος από τα απαλά κύματα χαϊδεύει τις παραλίες…

Άλλος ένας κρότος ακούστηκε, βγαίνοντας από τα βάθη του βυθού, μετά ένα βουητό συνεχόμενο και ένα δυνατό τράνταγμα που αυτή τη φορά λύγισε και κάποια μικρά σίδερα υπερκατασκευών του πλοίου. Μερικά ρέλια σπάσανε και μαζί με αυτά σπάσανε τζάμια στα ψηλότερα καταστρώματα του πλοίου…τζάμια που δεν σπάνε ούτε σε κυκλώνα ή σε τυφώνα, τζάμια τόσο γερά που αντέχουν σε θερμοκρασίες πάνω από 1600 βαθμούς κελσίου σε περίπτωση πυρκαγιάς…ίσως και παραπάνω…μα τώρα θα πρέπει και το σκάφος να παλαίψει όχι με τα κύματα του ωκεανου που έχει μάθει να παλεύει, αλλά με το άγνωστο θηρίο που έφερε τούτη η νύχτα στη ροτα του…

Είδα τα πανέλια τσακισμένα άλλα να κρέμονται και άλλα να έχουν πέσει κάνοντας το περπάτημα μέσα στο πλοίο δύσκολο. Καλώδια κρεμόντουσαν από παντού, και ξεχαρβαλωμένοι μπουλμέδες έγερναν σπασμένοι ή ραγισμένοι δεξιά και αριστερά.

Σωλήνες σπασμένες από τα δίκτυα εκτόξευαν με μικρούς ή μεγαλύτερους πίδακες νερό αλλού καθαρό, αλλού σαπουνόνερα και αλλού βρώμικα προσθέτοντας στην ατμόσφαιρα μια απεχθή βρώμα που σε έπνιγε.

Έβηξα πάλι μέσα από το ξεραμένο μου λαιμό. Ήπια νερό αρκετό αυτή τη φορά, από ένα παρατημένο στο κομοδίνο μου, μπλουκάλι και γύρισα και πάλι γρήγορα στο όνειρο….μά βρέθηκα στη κουπαστή του πλοίου και μια φωταψία άρχισε να διακρίνεται ψηλά σ΄ένα σημείο τ΄ουρανού. Στην ανατολή…σε λίγο το φως δυνάμωσε κι ο εφιάλτης γιγαντώθηκε γιατί πήρε μορφή, εικόνα, κι έφερε την απόγνωση στο βλέμμα μου, κι έφερε το στεναγμό.

Ένας εκκοφαντικός θόρυβος συνεχόμενος τρεχούμενου νερού ακουγώταν από ώρα μες στο σκοτάδι, που δεν έλεγε να σταματήσει και ο λιγοστός αέρας έφερνε στο πρόσωπό μου μια δροσιά από σταγονίδια νερού….έγλειψα τα χείλη μου και το νερό αυτό ήταν γλυκό…αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν και μόλις το φως άρχισε να ξεκαθαρίζει το τοπίο ένας τεράστιος καταράκτης πιο μεγάλος από αυτόν του Νιαγάρα Ποταμού εμφανίστηκε μπρος στα μάτια μου σε μεγάλη απόσταση και ένα μακάβριο τοπίο από διάσπαρτα σκουριασμένα κομμάτια από ναυάγια, σκουπίδια, λασπωμένα και αλλοιωμένα , αλλα πιο καινούργια, παντού λασπη , παντού ένα χρώμα σκούρο καφέ, μαύρο, και πιο εκεί τα ίδια μαύρο, γκρί, και ίσως καφέ σκούρο….

Το πλοίο ήταν ακουμπισμένο στο λασπώδη βυθό. Κι ο βυθός απέραντος εφιάλτης χωρίς δρόμους χωρίς έστω ένα μονοπάτι που να οδηγεί κάπου…άρχισα να γυρίζω γύρω γύρω και να βλέπω το τοπίο γύρω μου. Στο βάθος ένα πανήψυλο βουνό μυτερό και αριστερά του πάνω σε ένα οροπέδιο μια πόλη. Από εκεί έπεφταν τα νερά του καταράκτη, και τότε ανατρίχιασα και πάγωσε η καρδιά μου..γιατί η πόλη αυτή ήταν το Μεσολόγγι…και το τεράστιο βουνό ήταν η Παλιοβούνα.

έστρεψα αμέσως δεξιά το βλέμμα μου από εκεί που συνήθιζα να κοιτάζω όταν έκανα βάρδια και ανάμεσα σε δυό βουνά είδα τη μισόχτιστη γέφυρα του Ρίου. Και πιο δεξιά  πάλι ένα τεράστιο βουνό και πάνω σε ένα ξέφωτο που έμοιαζε σαν ένα απέραντο μπαλκόνι ήταν καθισμένη η Πάτρα που τώρα όπως είχε πάρει ύψος ο ήλιος, λιαζόταν ηλιόλουστη και πιο πάνω από αυτή το κατάλευκο από τα χιόνια χρώμα του Παναχαϊκού έμοιαζε απόμακρο σαν άπιαστο όνειρο…κάτι σαν τις άγνωστες για μένα κορφές των ιμαλαϊων. Χριστέ μου αυτά που τόσο καιρό αγνάντεβα με τα κυάλια στην επιφάνεια με τα κυάλια τώρα σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά για να τα δω….Η πάτρα έγινε μια ορεινή πόλη που χωρίς δρόμους και μονοπάτια από εδώ που είμαι περίπου 15 μίλια μακρυά δεν ξέρω αν θα μπορέσω να τη φτάσω ποτέ.

Ήπια κι άλλο νερό γιατί ο ξερός βήχας της αγωνίας με έπνιξε και μετά πέταξα μια ανεμόσκαλα από τη κουπαστή αλλά αυτή δεν έφτανε μέχρι το βυθό. Έτσι πήρα ένα κομπόσχοινο περασμένο στον ώμο μου και κατέβηκα με τέχνη την ανεμόσκαλα. Μετά έδεσα στην άκρη το κομπόσχοινο το άφησα να πέσει στο βυθό και κατέβηκα με άνεση πατώντας στους συμμετρικά φτιαγμένους κόμπους του.

Το πλοίο φάνταζε τεράστιο μπροστά μου και ένοιωθα μικρός, πολύ μικρός μπροστά σε όλα όσα αντίκρυζα γύρω μου.

Άρχισα νε περπατώ με δυσκολία πάνω στον υγρό λασπώδη βυθό. Μια οσμή δυνατή αποκρουστική που έμοιαζε σαν διαρροή φιάλης πετρογκαζ, αδυνατόύσε ολοένα την ανάσα μου και με έκανε να αναπνέω αραιά και που ίσα ίσα για να μπορώ να ζω. Στη προσπάθειά μου να ανέβω σε ένα βραχώδες ύψωμα γλύστρισα, έπεσα και χτύπησα το δεξί μου χέρι. Τότε κατάλαβα πως δεν πρόκειτε να φτάσω ποτέ, σε καμιά πόλη….περπάτησα, κατέβηκα, ανέβηκα, ξανανέβηκα, τώρα βρίσκομαι σε κάποιο σημείο που δεν βλέπω παρα μόνο τις κορυφές των βουνών . είμαι χωμένος σε μια χαράδρα. Δεν υπάρχει διέξοδο. Πρέπει να σκαρφαλώσω στα γλυστερά από τη λάσπη βράχια και μετά δεν ξέρω που θα βρεθώ και τι θα πρέπει να αντιμετωπίσω πάλι…..κοίταξα τη βουνοκορφή της Παλιοβούνας. Ένα μικρό συννεφάκι σαν σκουφάκι κάλυπτε τη μύτη της βουνοκορφής. Θεέ μου εάν δεν έχουνε αλλάξει όλα σε αυτό τον κόσμο σύντομα ο καιρός θα αλλάξει και θα βρέξει. Συνήθως όταν η Παλιοβούνα στη κορφή της έχει καπελάκι σε λίγες ώρες χαλάει ο κόσμος από βροχή καταιγίδα και αέρα…..

Δυό μεγάλα λάστιχα από ρόδες αυτοκινή του αναγνώρισα εύκολα σφηνομένα ανάμεσα σε δυό μικρά βράχια. Πάτησα πάνω τους και ανέβηκα λίγο πιο ψηλά. Πατώντας στο πάνω μέρος του βράχου είδα άλλο ένα λάστιχο που με βόλευε να πατήσω για να ανεβώ ψηλότερα…

Παντού υπήρχαν μικρές λιμνούλες από θαλασσινό νερό. Πατούσα μέσα στα νερά και τα πόδια μου είχαν παγώσει. Ήμουνα βουτηγμένος στη λάσπη και Κρύωνα. Άρχισα να τρέμω. Το φως του ήλιου δεν έφτανε στο σημείο που ήμουνα και η διαρκής σκια με έκανα να παγώνω. Πέρα από το κορμί μου άρχισε να παγώνει και η σκέψη μου. Όταν ήμουνα στη στεριά τότε που γύριζα από τα ταξίδια μου η μόνη διαδρομή που έκανα με τα πόδια ήταν καμια ώρα δρόμος στα πεζοδρόμια της πόλης. Δεν είχα περπατήσει ποτέ πάνω σε βουνά σκαρφαλώνοντας σε βράχια και βουνοκορφές….έτσι για μένα τώρα δεν υπάρχει σωτηρία σκέφτηκα….σκέφτηκα ένα όνειρο που έβλεπα όταν ήμουν μικρός πως είμουνα μια ζωηρή μαϊμού και έτρεχα μέσα στη ζούγκλα πηδώντας από δέντρο σε δέντρο με ευκολία. Ίσως έβλεπα το όνειρο αυτό τότε για να βοηθάω τον εαυτό μου να ξεπερνάω τις δυσκολίες μου ή να προφταίνω να συγκρατώ τη φαντασία μου που πάντοτε με οδηγούσε σε εξαιρετικές περιπέτειες. Έκανα μια ευχή να γίνω εκείνη η ζωηρή μαϊμού και να τρέξω πηδώντας από βράχο σε βράχο μέχρι να φτάσω σε ένα δρόμο ή κάποια αμώδη ξερή παραλία. Μάταια σκέφτηκα και σαν μαϊμού αλλά και σαν άνθρωπος σε λίγο αυτός ο βυθός θα γινόταν ο ταφος μου……

…………………………………………………

Advertisements

One thought on “το όνειρο

  1. Το διάβασα και το ξαναδιάβασα.Πολύ καλό. Πιστεύω να μας δώσεις και λίγο από τη συνέχεια…Πάνω που αγχώθηκα και έμεινα με το άγχος και πολλά ερωτηματικά για τη συνέχεια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s