ΑΣΗΜΙ ΚΑΙ ΜΑΥΡΗ ΔΑΝΤΕΛΑ

ΑΣΗΜΙ ΚΑΙ ΜΑΥΡΗ ΔΑΝΤΕΛΑ

FIUMICINO – ROMAFCO Rome Fiumicino Airport - Garuda Indonesia Boeing 747-200 after takeoff_b

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013. Ώρα -02:10 ώρα Ιταλίας. Μια Lamborghini Gallardo ένα πανέμορφο γυαλιστερό όχημα της Ιταλικής Αστυνομίας περνάει τη γέφυρα του νησιού Sacra. Έρχεται από το κέντρο της Ρώμης αλλά φαίνεται σαν ένα αστέρι που έπεσε από τον ουρανό, και μόλις περνάει τη στενή γέφυρα πάνω από το Τίβερη ποταμό,στρίβει δεξιά και κινείται αργά, πολύ αργά κατά μήκος του ποταμού στη Viale Traiano.

Τα μπλε χαμηλά μπροστινά φώτα της Lamborghini, φωτίζουν το δρόμο απλώνοντας στην άσφαλτο της λεωφόρου το μυστήριο της νυχτερινής επίσκεψης στο Φιουμιτσίνο. Ένα μυστήριο κρύο σαν τη βραδιά τούτη που το λιγοστό χιόνι, όσο απόμεινε από τη πρωϊνή χιονόπτωση,καλύπτει  τη γη έως τις όχθες του Τίβερη κι ακόμα πιο μακριά, έως τις δυτικές ακτές του Fiumicino που βρέχονται από τη Τυρρηνική Θάλασσα.

Ο φάρος του αυτοκινήτου αναβοστήνει ρυθμικά,αθόρυβα σε μια σειρά από έντονα μικρά φώτα στην απόχρωση του μπλε ελεκτρικ, δίνοντας ανταύγιες και σκιές στα διπλανά κτήρια από τη μια μεριά και στα δέντρα και στα ψαροκάϊκα που είναι αραγμένα στις ακτές του Τίβερη από την άλλη.

Τα αεροπλάνα, το ένα μετά το άλλο προσεγγίζουν το Διεθνές Αεροδρόμιο της Ρώμης «Λεονάρντο Ντα Βίντσι» και φωτίζουν τον ουρανό πρόσκαιρα, και τις στέγες των χαμηλών σπιτιών του νησιου. Όλα γίνονται γρήγορα. Ο ήχος και το φως φτάνει , σ’ αγγίζει και φεύγει γρήγορα και σβήνει με μια προσγείωση. Και μετά άλλο αεροπλάνο, κι άλλο και πάλι άλλο που με το γρήγορο πέρασμά τους κατακοματιάζουν τη μοναξιά που κρύβει η νύχτα.

Η πολυτελής αστυνομική κούρσα κυλούσε αθόρυβα κατά μήκος της λεωφόρου Τραϊανού, αργά, πολύ αργά σαν κάτι να περίμενε. Και πράγματι σε λίγο από τη γέφυρα του νησιού πέρασε ένα περιπολικό των Καραμπινιέρων. Και μετά ένα μικρό βαν κι αυτό των καραμπινιέρων. Ακριβώς από πίσω ένα άλλο όχημα χωρίς διακριτικά μόνο με έναν κόκκινο στρογγυλό φάρο στην οροφή του. Τώρα τα φώτα γίνανε πολλά. Όλα τα οχήματα πλησιάσανε τη λιμουζίνα της αστυνομίας και συνεχίσανε τη πορεία τους μέχρι τη μεγάλη μαρίνα με τα πάμπολα αραγμένα ιστιοφόρα, στη πρώτη στροφή του δρόμου. Εκεί σταμάτησαν για λίγο. Περίμεναν ακόμα ένα. Σε λίγο είχε φτάσει κι αυτό. Ήταν ένα μικρό Ι.Χ. που στη κεραία του ειχε μια μικρή ελληνική σημαία. Ambrasciata greca έγραφε μια πινακίδα στο παρμπριζ και από κάτω Ελληνική Πρεσβεία. Ένα ζευγάρι περπατούσε στη προβλήτα της μαρίνας , πήγαινε προς ένα κότερο και βλέποντας τόσα φώτα να αναβοσβήνουν δίπλα από τη μαρίνα φώναξαν  με απορεία..Che cosa….?

Δεν πήραν απάντηση. Τα αυτοκίνητα έφυγαν γρήγορα και ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις..τα δύο μπήκαν στην Via Giorgio και τα άλλα δύο στη Via Marco Marzio.

Σε τέσσερα λεπτά βρισκόντουσαν όλα στη Via Paolucci Angelo στο νούμερο 20. Δυο φορές ακούστηκε σύντομα να αναστατώνει την ησυχία της γειτονιάς η σειρήνα του περιπολικού. Μετά μόνον τα φώτα από τους φάρους των αυτοκινήτων γύριζαν αδιάκοπα και φώτιζαν τη περιοχή με τα χρώματα της αγωνίας. Κάποιοι γείτονες βγήκανε με τις ρόμπες τους στις αυλόπορτες και ρώταγαν τους αστυνομικούς. Ο υπάλληλος της πρεσβείας επαναλάμβανε αργά, συλλαβιστά σε έναν αστυνομικό το όνομα μιας κοπέλας. ΣΟ ΦΙ Α   ΒΟ ΖΙ ΚΙΣ του έλεγε κι εκείνος για επιβεβαίωση επανέλαβε. SOFIA VOZIKIS…ΒΙΑ ΠΑΟΛΟΥΤΣΙ ΑΝΤΖΕΛΟ ΝΤΟΥΕ ΖΕΡΟ κι ο αστυνομικός επανέλαβε. Via Paolucci Angelo il numero  venti .

Δύο άτομα κατέβηκαν από το βαν με κάποια εργαλεία και ένα τρίτο με ένα σκύλο ειδικά εκπαιδευμένο για ανεύρεση θαμένων πτωμάτων και περίμεναν εντολές.

Το σπίτι ήταν διώροφο. Μεγάλο με πέτρινο μαντρωμένο κήπο και δύο υπέροχους μεγάλους φοίνικες.έναν μπροστά και ένα στο πίσω μέρος. Ιδιοκτησία του Ιωάννη Βοζίκη του πατέρα της Σοφίας. Το είχε κληρονομίση από τη Μητέρα του τη Σοφία Τακόνη  που έζησε τα περισσότερα χρόνια της στον Καναδά. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, αγόρασε αυτό το σπίτι στο Fiumicino της Ρώμης σ’ αυτή την όμορφη και πλούσια αριστοκρατική περιοχή. Στην εξώπορτα μια πινακίδα μπρούτζινη με διάγλυφα γράματα έγραφε Villa Sofia. Είχανε κι ένα ιστιοφόρο γιωτ με το ίδιο όνομα Sofia. Τις Κυριακές με τον άντρα της κάνανε εξορμήσεις στην ανοιχτή θάλασσα με αυτό. Όλη η δυτική πλευρά πλησίον των ακτών της περιοχής του Φιουμιτσίνο γέμιζε με ιστιοφόρα και κότερα κάθε λογής. Μικρά και μεγάλα, σύγχρονα και παλιά….με τα πανιά ανοιχτά ή κλειστά, πλέοντας στα ήρεμα νερά της Τυρρηνικής Θάλασσας από το πρωί έως τη δύση του ήλιου. Μια δύση που χρωμάτιζε τον ουρανό με σπάνιες αποχρώσεις ρίχνοντας τα χρώματα μακριά πέρα από τη Κορσική και τη Σαρδηνία.

Κάποιες φορές τύχαινε το σβήσιμο του ήλιου στο νερό να γίνεται ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο μεγάλα νησιά. Ανάμεσα στη Κορσική και τη Σαρδηνία….ένα Κυριακάτικο βράδυ μετά από ένα ολοήμερο ταξιδάκι με το γιωτ και μετά από μια καταπληκτική φωτογράφιση του ηλιοβασιλέματος γύρισαν στη μαρίνα του Φιουμιτσίνο. Την ώρα που ο  Πιερ, ο άνδρας της έδενε  το κότερο στο μώλο, μια ξαφνική αδιαθεσία τον έκανε κι έγυρε πάνω στη πλώρη του γιωτ. Εκεί άφησε έτσι αθόρυβα τη τελευταία του πνοή. Από τότε η Σοφία έπαψε να ασχολείται με τη ζωή. Κλείστηκε μέσα στο σπίτι και περίμενε το θάνατο, να έρθει να τη πάρει και να τη περάσει απέναντι. Από τη αιώνια μαγευτική Ρώμη που τόσο πολύ αγαπούσε, στη παραδεισένια αιωνιότητα. Η επίσκεψη αυτή  και το πέρασμα στο παράδεισο έγινε το χειμώνα του 2003.

Στο σπίτι αυτό της γιαγιάς της έμενε τα τελευταία πέντε χρόνια η Σοφία η εγγονή της εξ ου και το όνομά της.  Σπούδαζε στο πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης Θέατρο και Θέαμα…Αυτό το χρόνο τελείωνε τις σπουδές της και σχεδίαζε το μεταπτυχιακό της μέλλον .Ένα μέλλον που το συζήταγε με τους γονείς της όταν ερχόντουσαν κι αυτοί κατά διαστήματα στη Ρώμη και μένανε όλοι μαζί για λίγες μέρες κάθε φορά.

Ένας αστυνομικός άνοιξε την εξώπορτα της βίλας. Δεν ήταν κλειδωμένη. Δύο άλλοι με το σκύλο πέρασαν στο κήπο και ανάβοντας φακούς άρχισαν να ψάχνουν το χώρο παντού. Σε διάφορα σημεία του κήπου το χιόνι ήταν μαζεμένο σχηματίζοντας μικρούς λοφίσκους, σε άλλα σημεία ήταν αραιό έως ανήπαρκτο. Υγρασία και παγωνιά παντού. Όλοι περιμένανε με αγωνία να βρουν το πτώμα της Σοφίας. Να αναγνωριστεί από τον υπάλληλο της πρεσβείας που είχε μια φωτογραφία της, σταλμένη με φαξ από την διεύθυνση εγκληματολογικού της Αθήνας και αμέσως να ξυτυλιχτεί και το υπόλοιπο κουβάρι της υπόθεσης. Ένας άλλος αστυνομικός ανέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια της εισόδου της βίλας και με τη βοήθεια ενός άλλου και με διάφορα εργαλεία άνοιξαν τη κεντρική πόρτα. Πέρασαν μέσα και άναψαν τα φώτα. Παντού ησυχία. Το σπίτι ήταν καθαρό. Τίποτα δεν πρόδιδε πως μέσα υπήρχε κάποιο πτώμα. Το άψυχο σώμα της Σοφίας….Ο σκύλος στο κήπο μύριζε με βαθειές ανάσες και οι εκπνοές του γέμιζαν με χνώτο τη παγωνιά που είχε ξαπλώσει βαριά πάνω στο χιονισμένο χώμα…Δύο αστυνομικοί ακόμα που βγήκαν από το βαν, μια κοπέλα και ένας νεαρός μπήκαν στο σπίτι, έβαλαν πλαστικά γάντια , και τράβαγαν φωτογραφίες στους μεγάλους και άνετους χώρους του ισογείου.

Το σπίτι ήταν μεγάλο και είχε πάρα πολλά έπιπλα που πρόδιδαν με τη πρώτη ματιά, γούστο, χρήμα, αρχιτεκτονικό σχεδιασμό , ποιότητα και γνώση διακοσμητικής. Τίποτα δεν ήταν τυχαία τοποθετημένο πουθενά. Όλα ήταν μελετημένα, τοποθετημένα έτσι, σαν να έβλεπες τα στημένα σκηνικά μιας θεατρικής παράστασης του βασιλικού θεάτρου. Οι πινακες στους τοίχους έδιναν βάθος και άφηναν τον θαυμασμό στο κάθε ξεχωριστό έργο να ταξιδεύει μέσα στους δρόμους των τοπίων, να φεύγει μακριά και να χάνεται στα βάθη της σκέψης του καλλιτέχνη…An Alitalia plane approaches to land at Fiumicino International Airport in Rome

Ένα αεροπλάνο πέρασε πάνω από το σπίτι εκείνη την ώρα πηγαίνοντας για προσγείωση στο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, κι ο ήχος του μπήκε από την ανοιχτή πόρτα κι έκανε τα κρυστάλλινα ποτήρια στα ράφια της ξυλόγλυπτης, από ξύλο τριανταφυλλιάς, βιτρίνας να τρίζουν προσδίδοντας στην ατμόσφαιρα περισσότερο μυστήριο. Μην αγγίζετε τίποτα παρακαλώ είπε η κοπέλα αστυνομικός στον υπάλληλο της ελληνικής πρεσβείας που μπήκε εκείνη την ώρα στο σπίτι. Εκείνος έτριψε τα χέρια του για να τα ζεστάνει  και μονολόγησε δυνατά με απορία, μη περιμένοντας απάντηση, «μα εδώ είναι ζεστά».  Γύρισαν όλοι και κοιταχτήκανε. Πράγματι η ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι ήταν ζεστή. Το σπίτι θερμαίνεται με θερμοσυσσορευτές γύρισε και είπε ο αστυνόμος, που παρατηρουσε κάποιο ζωγραφικό πίνακα, προς όλους κόβοντας στη ρίζα κάθε ανόητη σκέψη που σαν παραφιάδα πήγαινε να πεταχτεί από τους νέους και άπειρους του επαγγέλματος. Δουλεύουν αυτόματα με ηλεκτρικό ρεύμα. Εάν το πτώμα δεν βρεθεί στο κήπο, τότε είναι στο πάνω πάτωμα. Κάνετε γρήγορα. Τελειώνετε. Δεν θα φάμε όλη τη βραδιά εδώ. Ξέρουμε ότι η Σοφία Βοζίκη είναι νεκρή. Ξέρουμε το δολοφόνο. Απομένει να βρούμε το πτώμα, και τον τρόπο που τη σκότωσε…..Τελειώνετε.

Στο κάτω πάτωμα δεν βρέθηκε το πτώμα της Σοφίας. Ούτε στο κήπο βρέθηκε τίποτα. Ενημερώθηκε ο αστυνόμος που φώναξε προς όλους,  πάμε… επάνω….

Στο βάθος του ισογείου, στη συνέχεια της μεγάλης σάλας υπήρχε το παλιό γραφείο του παππού. Δίπλα μια ξύλινη ημικυκλική σκάλα οδηγούσε στο πάνω όροφο. Ένα νιαούρισμα ακούστηκε αχνό και μια γκρίζα γάτα εμφανίστηκε στη σκάλα. Άρχισε να κατεβαίνει αργά αργά παρατηρώντας τους επισκέπτες έναν έναν, ψάχνοντας μέσα σ’ αυτούς τον πιο ιδανικό να πάει στα πόδια του να γουργουρίσει και να τριφτεί , να νοιώσει ένα ζεστό χάδι….

Η αστυνομικός τράβηξε τη τελευταία φωτογραφία στο ισόγειο. Σ’ αυτή φαινόταν η ξύλινη ημικυκλική σκάλα, ο αστυνόμος με τη ξεκούμπωτη καπαρντίνα του, ο υπάλληλος της ελληνικής πρεσβείας και η γκρίζα γάτα που κατέβαινε αργά τα φαρδιά σκαλοπάτια. Μέχρι εκεί έφτανε το στιγμιαίο φως του φλας. Όλα τα υπόλοιπα θα ήταν πνιγμένα στο σκοτάδι.

Πριν από δύο εβδομάδες η Σοφία ήταν στην Αθήνα. Ήρθε είδε τους δικούς της που φεύγανε για χειμερινές διακοπές στο Τορόντο. Εκεί θα τακτοποιούσαν  κάποιες εκκρεμότητες που σχετίζονταν με κληρονομικά από τους γονείς του πατέρα της. Ήταν κάποιες τυπικές λεπτομέρειες που μπορούσαν να τακτοποιηθούν με ένα απλό πληρεξούσιο, αλλά εκείνοι προτίμησαν να πάνε οι ίδιοι στο Καναδά για να δουν και τους αγαπημένους μακρινούς συγγενείς  τους.

Στην Αθήνα η Σοφία εκτός από τους γονείς της είδε και τη φίλη της τη Νέλλη. Συναντήθηκαν στο σπίτι της Σοφίας στο Μαρούσι. Εκεί της έδιξε ένα σπάνιο βραχιόλι, μοναδικό κόσμημα, χειροποίητο που της είχε χαρίσει η γιαγιά της. Το φόραγε συνέχεια και ήξερε πως σαν αυτό δεν υπάρχει άλλο. Ήταν φτιαγμένο από ασήμι και μαύρη δαντέλα. Η Νέλλη το είδε με ενδιαφέρον και το επεξεργάστηκε στα χέρια της, το φόρεσε , ποζάρισε με αυτό και το θαύμασε γιατί πραγματικά ήταν κάτι εντελώς μοναδικό και σπάνιο βραχιόλι. Δεν είχε ξαναδεί άλλο σαν κι αυτό.

Μιλήσανε για τις σπουδές τους. Για τα φλερτ τους και τις μικρές περιπέτειες, για τις αγωνίες τους για τα μελλοντικά σχέδιά τους…έπειτα πήγαν σε ένα καφέ κι εκεί είπαν ακόμα περισσότερα. Κάποια στιγμή η Σοφία έβγαλε από τη τσάντα της μια φωτογραφία ενός όμορφου αγοριού. Αυτός είναι ο Κωνσταντίνος, είπε στη Νέλλη. Τον λατρεύω. Είμαστε συμφοιτητές . εκείνος πάει για σκηνοθέτης. Άσε ταλέντο. Όλοι έχουν να λένε για τη πρόοδό του. Κρατούσε τη φωτογραφία στις άκρες των λεπτών δαχτύλων της για να μην αφήσει δαχτυλιές πάνω σ’ αυτή. Με το άλλο χέρι κρατούσε τη τσάντα της.

Η Νελλη με το καλλιτεχνικό της μάτι εβγαλε τη μηχανή και τράβηξε ένα κοντινό πλάνο με λαχτάρα. Τη Σοφία ντυμένη με μαύρο φόρεμα,με γυμνούς τους ώμους, στο ένα χέρι τη τσάντα να τη κρατά από πάνω σφιχτά και τα δάχτυλά της με τα γυαλιστερά νύχια της να φαίνονται σαν μια αγκράφα σαν ένα τέλειο κούμπωμα, στο άλλο τη φωτό με το χαρακτηριστικό κράτημα, και στο χέρι της περασμένο το σπάνιο και μοναδικό βραχιόλι με τη μαύρη δαντέλα. Όλες οι αποχρώσεις του γκρι μέχρι το ένα και μοναδικό μαύρο….

Έπειτα η Νέλλη πήρε τη φωτογραφία με την ίδια προσοχή από το χέρι της Σοφίας και μελέτησε τη μορφή του Κωνσταντίνου. Η Σοφία της έλεγε τα καλύτερα γι αυτόν. Η Νέλλη όμως είχε βγάλει τα δικά της συμπεράσματα. Δεν της είπε τίποτα αλλά κάτι δεν της άρεσε στην όψη του. Της φαινόταν βίαιος τύπος , κακός, γεμάτος ψέμματα , επικίνδυνος. Ποτέ δεν έπεφτε έξω η Νέλλη. Από μια φωτογραφία καταλάβαινε πολλά. Αλλά αυτό ήταν το μοναδικό της μυστικό , κρυφό από όλους , ατομικό. Δεν το είχε πει πουθενά, ότι ήταν ένα τέλειο πραγματικό μέντιουμ . Υπέφερε κάθε φορά που έβλεπε κάτι ύποπτο και άσχημο. Ήξερε το άσχημο τέλος μιας ιστορίας αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι να το σταματήσει ή να το αλλάξει.  Ποιος θα πίστευε ένα μέντιουμ…σκεφτόταν….

Και τώρα που είναι ο Κωνσταντίνος ρώτησε η Νέλλη. Στο σπίτι μου στην Ιταλία. Θα μένουμε μαζί για όσο καιρό οι γονείς μου θα είναι στον Καναδά. Αύριο το πρωϊ φεύγουν. Πάνε στο Τορόντο σε μια θεία μου. Και μεθαύριο φεύγω κι εγώ για Ρώμη. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ ανηπομονώ να πάω σπίτι. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ όμορφα νοιώθω που με περιμένει ο Κωνσταντίνος στο σπίτι. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ερωτευμένη είμαι….

Ήπιανε το καφέ τους, τα είπανε και χαιρετιστήκανε με φιλιά και ευχές για σύντομες συναντήσεις. Να προσέχεις αγάπη μου είπε η Νέλλη στη Σοφία. Πάντα τη φώναζε αγάπη μου και πάντα ένοιωθε την ανάγκη όταν χωρίζανε έστω και για λίγο να της λέει «να προσέχεις»

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013 Μαρούσι  ώρα  19:00 τοπική. Η Νέλλη βγαίνει από το μπάνιο λουσμένη με μια πετσέτα τυλιγμένη στα μαλιά της και φορά το ροζέ μπουρνούζι της που το έχει σφιχτά δεμένο στη μέση της. Πάει μπροστά στο καθρέφτη και σκουπίζει τα μαλιά της πότε από τη μια μεριά και πότε από την άλλη, φέρνοντάς τα κάθε τόσο όλα μπροστά και μετά όλα πάλι πίσω….

Ένα ηχητικό σήμα στον υπολογιστή της της υπενθυμίζει ότι έχει εισερχόμενο μήνυμα και πάει για να το διαβάσει. Με έκπληξη βλέπει επιτέλους ότι είναι απάντηση από τη Σοφία. Είχε μια εβδομάδα που της έγραφε συνέχεια και δεν έπαιρνε απάντηση. «Είμαι καλά, έχω πολύ διάβασμα. Γι αυτό δεν σου γράφω. Είμαι με τον Κωνσταντίνο . είμαι ευτυχισμένη . Το κινητό μου προσωρινά δεν λειτουργεί. Πολλά φιλιά  Σοφία».

Η Νέλλη σκούπιζε τα μαλιά της και σκεφτόταν πόσο διαφορετικό ήταν αυτό το μήνυμα της φίλης της, από όλα τα άλλα που πάντα της έγραφε. Λες και δεν το είχε γράψει η ίδια. Πόσο πολύ αλλάζει ο έρωτας τον άνθρωπο σκέφτηκε και άρχισε να ετοιμάζεται για την απογευματινή της έξοδο.

Σε λίγο ήταν έτοιμη για το ραντεβού της. Θα πέρναγε απ το σπίτι  η Κάτια μια φίλη της και θα πήγαιναν στη πλατεία του Αμαρουσίου περπατώντας, για καφέ . Κοίταξε το πρόσωπό της στο καθρέφτη και πρόσθεσε στα χείλη της μια απάλή ανταύγεια από το κραγιον της. Από το καθρέφτη είδε τη φωτογραφία της Σοφίας που ήταν πάνω στο γραφείο της. Σαν να τη φώναξε μια φωνή από εκεί…..Πήγε κοντά και πήρε τη φωτογραφία στα χέρια της. Η Σοφία στο κοντινό πλάνο με το μαύρο φόρεμα, να κρατά τη τσάντα της με το ένα χέρι και με το άλλο τη φωτογραφία του Κωνσταντίνου φορώντας το σπάνιο και μοναδικό βραχιόλι με τη μαύρη δαντέλα. Μέσα από αυτή τη φωτογραφία άκουσε να έρχονται φωνές. Άκουσε τσακωμούς με λόγια γεμάτα μίσος και βίαια χαστουκίσματα, πάλη σώμα με σώμα…άκουσε ένα σπαρακτικό ουρλιαχτό, έπειτα ησυχία …κι έπειτα μια σταγόνα αίμα έσταξε πάνω στη μαυρόασπρη φωτογραφία. Τελευταία άκουσε το αχνό νιαούρισμα μιας κρυμμένης γάτας.

Χτύπησε το κουδούνι. Ήτανε η Κάτια. Περίμενε στην είσοδο. Πόσες και πόσες φορές είχε ζήσει τέτοιες στιγμές η Νέλλη. Πόσες φορές είχε δει το κακό…μέσα από μια φωτογραφία χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα για να αλλάξει το πεπρωμένο….

Τόνισε το χρώμα του χλωμού προσώπου της με λίγο ρουζ κι έφυγε γρήγορα να συναντήσει τη Κάτια.

Περπατούσαν κατηφορίζοντας την οδό Θεμιστοκλέους και σε λίγο θα πίνανε μια ζεστή σοκολάτα σ ένα καφέ στη πλατεία Ευτέρπης. Η Νέλλη προσπαθούσε να διώξει τις φωνές της φωτογραφίας και η Κάτια της έλεγε τα νέα της από τη τελευταία εκδρομή που είχε πάει πριν λίγες μέρες στην Αράχωβα.

Πίνανε τη ζεστή σοκολάτα τους όταν η ματιά της Νέλλης έπεσε σε μια άγνωστη κοπέλα που καθόταν στο βάρος της καφετέρειας. Ήταν ντυμένη με μαύρο στενό φόρεμα και στο ένα της χέρι φορούσε ένα μαύρο βραχιόλι φτιαγμένο από ασήμι συνδιασμένο με μαύρη δαντέλα. Αυτό το βραχιόλι που είχε φτιάξει η γιαγιά της Σοφίας στο Καναδά πρίν από χρόνια….αυτό το βραχιόλι που θα αναγνώριζε μέσα σε εκατοντάδες άλλα με τη πρώτη ματιά αφού ήταν κάτι μοναδικό κάτι ξεχωριστό. Αυτό το βραχιόλι με τη μαύρη δαντέλα. Ένας κρύος άνεμος αγκάλιασε το κορμί της και πήρε από δίπλα της τη διπλωμένη ζακέτα της και την έριξε πάνω της. Η ματιά της τώρα έκανε και τη Κάτια να αναρωτηθεί τι συμβαίνει. Τι έχεις ; τι σου συμβαίνει; Τη ρώτησε…

Ένα λεπτό αργότερα μια μαχαιριά έπεσε πάνω της να την αποτελειώσει. Ο Κωνσταντίνος μπήκε στη καφετέρεια. Ήταν όμορφος όπως τον είχε περιγράψει η Σοφία . Προχώρησε  στο βάθος και συνάντησε τη κοπέλα με το μαύρο βραχιόλι. Έσκυψε και τη φίλησε. Εκείνη του έδειξε το χέρι της ποζάροντας το βραχιόλι που της ειχε δωρήσει……

Πρέπει να φύγω αμέσως είπε σχεδόν άφωνα η Νέλλη στη Νάντια. Θα σου πω αύριο τι συμβαίνει.

Σε λίγο βρισκόταν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής . τα εξιστόρησε όλα βιαστικά . Προλάβετε…είπε στους αστυνομικούς .Πριν φύγει από τη καφετέρεια. Ειδοποιείστε την ιντερπολ, την ιταλική αστυνομία. Αυτός σκότωσε τη φίλη μου. Τη Σοφία Βοζίκη. Κατοικεί στο Φιουμιτσίνο στη Ρώμη. Οδό Παολουτσι Άντζελο είκοσι. Εκεί θα βρούνε το πτώμα της…..τους είπε για το μήνυμα στον υπολογιστή, πριν από λίγη ώρα, τους είπε για το κινητό που μέρες τώρα την έπαιρνε και δεν απαντούσε, τους είπε για το βραχιόλι με τη μαύρη δαντέλα….. Η ώρα είχε πάει τρεις τα ξημερώματα και η Νέλλη περίμενε τα νέα από την Ιταλία. Οι ελληνικές αρχές βρισκόντουσαν σε συνεχή  ανοιχτή επικοινωνία με τις ιταλικές και με την ελληνική πρεσβεία της Ρώμης.

Προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με τους γονείς της Σοφίας αλλά δεν είχαν πάρει ακόμα απάντηση από το ελληνικό προξενείο του Τορόντο.

Τον Κωνσταντίνο δεν τον πρόλαβαν στη καφετέρεια. Όταν πήγαν οι αστυνομικοί, αυτός και η κοπέλα του είχαν φύγει…..

……Ο Αστυνόμος χάϊδεψε τη φοβισμένη γκρίζα γάτα, τη πήρε αγκαλιά και ανέβηκε αργά τη ξύλινη ημικυκλική σκάλα της βίλας. Ακολούθησαν και οι άλλοι. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας της Σοφίας ήταν μισάνοιχτη. Από εκεί είχε βγει η γάτα της. Με το παπούτσι του χωρίς να ακουμπήσει πουθενά τα χέρια του έσπρωξε τη πόρτα.

Το κρεβάτι ήταν στρωμένο και τα σκεπάσματα άθικτα. Τα έπιπλα κανονικά στη θέση τους. Η Σοφία ήταν γυρμένη πάνω στο γραφείο της και τα μαλιά της απλωμένα καλύπτωντας το αριστερό μπράτσο της μέχρι και το καρπό της που είχε περασμένο ένα όμορφο κόσμημα. Ένα βραχιόλι από ασήμι και μάυρη δαντέλα. Κάτω από τις παλάμες της γραμμένες κόλλες χαρτιού πολλές με σημειώσεις και διορθώσεις  παντού με κόκκινο μελάνι δίπλα από τα πρόχειρα χειρόγραφα. Μια λάμπα κυρτή κι αυτή φώτιζε τα χέρια της και τις κόλλες με τα γραπτά της.  Πιο κει σκιά. Παντού σκιά μέσα στο δωμάτιο. Μα δίπλα της τώρα που τα μάτια του αστυνόμου συνήθισαν να βλέπουν στο σκοτάδι, είναι ένας άντρας . Πέρα από το φως της λάμπας στη σκιερή πλευρά του γραφείου ο άγνωστος άντρας κι αυτός πάνω στο γραφείο, ακίνητος άψυχος….

Ένας ήχος μακρινός από ένα αεροπλάνο που έρχεται για προσγείωση στο Φιουμιτσίνο, δυναμώνει σιγά σιγά μέχρι που γίνεται πολύ δυνατός . τραντάζει τα πράγματα παντού μέσα στο σπίτι. Η Σοφία ξυπνάει και σαστισμένη φωνάζει. Ξύπνα Κωνσταντίνε . Ξύπνα αγάπη μου. Μας πήρε ο ύπνος. Πρέπει να κάνω κανα δυο διορθώσεις ακόμα και έπειτα να τα καθαρογράψω. Θέλω η εργασία μου να είναι τέλεια…αύριο πιστεύω να σκίσω……

Πάω να φτιάξω δυο δυνατούς καφέδες και έρχομαι είπε ο Κωνσταντίνος. Φίλησε τρυφερά τη Σοφία και κατέβηκε στη κουζίνα. Πίσω του έτρεξε η Πούσκα. Η γκρι λατρεμένη γάτα της Σοφίας.

Την ώρα που ο Κωνσταντίνος ανέβαινε με τους καφέδες χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού. Ποιος νάναι τέτοια ώρα αναρωτήθηκε η Σοφία. Σήκωσε το ακουστικό και ο πατέρας της με τρομερή αγωνία αναστατωμένος τη ρώταγε αν είναι καλά. Αν κινδυνεύει από τίποτα….εκείνη τον καθησύχασε διαβαιβεώνοντας πως είναι καλύτερα από κάθε άλλη φορά.  Αύριο το μεσημέρι παρουσιάζω την εργασία μου του είπε. Πιστεύω να τα πάω καλά. Έπειτα μίλησε με τη μητέρα της. Εκείνη έκλεγε που ήταν μακριά από την αγαπημένη της κόρη. Μας πήραν από τη πρεσβεία παιδί μου. Μας αναστάτωσαν ….φαίνεται λάθος έγινε…κάποιο λάθος..

Μιλάγανε για αρκετή ώρα. Στο τέλος πολλά φιλιά και η γραμμή έκλεισε. Η Σοφία έκανε τις τελευταίες διορθώσεις τράβηξε τις τελευταίες κόκκινες μολυβιές και απόλαυσε το καφέ της στην αγκαλιά του Κωνσταντίνου.

Ο ήχος ενός αεροπλάνου που προσέγγιζε το αεροδρόμιο άρχισε να ακούγεται από μακριά… η Σοφία ακολουθόντας την αυξανόμενη ένταση του ήχου φώναζε σ’ αγαπώωωωωω και δυνάμωνε τη φωνή της μέχρι που κι ο Κωνσταντίνος απάντησε με δυνατή φωνή κι εγώ σ’ αγαπώωωωωωωωωω. Ένα αγαπώ που το κράτησε σβήνοντας σιγά σιγά τη φωνή του μέχρι τη προσγείωση του αεροπλάνου στο διεθνές αεροδρόμιο του Fiumicino το «Λεονάρντο Ντα Βιντσι».

Advertisements

8 thoughts on “ΑΣΗΜΙ ΚΑΙ ΜΑΥΡΗ ΔΑΝΤΕΛΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s