ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΚΡΑΣΙ ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ

ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΚΡΑΣΙ ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ named by: Nikospan

wine

Η βροχή έπεφτε από νωρίς το απόγευμα και όσο πήγαινε δυνάμωνε. Κάθε φορά που κοίταζα από το παράθυρο με μόνη επιθυμία να δω να σταματάει και να στραγγίσουν τα νερά που έτρεχαν σαν χείμαροι στους δρόμους, την έβλεπα να δυναμώνει και η αγωνία μου για τη συνέχεια της βραδιάς με άγχωνε και με έκανε πολύ νευρικό.

Έπρεπε να πήγαινα για τη πρόβα. Τη τελική πρόβα. Απόψε θα ήταν ή η ένδοξη αρχή της επαγγελματικής, καλιτεχνικής καριέρας μου ή το καταστρεπτικό φινάλε της όλης μου προσπάθειας. Είχα πιει τρεις καφέδες και κάπνιζα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Δεν ήξερα πια τι να πιω, τι γεύση να συνδιάσω που να ταίριαζε με τη γεύση του καπνού, και τώρα τα τσιγάρα που συνέχιζα να καπνίζω με εκαναν να νοιώθω απαίσια με τον εαυτό μου.

Στάθηκα πάλι στο παράθυρο μπροστά. Αυτή τη φορά η ματιά μου παρατάθηκε σε χρόνο και απλώθηκε στο βρεγμένο οδόστρωμα που ήταν πλημυρισμένο και οι χοντρές σταγόνες της βροχής με τη πτώση τους έκαναν βουτιές στο μαζεμένο νερό, πετώντας ψηλά σαν αφηρημένα πολύπλοκα σχέδια τα απόνερα από τη πτώση τους. Καθώς τα φώτα του δρόμου έπεφταν χαμηλά κι έφταναν μέχρι εκεί, άγγιζαν με το αμυδρό φωτισμό τους τα στιγμιαία υδάτινα σχέδια και τις πιτσιλιές της νεροποντής τονίζοντας τις πινελιές, του όλου σκηνικού με εικαστική τελετουργική δημιουργικότητα. Που είναι ο ζωγράφος; Που είναι ο φωτογράφος; Που είναι ο ποιητής; Που είναι όλοι οι άλλοι… Σκέφτηκα…όλοι θα είχαν κάτι να πουν…όλοι θα έπιαναν το προζύμι της έμπνευσης και θα ζύμωναν με τα δημιουργικά χέρια τους τα έργα τους κι αυτά θα φούσκωναν σιγά σιγά με τα διαφορα υλικά τους σαν τα καρβέλια του ψωμιού που περιμένουν το τελικό φούρνισμα. Μετά θα γινόντουσαν τροφή. Μια τροφή εικαστικής τέχνης, πολύτιμη όσο και το ψωμί.

Η ώρα πέρναγε, η βροχή συνέχιζε να πέφτει με αμείωτη ένταση. Ήταν κάτι πρωτοφανές για τα δεδομένα της πόλης. Μέχρι σήμερα δεν θυμάμαι ποτέ να έβρεχε τόσες πολλές ώρες στην Αθήνα συνέχεια.

Οι αστραπές φέγγιζαν τους σκοτεινούς τοίχους της σάλας κι εγώ προλάβαινα να βλέπω τη σκιά μου να φωτογραφίζεται πάνω τους, πότε εδώ πότε πιο κει  σαν ένα σκουρόχρωμο φάντασμα που περιφερόταν μυστηριωδώς. Έπειτα ερχόταν ο παρατεταμένος ήχος της βροντής και τράνταζε τα τζάμια και τα γυάλινα αντικείμενα και τα σερβίτσια που ήταν φυλλαγμένα με τάξη μέσα στο μπουφέ κι όλα μαζί τσίριζαν και φώναζαν ανάλογα με την ένταση της βροντής. Έπειτα κι άλλη βροντή και άλλες φωνές των γυαλικών κι έπειτα κι άλλη βροντή και άλλες φωνές που τόνιζαν τη μοναξιά της στιγμής. Εγώ οι αστραπές και οι βροντές….εγώ σαν ένας άφωνος και άγνωστος επισκέπτης μέσα στο τριόροφο νεοκλασικό σπίτι της οδού Λευκωσίας, κοντά στη πλατεία Αγάμων.

Κάποτε δεν ήμουνα μόνος σ’ αυτό το σπίτι. Είχα και τους μεταξοσκώληκες . Κάθε πρωϊ πήγαινα στη πλατεία, πριν ξημερώσει και μάζευα τρυφερά φύλλα από τις πάμπολες μουριές. Τα φύλλαγα με ευλάβια μεγάλη στο στήθος μου, μεσα από τη μπλούζα μου πάνω από τη φανέλλα και τα έφερνα γρήγορα στο σπίτι, τα έπλενα καλά τα στέγνωνα στον αέρα και τα άπλωνα στα ξύλινα ραφάκια που ήταν οι τραπεζαρίες των σκουλικιών. Τα χάζευα ώρες ολόκληρες που έτρωγαν και μεγάλωναν. Δεν είχα κάνει ποτέ παραγωγή μετάξι. Δεν με ενδιέφερε. Αφηνα κανονικά να εξελιχθεί ο κύκλος της ζωής τους όπως ο Θεός την όρισε γι αυτά. Γεννιόντουσαν από μικροσκοπικά αυγά, σαν το κεφαλάκι της καρφίτσας. Θρεφόντουσαν με φύλλα μουριάς, μεγάλωναν , προς το τέλος πριν αρχίσουν να κάνουν το μετάξι, γινόντουσαν λευκοδιάφανα και γυαλιστερά σαν το φύλντισι. Έπειτα το καθένα έπιανε μια γωνιά ανάμεσα στα ξύλινα ραφάκια και έκανε το κουκούλι του βγάζοντας συνέχεια χωρίς σταματημό  μια μονοκόματη λεπτή κλωστή το μετάξι….κλεινόταν  μέσα σ’ αυτό σιγά σιγά , αργά, αργά και μετά μεταμορφωνόταν σε χρυσαλίδα. Μια πεταλούδα που τρύπαγε το κουκούλι με κάποιο υγρό οξύ που έβγαζε από την ουρά της. Έβγαινε από το κουκούλι, γεννούσε τα αυγά της και πέθαινε. Ο κύκλος έκλεινε με το θάνατο της πεταλούδας. Μια μέρα καθάριζα τα τελάρα. Είχα βγει στο πίσω μπαλκόνι που κοίταζε στο κήπο. Τα είχα πάνω σε ένα τραπέζι που η μια του πλευρά ακουμπούσε πάνω στα σιδερένια κάγκελα του μπαλκονιού. Εκεί τα άφησα να αεριστούν. Χτύπησε το τηλέφωνο. Έπρεπε να πάω στο ταχυδρομείο να παραλάβω ένα δέμα. Η μέρα ήταν καλή. Ηλιόλουστη. Το γιασεμί του κήπου έφτανε μέχρι το μπαλκόνι και τα άνθη του έκαναν την ατμόσφαιρα να μοσχοβολάει σαν βρεφική ανάσα.

Άφησα τα τελάρα πάνω στο τραπέζι και έφυγα για το ταχυδρομείο. Εκεί υπήρχε πολυκοσμία. Ρώτησα για το δέμακαι έλαβα τη νωχελική απάντηση του υπαλλήλου, που με δυσκολία μου είπε ότι πρέπει να περιμένω στην ουρά.Καθυστέρησα. Άρχισα να γίνομαι νευρικός. Μια περίεργη αίσθηση τύλιξε το κορμί μου, μια κρυάδα ξαφνική και ρίγησα στη σκέψη που έπεσε απ’ το μυαλό μου. Οι μεταξωσκόληκες…. Έφυγα γρήγορα από το ταχυδρομείο. Στο διάολο το δέμα φώναξα. Προχωρούσα γρήγορα, σκούντησα κανα δυο αργόσχολους ανθρώπους στο δρόμο και όπως απομακρυνόμουνα κατάλαβα πως με βρίζανε….δεν είχαν και άδικο , αλλά η ανησυχία μου μεγάλωνε, φούντωνε, τώρα το ρίγος έγινε, ρίγη απανωτά και μια δυσκολία στην αναπνοή μου κι ένας πόνος στο στέρνο μου με έκαναν να καταλάβω πως τα μονάκριβα σκουλικάκια μου κινδύνευαν. Ή εγώ έφτανα στο τέλος μου ή αυτά κινδύνευαν. Τον εαυτό μου τον γνώριζα καλά, δεν είχα φτάσει ακόμα στο τέλος της ζωής μου. Κάτι άλλο συνέβαινε…..κάτι που με θανάτωνε πρόωρα…..Θεέ μου κάνε όλα αυτά που νοιώθω να είναι μια σύμπτωση….μήπως ήπια πολύ γάλα το πρωϊ και με πείραξε; Μήπως δεν κοιμήθηκα καλά και ο οργανισμος μου είναι κουρασμένος; Μήπως….; δεν έβρισκα άλλες γελοίες ερωτήσεις να υποβάλω στο Θεό, δεν είχα κάτι άλλο για να ξεγελάσω τον εαυτό μου. Ο κίνδυνος ζούσε μέσα στο σπίτι μου κι εγώ ακόμα ήμουνα μακρυά…στο δρόμο. Με γρήγορο βηματισμό έφτασα στην εξώπορτα. Μια πανήψυλη ξύλινη και τζαμωτή πόρτα που παρέπεμπε σε παλιάς, αρχιτεκτονική ,εποχής.

Ανέβηκα τα σκαλιά λαχανιάζοντας. Η ανάσαμου ήταν έτοιμη να σταματήσει και όταν έφτασα στο μπαλκόνι διαπίστωσα πως η ανυσηχία μου ήταν πραγματική. Κατάλαβα πως τα αγαπημένα μου σκουλικάκια, μου φώναζαν βοήθεια επί ώρα. Ηταν ο άμαχος πληθυσμός που παράτησα στη λαίλαπα του πολέμου δίχως καμιά προστασία, δίχως κανένα καταφύγιο δίχως καμιά ελπίδα σωτηρίας…από το γιασεμί του κήπου που έφτανε μέχρι το μπαλκόνι μου ανέβηκαν οι ορδές του εχθρού. Μεγάλα κατάμαυρα μυρμήγκια, άγριοι και βάρβαροι πολεμιστές που ξέσκισαν με τις δαγκάνες τους τα τρυφερά μεταξένια ευάλωτα σωματάκια των μεταξωσκόληκων. Μετέφεραν τα κομματιασμένα τους σώματα στη σειρά κατηφορίζοντας πανηγυρικά στους πλεγμένους ξυλώδεις κορμούς του γιασεμιού. Πηγαίνανε τα λάφυρα στις φωλιές τους. Αυτοί οι ύπουλοι και άνανδροι πολεμιστές……..ήταν από τις φορές που τα έβαλα με το Θεό……ένα γιατί απλώς με μεγάλο ερωτηματικό υπέβαλα, ένα γιατί βγαλμένο από τη πονεμένη μου καρδιά και την απάντηση δεν την έχω πάρει μέχρι σήμερα, όπως μέχρι σήμερα δεν έχω συγχωρήσει τον εαυτό μου για τη θανατηφόρα αμέλειά μου…

Η βροχή συνέχιζε να πέφτει με διάρκεια χωρίς κανένα διάστημα παύσης. Χτήπησε το τηλέφωνο και στη κίνησή μου για να πάω προς αυτό και να σηκώσω το ακουστικό, μια αστραπή έλαμψε και η σκιά μου στο τοίχο παρουσιάστηκε για μερικά δευτερόλεπτα σαν ένα σκιάχτρο που το παράσερνε ο αέρας.

Ήταν ο Νίκος. Τα νέα δεν είναι καλά μου είπε.

__Ρίξε κάτι πάνω σου και πάμε στο θέατρο.

__Γιατί τι έγινε; Θα πάμε έτσι μ’ αυτό τον καιρό;

__Καλά δεν έχεις πάρει είδηση τι γίνεται απόψε στην Αθήνα;

__Όχι, περιμένω να σταματήσει η βροχή, να πάρω τα κοστούμια και να πάω στο θέατρο για τη μεγάλη πρόβα. Τι έγινε ρε Νίκο;

__Πλυμμήρες και καταστροφές. Αυτό έγινε. Με πήρε η Νάντια τηλέφωνο και από το σπίτι της είδε τη κατάρευση του Θεάτρου…ένα τμήμα της οροφής γκρεμίστηκε και πρέπει να πάμε να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει….Ντύσου και πάμε…Θα πάμε με τα πόδια γιατί τα νερά έχουν κάνει χείμαρους τους δρόμους και δεν κουνιέται κανένα αυτοκίνητο.

__Καλά κατεβαίνω. Θα περάσω από το σπίτι σου να πάμε μαζί. Περίμενε σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί.

Έκλεισα το τηλέφωνο και και στάθηκα για δευτερόλεπτα γεμάτος από αναπάντητα ερωτηματικά. Εάν τα πράγματα είναι έτσι, και το κτήριο κατάρευσε, εκτός από τη καριέρα μου, καταστρέφομαι και οικονομικά. Μέχρι εδώ ήταν. Δεν ειχα άλλα χρήματα να ξοδέψω πια. Ότι είχα και δεν είχα τα ξόδεψα για να ανεβάσω αυτό το έργο. Για να φτιάξω αυτό το θέατρο. Θα ήταν μοναδικό στην Αθήνα και στο κόσμο ολο….και τώρα…Μα τι λέει μωρέ η Νάντια…Που είδε ότι γκρεμίστηκε το Θέατρο; Αλλά πάλι αφού μένει απέναντι. Για να το λέει….

Άνοιξα το μεσαίο ντουλάπι του μπουφέ. Εσωτερικά είχε επένδυση από καθρέφτες και ήταν γεμάτο από μπουκάλια κάθε λογής, μικρά μεγάλα με ποτά. Διάφορα ποτά. Πάντα μου άρεσε να το ανοίγω και να ψάχνω τα μπουκάλια μέχρι να βρω κάποιο ποτό που θα μου έκανε όρεξη να το πιω. Τώρα δεν είχα χρόνο και διάθεση για να ψάξω. Τώρα ήθελα να πιω ένα ποτήρι ουϊσκι στα βιαστικά και να φύγω….

Με κοφτή την ανάσα μου από το ουίσκι που κατάπια γρήγορα, και ένα δερμάτινο μπουφάν που φόρεσα βιαστικά έφυγα από το σπίτι. Βγαίνοντας από το σπίτι βουτήχτηκα αμέσως στα νερά του δρόμου. Περπάταγα στην άσφαλτο αφού δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα, γιατί στα πεζοδρόμια, καταράχτες  από τρεχούμενα νερά από τα μπαλκόνια και τις ταράτσες των σπιτιών έρρεαν ασταμάτητα με θόρυβο και βουητό. Στο πρώτο κάθετο δρόμο που έφτασα κατάλαβα τι γινόταν αυτό το βράδυ στην Αθήνα….Ποτάμι ο δρόμος με τα νερά να φτάνουν στα γόνατα. Αυτοκίνητα παρασυρμένα και χτυπημένα, τσακισμένα το ένα με το άλλο κι όλα μαζί στοιβαγμένα  στη μια γωνιά , στο σταυροδρόμι Μοσχονησίων & Κύπρου. Οι δρόμοι έρημοι από αυτοκίνητα, γεμάτοι από κατοίκους  με απόγνωση να έχουν βρει από τα πλημυρισμένα ισόγεια και  υπόγεια,να κρατούν τα παιδιά τους ψηλά στα σκαλοπάτια στις εισόδους των πολυκατοικιών, να βλέπουν τα πράγματά τους να καταστρέφονται και να μη μπορούν να κάνουν τίποτα γι αυτά. Παντού νερά τρεχούμενα, ποτάμια , και η βροχή να μη λέει να σταματήσει. Ανηφόρισα την οδό Κύπρου μέχρι τη πλατεία Αμερικής. Εκεί τα νερά έτρεχαν από δύο διαφορετικές κατευθύνσεις . Στην επιφάνεια του νερού έπλεαν κονσέρβες και τρόφιμα κάθε είδους που ερχόντουσαν από τη Πατησίων. Στο σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος είχανε σπάσει οι βιτρίνες από τη πίεση του νερού που κατέβαινε από την οδό Λήμου σαν ποταμός φέρνοντας λάσπη και πέτρες από τη Κυψέλη και από τα τουρκοβούνια  και μέσα από αυτό έφευγαν στους δρόμους ότι μπορείς να φανταστείς, μουσταρδες, κονσέρβες , σάλτσες,κάθε είδους συσκευασμένες τροφές. Είχανε βγει όλα στο δρόμο και τρέχανε με την ορμή του νερού. Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό είδα πολλούς ανθρώπους να μαζεύουν τα απαραίτητα που η τύχη τους έστειλε μ’ αυτό τον τρόπο. Μακαρόνια, ρύζι, όσπρια….Ανάμεσά τους μια γιαγιά…με ένα μαύρο παλτό. Μουσκεμένη, καμπουριασμένη, ανήμπορη να περπατήσει κρατιώταν από το στύλο μια λάμπας της πλατείας με το ένα χέρι και με το άλλο κρατούσε διάφορα τρόφιμα που μάζεψε μέσα απ’ το νερό που αγριεμένο προσπαθούσε να της τα ξαναρπάξει μέσα από τα χέρια. Έπρεπε να φτάσω στην οδό Θήρας. Η Μυθήμνης ήταν ένας χείμαρος απροσπέλαστος. Ένα λεωφορείο αδειανό από κόσμο κυλούσε αργά αργά προς τη δύνη του νερού στη γωνία Πατησίων και Μυθήμνης. Μετά από λίγο αρχισε να παρασύρεται έντονα από το νερό, μετά άρχισε να στροβιλίζεται και στο τέλος έπεσε με φόρα πάνω σε μια κολώνα της γωνιακής πολυκατοικίας και χώθηκε τσακισμένο κάτω από τη στοά, σπάζοντας τα ρολα και τα  τζάμια από δυο γωνιακά μαγαζιά. Το ένα ήτανε φαρμακείο και το άλλο γκαλερύ με πίνακες ζωγραφικούς που τώρα παρασύρθηκαν από τα νερά και τη λάσπη και σπάσανε και χάθηκαν μακρυά από το βλέμμα του καλλιτέχνη.

Με δυσκολία πέρασα το δρόμο. Κινδύνεψα γιατί ο χείμαρος ήταν ορμητικός και κάτι με χτύπησε στο πόδι, ίσως κάποιο ξύλο ίσως κάποιο άλλο αντικείμενο. Έχασα την ισορροπία μου και πάνω που ήμουνα έτοιμος να πέσω στα νερά ένα χέρι με τράβηξε και ξαναστηλώθηκα στα πόδια μου. Ήταν ο Νίκος. Τραβήχτηκα στο πεζοδρόμιο και περίμενα να πει τη πρώτη λέξη. Ερχόταν από τη Θήρας. Θήρας και Μοσχονησίων εκει που ήταν το Θέατρο.

Πριν από οχτώ μήνες ψάχνοντας τα νεοκλασικά κτήρια της περιοχής για να νοικιάσω ένα για επαγγελματική χρήση, είχα βρει αυτό σε αρκετά καλή τιμή αφού ο ιδιοκτήτης του έφευγε για το εξωτερικό.Ήταν μεγάλο όπως το ήθελα και τριόροφο που μου επέτρεπε να είχα χρήσιμους αποθηκευτικούς χώρους που χρειαζόμουνα για τα σκηνικά. Έκανα όλες τις απαραίτητες εργασίες για να γίνει θέατρο. Μια ανακαίνηση ριζική εσωτερικά και εξωτερικά που κράτησε τρεις μήνες. Έπειτα τοποθετήθηκε ο εξοπλισμός. Δάπεδα , καθίσματα, εγκαταστάσεις ατμού, βροχής, ομίχλης κλπ. , γιατί το θέατρο αυτό θα ήταν αισθησιακό. Όχι μόνον θα παρακολουθούσε ο θεατής μια παράσταση, αλλά θα αισθανόταν με όλες του τις αισθήσεις, θα ζούσε μέσα σ αυτή, θα λάβαινε μέρος σαν να ήταν ηθοποιός, σαν να έπαιζε κι αυτός με τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Πουθενά στο κόσμο τέτοιο θέατρο. Κανείς δεν είχε σκεφτεί κάτι τέτοιο. Τα καθίσματα ήταν τοποθετημένα παντού, αλλά αραιά. Δεν ακουμπούσε το ένα το άλλο. Ήθελα ο θεατής να αισθάνεται ξεκάρφωτος, μόνος του και μοναχικός χωρίς τη συντροφιά του διπλανού του, χωρίς τη δυνατότητα να πει κάτι ή να κρατήσει το χέρι της αγαπημένης του. Να είναι εκτεθημένος απέναντι στους άλλους όπως εκτεθημένος είναι και ο ηθοποιός….και το έργο θα παιζόταν ανάμεσα σε όλους. Δεν θα υπήρχε το σανίδι , η σκηνή, ξεχωριστή και σε άλλο επίπεδο. Όχι σ’ αυτό το Θέατρο θα διαδραματιζόντουσαν όλα σε ένα χώρο. Σε ένα χώρο κοινό. Θεατών και ηθοποιών….όλοι θα παίζανε κάποιο ρόλο.

Ο θεατής θα άγγιζε τον ηθοποιό. Ο Ηθοποιός θα άγγιζε τον θεατή…

Όλα αυτά θα τα έλεγα απόψε στη Press conference που θα έδινα. Θα ερχόντουσαν διάφοροι καλλιτέχνες, σκηνοθέτες, καθηγητές μου από τη σχολή,δημοσιογράφοι. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Θα τους τα αποκάλυπτα όλα απόψε. Όλοι ξέρανε μόνον πως θα παρακολουθούσαν τη τελική πρόβα του έργου μου «Οι εννιά θα μείνουν πάντα εννιά».

Στεκόμουνα όρθιος στο απέναντι πεζοδρόμιο. Νερά έτρεχαν από παντού πάνω μου. Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα. Ένα κομάτι της οροφής του κτηρίου είχε υποχωρήσει και πάμπολα κεραμίδια σπασμένα είχαν σκορπιστεί στο δρόμο. Το σκηνικό ήταν θλιβερό. Τα διπλανά κτήρια σκοτεινά, κατασκότεινος και ο δρόμος.

Ο Νίκος δίπλα μου έβλεπε στο σκοτάδι τη σκιά του μισογκρεμισμένου θεάτρου. Από τη ξύλινη τεράστια πόρτα του βγαίνανε νερά με πίεση. Σκέφτηκα το χώμα που είχαμε πάρει και το είχαμε μέσα σε ειδικές μεταλλικές σκάφες και το καταβρέχαμε τόσες μέρες ώστε να μυρίζει έντονα και τη στιγμή που θα έπρεπε να νοιώσει ο θεατής το άρωμά του στη σκηνή που ο φόβος μετριέται με το θάνατο και η χαρά με τη γέννηση θα έπεφτε με φτυαριές κάτω από τα καθίσματα και ο χώρος όλος θα μύριζε από βρεγμένο χώμα….ένα χώμα που σκεπάζει ένα άψυχο σώμα, ένα χώμα που δίνει τη ζωή σε  ένα σπόρο, το κάνει φυτό που μεγαλώνει και ανθίζει. Πάνε τα σκηνικά, πάνε τα κοστούμια πάνε όλα…είπε ο Νίκος, που ήξερε με τι κόπο και τι προσπάθειες είχα κατορθώσει να τα φτιάξω όλα αυτά.

__Πάμε Νίκο. Πάμε… είναι ανώφελο να καθόμαστε μέσα στη βροχή. Δεν φταίμε σε τίποτα για ότι έγινε. Δεν αξίζει να καθόμαστε έτσι και να μας δέρνει η βροχή. Άλλωστε χάθηκαν όλα. Δεν ξέρω πως θα είναι η μέρα αύριο. Ξέρω όμως ότι εγώ πρέπει να είμαι έτοιμος να αρχίσω ξανά από την αρχή.

__Που πας από κει; Πάμε καλύτερα από την Γ΄ Σεπτεμβρίου. Θα γλυτώσουμε από τα ορμητικά νερά της πλατείας.

__Όχι έλα από δω.Θα δεις που θα πάμε.

Ανηφορήσαμε με δυσκολία την οδό Θήρας έως τη Πατησίων. Οι σκέψεις στο μυαλό μου ήταν τόσες , όσες και οι σταγόνες της βροχής που έπεφταν αδιάκοπα. Κοίταξα προς τον ουρανό. Δεν φαινόταν τιποτα, παρά μόνον νερό. Νερό που συνέχιζε να πέφτει χωρίς καμία διακοπή. Περνώντας τη Πατησίων που είχε γίνει ορμητικός χείμαρος, φτάνοντας στο απέναντι πεζοδρόμιο, γύρισα και είδα κάτι μέσα από τα δεκάδες αντικείμενα που έπλεαν στο νερό με ταχύτητα. Κάτι που μου φάνηκε γνωστό. Ένα μαύρο φουσκωτό υφασμάτινο πράγμα….ένα μαύρο παλτό. Θυμήθηκα τη γιαγιά που κρατιόταν με δυσκολία σε ένα στύλο της πλατείας, με λίγα τρόφιμα στο ένα χέρι που με μανία προσπαθούσε να της τα πάρει το νερό. Κοίταξα για κάμποση ώρα το παρασυρμένο παλτό μέχρι που χάθηκε απ’ τη ματιά μου. Ήμουνα παγωμένος από τη βροχή. Δεν είχα άλλα περιθώρια για να ρυγίσω από τη μυρωδιά του θανάτου.

Αντίο φώναξα….αντίο γιαγιά και έκανα το σταυρό μου. Αυτά τα λόγια θα έλεγα απόψε στο θέατρο στο τέλος της πρώτης πράξης. Αντίο γιαγιά θα έλεγα και θα έκανα το σταυρό μου.

Ανεβήκαμε μέχρι την Ιωάννου Δροσοπούλου και στρίψαμε αριστερά. Προχωρήσαμε αμίλητοι  και σε κάθε κάθετο δρόμο βοηθούσαμε ο ένας τον άλλο για να μπορέσουμε να το διασχίσουμε. Μετά την Κύπρου τα πράγματα ήταν πιο εύκολα.

__Μα που πάμε βρε Δημήτρη;

__Φτάνουμε Νίκο φτάνουμε…

Στο δεξί πεζοδρόμιο από μακρυά ξεχώριζε μια μοναδική λάμπα να κρέμεται κάτω από ένα μικρό στέγαστρο και να φωτίζει μια μικρή ξύλινη πινακίδα, που μαρτυρούσε ότι μέσα σ’ αυτό το χαλασμό ο Σάββας ήταν εκεί και περίμενε….

Ταβέρνα η Ψάθα….διάβασε ο Νίκος.

__εγώ δεν έχω ξανάρθει εδώ.

__Ο Σάββας είναι φίλος μου. Έρχομαι τακτικά εδώ.

Κοιταχτήκαμε. Είμαστε μούσκεμα. Δεν υπήρχε τίποτα στεγνό πάνω μας. Στάζαμε …

Ανοίξαμε δειλά το ένα φύλλο από τη διπλή ξύλινη πόρτα με τα τετράγωνα μικρά παραθυράκια και μπήκαμε στο ζεστό χώρο της ταβέρνας. Μια παρέα από οκτώ νεαρά άτομα, φοιτητές, καθόντουσαν  στη δεξιά πλευρά δίπλα από το τζάκι  και με δυό κιθάρες και με φωνές μελωδικές στόλιζαν ηχητικά κι έκαναν το ταβερνάκι  μαγευτικό.

Μας υποδέχτηκε ο Σάββας με απωρία και χαρά. Έλάτε από δω μας είπε. Του σύστησα τον Νίκο. Του είπα ότι είναι κολλητός μου φίλος και συνεργάτης.

Έβαλε δυο καρέκλες δίπλα από το τζάκι , κάτσαμε δίπλα από τη φωτιά και αναστενάξαμε κι οι δυό ταυτόχρονα με ανακούφιση μετά από τη περιπέτειά μας στη βροχή….

Έφερε κι ένα τραπέζι, το βόλεψε δίπλα μας. Τι να φτιάξω με ρώτησε. Τι θέλετε.

__ένα ποτήρι κρασί θέλω μόνο.

του είπα με στόμφο και απλώθηκα στη καρέκλα με μέτωπο στη φωτιά του τζακιού.

__Το ίδιο κι εγώ…Ένα ποτήρι κρασί θέλω μόνο….

Επανέλαβε κι ο Νίκος με το ίδιο ύφος.

Ο Σάββας έφερε το κρασί, το σέρβιρε στα ποτήρια και ρώτησε…

Πως γίνατε έτσι μούσκεμα. Μα τι κακό κι αυτό σήμερα. Ποιος ξέρει τι άσχημα νέα θα φέρει η αυριανή μέρα. Ποιος ξέρει τι καταστροφές θα έχουν γίνει.

Καταστροφές; Ρωτήσαμε με απορία ο Νίκος κι εγώ ταυτόχρονα…α μπα όχι και πολλά πράγματα….και βάλαμε τα γέλια….Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια και ήπιαμε μονομιάς το θείο νέκταρ…..

Πάω να φωνάξω τη Κάτια. Είπε ο Σάββας… έχει ετοιμάσει καλό μεζέ… σπιτικό… για κρασάκι…σπετσοφάϊ. Και ξέρεις πως το φτιάχνει κάθε φορά. Πεντανόστιμο.Έχει ψήσει και σπανακόπιτα έχει φτιάξει και πολλούς άλλους μεζέδες Κι έχει και φρέσκο χωριάτικο ψωμί…..που τραβιέται με τη σάλτσα….

Τι ήτανε να το πει…είχε ένα ιδιαίτερο ύφος όταν μιλούσε για φαγητό ο Σάββας….μας άνοιξε την όρεξη.

Εκείνο το βράδυ φάγαμε όλο το σπετσοφάι, φάγαμε τη πίτα και τους άλλους μεζέδες, φάγαμε όλο το ψωμί της Κάτιας της γυναίκας του. Τα ρούχα μας στέγνωσαν από τη φωτιά στο τζάκι, κι οι καρδιές μας ζεστάθηκαν από τις κιθάρες και τις φωνές των φοιτητών….

Εκείνο το κρασάκι εκείνο το βράδυ, θα μας μείνει αξέχαστο. Θα μείνει αξέχαστο γιατί μας έκανε και ξεχάσαμε μονομιάς κάθε κακό που είχε συμβεί. Δεν βαριέσαι είπαμε κάποια στιγμή. Η ζωή συνεχίζεται. Και συνεχίζεται με χαρά και ελπίδα. Όλα θα πάνε καλά. Και είπαμε πολλά αστεία εκείνη τη νύχτα. Μα πάρα πολλά αστεία. Έχουμε να θυμόμαστε τα ξεκαρδιστικά γέλια της Κάτιας….και του Σάββα.

Και κάθε φορά που γεμίζαμε τα ποτήρια…επαναλαμβάναμε με στόμφο, ο Νίκος κι εγώ…ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΚΡΑΣΙ ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ……. ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ ΜΑΣ…….και τζουγκράγαμε τα ποτήρια μας.

Dimitris Manousakis

αφιερωμένο στον εμπνευστή του τίτλου Nikospan.

Ωραίο τίτλο διάλεξες Nikospan,αφού ένα ποτήρι κρασί είναι ένα γύρισμα στο κουρδιστήρι της χαράς.

Advertisements

4 thoughts on “ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΚΡΑΣΙ ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ

  1. Θα ήθελα να καταθέσω ότι μία μέρα μετά την ανάρτηση της συγκεκριμένης, εξαίσιας ιστορίας, σημειώθηκε τέτοια καταρρακτώδης βροχή στην Αθήνα, που αρχίζω να πιστεύω σοβαρά στις προφητικές ικανότητες του συγγραφέα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s