ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΝΗΣΙ

Παραμύθι..2 δημοσίευση της ομώνυμης σελίδας με τίτλο το μαγικό νησί (απόσπασμα)

(το ταξίδι με τη νεράϊδα) 

Μια φορά κι έναν καιρόmelissani

στο σχολειό ενός μικρού ορεινού χωριού, ο Ντίνος που τέλειωσε τη Πέμπτη τάξη , καθόταν σκεπτικός στο πέτρινο χαμηλό πεζούλι της αυλής του σχολείου σαν μαραμένο λουλούδι και το βλέμμα του ήταν γεμάτο από παιδική θλίψη.

Ενώ όλα τα άλλα παιδιά ήταν χαρούμενα επειδή θα πήγαιναν για διακοπές μακριά σε άλλα μέρη,  σε αμουδερές παραλίες κάνοντας μπάνια στη δροσερή θάλασσα, χτίζοντας με την άμμο κάστρα, γέφυρες και πύργους  , αυτός καθόταν μόνος του και συλλογιζόταν…πως θα περνούσε και το φετεινό καλοκαίρι δίχως τους φίλους του στο χωριό, όπως και πέρυσι και προπέρυσι, φτιάχνοντας βαρκούλες από τις φλούδες των πεύκων με εκείνο το μικρό σουγιαδάκι που του χάρισε ο παππούς του.

Θα έφτιαχνε και προτομές ηρώων από γύψο. Θα έπερνε τις φωτογραφίες τους από το βιβλίο της ιστορίας και θα προσπαθούσε να φτιάξει τρισδιάστατες προτομές, σκαλίζοντας το γύψο με το σουγιαδάκι του και με ένα παλιό κουτάλι και κάποια άλλα εργαλεία που μόνον αυτός ήξερε που τα είχε φυλαγμένα για τέτοιες ώρες, μοναχικής και καλιτεχνικής δουλειας.

Το περασμένο καλοκαίρι είχε φτιάξει τον Καραϊσκάκη…και τον έφτιαξε καλά…αφού ώρες ατέλειωτες σμίλευε το γύψο προσπαθώντας με τον μοναδικό του τρόπο να δώσει την έκφραση στο πρόσωπο, το  σχήμα στα μαλιά. Όσοι το είδαν θαύμασαν τη δουλειά του και του ευχήθηκαν όταν μεγαλώσει να σμιλεύει το μάρμαρο ή τον ορείχαλκο με μοναδική τεχνική και να γίνει ένας σπουδαίος γλύπτης.

Καθώς συλλογιζόταν, ένα χελιδόνι πέρασε από μπροστά του πετώντας γρήγορα για τη φωλιά του που με επιμέλεια είχε φτιάξει μαζί με το ταίρι του την άνοιξη,  κάτω από το ακροκέραμο του απέναντι αρχοντικού…τόσο όμορφο είναι το χωριό σκέφτηκε που τα χελιδόνια έρχονται κάθε χρόνο για διακοπές σε τούτο το μέρος…γέλασε χαρούμενος και πήρε το δρόμο για το σπίτι του….εκεί έπεσε στην αγγαλιά της μητέρας του και χόρτασε φιλιά και χάδια.

_Ο πατέρας σου μου είπε να σου πω, πως από σήμερα θα σε αφήνει να πηγαίνεις στο ποτάμι μονος σου να μαζεύεις βότσαλα ή ότι άλλο θέλεις όσο αυτό δεν έχει πολύ νερό τώρα το καλοκαίρι….του είπε η μητέρα του.

Ο Ντίνος τρελλάθηκε από τη χαρά του και έτρεξε στην αυλή να βρει τη γιαγιά του και το παππού του..χόρτασε και από αυτούς φιλιά και χάδια….μετά έφυγε για το ποτάμι . Το ποτάμι που όσες φορές και να πήγαινε ποτέ δεν το βαριόταν γιατί εκεί έυρισκε χίλια δυό πράγματα για τις χειροτεχνίες του όπως λειασμένα από το νερό ξύλα από κλαδιά και κορμούς δέντρων, βότσαλα σε διάφορα χρώματα, ψιλή άμμο.  Ήθελε να μαζέψει ολόλευκα άδεια κελύφη σαλιγγαριών που αυτή την εποχή υπάρχουν πολλά στο ξερό ποτάμι και μεγάλα βότσαλα. Θα έβαφε τα κελύφη των σαλιγγαριών και θα τα κολλούσε πάνω στα βότσαλα κάνοντας όμορφα διακοσμητικά δικής του έμπνευσης γράφοντας με καλιγραφικά γράμματα πάνω στα βότσαλα ευχές και θα τα έκανε δώρα στις συμαθήτριές και στους συμμαθητές του που όταν θα γύριζαν από τις θερινές διακοπές θα μιλάγανε ώρες ατέλειωτες για τις εμπειρίες τους και τις περιπέτειές τους. Πήγε λοιπόν στο ποτάμι, χάζεψε στις μικρές λιμνούλες τα λιγοστά ψαράκια που έπλεαν μεσα σε αυτές είδε και μερικά καβουράκια να περπατούν στην άμμο και να κρύβονται ανάμεσα στις πέτρες. Μάζεψε τα κελυφη των σαλιγκαριών και γύρισε στο σπίτι με γεμάτες τις τσέπες του λευκά μεγάλα και μικρά ατόφια κελύφη, πεντακάθαρα που τα είχαν εγκαταλείψη τα σαλιγκάρια φτιάχνοντας νέα κελύφη πιο μεγάλα για κατοικία τους. Στα χέρια του κρατούσε δυό μεγάλα βότσαλα λεία και γυαλιστερά.

Η μέρα πέρασε και το βράδυ ήρθε και λίγο αργότερα ήρθε και ο πατέρας του από τη δουλειά στο σπίτι κρατώντας  του σοκολατένιες γκοφρέτες από αυτές που λατρεύει να τρώει μετά το φαγητό. Του έφερε και γύψο σε σκόνη, όπως του είχε παραγγείλει ο Ντίνος για τις χειροτεχνίες του.

Δείπνησαν όλοι μαζί και μετά ο Ντίνος πήγε ευτυχισμένος για ύπνο…θα διάβαζε για λίγο ένα βιβλίο που έχει αρχίσει από προχθές να διαβάζει για να γνωρίσει τους πλανήτες του σύμπαντός μας και μόλις τα μάτια του έκλειναν από τον ερχομό του ύπνου θα παραδινόταν στο όνειρο.

Και δεν άργησε το όνειρο να έρθει…από το κουφωτό μπατζούρι πέρασε αθόρυβα ένα απαλό δροσερό αεράκι και μαζί μ’ αυτό μπήκε και μια νεράϊδα . Κρατούσε ένα μαγικό ραβδί. Ξύπνα φώναξε στο Ντίνο κτυπώντας ελαφρά με το ραβδί της την άκρη του πέτου της πυτζάμας του κι αυτός ανήμπορος μέσα από τη γλυκιά επιθυμία του αρχικού ύπνου μισάνοιξε τα μάτια του με δυσκολία κι όταν την αντίκρυσε τη ρώτησε τι θέλει και του φωνάζει …άσε με να κοιμηθώ…της είπε.

Εκείνη επέμενε….ξύπνα, το ποτάμι στέρεψε και χωρίς νερό δεν έχω τη δύναμη να σε μεταφέρω. Αν δεν βρέξω τα ακροδάχτυλα των ποδιών μου χορέυοντας πάνω στα λιμνάζοντα νερά που με υπομονή παραμένουν στις μικροσχηματισμένες λιμνούλες στις όχθες του ποταμού δεν θα έχω τη δύναμη να σε μεταφέρω μακρυά πετώντας πάνω από ψηλά βουνά, κάμπους θάλασσες φτάνοντας στο μαγικό νησί. ξύπνα γιατί πρέπει να φύγουμε με το χάραμα πριν ο ήλιος ανέβει ψηλά και με τις ακτίνες του ζεστάνει τα λιγοστά νερά του ποταμού και εξατμιστούν…γιατί τότε σε όποιο σημείο και να βρεθούμε το μαγικό ραβδί μου θα σπάσει σαν νάτανε από έθραυστο κρύσταλλο και θα πέσουμε στο κενό σταματώντας το όμορφο ταξίδι μας με βίαιο και θανατηφόρο τρόπο….θάναι τόσο απότομος ο αποχωρισμός που δεν θα προλάβουμε να πούμε ούτε ένα αντίο .

Άσε με, άσε με να κοιμηθώ θέλω να είμαι ξεκούραστος το πρωϊ , θα βάψω τα σαλιγκάρια που μάζεψα από το ποτάμι με τις υγρές μπογιές σε πληθώρα χρωμάτων, που μούφερε η θεία μου από τη πόλη, έπειτα θα τα περάσω με γυαλιστερό βερνίκι κι αυτά θα αστράφτουν με το παραμικρό φως που θα πέφτει πάνω τους και τα χρώματα θα φαίνονται έντονα ζωντανά λες και είναι βγαλμένα μες από το ουράνιο τόξο έτσι όπως το βλέπω μετά τις πρώτες νεροποντές του φθινοπώρου….

Ξύπνα ,γιατί δεν έχω πολύ χρόνο να ικανοποιήσω την επιθυμία σου…σε άκουσα στο ποτάμι την ώρα που διάλεγες τα βότσαλα που έλεγες πόσο πολύ θα ήθελες να πήγαινες σε ένα νησί για διακοπές. Είμαι η τελευταία νεράϊδα του γλυκού νερού που παρέμεινα εδώ και η αποστολή μου είναι να εκπληρώνω την επιθυμία σου. Βλέπεις τα άλογα και τα ελάφια έφυγαν κι αυτά μακριά και χάθηκαν μέσα στο δάσος. Μόνον εγώ μπορώ να σε πάω εκεί που θέλεις.

_ Όμως κι εγώ το καλοκαίρι κρύβομαι μέσα στο πυκνό δάσος εκεί που οι ακτίνες του ήλιου δεν φτάνουν ζωηρές και με τη βοήθεια της υγρασίας της νύχτας διατηρούμε στη ζωή μέχρι τον ερχομό του φθινοπώρου. Τότε επιστρέφω που τα νερά αρχίζουν να ξανακυλάνε στα ποτάμια, οι λίμνες ξαναγεμίζουν μέχρι τα χείλη με το νερό της βροχής και τα παιδιά επιστρέφουν στα σχολεία. Τότε που οι φωνές τους ενώνονται με αυτές των πουλιών που με τα τραγούδια τους ζεσταίνουν τις καρδιές των ανθρώπων για να αντέξουν το βαρύ χειμώνα που ακολουθεί σκεπάζοντας τη γή με χιόνι και παγωνιά .

_Αφού δεν ξυπνάς …ν α κι εγώ…

Και με μια κίνηση του ραβδιού της σήκωσε το σεντόνι και τσίμπισε ελαφρά το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του Ντίνου. Εκείνος πετάχτηκε απότομα από το κρεβάτι και φύγανε ανοίγοντας το κουφωτό μπατζούρι της κρεβατοκάμαρας…

Πάμε από δω του είπε, υπάρχει μια μικρή λιμνούλα που δεν μένει ποτέ χωρίς νερό. Και φτάνοντας βούτηξε με χορευτική φυγούρα τα ακροδάχτυλα των ποδιών της έκτέλεσε ένα πλήθος από συνεχόμενες πιρουέτες παρασύροντας το Ντίνο σε μια φανταστική ζάλη και εκτοξεύτηκαν με τη φυγόκεντρο, σβουρίζοντας και οι δυό μαζί στον ουρανό με προορισμό το μαγικό νησί…..βζιιιιν!

_Πετάξαμε πάνω από δρόμους, πάνω από βουνά , πάνω από λίμνες και ξαφνικά βρεθήκαμε να πετάμε σε απόσταση περίπου ένα μέτρο πάνω από τα ήρεμα νερά της θάλασσας με μεγάλη ταχύτητα και σε ευθεία πορεία προς το άγνωστο νησί που άρχισε να ξεπροβάλλει στον ορίζοντα αχνό ακόμη σαν μισοσβημένη ζωγραφιά πάνω σε χάρτινο φύλλο.

Μεγάλο νησι φαινότανε με ορεινούς χαμηλούς όγκους και ένα βουνό ψηλό στη μέση του τοπίου που έμοιαζε σαν ηφαίστιο. Η ώρα περνούσε, ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό και η ζέστη της ημέρας άρχισε να γίνεται αισθητή…

Η νεράϊδα έχασε τη νιότη της και βαριανασαίνοντας πέταγε όσο πιο γρήγορα προς τη πρώτη σκιερή παραλία του νησιού. Όσο πλησιάζαμε τόσο ποιο όμορφο ήταν το τοπίο που αντίκρυζα. Καταπράσινα τα βουνά από πυκνή βλάστηση και η μεσαία ψηλή βουνοκορφή που μακρυά φάνταζε σαν ηφαίστειο, ήταν κατάφυτη μέχρι τη τελευταία μύτη από έλατα και στο μέσον είχε μια μεγάλη κεραία φτιαγμένη από σίδερο που έμοιαζε με πύργο… Σπίτια με κεραμοσκεπές μικρά και μεγάλα εδώ κι εκεί ζωγράφιζαν το τοπίο και μαρτυρούσαν την ύπαρξη πολλών κατοίκων στο νησί.

Πετάξαμε πάνω από μια μεγάλη πόλη περάσαμε και δυό χωριά και σε λίγο βρισκόμαστε σε ένα μικρό κολπίσκο χαμηλά στη θάλασα σε μια όμορφη μικρή παραλία με άμμο και δεξιά και αριστερά μέχρι το άνοιγμα του κόλπου, υπήρχαν βράχια που έμοιαζαν σαν μπαλκόνια αντικριστά σπιτιών με θέα τα βουνά και  τη θάλασσα .

Σε μια μικρή λακούβα του δρόμου υπήρχε λίγο καθαρό νερό που είχε μαζευτεί κυλώντας από το δάσος του λόφου πίσω από τη παραλία…εκεί δροσίστηκε η νεράϊδα πήρε δυνάμεις με χαιρέτησε μου ευχήθηκε να περάσω ένα όμορφο καλοκαίρι πέταξε και χάθηκε στη πυκνή βλάστηση του δάσους…δεν πρόλαβα να βγάλω μιλιά…ουτε καν να την ευχαριστήσω για το ταξίδι.

(H γριά με τα μαγικά σπίρτα)

Περπάτησα στην άδεια από κόσμο παραλία, πέταγα με δύναμη μικρά πλακέ βότσαλα στην επιφάνεια του νερού κι αυτά πήδαγαν 3 – 4 φορές  ανάλογα τη δύναμη που έβαζα κάθε φορά και μετά βούλιαζαν ήσυχα στο βυθό.

Και τότε πρόσεξα ότι ήμουνα ξυπόλητος, φορούσα τις πυτζάμες μου δεν είχα τίποτα πάνω μου ούτε λίγο φαγητό  για να μπορέσω να ζήσω στο άγνωστο νησί….μα την ώρα που σκεφτόμουνα όλα αυτά κι ο πανικός άρχιζε να με κυριεύει, πίσω από το κορμό ενός μεγάλου πεύκου της παραλίας ξεπρόβαλε μια μαυροντυμένη γριά.

Ήταν κυρτή από τη καμπούρα που είχε στη πλάτη της φορόντας ένα μαύρο μαντήλι στο κεφάλι της αφήνοντας για λίγο να φαίνονται τα κάτασπρα μαλιά της. Μονολογούσε διάφορα που δεν μπορούσα να ακούσω καθαρα και είδα που ερχόταν προς το μέρος μου χαμογελώντας και τρίβοντας τα χέρια της με ευχαρίστηση….το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ρυτίδες αυλακωτές και η φωνή της όταν με ρώτησε να της πω το όνομά μου αυστηρή γεμάτη ειρωνία …..

Πως σε λένε….εσένανε….με ρώτησε με δυνατή φωνή και η όψη της θύμιζε μάγισσα από παλιό παραμύθι…Ντίνο αποκρίθηκα διστακτικά …Τι χάλια είναι αυτά; μου είπε δίχνοντας με τα τεντωμένα και σκελετωμένα δάχτυλα του χεριούτης τα ξυπόλητα πόδια μου και τις πυτζάμες μου….κι έβγαλε από τη τσέπη της ένα μακρόστενο κουτί στο μάκρος και στο φάρδος της σχολικής κασετίνας μου….

Το κούνησε στο χέρι της και μου είπε..Αυτό το κουτί έχει μέσα 4 μαγικά σπίρτα….πριν να ανάψεις κάθε σπίρτο θα κάνεις μια ευχή και μόλις το ανάβης όσο διαρκεί η φλογα του μέχρι να καεί όλο, η ευχή σου θα έχει πραγματοποιηθεί….Πρόσεξε εάν το σπίρτο σβήσει πριν καει όλο η ευχή σου δεν θα φτάσει μέχρι το τέλος της. Τώρα που δεν φυσάει ο άνεμος κάνε μια ευχή και άναψε ένα σπίρτο να δεις πως θα πραγματοποιηθεί.

Ευχήθηκα να αποκτήσω ένα ωραίο ζευγάρι πέδιλα, όμορφα ρούχα και λίγα χρήματα για να μπορώ να αγοράζω λίγο φαγητό για να μη πεινάω. Άναψα το σπίρτο κι αυτό σιγόκαιγε στο χέρι μου. Πρώτα φορέθηκαν στα ποδια μου με μαγικό τρόπο δυο όμορφα δερμάτινα πέδιλα , μετά με τον ίδιο τρόπο είδα να φοράω μια κόκκινη μπλούζα που έγραφε με λευκά μεγάλα γράμματα στο μπροστινό μέρος ΜΑΓΙΚΟ ΝΗΣΙ  και ένα λευκό κοντό παντελόνι βερμούδα με μεγάλες τσέπες, που άρχισαν να γεμίζουν με χρήματα …κάποια στιγμή όταν η φλόγα έφτασε στα δάχτυλά μου κάηκα, πέταξα το υπόλοιπο σπίρτο στην άμμο και αυτό έσβησε…σταμάτησαν τα χρήματα να γεμίζουν πια τις τσέπες μου αλλά τώρα είχα αρκετά και επί τέλους με τη πρώτη ευκαιρία θα αγόραζα  κάτι για φαγητό.

Γύρισα να δω τη γριά αλλά δεν φαινόταν πουθενά είχε εξαφανιστεί. Εβαλα το κουτί με τα υπόλοιπα 3 σπίρτα στη τσέπη μου και άρχισα να ανηφορίζω το δρόμο για να βρω το κοντινότερο χωριό η τη κοντινότερη πόλη….Μετά από όλα αυτά κατάλαβα πως βρισκόμουνα στο μαγικό νησί.

(Οι χήνες και τα αυγά)το μαγικό νησί. οι χήνες

Καθώς ανέβαινα το χωματόδρομο που ήταν όλο στροφές, μεγάλα πεύκα σκίαζαν από τις αχτίνες του ήλιου το τοπίο και κάτω από αυτές τις σκιές υπήρχαν πεσμένοι δεκάδες κουκουναρόσποροι. Τους είχε ρίξει ο αέρας. Τους μάζευα τους καθάριζα και τους έτρωγα με λαχτάρα. Ήταν τόσοι πολλοί εδώ κι εκεί, άλλοι φαινόντουσαν με τη πρώτη ματιά και άλλοι ήταν κρυμμένοι ανάμεσα στις χιλιάδες ξερές πευκοβελόνες που κάλυπταν το χώμα. Ήταν τόσο νόστιμοι που καθάρισα κι έφαγα πάρα πολλούς και άρχισα να διψάω.

Καθώς ανέβαινα το δρόμο που ήταν όλο στροφές ζεστάθηκα και δίψασα ακόμα περισσότερο αλλά δεν έβρισκα ούτε μια βρύση ούτε μια πηγή για να πιω λίγο νερό. Σκέφτηκα τα μαγικά σπίρτα που είχα στη τσέπη μου. Περπάτησα λίγο ακόμα αλλά πουθενά νερό. Τότε έβγαλα τα σπίρτα και σκέφτηκα την ευχή που έπρεπε να κάνω όπως μου είχε πει η μαυροφορεμένη γριά στην έρημη παραλία. Θάθελα ένα παγούρι, νερό, ένα καπέλο για τον ήλιο ένα σακκίδιο και λίγα φρούτα για το δρόμο. Άναψα το σπίρτο και αμέσως ένα παγούρι, βρέθηκε στα πόδια μου, ένα καπελάκι στο κεφάλι μου, έπειτα άκουσα πίσω μου τον ήχο του τρεχούμενου νερού μιας βρύσης που έτρεχε με δύναμη, γύρισα και είδα το πεντακάθαρο και δροσερό νερό να γεμίζει μια μικρή πέτρινη στέρνα, ενώ δίπλα από το παγούρι ένα σακίδιο με λουριά και δύο τσέπες  άρχισε να γεμίζει με διάφορα φρούτα.

Καθώς χάζευα όλα αυτά ένοιωσα τη φωτιά από το σπίρτο να καίει τα δάχτυλά μου και το πέταξα βιαστικά στο έδαφος κι αυτό έσβησε. Αμέσως σταμάτησε να τρέχει η βρύση νερό και σταμάτησε και το σακκίδιο να γεμίζει με φρούτα.

Έτρεξα ήπια νερό από τη μικρή στέρνα ξεδίψασα, γέμισα και το παγούρι. Κάθισα  για λίγο σε μια μεγάλη πέτρα δίπλα από τη βρύση, και έφαγα δυό νόστιμα αχλάδια από το σακίδιο. Σηκώθηκα φόρεσα στη πλάτη μου το σακίδιο, έβαλα το κουτί με τα δύο σπίρτα στη τσέπη μου, πήρα και το παγούρι με το νερό και συνέχισα να ανεβαίνω τον ανηφορικό χωμάτινο δρόμο που ήταν όλο στροφές.

Σε κάποιο ξέφωτο του δρόμου γύρισα και είδα τη θάλασσα. Ήταν κάτω χαμηλά, μακρυά και η έρημη παραλία φαινόταν μικρή χωμένη στο βάθος του κόλπου με τα βράχια δεξιά και αριστερά  που έμοιαζαν σαν μπαλκόνια με θέα τα βουνά και τη θάλασσα.

Περπάτησα λίγο ακόμα όταν ξαφνικά έφτασα σε ένα σημείο που ο δρόμος χωριζόταν σε άλλους δύο δρόμους. Ένας οδηγούσε δεξιά και ο άλλος αριστερά. Μια παλιά ξύλινη πινακίδα με δυο αντίθετα βέλη που έδειχναν τις δύο διαφορετικές κατευθύνσεις είχει σβήσει από το πέρασμα του χρόνου…δεν μπορούσα να αποφασίσω προς τα πού να πάω.

Ένοιωσα απέραντη μοναξιά και θα ήθελα ο δρόμος που θα έπαιρνα να με οδηγούσε σε κάποιο χωριό ή κάποια πόλη να συναντούσα παιδιά, να έπαιζα μαζί τους και να μου γνώριζαν τις ομορφιές του νησιού.

Ενώ σκεφτόμουνα όλα, από την άκρη του αριστερού δρόμου φάνηκε μια χήνα που περπάταγε αργά και ρυθμικά και μόλις έφτασε στη μέση του δρόμου, έκατσε και έκανε ένα αβγό. Ένα ολόλευκο μεγάλο αβγό .

Μα πριν προλάβω να απολαύσω την έκπληξη αυτή, μια άλλη χήνα στο βάθος του δεξιού δρόμου κάθησε και έκανε κι αυτή ένα αβγό. Ένα χρυσό αβγό. Άστραφτε από τον ήλιο και γυάλιζε ολόχρυσο ….δεν είχα ξαναδεί χρυσό αβγό..έτσι τράβηξα το δεξί δρόμο μα φτάνοντας κοντά σ’ αυτό, ξαφνικά πέρασε ένα μεγάλο καταπράσινο φίδι από τη μια μεριά του δρόμου προς την άλλη άνοιξε το τεράστιο στόμα του, κατάπιε το χρυσό αβγό, συνέχισε τη πορεία του και χάθηκε μέσα στη πυκνή βλάστηση….

Advertisements

One thought on “ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΝΗΣΙ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s