ΞΕΡΑ ΚΟΥΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΛΤΑΜΙΡΑ

ΞΕΡΑ ΚΟΥΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΛΤΑΜΙΡΑ

Ήταν από τις βραδιές που ο ουρανός στη Λευκωσία ήταν γεμάτος αστέρια. Μια ξαστεριά που άπλωνε τη παγωνιά παντού.

Κοίταξα τον ουρανό και φύσηξα το χνώτο μου ψηλά κοροϊδεύοντάς τον αλλά αυτό χάθηκε γρήγορα στην απεραντοσύνη του. Που να ζεστάνω εγώ με τη λιγοστή μου ανάσα, έναν ολόκληρο ουρανό.

Τι διαπεραστικό κρύο. Δεν στεκόσουν πουθενά. Παγωμένα πόδια, παγωμένα χέρια. Κι αυτά τα ρημάδια τα γάντια, τίποτα, καμιά προστασία. Ένοιωθα τα χέρια μου μέσα από αυτά ξηλιασμένα και άβολα.

Είναι φορές που βγαίνω στο κρύο με ένα φανελάκι και δε με νοιάζει. Απόψε όμως κρυώνω….

Κρυώνω γιατί το μυαλό μου είναι άδειο από σκέψεις. Τις τελευταίες τις άφησα να χαθούν κλείνοντας εκείνο το άλμπουμ της Ηλέκτρας με τις φωτογραφίες που κοίταζα επί ώρες και προσπαθούσα να βρω μια που ήξερα πως την είχα φυλάξει σ’ αυτό το άλμπουμ…. μάλλον την είχα χάσει. Τόσες φωτογραφίες και να μη τη βρω…

Περπάταγα γρήγορα στην οδό Αρσινόης ένα μικρό δρόμο κοντά στη πράσινη γραμμή κάτι σαν το τείχος του Βερολίνου. Δεξιά γύρω στα εκατό μέτρα ήταν τα τούρκικα. Απαγορευμένη περιοχή… Εκεί έμενα στο σπίτι της Ηλέκτρας, Αρσινόης 14 δίπλα από ένα παλαιό μεγάλο σπίτι που κάθε φορά που πέρναγα από μπροστά του και ήθελα να βγάλω μια φωτογραφία, είχε απλωμένη μπουγάδα στο κεντρικό μπαλκόνι με κάθε λογής σώβρακο απλωμένο, μακρύ, κοντό, σκούρο, λευκό και κάθε φορά το ανέβαλα για μια επόμενη.

Μου είχε δώσει τα κλειδιά της η Ηλέκτρα, χρόνια τώρα και πήγαινα όποτε ήθελα στο σπίτι της για να ξεφύγω λίγο από τη ρουτίνα της Αθήνας. Αυτή γύρναγε πότε στο Λονδίνο και πότε στο Παρίσι γεμίζοντας το χρόνο της με συναντήσεις και σεμινάρια σε εικαστικά δρώμενα. Την ενδιέφερε πολύ η επεξεργασία του γυαλιού και το συνδίαζε πάντοτε με βότσαλα ποταμίσια. Μέσα στο σπίτι της οδού Αρσινόης είχε μαζεμένα,λογής λογής σπασμένα γυαλιά, από μπουκάλια πολύχρωμα ή από τζάμια που εύρισκε στους δρόμους πεταμένα και πάρα πολλά βότσαλα διαλεγμένα ένα ένα από στεγνωμένα κυπριακά ξεροπόταμα. Παλιά που μέναμε μαζί για ένα χρονικό διάστημα,εκεί στο ίδιο σπίτι, κάθε φορά που ξαπλώναμε στο κρεββάτι είχα την εντύπωση πως κάποια στιγμή πάνω στην ένταση του νεανικού έρωτα θα σφαζόμαστε από κάποιο παρατημένο σπασμένο γυαλί….τα παράταγε εδώ κι εκεί, ακόμα και δίπλα από τα φρέσκα λαχανικά που επρόκειτο να τα κάνει σαλάτα.

Κάποια στιγμή η ερωτική ένταση πέρασε και παραμείναμε φίλοι. Εκείνη με το φλόγιστρο έλειωνε γυαλί και έφτιαχνε πανέμορφες συνθέσεις, κι εγώ γέμισα τις αποσκευές μου με τις όμορφες αναμνήσεις κι έφυγα για την Αθήνα. Όποτε συναντιόμαστε, μιλάμε για ώρες πολλές για τα τωρινά μυστικά μας,πίνοντας Jack Daniels σε κάποια μπαράκια με το συνθηματικό enjoy the classics. Τελευταία φορά συναντηθήκαμε στη Βενετία. Ήπιαμε το Jack βιαστικά σε ένα παρακμιακό café bar της άδειας από κόσμο παλιάς πόλης. Έτσι την είδαμε τη Βενετία κι οι δυό τον άλλο χρόνο. Άδεια, χωρίς κόσμο. Ποιος να ξέρει, ίσως να έτυχε. Εκείνη έφυγε για Bergamo για να δει τον Τζοβάνι που έκανε αναπαλαιώσεις σε εικόνες με νέες τεχνικές, εγώ πήρα το πλοίο και μέσα από την ομίχλη της Βενετίας έφυγα για την Ελλάδα.

Έστριψα αριστερά στην οδό Λήδρας ρίχνοντας και μια ματιά στα δεξιά προς τα τούρκικα. Κάθε φορά που πέρναγα από κει ένοιωθα μέσα μου ένα πόνο. Βαθύ που διαισθανόμουνα πως τον ένοιωθαν πάρα πολλοί άλλοι μαζί με μένα. Κάθε φορά που πέρναγα από κει, άκουγα στ’ αυτιά μου τις φωνές των μανάδων που χάσανε τα παλικάρια τους, τότε το ..74 στην ύπουλη εισβολή. Τις είδα με τα μάτια μου αυτές τις μάνες να κλαίνε και να χτυπούν τα στήθια τους, στο μνημόσυνο του 75 που είμουνα κι εγώ φαντάρος. Έτυχε και υπηρέτησα εκεί….ένα χρόνο μετά την εισβολή. Από τότε ακούω αυτές τις φωνές, αυτά τα κλάματα, για τον άδικο χαμό των παιδιών τους. Αυτές τις φωνές θα τις ακούω πάντα. Είναι οι φωνές για τους ξεχασμένους ήρωες.

Έφτασα στη πλατεία Ομήρου, έστριψα αριστερά πέρασα από το μεγάλο σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, πέρασα απέναντι τη λεωφόρο Ομήρου και περπατούσα πάντα παγωμένος από τις κακές αναμνήσεις που πέρασαν από το μυαλό μου ξαφνικά και από το κρύο της βραδιάς…

Κάπου εδώ πρέπει να είναι μίλησα στον εαυτό μου. Κατηφόρησα την οδό Ευαγόρου και και κοίταζα τις πινακίδες των οδών. Δεν θυμόμουνα πως λεγόταν ο δρόμος αλλά άμα θα το έβλεπα γραμμένο, σίγουρα θα ερχόταν στη μνήμη μου. Μετά από δυο στενά γύρισα το χρόνο πίσω. Μενάνδρου διάβασα στη χαμηλή πινακίδα του δρόμου και όλα γύρισαν μονομιάς πίσω, τότε που η Μαρινέλλα τραγούδαγε με τον Χατζή  για πρώτη φορά το ¨…μα εγώ έχω εσένα κι εσύ εμένα κι είναι η αγάπη μας χρυσό πουλί…δυο που αγαπιούνται είναι πολλοί…¨.

Τώρα περπάταγα και οι φωνές της Μαρινέλλας και του Χατζή με οδηγούσαν προς τα εκεί. Τώρα ήξερα που πήγαινα. Άκουγα καθαρά τις φωνές τους να μου λένε ¨κι ύστερα πήρες από πάνω μου το χιόνι…κι ύστερα τίναξες τη στάχτη απ’ τη ζωή μου….. κι ύστερα κι ύστερα….¨

Τώρα το ρεσιτάλ παιζόταν ζωντανό μπροστά μου στο δρόμο καθώς περπατούσα μες στη παγωνιά με όλα τα όργανα να μουσικολογούν ρυθμικά στ’ αυτιά μου. Δυο θεϊκές φωνές, ζεστές από τη πατρίδα, μακρινές να μου σιγοψυθιρίζουν «σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει».

Τώρα οι φωνές αυτές με οδηγούσαν…Να έφτασα στην Αλταμίρα. Νέος, όμορφος, έτοιμος για χορό, για έρωτα, για περιπέτειες ή για πόλεμο….

Εκεί συνάντησα τον Λεωνίδα. Φίλος μου. Υπηρετούσαμε μαζί στην Αλεξανδρούπολη και κάποια στιγμή φύγαμε για Κύπρο. Εθελοντές για την ΕΛΔΥΚ. Είχαμε κι οι δυό τη τάση της φυγής μέσα μας, δεν μας άρεσαν τα σύνορα, δεν μας άρεσαν τα συρματοπλέγματα, είμαστε ελεύθεροι. Ο Άρης ήταν κι αυτός φίλος καλός αλλά παντρεμένος. Από τη μια σκεφτόταν την ευκαιρία να φύγουμε όλοι μαζί, από την άλλη σκεφτόταν το σπίτι του. Τη γυναίκα του, το παιδί του. Τον αφήσαμε στο 481 Τάγμα Διαβιβάσεων. Τελευταία μέρα πριν φύγουμε, θυμάμαι, το ρίξαμε έξω. Όλη νύχτα τα πίναμε σε ένα λαϊκό ταβερνάκι κοντά στο Φάρο και το ξημέρωμα μας βρήκε να τρώμε πατσά στο πιο φημισμένο πατσατζίδικο της πόλης και να πίνουμε κόκκινο ντόπιο κρασί.

Κατέβηκα δυο σκαλιά και μπήκα στην Αλταμίρα. Χαμηλός πολύχρωμος φωτισμός και η ατμόσφαιρα ζεστή. Έβγαλα τα άχρηστα γάντια, έτριψα τα χέρια μου για να ζεσταθούν και προχώρησα σκυφτός μέσα από τις τεχνικές στοές και τους σταλακτήτες της. Διάλεξα ένα μέρος αδειανό από παρέες και κάθησα, απλώνοντας γύρω μου κάθε εικόνα από τις παλιές συναντήσεις. Οι σταλακτήτες κι οι σταλαγμίτες άλλοι πράσινοι, άλλοι κόκκινοι κίτρινοι και μπλε, έκαναν την ατμόσφαιρα ονειρική.

Ένα τρυφερό πλασματάκι με κοντό μαλάκι, μαύρο εφαρμοστό φορεματάκι, πολύ κοντό που άφηνε κάθε νεανική ομορφιά να χαρίζεται για θαυμασμό, με πλησίασε και με ρώτησε με χαμόγελο και περίσια ευγένεια αν θέλω κάτι. Τα μάτια της ήταν μεγάλα, εκφραστικά και τα πολύχρωμα φώτα της Αλταμίρας δεν με άφηναν να ξεχωρίσω το ιριδίζον χρώμα τους.Και τα χείλη της ήταν χυμώδη, βαμμένα με ένα κραγιόν που άστραφτε και  άλλαζε χρώμα συνέχεια ανάλογα με τις φωτεινές ανταύγιες της σπηλιάς. Πως σε λένε τη ρώτησα και με τη χαρακτηριστική κυπριακή προφορά μου απάντησε Άντρη.

Λοιπόν Άντρη, θα πιω ένα διπλό ουίσκι με λίγο νερό. Αλλά ο σκοπός που ήρθα εδώ μόνος μου είναι άλλος. Πες σε παρακαλώ στο αφεντικό σου ότι θέλω να του μιλήσω.

Έτσι κι έγινε. Σε λίγο έπινα το ουισκάκι μου με λίγο νερό και με ξερά κουκιά σε ένα πήλινο μπωλ να σιγοροκανίζω σαν σκίουρος, όπως εκείνη τη παλιά εποχή.

Ήταν τριάντα χρονών το αφεντικό περίπου και με ρώτησε τι ήθελα. Πες μου σε παρακαλώ αν έχει αλλάξει η διεύθυνση του μαγαζιού από το 75 και στην ερώτησή μου, πήρα άμεσα την απάντηση πως όχι. Το είχε ο πατέρας μου που τώρα δεν εργάζεται πια μου είπε.

Το πατέρα σου θέλω να δω, του είπα ξερά. Τον Κωνσταντίνο. Πρέπει να τον δω απόψε. Έκανα μεγάλο ταξίδι για να έρθω να τον δω.

Έβγαλε το κινητό από τη τσέπη του και πήρε το πατέρα του. Έλα τώρα από την Αλταμίρα του είπε, κάποιος γνωστός σου από την Ελλάδα θέλει να σε δει.

Μου συστήθηκε. Νίκος μου είπε. Έκανε νόημα να του βάλουν ένα ποτό και κάθησε απέναντί μου.

Λοιπόν Νίκο, το πατέρα σου τον γνωρίζω από το 75. Μαζευόμαστε εδώ για ένα ολόκληρο χρόνο κάμποσοι έλληνες φαντάροι τα πίναμε και ακούγαμε ελληνική μουσική. Εμένα θα με θυμάται γιατί έχουμε ένα κοινό μυστικό. Θέλω να μάθω τι απέγινε ένας κοινός μας φίλος. Ο πατέρας σου θα ξέρει. Τότε ακούγαμε ωραία ερωτικά ελληνικά τραγούδια και επαναστατικά. Ήταν η χρονιά που το μίσος κι ο πόνος που αφήνει πίσω του ένας πόλεμος ήταν φρέσκα. Θυμάμαι ένα τραγούδι που έλεγε «…θα βάλω φωτιά στη πρεσβεία του θανάτου…..θα φορέσω το ματωμένο πρόσωπο ανάποδα…». Έπειτα οι Αμερικάνοι απαγόρευσαν το τραγούδι αυτό και τα βράδια το ακούγαμε κρυφά, ο πατέρας σου και όλοι εμείς που πιστεύαμε στη προδοσίες των πρεσβειών….

Εδώ μαζευόμαστε μόνον φαντάροι. Οι ντόπιοι απαγόρευαν στις κόρες τους να μας βλέπουν εμάς τους έλληνες. Μας θεωρούσαν υπεύθυνους για το κακό που τους είχε βρει. Παρόλα αυτά κάποιοι σκεφτόντουσαν πιο θαρραλέα και φτάνανε μέχρι την αλήθεια, αναγνωρίζοντας ότι εμείς οι φαντάροι δεν φταίγαμε σε τίποτα. Ναι ακούγαμε ερωτικά τραγούδια, με απαγορευμένο τον έρωτα και τα παιδιά στους δρόμους μας πέταγαν πέτρες, ξύλα και ότι άλλο εύρισκαν. Οι μανάδες τους έκαναν πως δεν τα έβλεπαν. Άστα Νίκο, άσχημες εποχές. Από τη μια ο κανονικός εχθρός, ενδιάμεσα οι ειρηνευτικές δυνάμεις που δυναμίτιζαν την ατμόσφαιρα και από την άλλη ο πονεμένος κόσμος. Αυτοί που χάσανε τα πάντα στο πόλεμο….αυτοί που ξεριζώθηκαν από το τόπο που γεννήθηκαν. Γι αυτό κι εγώ κάθε φορά που έτρωγα μια πέτρα από ένα μικρό παιδί, έσκυβα το κεφάλι και έφευγα χωρίς καμιά απάντηση, χωρίς καμιά φοβέρα. Έκλεγα από μέσα μου, γιατί σαν φαντάρος δεν έπρεπε να κλαίω στα φανερά….στο κάτω κάτω είμουνα κι εγώ μόλις 18 χρονών.

Όμως τότε έπρεπε να γίνει κάτι. Τότε είμαστε αποφασισμένοι να πολεμήσουμε ξανά για το δίκαιο, για τα αδικοχαμένα. Τίποτε δεν έγινε. Δεν μας αφήσανε. Θάψανε την επιθυμία μας οι μεγάλοι….εμείς πάντως τραγουδάγαμε το τραγούδι του Λεύτερου…έτσι παράνομα όπως ήταν γραμμένο στην αρχή που έλεγε «θα βάλω φωτιά στη πρεσβεία του θανάτου». Μετά το κάνανε θα βάλω φωτιά στην εστία του θανάτου….Φαντάσου πόσο πολύ φοβόντουσαν τότε ακόμα κι ένα τραγούδι…..πόσο φοβόντουσαν αυτό που έπρεπε να είχε γίνει…..

Εκείνη την ώρα μπήκε στην Αλταμίρα ο Κωνσταντίνος. Περπάτησε μέσα από τις σκοτεινές στοές της όπως εκείνο τον καιρό. Ήρθε και μας βρήκε στο βάθος. Σηκώθηκα όρθιος και τον είδα. Οι ματιές μας γνωρίστηκαν αμέσως διαβάστηκαν από τις αγέραστες καρδιές μας. Αγκαλιαστήκαμε….κι εκείνος έκλεγε…έκλεγε με λιγμούς…τότε κατάλαβα πως όλη αυτή η ανησυχία που με ακολουθούσε τόσα χρόνια στη ζωή μου ήτανε αλήθεια…ήτανε πραγματικότητα. Κάτι κακό θα είχε συμβεί στον Λεωνίδα…..

Κάθισε στο κάθισμα με αναφυλλητά, ο Νίκος του έφερε νερό. Δεν έχω δει ποτέ το πατέρα μου να συμπεριφέρεται έτσι μου είπε.

Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε και μου είπε να τον ακολουθήσω. Κατεβήκαμε στο υπόγειο του μαγαζιού. Ήταν τεράστιος χώρος . μια τεράστια αποθήκη με πράγματα πεταμένα εδώ κι εκεί χωρίς τάξη. Με πήγε στο βάθος εκεί που ήτανε ένα παλιό γραφείο. Άνοιξε ένα συρτάρι κι έβγαλε τη φωτογραφία του Λεωνίδα. Ήταν η μέρα που παντρεύτηκε κρυφά στην Αλταμίρα με την  Αϊσά. Ειδα τη φωτογραφία και κατάλαβα από τη σκόνη που είχε πάνω της ότι το κακό πρέπει να έχει χρόνια που έγινε….

Πάμε πάνω να κάτσουμε να σου τα πω. Εδώ δεν έχει μέρος να καθήσουμε.

Όσο μου μίλαγε ένοιωθα το κρύο να ξανάρχεται στο κορμί μου όπως πριν. Η παγωνιά απλωνόταν μέχρι τη καρδιά μου. Ο Λεωνίδας παντρεύτηκε την Αϊσά μια μέρα πριν φύγουμε για την Ελλάδα. Είχαμε συμπληρώσει ένα χρόνο θητείας στη Κύπρο και την άλλη μέρα θα επιστρέφαμε στη πατρίδα. Την Αϊσά τη γνώρισε τυχαία στη CYTA που είχε πάει να πάρει ένα τηλέφωνο. Δούλευε εκεί. Ήταν από ελληνίδα μητέρα και τούρκο πατέρα. Μετά την εισβολή ο πατέρας της πήρε τη μάνα της κι εξαφανίστηκε στο βόρειο τμήμα του νησιού. Αυτή έμενε με μια φίλη της τη Νέρα από το Κεφάρ Γιασίφ του Ισραήλ. Στην ουσία η Νέρα έκρυβε στο σπίτι της την Αϊσά που φοβόταν πως κάποια μέρα θα έρθει ο πατέρας της να την απαγάγει.

Μετά το γάμο οι νιόπαντροι πήγαν στο σπίτι της Νέρα. Εγώ πήγα στο στρατόπεδο. Το πρωϊ θα ερχόταν και ο Λεωνίδας και θα φεύγαμε για Ελλάδα. Είχε κανονίσει να έρθει και η Αϊσά μέχρι τη Λεμεσό και να ταξίδευε με το πλοίο της γραμμής για Πειραιά. Εκεί θα την παραλάμβανε μια ξαδέλφη του, θα τη φιλοξενούσε για ένα μήνα μέχρι που θα απολυόταν ο Λεωνίδας και θα φεύγανε για τη Θεσσαλονίκη. Εκεί θα φτιάχνανε το σπιτικό τους…..Ήταν όλα κανονισμένα. Η Αϊσά μιλούσε άπταιστα τα ελληνικά γιατί πήγαινε σε ελληνικό σχολείο και δεν θα είχε κανένα πρόβλημα στην Ελλάδα.

Ο έρωτάς τους ήταν σαν ένα ορμητικό ποτάμι. Ο Λεωνίδας έλειωνε για την Αϊσά κι αυτή γι αυτόν.

Το άλλο πρωί δεν ήρθε στο στρατόπεδο ο Λεωνίδας. Δεν τον ξαναείδα. Υπέθεσα πως τον τύφλωσε τόσο πολύ ο έρωτας που με απαρνήθηκε σαν φίλο. Που μου είπε ψέμματα, για να μη τον εμποδίσω. Υπέθεσα πως είχε αποφασίσει να λιποτακτήσει και να εξαφανιστεί με την μοναδική του αγάπη την Αϊσά. Τον συγχώρησα. Η λευτεριά είναι λευτεριά σκεφτόμουνα….

όμως τόσα χρόνια ζούσα με μια αγωνία μέσα μου, ένα κακό προαίσθημα γιατί τη τελευταία βραδιά που έμεινα στο στρατόπεδο στη Λευκωσία, ένοιωθα μαχαιριές στο κορμί μου και πεταγόμουνα στον ύπνο μου από πόνο. Μα μόλις άνοιγα τα μάτια μου χανόταν ο πόνος κι έμοιαζε με κακό όνειρο. Αυτές οι μαχαιριές με ακολουθούσαν πάντα στη ζωή μου. Πάντα ανησυχούσα για τη πορεία του φίλου μου….

Ναι …μου είπε ο Κωνσταντίνος….ναι εκείνο το βράδυ γίνανε όλα. Την ώρα που τα παιδιά ζούσανε τον έρωτά τους, την ώρα που ζούσαν το γαμήλιο ταξίδι τους με τα τόσα όνειρά τους για την υπόλοιπη ζωή τους, δυο τούρκοι πληρωμένοι στρατιώτες από τον πατέρα της  με πολιτικά, μπουκάρανε στο σπίτι της Νέρα. Εκείνη έλειπε. Εκείνο το βράδυ είχε πάει σε μια φίλη της για να αφήσει τα παιδιά μόνα τους στο σπίτι….Οι τουρκαλάδες τα πιάσανε τα δέσανε τα παιδιά και τους έκοψαν τα κεφάλια……το φονικό μαθεύτηκε την άλλη μέρα το μεσσημέρι όταν  εσείς φεύγατε εκείνη την ώρα με τα αρματαγωγά από το λιμάνι της Λεμεσσού. Την αλήθεια τη θάψανε στα στρατόπεδα….η επίσημη δημοσίευση στις εφημερίδες έλεγε για εξαφάνιση έλληνα στρατιώτη….για την ανεύρεσή του ανέλαβαν τα ηνωμένα έθνη,,,,οι ειρηνευτικές δυνάμεις……

Ξέρανε στο στρατό πως ήταν ορφανός από γονείς….Κι όσο μακρινοί συγγενείς τον ζήτησαν μετά από χρόνια τον ξέχασαν κι αυτοί αφού τους είχαν πει πως χάθηκε όπως τόσοι άλλοι αγνοούμενοι που χάθηκαν και μετά την εισβολή….

Παγωμένος άκουγα τη μουσική της Αλταμίρας, έπινα το ουϊσκι με λίγο νερό και ροκάνιζα τα ξερά κουκιά….όπως τότε….Ο Κωνσταντίνος , ο Λεωνίδας κι εγώ…..

Πάνω που χάραζε έφυγα….το κρύο ήταν τσουχτερό όσο ποτέ. Ένοιωθα αδύναμος να περπατήσω, σαν γέρος, με είχαν τσακίσει αυτά που μου είπε ο Κωνσταντίνος. Κρατούσα τη φωτογραφία του Λεωνίδα στα χέρια μου….σφιχτά….

Ήταν το μόνο που μου είχε μείνει πια από τον αγαπημένο μου φίλο. Τόσα χρόνια είχα και μια ελπίδα ότι θα τον συναντήσω. Απόψε χάθηκε κι αυτή…..

Στους δρόμους δεν άκουγα πια τις φωνές της Μαρινέλλας και του Χατζή. Το ρεσιτάλ με τα ερωτικά τραγούδια είχε τελειώσει….

Γύρισα και κοίταξα για τελευταία φορά την είσοδο της Αλταμίρας…..

Στο σταυροδρόμι πέρασε ένα ταξί.

Αρσινόης 14 του είπα. Φτάνοντας κοντά στο σπίτι κι ενώ το ταξί πέρναγε το παλιό μεγάλο γωνιακό σπίτι που ήθελα να φωτογραφίσω, μια μεσόκοπη γυναίκα με μαντήλι στο κεφάλι άπλωνε διάφορα σώβρακα άλλα μακριά, άλλα κοντά, και σε διάφορα χρώματα, λευκά, σκούρα, μαύρα….

Έπεσα στο κρεββάτι της Ηλέκτρας…ένοιωθα τα σπασμένα γυαλιά να μπίγονται στο κουρασμένο κορμί μου να με κόβουν, να με πληγώνουν να φτάνουν μέχρι τη ματωμένη μου καρδιά…..

Έβλεπα το αεροπλάνο να τροχοδρομεί στο διάδρομο του αεροδρομίου της Λάρνακας. Τροχοδρομούσε, τροχοδρομούσε σε έναν ατέλειωτο διάδρομο χωρίς να απογειώνεται . Γεμάτος αγωνία πετάχτηκα από το κρεβάτι…κοίταξα το ρολόϊ. Είχα χάσει τη πτήση…κοιμόμουνα σαν νεκρός τόσες ώρες….

Ανοιξα το  laptop να μιλήσω με την Ηλέκτρα. Βρήκα ένα μήνυμα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Το απόγευμα θα είμαι στο σπίτι. Μη διανοηθείς να φύγεις από τη Κύπρο. Θέλω πολύ να περάσουμε μαζί τις μέρες που θα είμαι στη Λευκωσία. Θέλω να πιούμε το Jack στης Μάρθας το μπαράκι ακούγοντας κλασική μουσική….Μη ξεχνάς ότι εσύ με έμαθες να πίνω Jack Daniels….

Τη πήρα στο κινητό. Ήταν απενεργοποιημένο….Πετούσε…ερχόταν….βγήκα από το σπίτι να πάω να ψωνίσω μερικά αναγκαία….Ο ήλιος ήταν καυτός, η μέρα ζεστή σαν μια μεγάλη αγκαλιά…. Μια γειτόνισσα γέλαγε δυνατά και το γέλιο της έκανε κι άλλους περαστικούς να γελάσουν…Γέλασα κι εγώ…

Φορτωμένος γύρναγα στο σπίτι. Μια ματιά που έριξα τυχαία στο παλιό γωνιακό μεγάλο σπίτι που ήθελα να βγάλω εδώ και καιρό φωτογραφία, είδα το μπαλκόνι άδειο. Δίχως σώβρακα, από κείνα τα πολύχρωμα στα διάφορα μεγέθη…

29636687.Παράτησα τις τσάντες στο πεζοδρόμιο και σαν τρελλός μπήκα στο σπίτι και πήρα τη κάμερα….βγήκα στο δρόμο και χαρούμενος  επιτέλους φωτογράφισα το παλιό μεγάλο γωνιακό σπίτι της οδού Αρσινόης…..

Advertisements

5 thoughts on “ΞΕΡΑ ΚΟΥΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΛΤΑΜΙΡΑ

  1. Τόσο δυνατό όσο και οι αναμνήσεις, οι έρωτες, ο πόνος και το Jack Daniels που σου υπενθυμίζει πάντα ότι η ζωή συνεχίζεται…

  2. Μου άρεσε πολύ. Η ιστορία. Τα πρόσωπα.Πότε εδώ, πότε εκεί, το σήμερα, το χθες. Οι εικόνες. Οι δρόμοι. Οι συναντήσεις.Τα τραγούδια Πολύ ερωτικό και συγχρόνως πολύ δυνατό σε πόνο και αναμνήσεις. Ελπιδοφόρο τέλος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s