Αθήνα 2012

Οδός Ιθάκης

Τριάντα μέτρα ήθελε για να φτάσει η Λένα στην είσοδο της πολυκατοικίας που διέμενε, γυρίζοντας από τη Λαϊκή αγορά φορτωμένη με τα ψώνια της εβδομάδας,  όταν είδε έξω από το σπίτι ένα αστυνομικό όχημα με τα φώτα της οροφής του να αναβοσβήνουν και καμία δεκαριά άτομα μαζεμένα να συζητούν και να βλέπουν πότε τα μπαλκόνια και πότε την είσοδο του σπιτιού. Τι έγινε πάλι αναρωτήθηκε με φόβο. Τι στην ευχή έγινε πάλι…ευτυχώς που ο Λίνο λείπει είπε από μέσα της…

Πλησιάζοντας είδε τη κυρά Στέλλα, τη γιαγιά από το τρίτο πάτωμα που καθισμένη στο τσιμεντένιο πεζούλι της εισόδου μονολογούσε συνέχεια, «περιμένω το γυιό μου..περιμένω το γυιό μου». Αυτά τα λόγια είχε πει στους αστυνομικούς , αυτά τα λόγια είπε και στη Λένα αυτά τα λόγια επαναλάμβανε εδώ και χρόνια σε όποιον έβλεπε. Τα χε χάσει από καιρό, έχασε και τον άντρα της πριν από ένα χρόνο και περίμενε πως κάποτε θάρθει ο γυιός της ο ξενητεμένος, από κάποια μεγαλούπολη της αμερικής ποιος ξέρει από πού….

Η Λένα Παράτησε τις τσάντες  πάνω στα σκαλιά και ρώτησε τον Αμτζέτ από το πρώτο να της πει τι συμβαίνει. Αυτός με σπαστά ελληνικά της είπε για δύο αλβανούς που μπήκαν στο ισόγειο και διάρηξαν τη γκαρσονιέρα του περουβιανού φοιτητή του Μάλε. Του πήρανε έναν υπολογιστή, δυό μικρά ηχεία , 15 ευρώ που είχε για τα κοινόχρηστα και κάτι ψηλά που είχε στο συρτάρι του γραφείου του . Του πήραν και μια σόμπα ηλεκτρική που την είχε στη κουζίνα και έγιναν καπνός.

Μια γυναίκα αστυνομικός πήρε τη κυρά Στέλλα από το χέρι για να τη συνοδεύσει στο τρίτο στο διαμέρισμά της…

Και ποιος τους είδε, ποιος ειδοποίησε την αστυνομία ρώτησε τον Αμτζέτ η Λένα.

Το μικρό  Χουσεϊν αυτό ΛέΪλα γυιός  που ο πατέρας του  Μωχάμετ έχει το Μίνι Μάρκετ στη γωνιά του ντρόμου.

Ο πακιστανός ; ρώτησε η Λένα.

Ναι ο πακιστανός.. Το μικρό χουσεϊν  έρχεται κάθε μέρα τέτοια ώρα και αυτό το διαβάζει ο Μάλε…αλλά σήμερα ο Μάλε δίνει εξαμ  μάθημα και ντεν έχει γγυρίσει ακόμα…γι αυτό περιμένει πολίς  εδώ…όπου νάναι τα έρτει…

Καλά και πως ξέρεις ότι ήταν αλβανοί  και τι του πήραν; Ρώτησε η Λένα

Έτσι μιλάει πολίς και Αυτό Μάλε μιλάει από κινητό πολίς….

Αμάν ρε Αμτζέτ τέσσερα χρόνια έχεις στην ελλάδα και ακόμα δεν μπορείς να μιλήσεις ελληνικά…του είπε η Λένα και μάζεψε τις τσάντες από τα σκαλοπάτια για να ανεβεί στο Δεύτερο.

Η Λένα 30 χρονών από τη βόρειο ήπειρο μένει στο δεύτερο κάτω από το διαμέρισμα της κυρα Στέλλας. Κάθε μέρα πηγαίνει και καθαρίζει σπίτια εκτός της Τρίτης που έχει λαϊκή και πάει για τα ψώνια της εβδομάδας..παρόλα αυτά είναι και γραμμένη στο ταμείο ανεργίας και παίρνει και από κει κάτι τις…ο αντρας που μένουνε μαζί, ο Λίνο 38 χρονών, είναι αλβανός. Δεν είναι παντρεμένοι. Δεν μπορούν να παντρεφτούν γιατί ο Λίνο ζέι παράνομα στην Αθήνα. Όταν ήταν 22 είχε φέρει από την Αλβανία με σκοπό να τα οικονομήσει κάποιους μετανάστες στην ελλάδα χωρίς χαρτιά χωρίς τίποτα, μπουμπούκια ανακατωμένους με ναρκωτικά και έτσι,τον πιάσανε στη Θεσσαλονίκη δικάστηκε, φυλακίστηκε 2 χρόνια και μετά έφυγε για την αλβανία με ισόβια απέλαση. Αλλά αυτός τη μια μέρα έφυγε και την άλλη ήταν στην Αθήνα, κι από τότε ζει εδώ. Όλοι λένε πως είναι εξαιρετικό παιδί και ότι δουλειά και να κάνει τη κάνει τέλεια…δεν ξανάμπλεξε ποτέ. Βοηθάει κάθε ανήμπορο στη γειτονιά και κάπου κάπου κάνει και κανένα καλό μεροκάματο σε τίποτα μερεμέτια. Έχει γνωρίσει κάποιο έλληνα μηχανικό από την Αγία Παρασκευή κι αυτός χωρίς να ξέρει το μυστικό του για την απέλαση τον παίρνει σε οικοδομές έτσι απλά…όπως και τόσους άλλους….στη μαύρη…προσπαθεί να μαζέψει 8000 ευρώ ο φουκαράς για να τα δώσει σε ένα δικηγόρο καρχαρία στη Βουλιαγμένη. Αυτός ασχολείται με υποθέσεις αλβανών και τα οικονομάει. Όλα μαύρα….αλλά δεν μαζεύονται τα ριμάδια για λεφτά.

Ανέβηκε η Λένα στο δεύτερο και με το θόρυβο που έκανε στο ασανσέρ πριν ξεκλειδώσει τη πόρτα του διαμερίσματος από το διπλανό άνοιξε τη πόρτα η Σίλα που φορούσε μια πολύχρωμη μακριά ρόμπα και με τα ίδια χρώματα ένα τουρμπάν στο κεφάλι της. Η γυναίκα του Τομ από τη Νιγηρία έχουν και ένα γυιο τον Καμί πάει Τρίτη δημοτικού. Έχουν κι ένα σκύλο τον Μπούρι. Μαύρη αυτή μαύρος ο Τομ μαύρος και ο μικρός Καμί μόνον ο σκύλος είναι άσπρος. Ο Τομ δουλεύει σε συμβολαιογραφείο. Έχει σπουδάσει στην ελλάδα. Όλη η οικογένεια μιλάει άπταιστα τα ελληνικά. Ο ξάδελφός του ο Τζός , μαύρος κι αυτός, είναι γιατρός και μένει στη Κριεζότου στο κολωνάκι. Έχει παντρευτεί ελληνίδα. Δεν έχουν παιδιά.

Καλημέρα της είπε και η Λένα και της εξιστόρησε  ότι ήξερε από όσα της είχε με κάθε λεπτομέρεια πει ο Αμτζέτ.

Ο Αμτζέτ, ο αδελφός της Ίννα από τη Συρία. Μένουν στο τεσσάρι στο πρώτο. Ο αμτζέτ ήρθε για να αποφύγει τον εμφύλιο γιατί στη πόλη που έμενε είχαν αρχίσει από παλιά οι φαγομάρες. Η Ίννα είχε έρθει με τον άντρα της τον Μωχάμετ Λούτφι γαμήλιο ταξίδι στην ελλάδα πριν 10 χρόνια και δεν ξαναγύρισαν στη Συρία. Τους άρεσε και έφτιαξαν το σπιτικό τους εδώ. Πήραν αυτό το τεσσάρι με δάνειο, πληρώνουν ακόμα. Έχουν 2 αγόρια δίδυμα στο δημοτικό τον Φεχήμ και τον Χουσεϊν. όταν πήραν το σπίτι στη πολυκατοικία δεν υπήρχε άλλος ξένος….τους αγαπήσανε και τους βοηθήσανε να προσαρμοστούν όλοι οι συγκάτοικοι. Η Ίννα έχει να το λέει ..ας είναι καλά Η κυρία Περσεφόνη που έμενε στο τρίτο, μου στάθηκε σαν μάνα, ο κύριος Λουκάς με τη γυναίκα του τη κυρία Ελένη από το τέταρτο που ο γυιός τους ο Πέτρος μας έκανε και μαθήματα και μάθαμε τα ελληνικά γρήγορα και σωστά…ήταν φοιτητής τότε στη νομική ο Πέτρος…σήμερα έιναι δικηγόρος αλλά έφυγε στο εξωτερικό για δουλειά γιατί εδώ ήταν δύσκολα τα πράγματα…σιγά σιγά φύγανε όλοι οι ιδιοκτήτες από τη πολυκατοικία…μέσα σε δέκα χρόνια άλλοι πέθαναν και άλλοι τα πουλήσανε και φύγανε,  πήγαν στα νησιά τους και στα χωριά τους…

Όσην ώρα συζητούσαν τα συμβάντα η Λέλα με τη Σίλα Από την ανοιχτή πόρτα της Σίλας ερχόταν ο ήχος από τα γλυκά τραγούδια του Χάρη Μπελαφόντε που τραγουδούσε αφρικάνικα τραγούδια,ενώ ο μπούρι ο σκύλος του Τομ χαζοκοιμώταν πάνω σενα χαλάκι.  Τι όμορφα τραγούδια είναι αυτά είπε η Λένα, τι ωραία μουσική. Είναι παλιά τραγούδια αφρικάνικα είπε η Σίλα, πολύ παλια…όλοι αυτοί που τραγουδάνε σήμερα δεν υπάρχουνε στη ζωή. Και τότε που υπήρχαν και τραγουδούσαν ο κόσμος ήταν καλύτερος….

Χαιρετιστήκανε και οι πόρτες στο δεύτερο όροφο έκλεισαν προσωρινά.

Από τη πόρτα της εισόδου πέρασε ο Ηλίας με ένα μεγάλο πακέτο. Ο γιος της κυρα Νίτσας της χήρας στο τρίτο δίπλα από το διαμέρισμα της κυρά Στέλλας. Ο Ηλίας μοναχογυιός, μένει με τη μητέρα του. Είναι άνεργος εδώ και χρόνια και ζει αποκλειστικά με τις συντάξεις της μητέρας του. Η κυρία Νίτσα παίρνει δύο συντάξεις μία από τον άνδρα της που δούλευε χρόνια στην Αμερική και μία από τη δουλειά της. Ο Ηλίας το μόνο που κάνει, είναι η διαχείριση της πολυκατοικίας. Μα δύσκολα τα βγάζει πέρα….ειδικά το χειμώνα. Ο καθένας σ’ αυτό το σπίτι κάνει ότι θέλει. Κανείς δεν θέλει να πληρώσει. Έτσι κι αυτός εφέτος πήρε μια σόμπα αερίου και θα ζεσταίνει το διαμέρισμα με αυτή, αφού κανείς δεν είναι διατεθιμένος να πληρώσει πετρέλαιο. Πέρυσι οι κενυάτες για να ζεσταθούν πήραν μια σόμπα με ξύλα από τα παλιατζίδικα και βγάλανε κι ένα μπουρί από το παράθυρο του ισογείου…έγινε χαμός γιατί καίγανε εφημερίδες και άλλα χαρτιά που φέρνανε από τα σκουπίδια κι όλος ο καπνός πήγαινε στο πάνω διαμέρισμα του πρώτου που κατοικούν ένα ζευγάρι κινέζων η Μιάο Τσιν και ο Λάο Λι  αλλά το κρύο ήταν φοβερό και όλοι κάνανε τα στραβά μάτια…Ο Λάο Λι τελικά για να γλυτώσει από τη κάπνα τους έφερε μια ηλεκτική σόμπα και τους την έκανε δώρο με τη προυπόθεση να πετάξουν τη παλιά ξυλόσομπα.

Η Μιάο Τσιν και ο Λαο Λι έχουν ένα μαγαζί με κινέζικα ρούχα εδώ και πέντε χρόνια στην Αχαρνών κοντά στον άγιο Νικόλαο. Οι δουλειές τους πάνε καλά

Κάποια στιγμή γύρισε ο Μάλε. Ο περουβιανός φοιτητής. Ένας αστυνομικός είχε μείνει να του φυλάει το ανοιχτό σπίτι και τον περίμενε για να πάρει κατάθεση. Ο Μάλε  μπήκε στη γκαρσονιέρα του ισογείου και επιβεβαίωσε όλα όσα από το τηλέφωνο είχε πει στους αστυνομικούς άνοιξε ένα συρτάρι στο γραφείο του και έβγαλε ένα βαρύ αναστεναγμό..του είχαν πάρει και τα CD με τα λατιν τραγούδια . τα σπάνια και μοναδικά τραγούδια που είχε φέρει από το τόπο του. Αυτά τα τραγούδια δεν κυκλοφορούν εδώ είπε στον αστυνομικό…..υπέγραψε κάποιο χαρτί που του έδωσε ο αστυνομικός κι εκείνη την ώρα ήρθε τρέχοντας ο Χουσεϊν .

Γειά σου Μάλε του είπε βιαστικά , είπε ο πατέρας μου να έρθεις από το μαγαζί. Έχει στρώσει τραπέζι στο γραφείο του και θα φάμε όλοι μαζί….πάμε.

Έφυγε ο αστυνομικός για το τμήμα, έφυγε κι ο Μάλε μαζί με το μικρό Χουσεϊν για το Μίνι Μάρκετ της απέναντι γωνίας. Την ώρα που έτρωγαν ο Μάλε είπε στο μικρό Χουσεϊν. Αύριο δεν θα κάνουμε μάθημα Χουσεϊν. Θα πάω στο Μοσχάτο στη θεία μου. Η θεία του η Μπονίτα ήταν από το Περού και είχε παντρευτεί τον Λάρκο από τη Βραζιλία. Είχαν χρόνια στην ελλάδα και αυτοί ήταν η αιτία που ο Μάλε ήρθε να σπουδάσει στην ελλάδα.

Στο ισόγειο υπήρχε κι άλλη μια γκαρσονιέρα που η πόρτα της ήταν δίπλα από τη πόρτα του ασανσέρ. Εκεί έμεναν δύο μαύροι από τη κένυα. Κανείς δεν ήξερε τα ονόματά τους. Στο κουδούνι έγραφε με εγγλέζικα JODIE LOME. Αυτοί έφευγαν κατά τις δέκα το πρωί με ένα σακίδιο ο καθένας στα χέρια και γύριζαν ξανά μετά τα μεσάνυχτα…μάλλον πουλούσαν cd..ποτέ δεν μαγείρευαν στο σπίτι. Μόνο σε μεγάλες γιορτές δικές τους έμεναν στο σπίτι και άκουγαν μουσική…από τη σφραγισμένη πόρτα τους ακούγονταν οι φωνές των μαύρων από το μπόρα μπόρα στον αργό ρυθμό να φωνάζουν …χαρι, χάρι, τζάμπο, τζάμπο,,χαριιιι χαριιι , τζάμποοοο, τζάμποοοο..ακούνα ματάτα…και τζάμπο Κένυα.

Υπόγειο τουτη η πολυκατοικία δεν έχει αλλά στην απέναντι στο υπόγειο μένουν άλλοι δυό Κενυάτες …αυτοί όλοι μέρα ακούνε μουσική και τσακόνονται. Πότε δουλεύουν και τι δουλειά  κάνουν κανείς δεν γνωρίζει…..

Τακ τακ τακ τακ ακούστηκαν  στο πεζοδρόμιο τα τακουνάκια της Ζαφίρας της βουλγάρας. Κρατούσε μια μεγάλη τσάντα με όλα τα απαραίτητα για τη δουλειά της. Έρχεται κάθε εβδομάδα για να καθαρίσει το διαμέρισμα του Παπαδόπουλου. Του γέρου που μένει στο τέταρτο. Οροφοδιαμέρισμα μεγάλο με δυό εισόδους. Ο παππούς κοτσανάτος φαίνεται αλλά όλο εξαντλείται και το τελευταίο καιρό εδώ και τρία χρόνια μετά το θάνατο της γυναίκας του, εξαντλείται ολοένα και περισσότερο. Σε ένα χρόνο μετά τη κηδεία της γυναίκας του έπαθε καρδιά. Από τότε παίρνει κάποια φάρμακα που αντί να καλυτερεύει νοιώθει πως σβήνει καθημερινά. Οι χτύποι της καρδιάς του λιγοστεύουν μέρα με την ημέρα.. Δεν περίμενε τέτοια εξέλιξη στην υγεία του. Όλο θέλει να κοιμάται παρόλο που όταν είναι ξύπνιος το μυαλό του είναι ξυράφι. Κτυπάει το κουδούνι  και με το που ανοίγει τη πόρτα ο παππούς η Ζαφίρα περνάει σαν σίφουνας και λαμπικάρει το σπίτι. Και έχει μαζί της γάντια , ρούχα , παπούτσια της δουλειάς. Μεταμορφώνεται σε θηρίο και κατατρώει κάθε βρωμιά που υπάρχει στο χώρο. Ο παππούς πατάει τα 80 και οι δυο κόρες του αφού φαγοθήκανε με τα περιουσικά όπως τους τα μοιράσανε οι γονείς τους πριν πεθάνει και η μάνα τους πριν τρία χρόνια, τώρα δεν πατάνε καθόλου να δούνε το πατέρα τους κι αυτός σήμερα θα κάνει την έκπληξη στην Ζαφίρα . θα της ανακοινώσει πως θα της αφήσει το σπίτι. Γιατί η βουλγάρα, περνάει μια φορά την εβδομάδα κάθε Τρίτη και καθαρίζει το σπίτι μεν, αλλά κάθε βράδυ εδώ και τρία χρόνια από τον καιρό που πέθανε η μακαρίτησα η γυναικα του περνάει και του μαγειρεύει, και τον περιποιείται και τον συντηρεί, του ψωνίζει τρόφιμα και ότι άλλο χρειάζεται ο παππούς….χωρίς καμία αμοιβή…χωρίς καμία υποχρέωση…πολλές φορές όσα λεφτά έβγαλε τη Τρίτη τα ξόδεψε για ψώνια για το παππού. Και ο παππούς τόσο καιρό για να τη δοκιμάσει το παίζει αδιάφορος και ανήμπορος…Η Ζαφίρα έχει δύο κόρες στο Γυμνάσιο στη Βουλγαρία και ένα γυιο πιο μικρό στο Δημοτικό εδώ στην ελλάδα τον Γκεόργκι. Είναι χωρισμένη και ζέι μόνη με το γυιό της. Μαζεύει λεφτά και στέλνει στη μητέρα της για να μεγαλώνει και να προσέχει τις κόρες της. Η επιθυμία της είναι να έρθουν μόλις τελειώσουν το σχολειό τους στην ελλάδα να σπουδάσουν. Πέρυσι το καλοκαίρι στον καύσωνα του Αυγούστου ήταν να πάει στη Βουλγαρία να δει τα παιδιά της, όμως ο παππούς ήταν αδιάθετος, η πολυκατοικία σχεδόν άδεια και η Ζαφίρα ανέβαλε το ταξίδι της για το επόμενο καλοκαίρι. Θα πέθαινε ο παππούς αν τον άφηνε μόνο…..  Έτσι λοιπόν απόψε θα της ανακοινώσει πως της γράφει το σπίτι. Δεν θα περιμένει να πεθάνει, θα της το γράψει τώρα και από αύριο θα είναι δικό της. Και αύριο πρωί πρωί θα πάνε στη συμβολαιογράφο με όλα τα σχετικά για να πέσουν οι υπογραφές. Τεράστιο σπίτι όλος ο τέταρτος όροφος…

Ένα φορτηγό σταμάτησε μπροστά στη πόρτα και δύο νεαροί άντρες κατέβηκαν και άρχισαν να κοιτάζουν τα κουδούνια. Ένα κενό πανω πάνω που δεν έγραφε τιποτα, αυτό πρέπει να είναι και το χτύπησαν περιμένοντας να τους ανοίξουν. Μια φωνή γυναικεία ακούστηκε να ρωτά ποιος είναι και η απάντηση από τον ένα άντρα…φέραμε τα πράγματα…Στο πέμπτο στο πέμπτο…τους φώναξε η γυναικεία φωνή…και άνοιξε τη πόρτα.

Ξεφόρτωσαν κάποια μικροέπιπλα και τα ανεβάσανε στο πέμπτο. Από δω τους είπε η γυναίκα και τους υπέδειξε που να τα ακουμπήσουν…αφήστε τα όλα εδώ …θα τα φτιάξω εγώ σιγά σιγά γιατί περιμένω και κάποια άλλα πράγματα…. Το διαμέρισμα του πέμπτου ήταν άδειο. Φρεσκοβαμένο και καλοσυντηρημένο μύριζε φρέσκια μπογιά. Οροφοδιαμέρισμα ρετιρέ με μεγάλες βεράντες. Από τα παράθυρα έπεφτε το φως του ήλιου και φώτιζε τα καλογυαλισμένα πατώματα. Δεν υπήρχαν κουρτίνες ούτε άλλα αντικείμενα παρα μονάχα πλαστικοί κουβάδες, σφουγκαρίστρες , σκούπες και απορρυπαντικά.

Κάποιο άλλο φορτηγό ήρθε αργότερα και ξεφόρτωσε ένα γραφείο, έναν υπολογιστή δυο πολυθρόνες μια καρέκλα γραφείου και ένα δερμάτινο κρεββάτι σαν αυτά που έχουν οι γιατροί και εξετάζουν τους ασθενείς. Βγήκε ν’ απλώσει κάποιο ρούχο η Λένα στο μπαλκόνι και είδε τα πράγματα που τα ξεφόρτωναν από το φορτηγό…ααα μονολόγησε, θα νοικιάστηκε το ρετιρέ…..

Η μέρα προχώρησε τα παιδιά γύρισαν από το σχολειό τους, διαβάσανε έφτασε το απόγευμα. Η καμπάνα της εκκλησιάς στον άλλο δρόμο κτύπησε για ένα λεπτό…και η κυρά Στέλλα έκανε το σταυρό της μονολογόντας «περιμένω το γυιό μου». Ο παππούς που χθες ήταν στη Συμβολαιογράφο και έγραψε το σπίτι στη Ζαφίρα παρουσία και δικηγόρου για γιατρού που επιβεβαίωνε τα λογικά του παππού, δεν άκουγε καλά και δεν την άκουσε τη καμπάνα….άλλος κανείς δεν σταυροκοπήθηκε σ’ αυτό το σπίτι…..

Πριν από χρόνια αυτή την ώρα όλες οι μεγάλες γυναίκες μαζευόντουσαν στην εκκλησία για τον εσπερινό..εκεί τα λέγανε μάθαινε η μια τα νέα της άλλης και μετά παρεούλες γύριζαν στα σπίτια και έδιναν ραντεβού για την επομένη…και τις Κυριακές άντρες και γυναίκες με τα παιδιά μαζί τους όλοι ντυμένοι με τα καλά τους το πρωί στην εκκλησία…μετά τρώγοντας το αντίδωρο στο δρόμο μέχρι το τελευταίο ψυχουλάκι γυρνούσαν στα σπίτια και οι μανάδες ετοίμαζαν το κυριακάτικο φαγητό.

Τώρα τις Κυριακές τα μπαλκόνια είναι γεμάτα από απλωμένα ρούχα…μάταια η καμπάνα κτυπάει και ξανακτυπάει καλώντας τους πιστούς για τη λειτουργία…μετά τις 11 δειλά δειλά ανοίγουν ένα ένα τα μπατζούρια και αρχίζει η αραιή κίνηση στους δρόμους.  Οι κενυάτες έχουν φύγει από τις 10 για το μεροκάματο, ο Λίνο πήγε στο  Τατόϊ να βάλει μονοτικό σε μια ταράτσα, Η Λένα θα πάει το απόγευμα να σιδερώσει τα ρούχα μιας κυρίας στο Μαρούσι, μπορεί μόνον κάθε Κυριακή απόγευμα. Η Σίλα και ο Τόμ και ο Καμί κοιμώνται ακόμα. Ακόμα κοιμάται και ο Μάλε ο φοιτητής….το μίνι μάρκετ του Μωχάμετ του πακιστανού έχει ανοίξει από νωρίς το πρωί αν και Κυριακή και πολλοί πελάτες ψωνίζουν ότι ξέχασαν να πάρουν από τα αναγκαία…τα τακουνάκια της Ζαφίρας ακούστηκαν στο πεζοδρόμιο, είναι η ώρα που φέρνει φαγητό στο παππού. Μόνον στο πρώτο ακούγεται φασαρία…ομιλίες και το κλάμα του Μωχάμετ Λούτφι…έμαθε από το τηλέφωνο ότι ο αδελφός του έχασε και τα δυό του πόδια από κάποια ρουκέτα που χτύπησε το σπίτι του…τώρα που τα χτυπήατα έχουν γινει πια καθημερινά.. και σκληρά….η γυναίκα του και τα παιδιά του τη γλύτωσαν σαν από θαύμα…Ο αδελφός μου φώναζε σαν παιδί ο Μωχάμετ…τι έπαθες Αμέτ, τι έπαθες Αμέτ και έριχνε με φωνές στη γλώσσα του κατάρες για το καθεστώς που χρόνια βασανίζει τους ανθρώπους στη Συρία…..Κατάρα και στο κόσμο όλο που βλέπει όλα αυτά που συμβαίνουν στη τηλεόραση ξαπλωμένοι στους καναπέδες, τρώγοντας ποπ κορν και δεν κάνουν τίποτα.. για τα παιδιά και τους νέους που χάνονται σ’ αυτούς τους ανόητους πολέμους….αυτός κάθε βράδυ μετά τη δουλειά, έβλεπε ειδήσεις και χτύπαγε το στήθος του με τα χέρια του όταν έβλεπε τους σκοτωμούς στη πατρίδα του…μάταια προσπαθούσε να τον συνεφέρει η Ίννα που και αυτή σκεφτόταν τους δικούς της και στο τέλος έκλεγαν μαζί για το κακό που τους βρήκε και που δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα….γι αυτό έφυγαν από τη Συρία…για να σώσουν τα παιδιά τους, το σπιτικό τους…αλλά όλοι οι άλλοι;;;

Πόσο μίσος συσσωρεύεται στις καρδιές των ανθρώπων από τις παγκόσμιες αδικίες…..πόσο θα αντέξει αυτός ο κόσμος τη κοροϊδεία, Αφγανιστάν, Αίγυπτος, Λιβύη, Τυνισία, Λίβανος, Ισρααήλ …Συρία…όλα αυτά απασχολούσαν τούτη τη μέρα τον Μωχάμετ Λούτφι…το Σύριο…και στο σπίτι του ακουγόταν φασαρία…και κλάμα …κανείς δεν τόλμησε να βάλει μουσική τούτη τη μέρα…χάϊδευε τα παιδιά του και δεν ήξερε τι να τους πει από τη θλίψη του.

Studio Νατάσα Πέτροβα/μασέζ . το κενό κουδούνι του πέμπτου συμπληρώθηκε με το όνομα της Νατάσας που ήρθε από το Τουάπς του Καύκασου. Έτσι συστήθηκε στη Λένα που συναντήθηκαν στο ισόγειο στη πόρτα του ασανσερ. Ρωσίδα όμορφη ξανθιά με μπλε μάτια, νοίκιασε το ρετιρέ για επαγγελματική στέγη…μασεζ είπε στη Λένα και όταν αυτή της είπε α…ωραία θα σε επισκεφτώ σύντομα γιατί είμαι πιασμένη και θα ήθελα ένα μασσάζ μπας και συνέλθω…τότε πήρε και την απάντηση . Κάνω χειρομασάζ μόνον σε άνδρες…εγώ και η βοηθός μου η Μαρίσκα…Eίσαι παντρεμένη; Τη ρώτησε η Νατάσα..Ναι…δηλαδή Όχι…Όχι…απάντησε η Λένα που κόντευε να καταπιεί τη γλώσσα της με την αναπάντεχη απάντηση που πήρε. Με δυσκολία μπήκε στο σπίτι, κάθησε σε μια πολυθρόνα βλέποντας με ανοιχτά τα μάτια της ένα κακό όνειρο…τη Νατάσα να αρπάζει μέσα από το σπίτι της το Λίνο….

Από κείνη την ημέρα το ασανσέρ πήρε φωτιά ..πανω κάτω ..πάνω κάτω …πανάθεμάτη είναι και στο πέμπτο…και δουλεύει ολο το 24ωρο…και ο θόρυβος του ασανσερ ξυπνάει και το σκύλο του  Τομ τον Μπούρι που λυσσάει στο γαύγισμα σε κάθε μυρωδιά κάποιου άγνωστου που περνάει το κατώφλι της πολυκατοικίας….

30 μέτρα ήθελε για να φτάσει στο σπίτι της η Λένα που γύρναγε από τη Λαϊκή φορτωμένη με τις γεμάτες τσάντες, όταν είδε ένα περιπολικό μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας με το φάρο να αναβοσβήνει και καμιά δεκαριά άτομα να στέκουν και να συζητούν κοιτάζοντας πότε ψηλά στα μπαλκόνια και πότε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Τι στην ευχή έγινε πάλι…ευτυχώς που λείπει ο Λίνο….μονολόγησε…κάθε φορά που βλέπει έστω και ένα αστυνομικό σκέφτεται το Λίνο που μένει παράνομα στην Αθήνα….κι όλα αυτά τα χρόνια ζει με αυτή την αγωνία…μήπως κάποια μέρα ….πιάσουν τον αγαπημένο της.

Πλησιάζοντας στην είσοδο συνάντησε στο τσιμεντένιο πεζούλι να κάθεται η κυρά Στέλλα που της είπε αμέσως «περιμένω το γυιό μου, περιμένω το γυιό μου», μετά άφησε τα ψώνια πάνω στα σκαλιά και πλησίασε  τον Αμπζέτ  που είχε καρφωμένα τα μάτια του πάνω στην όμορφη και ταραγμένη Νατάσα που έδινε εξηγήσεις στους αστυνομικούς για το συμβάν. Όπως την έβλεπε πότε ανφάς πότε από πίσω ή από το πλάι θαύμαζε το προσωπό της , θαύμαζε τα πόδια της θαύμαζε το κορμί της και πάνω που άρχισε να τη γδύνει με τη φαντασία του, η Λένα του φώναξε Αμτζέτ, τι έγινε πάλι;

Αυτό παππούς από τέταρτο, πάει πέμπτο, μιλάει Νατάσα ήρτα για μασσαζ. Και μετά Νατάσα κάνει μασσαζ παππού και παππους πετάνει……

Τώρα παππούς είναι σπίτι Νατάσα πεταμένος, και πολλά παιντιά πολίς πάνω σπίτι Νατάσα….αυτό παππούς όλοι μιλάνε είναι πορνόγερος…

Η Λένα τα έχασε..πάψε του είπε…Μα ο παππούς;…αυτος δεν βγαίνει ποτέ έξω…πως ήξερε για τη Νατάσα…δεν το πιστεύω …ο παππούς ήταν άλλος ανθρωπος ,παλιός, πιστος στη μνήμη της γυναίκας του. Σήμερα δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι…δεν είχε σχέση με τέτοοιες καταστάσεις… κάτι άλλο συμβαίνει….αυτή τα φταίει όλα που ήρθε να μας πεθάνει τους άντρες…ξεστόμισε με σιγανή φωνή.

Άρπαξε τα ψώνια και ανέβηκε στο δεύτερο γεμάτη απορίες. Από το θόρυβο που έκανε στη πόρτα του ασανσέρ, η Σίλα άνοιξε τη πόρτα της και άρχισαν να συζητούν τα συμβάντα με τη Λένα…Από μέσα ακουγόταν η φωνή του Χάρυ Μπελαφόντε σε αφρικάνικα τραγούδια….ενώ ο μπούρι, ο σκύλος του Τομ χαζοκοιμόταν πάνω σένα χαλάκι.

Ο Αμτζετ με τη φαντασία του έβγαζε ένα ένα τα λιγοστά ρούχα της Νατάσας, και σκεφτόταν το γλυκό θάνατο του παππού προερχόμενο από τα τρυφερά αισθησιακά  χάδια από τα μαγικά χέρια της…Πως πεθαίνει ο κόσμος σκέφτηκε…άλλοι από βόμβες και άλλοι από χάδια.

Η Νατάσα μίλαγε με τον αστυνομικό έξω από το περιπολικό. Σε λίγο θα πήγαινε για κατάθεση. Περίμενε να πάρουν το νεκρό από το στούντιο στο πέμπτο αφού τελείωνε τη νεκροψία ο ιατροδικαστής…..μα σας είπα τον παππού μου τον έφερε μία κυρία….δεν ξέρω το όνομά της. Μου εμπιστεύτηκε με χαμηλή φωνή, πως ο γέρος είναι βιτζιόζος και θα φέρνει αντίρηση για το μασάζ που θα του κάνεις αλλά εσύ θα επιμένεις. Αμέσως μετά έφυγε βιαστικά. Εγώ τον είδα φοβισμένο. Τον έβαλα και κάθισε στο καναπέ τον ερώτησα αν θέλει κάτι να πιεί και μου είπε ότι δίψαγε και θα ήθελε ένα αναψυκτικό. Την ώρα που του έφερα τη πορτοκαλάδα τον βρήκα ακίνητο στο καναπέ. Έπιασα στο σφιγμό του, φοβήθηκα γιατι κατάλαβα πως είχε πεθάνει και ειδοποίησα αμέσως την αστυνομία.

Καλά θα τα πούμε στο τμήμα…είπε ο αστυνομικός…εκείνη την ώρα ένας άλλος αξιωματικός του εγκληματολογικού καλούσε από τον ασύρματο να ανοιξουν το διαμέρισμα του παππού για να το ελέγξουν. Θέλω καλή δουλειά τους είπε και μπήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας για να ανέβει και αυτός στο 4ο στο διαμέρισμα του Παπαδόπουλου. Ο ιατροδικαστής με μια πρόχειρη εξέταση απεφάνθη ότι ο θάνατός του προήλθε από οξύ έμφραγμα που προξενήθηκε από δηλητηρίαση και θα πρέπει να γίνουν τοξικολογικές εξετάσεις γιατί στο στόμα του βρέθηκαν υγρά ενώ το πτώμα του ήταν καθισμένο στο καναπέ.

Στη περιγραφή της η Νατάσα για τη μελαχροινή γυναίκα που της πήγε το παππού πρόσθεσε ότι φεύγοντας της έκανε εντύπωση ο ήχος από τα τακούνια της και το ρυθμικό  περπάτημά της τακ, τακ, τακ, τακ, μέχρι που έφτασε στη πόρτα του ασανσερ.

Πέρασαν κάμποσες μέρες ήρθε η Κυριακή…ο Μάλε στο ισόγειο έβραζε αυγά για να έχει να τρώει όλη την εβδομάδα, οι κενυάτες έφυγαν με τα σακίδιά τους πρωί πρωΊ για το μεροκάματο της Κυριακής. Στο πρώτο η Μιάο Τσιν τσιγάριζε φρέσκα λαχανικά και έβραζε ψάρι, στον ίδιο όροφο η Ίννα έτριβε πατάτες ωμές στο τρίφτη με κρεμμύδια τα ζύμωνε και θα τα τηγάνιζε πλάθοντάς τα στο μέγεθος μεγάλου κεφτέ. Έφτιαχνε και μια σάλτσα με ξηρούς καρπούς σογιέλαιο και ξύδι. Στο δεύτερο η Λένα χόρταινε το Λίνο στο κρεββάτι και παράλληλα είχε το κιμά να σιγοβράζει για τη μακαρονάδα της Κυριακής. Δίπλα η Σίλα έψηνε στο γκριλ μπανάνες κι ετοίμαζε το πρωινό για τον Τόμ και τον Καμί με μπόλικη σοκολάτα λοιωμένη σε μπεν μαρί που θα περιέλουζε τις ψημένες μπανάνες. Στο τρίτο η κυρά Στέλλα πίνει το γάλα της βουτώντας κουλουράκια και μονολογεί πως περιμένει το γυιό της. Δίπλα η κυρία Νίτσα φτιάχνει τη μπεσαμέλ για το αγαπημένο παστίτσιο του Ηλία. Στο τέταρτο το διαμέρισμα του μακαρίτη του Παπαδόπουλου είναι σφραγισμένο από την αστυνομία…και στο πέμπτο το στούντιο στο ρετιρέ κλειστό λογω Κυριακής. Η Νατάσα με τη Μαρίσκα μένουν στη πλατεία Αμερικής.

Τη Δευτέρα τα νέα έτρεξαν στη γειτονιά και η Λένα τα έμαθε από τον Μωχάμετ το Πακιστανό στο Μίνι Μάρκετ της απέναντι γωνίας…ο συχωρεμένος πέθανε από δηλητηριο κι όχι από τα θεϊκά χέρια της Νατάσας. Το δηλητήριο που επί χρόνια έπερνε σε μικρές δόσεις ο παππούς του το έδινε η Ζαφίρα…το κανονικό της όνομα είναι Ελεωνόρα Μπούκοβα. Τη πιάσανε. Παρόλα αυτά πρόλαβε και πούλησε το σπίτι πριν ακόμα πεθάνει ο παππούς, αφού ήταν δικό της και πρόλαβε και πέρασε τα λεφτά στη Βουλγαρία.

Από την ανάκριση προέκυψε πως είχε πουλήσει άλλα τρία σπίτια που της είχαν γράψει άλλοι τρεις παππούδες χήροι. Αυτή προφυλακίστηκε…ο παππούς παραμένει στο ψυγείο, οι κόρες του δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη για τη ταφή και το τελευταίο αντίο.

Τώρα το διαμέρισμα του παππού ανήκει σε έναν Αιγύπτιο που δουλεύει στην ιχθυόσκαλα και ζει χρόνια με τη γυναίκα του στο Πειραιά στο ενοίκιο. Αλλά δεν τον αφήνουν να έρθει να εγκατασταθεί γιατί το έχει σφραγίσει η αστυνομία…καλά αυτός ο φουκαράς θα έχει πολλά τραβήγματα…ίσως χάσει και τα λεφτά του…ίσως πάλι σύντομα να εγκατασταθεί στο οροφοδιαμέρισμα του τέταρτου.

Σήμερα τα νέα ήταν πολλά…και στο δεύτερο η Λένα συζητούσε για πολύ ώρα με τη Σίλα ενώ το ασανσερ δεν σταματούσε να ανεβοκατεβαίνει στο πέμπτο. Πολύ δουλειά έχουν αυτά τα κορίτσια είπε η Σίλα ενώ κάθε φορά προσπαθούσε να ησυχάσει το Μπούρι που γάβγιζε σε κάθε ανέβασμα και κατέβασμα του ανελκυστήρα.

Οι δυο γυναίκες χαμογέλασαν δυνατά και μπήκαν στα σπίτια τους. Οι πόρτες στο δεύτερο όροφο έκλεισαν προσωρινά.

Advertisements

One thought on “Αθήνα 2012

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s