Ο ΜΙΚΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ

Ο ΜΙΚΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ

Mickey_Mouse1_xlarge

Όταν ήμουνα παιδί, τα καλοκαιρινά μεσημέρια, λίγο μετά το φαγητό, πήγαινα στο δωμάτιό μου, μισόκλεινα τα μπατζούρια για να σκοτεινιάσω λίγο την ατμόσφαιρα, άφηνα τα παράθυρα ανοιχτά και με το δροσερό αεράκι που έμπαινε απαλά απ’ τα κενά που άφηναν οι κουρτίνες,έφτιαχνα μια ατμόσφαιρα κατάλληλη για να διαβάσω μικρά και μεγάλα Μικυ Μάους….Χανόμουνα μέσα στις περιπέτειες των μικρών καρτουνίστικων ηρώων και ήταν τόση η χαρά μου, που περίμενα πως και πως την ώρα που ξάπλωνα στο κρεβάτι και έπερνα στα χέρια μου τα πολύχρωμα περιοδικά, με τα γυαλιστερά εξώφυλλα. Το ελαφρό αεράκι περνώντας πάνω από το γραφείο μου,έφερνε στη μύτη μου τη μυρωδιά του ξύλου από τα ξυμένα μολύβια, θυμίζοντάς μου πως είμουνα ακόμα μαθητής. Ένας ευτυχισμένος μαθητής στις καλοκαιρινές διακοπές.

Μέσα σ’ αυτή την ευχάριστη ατμόσφαιρα, διάλεγα το περιοδικό με το πιο περιπετειώδη τίτλο, τα υπόλοιπα τα αράδιαζα δίπλα μου πάνω στο κρεβάτι, και άρχιζα να διαβάζω….

Μου άρεσαν όλοι οι πρωταγωνιστές. O Ντόναλντ ο γκαφατζής με άδειες τσέπες πάντα, που σαν καλός θείος έπαιρνε τα ανηψάκια του το Χιούη, το Λιούη και το Ντιούη με ένα παλιό σαραβαλάκι , με λιγοστή βενζίνη και φθαρμένα λάστιχα,φορτωμένο με όλα τα απαραίτητα μπαγκάζια και φεύγανε όλοι χαρούμενοι τραγουδώντας για τις καλοκαιρινές διακοπές. Στο αυτοκίνητο χωρούσε και η απαιτητική και όμορφη Νταίζη, η λατρεία του Ντόναλντ, που όμως κάτι πάντα τύχαινε και έφευγε με άλλο μέσον…και συνήθως με το τυχεράκια το Γκαστόνε που διέθετε καλύτερο αυτοκίνητο και το κοκαλάκι της νυχτερίδας.

Ήξερα πως κάθε ταξιδάκι τέτοιο θα είχε τη περιπέτειά του. Ή θα έσκαγε κανένα λάστιχο στο δρόμο, ή θα μένανε από βενζίνη , ή θα συνέβαιναν ακόμα χειρότερα, αλλά εγώ πάντα τους ακολουθούσα…δεν φοβόμουνα γιατί ήξερα πως εκτός από τη καλή καρδιά που είχε ο θείος Ντόναλντ, τα τρία ανηψάκια του ήταν πανέξυπνα και σαν καλά προσκοπάκια ήξεραν χίλιες δυό τεχνικές για να ξεπεράσουν κάθε δυσκολία που θα τους τύχαινε….Ήξερα πως και από βενζίνη να μένανε στο δρόμο, τα ανηψάκια θα είχαν σίγουρα μαζί τους κάποιες περίσιες οικονομίες τους που με κόπο πολύ από διάφορες δουλειές και έξυπνες συμφωνίες θα είχαν καταφέρει να αποσπάσουν από τον άλλο θείο τους το πλούσιο γέρο Σκρούτζ. Το γέρο Σκρούτζ που είχε το μεγάλο Θησαυροφυλάκιο και έκανε βουτιές στα χρυσά νομίσματα….

Τον αγαπούσαν κατά βάθος τον Θείο Σκρούτζ, γιατί ήξεραν πως ήταν ο δικός τους πλούσιος θείος, τον αγαπούσαν γιατί ένοιωθαν πως ήταν όλοι πλούσιοι, ήξεραν πως το χρυσάφι βρίσκεται σε καλά, δικά τους χέρια….

Αγαπούσα το Σκρούτζ, γιατί παρόλο που ήταν τσιγκούνης, το χρυσάφι που μάζευε το φύλαγε για να μη το πάρουν οι κακοί λιστές, οι ξένοι….scrooge-mcduck-2-300x237 Κάθε φορά που έβλεπα το Σκρουτζ να κάνει βουτιά στο Θησαυροφυλάκιό του, μέσα στα πάμπολα χρυσά νομίσματα, έβλεπα το μεταλλικό κουμπαρά μου, που μάζευα τις οικονομίες μου, ένα κουμπαρά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου που μου είχε πάρει ο πατέρας μου τότε που μου μάθαινε για την αποταμίευση….

Scrooge-McDuck-Carl-Barks-for-Disney-Donald-Duck-with-Huey-Duey-and-louie

Τον αγαπούσαν τον Σκρουτζ γιατί ήξεραν πως και μια δεκάρα να εύρισκε στο δρόμο θα τη μάζευε και θα τη φύλαγε στο θησαυροφυλάκιό του για να μη την έπαιρνε κανείς άλλος ξένος…. Το αγαπούσα κι εγώ το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, γιατί ήξερα πως κάθε δεκαρούλα και πενηνταράκι που μάζευα, το αποταμίευε στο θησαυροφυλάκιό του και όταν θα μεγάλωνα, το πενηνταράκι θα γινόταν ένα χρυσό νόμισμα….έτσι μου έλεγε ο πατέρας μου….έτσι έλεγαν όλοι οι πατεράδες στα παιδιά τους….

Μπαμμμμ! Ακούστηκε στη μέση του χωματόδρομου ένας κρότος  και έσκασε το λάστιχο στο σαραβαλάκι…Σκασμένος και ο Ντόναλντ, έβριζε στη παπιόγλωσσα τα δικά του, γιατί για να έβγαζε τη ρεζέρβα από κει που ήταν φυλαγμένη έπρεπε να ξεφορτώσει όλα τα μπαγκάζια…πολύ δουλειά και που όρεξη για τέτοια…καλύτερα να έπαιρνε έναν υπνάκο…κι ασε τα ανηψάκια να κάνουν όλες τις δουλειές….

Ανασκουμπώθηκαν οι μικροί τρεις ήρωες και κάνανε σπέσιαλ βουλκανιζατέρ, στο σκασμένο λάστιχο βάζοντας όλη τους τη τέχνη. Συνεχίσανε το ταξιδάκι τους στον εξοχικό δρόμο…

Ναι όλοι οι πρωταγωνιστές μου άρεσαν. Ο Μίκυ, ο πιο δραστήριος ποντικός της οικουμένης, ο πιο δίκαιος , συνεπής και ηθικός…ποτέ πονηριές, ποτέ λαμογιές, γνήσιος πολιτικός ,ύπερασπιστής  των αδυνάτων, μπροστάρης και φύλακας όλων, κοινωνικός, ελεήμων, νομοταγής μέχρι θανάτου, πιστός στη μοναδική του σχέση με τη Μίνυ και άψογο αφεντικό του Πλούτο, του σκύλου του. Συνεργάσιμος ντετέκτιβ με τους αρχιδικαστές, τους αστυνομικούς διευθυντές, με μόνο σκοπό τη πάταξη του εγκλήματος και της αδικίας, και τιμωρός κάθε ιταμής και ανόμου συμπεριφοράς….Το πρότυπο ενός κρατικού υπαλλήλου ή ενός πολιτικού άνδρα μέσα από το σκίτσο ενός μικρού ποντικού…. Τον αγαπούσανε όλοι το Μίκυ και μίλαγαν με υπερηφάνια γι αυτόν….Τον αγαπούσα κι εγώ το πολιτικό που υποστήριζε ο πατέρας μου, που μίλαγε πάντα γι αυτόν και τον εμπιστευόταν… έτσι κάνανε όλοι οι πατεράδες των φίλων μου.

Μ’ άρεσε ο Κύρος ο μικρός εφευρέτης…gyroΗ διάνοιά του που έκανε υπερήφανη όλη τη καρτουνίστικη οικογένεια….σκυφτός πάνω από τα σοφά βιβλία του,σκυφτός πάνω στο πάγκο στο εργαστήρι του με απέραντη γνώση, ταπεινός,φτωχός και τίμιος, φωτεινός παντογνώστης, σοφός….ξεχώριζε από όλους τους άλλους, με καινοτόμες εφευρέσεις που τις μοίραζε στην κοινότητα αφιλοκερδώς…. Τον θαυμάζανε όλοι τον Κύρο! Όλοι μίλαγαν γι αυτόν…όπως μίλαγε ο πατέρας μου με θαυμασμό κάθε φορά που διάβαζε στην εφημερίδα για κάποιο νεαρό συμπολίτη μας που διέπρεψε στην επιστήμη που διάλεξε να σπουδάσει κι έγινε σπουδαίος και τρανός…….

Μπαμμμμ! Μπαμμμ! Ακούστηκαν δυό απανωτοί κρότοι και πίσω από τους θάμνους του τοπίου, μπροστά από το αυτοκίνητο  πετάχτηκε ο Μαύρος Πητ. part23Φοβήθηκε ο Ντόναλντ, φρενάρισε απότομα, φύγανε και τα τρία ανηψάκια του από το καμπριολέ σαράβαλο με το φρενάρισμα και πέσανε πάνω στην αγκαλιά του Μαύρου Πητ. Είχε άλλους τέσσερεις συνεργάτες . Μαυροντυμένους λύκους. Ολόιδιους σαν τον Μαύρο Πητ….λές και ήτανε ξαδέλφια του….Όλοι θέλανε να κλέψουνε, να ληστέψουνε. Αδειάσανε τις τσέπες με τις μικρές οικονομίες των τριών μικρών προσκόπων, δώσανε μια κλωτσιά στον Ντόναλντ, βουτήξανε το αμάξι και φύγανε με ταχύτητα γυρνώντας πίσω στη πόλη για το Θησαυροφυλάκιο του θείου Σκρούτζ. Στο δρόμο κλέβανε τους ανήμπορους γέρους αρπάζανε τις τσάντες από τις γυναίκες….μέχρι και τα παγωτά που έτρωγαν τα παιδιά τους τα πήραν και τα φάγανε με λεμαργία οι ίδιοι…..

Ο θείος Ντόναλντ περπάταγε αργά αργά μαζί με τα τρία ανηψάκια του επιστρέφοντας και πάλι στη πόλη…Πάνε οι διακοπές σκεφτόντουσαν και η θλίψη χρωμάτιζε τα πρόσωπά τους…200px-Anipsia

Από μακριά έβλεπαν τη πόλη γεμάτη καπνούς εδώ κι εκεί. Ο Μαύρος Πητ έβαζε φωτιές σε μαγαζιά απειλούσε, λήστευε στο πέρασμά του. Το Θησαυροφυλάκιο φάνταζε από μακρυά στο πιο ψηλό σημείο της πόλης.

Δεν ανησυχούσαν και πολύ οι πάπιες….ήξεραν πως σε λίγο ο Μαύρος Πητ και η παρέα του θα μεταφέρονταν αλυσσοδεμένοι στις φυλακές….Ήξεραν πως στο κράτος των καρτούν το έγκλημα δεν περνάει. Υπάρχουν νόμοι, υπάρχει αστυνομία, υπάρχουν τα μέσα να αποκατασταθεί η τάξη…όλες οι πάπιες και τα άλλα ζωάκια ζουν σε μια ευνομούμενη πολιτεία……

Ένα ελικόπτερο της αστυνομίας πέταξε πάνω από τη πόλη. Μετά κι άλλο. Οι σειρήνες ακούγονταν από μακριά. Οι καπνοί έσβησαν. Το Θησαυροφυλάκιο παρέμεινε ανέπαφο….Μετά από λίγο μια κλούβα της αστυνομίας μετέφερε τους ληστές έξω από τη πόλη προς τις φυλακές….Η παρανομία είχε παταχθεί γι ακόμα μια φορά….Όλα τα ζωάκια και ο κόσμος ήταν χαρούμενοι….Lykoi_barks

Το μεγάλο Μίκυ Μάους, το περιοδικό με το γυαλιστερό εξώφυλο έπεσε από το χέρι μου. Τα βλέφαρά μου σφράγισαν μαζί με το αίσιο τέλος της μικρής ιστορίας. Κοιμήθηκα ευτυχισμένος.

Μα ξαφνικά άκουσα πυροβολισμούς. Φωνές τριγύρω. Φώναζε ο Ντόναλντ, φώναζε ο Νάσος, φώναζε ο Λιούι, πιο κάτω ο Ντιούι ο Νίκος και ο Χιούι…. Η Μίνυ έτρεχε απελπισμένη δίπλα από τη Λένα στο δρόμο και ρωτούσαν μήπως είδε κανείς το Μίκυ, ο Πλούτο σνιφάριζε μαζί με το κανίς της περιπτερούς τα πεζοδρόμια ψάχνοντας να βρει τα ίχνη του Μίκυ…

Μπαμμμμ! Ακούστηκε ένας δυνατός κρότος. Σπάσανε τζάμια, σπάσανε βιτρίνες…πήρε φωτιά ένα μαγαζί, καίγεται…Ο κόσμος φωνάζει Ο Κώστας βουτάει το γυιό του και τρέχει μακριά. Τον είχε πάει βόλτα.Η Κλάρα Μπελ και η Μαρία ήταν στο φούρνο, Η Μαρία παράτησε το ψωμί κι έτρεξε στο σπίτι που είχε αφήσει τα εγγονάκια της για λίγο μόνα. Θα στο φέρω εγώ της φώναξε η Κλαρα Μπελ.  Ο Γκαστόνε περνάει μπροστά από ένα προποτζήδικο , σκήβει και πιάνει ένα πενηντάευρο, που έπεσε από το Βαγγέλη που βγήκε τρέχοντας στο δρόμο για να δει με περιέργεια τι έγινε. Μόνον έτσι κερδίζεις από τα παιχνίδια του ΟΠΑΠ σκέφτηκε ο Γκαστόνε…και συνέχισε ήρεμος και απαθής το δρόμο του.

Μπαμμμ! Ακούστηκε ένας δεύτερος κρότος….Μα τι γίνεται.  Ο Γιάννης ο γυιός της Κάτιας πιάνει το Κύρο που σαστισμένος βγήκε από το εργαστήρι του να δει τι έγινε και τον περνάει απέναντι. Ο Γκούφυ τρέχει πανικόβλητος.Goofy Finger Πίσω τους πάει το εργαστήρι γκρεμίστηκε…πήρε φωτιά…καίγεται… μια μπόμπα είχε σκάσει στο πάνω όροφο του εμπορικού.

Ο Μαύρος Πητ.. !!!φώναξε μια γυναίκα. Ο Μαύρος Πητ… γύρισε ξανά…με τη συμμορία του. Λήστεψε τα μαγαζιά, Λήστεμε το Θησαυροφυλάκιο, τώρα το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο καίγεται….τα πήρανε όλα… Η συμορία του Μαύρου Πητ πήρε τις ωραίες μας δεκαρούλες που με τόσο κόπο μαζεύαμε εδώ και χρόνια…. Οι μικροί ήρωες τρέχανε να σωθούνε..φεύγανε μακριά…Μας άφησαν εμάς τους ανθρώπους μόνους. Τελευταία πέρασε και ο Μίκυ τρέχοντας με ένα σαραβαλάκι, φοβισμένος. Έψαχνε απεγνωσμένα να βρει τη Μίνυ να τη πάρει και να φύγουν για να σωθούν από την επέλαση του Μαύρου Πητ.

Η πόλη γέμισε με πολλούς Μαύρους Πητ και λύκους. Παντού σε κάθε στενό σε κάθε γειτονιά…Στα Υπουργεία, στις Τράπεζες , στα Σπίτια ….στη Βουλή….

Μπαμμμ!! Ακούστηκε ξανά πιο κοντά και βγήκα στο δρόμο να δω τι γινόταν. Έφευγε κι ο Μαύρος Πητ, τελευταίος κυνηγημένος , φοβισμένος από τους ληστές που γέμισε ο τόπος όλος. Αυτοί δεν ήταν Μαύροι σαν τον Μαύρο Πητ. Ήταν ξανθοί, κουστουμαρισμένοι,βόρειοι με σκυφτά τα κεφάλια και ψυχρά πρόσωπα. Κρατούσαν δερμάτινες τσάντες και μπένανε παντού. Κλείνανε συμφωνίες με απειλές, και μοίραζαν ψεύτικες ελπίδες στο κόσμο……δεν έβλεπα τα ελικόπτερα της αστυνομίας να πετούν πάνω από τη πόλη….δεν υπήρχαν κλούβες να τους μαζέψουν. Οι έντιμοι κρατικοί υπάλληλοι, οι πολιτικοί μας ήταν μαζεμένοι μέσα στη βουλή και κουβέντιαζαν τα δικά τους για να περάσει η ώρα. Δεν άκουγαν τι γινόταν έξω….δεν έβλεπαν πως έφευγαν όλοι οι μικροί μας ήρωες των περιοδικών του μικρού και του μεγάλου Μίκυ Μάους. Επεκράτησε ησυχία. Μια περίεργη ησυχία….μεσημεριανή….Άνοιξα τα μάτια μου. Δίπλα από το πρόσωπό μου μια εφημερίδα παρατημένη με τα πολιτικά δρώμενα…Ανάκληση της άδειας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου…έγραφε….και άλλα πολλά. Πάει και το Θησαυροφυλάκιο του θείου Σκρούτζ…σκέφτηκα…του δικού μας και αγαπημένου μας θείου. Πάει ο μεγάλος, δικός μας κουμπαράς…

Πάει ο Κύρος ο μικρός εφευρέτης, πάνε τα σοφά παιδιά μας, οι διάνοιές μας φεύγουν και πάνε αλλού.

Πέταξα την εφημερίδα, κι έκλεισα τα μάτια μου. Ήθελα να ονειρευτώ. Ήθελα να δω τον Μίκυ το χαμογελαστό ποντικό να έρχεται με τη παρέα του ξανά κοντά μας….Να γινότανε Πρωθυπουργός….ναι …ναι ο Μίκυ Πρωθυπουργός…!!!..Ήθελα το κρεβάτι μου να γεμίσει από περιοδικά με γυαλιστερά εξώφυλλα και  με περιπέτειες που πάντα έχουν αίσιο τέλος….images (2)

Advertisements

5 thoughts on “Ο ΜΙΚΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s