ΟΙ ΣΙΛΟΥΕΤΕΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ – LAS SILUETAS DE LAS ALMAS

Las siluetas de las almas – Οι σιλουέτες των ψυχών – The silhouettes of souls – Les silhouettes des âmes

12611567

κι αν θες να φύγεις ψυχή μου, πες το μου νωρίς για να προλάβω να σε παω στο φάρο του Ηρακλή.Αυτός θα σου φέξει το δρόμο για τον ωκεανό.Κι αν οι αποσκευές σου είναι βαριές, απ’ όσα έχεις ζήσει εδώ κι έχεις μαζέψει,οι γλάροι και τα άλλα θαλασσοπούλια θα σε βοηθήσουν να πετάξεις.Μόνο το πόνο θ’αφήσεις πίσω σου…Όλα τα άλλα θα τα πάρεις μαζί σου…Όλα….

 

LONDON  1998

Ήταν Σάββατο απόγευμα 28 Νοεμβρίου και μια ομάδα φοιτητών περπάταγε ανάμεσα στα πολύχρωμα δελεαστικά παιχνίδια του μεγάλου λούνα παρκ στο Λονδίνο.

Έτσι βγήκαν για να ξεφύγουν λίγο από τη ρουτίνα, το διάβασμα, να δουν λίγο κόσμο, να μιλήσουν και  να γελάσουν σαν παιδιά, με αυτά που σαν πρόωροι ξενητεμένοι εργένηδες τα αγόρια και σαν ξενητεμένες σπουδάζουσες νύφες τα κορίτσια, βιώνανε στα κρύα παλιά νοικιαζόμενα  κτήρια της πόλης.

Λίγο ποπ κορν στα χάρτινα κυπελάκια, πολλά αστεία και πολλά γέλια. Μα πάρα πολλά γέλια ανακατωμένα με τη μουσική των μεγαφώνων και τις φωνές του κόσμου που ζέσταιναν τη κρύα ατμόσφαιρα εκείνου του απογεύματος.

Ο ουρανός γεμάτος από μικρά σύννεφα σαν τα ανθισμένα βαμβάκια του αγρού, άρχισε να παίρνει τα χρώματα του δειλινού κι αυτά αλλού γίνανε κόκκινα, αλλού σιελ κι αλλού πορτοκαλοκίτρινα. Μα τι όμορφιά είναι αυτή, φώναξαν τα κορίτσια της παρέας δείχνοντας τον ουρανό και με ένα μεγάλο Α!!!  παρατεταμένου, λίγο από πραγματικό θαυμασμό και λίγο από ειρωνία ως προς την γυναικεία ευαισθησία,  ακούστηκε από την ρομαντική αντροπαρέα και ακολούθησε ένα εξαντλητικό ομαδικό γέλιο.

Έβλεπαν τις κούνιες, τις αλυσίδες , τα σφυριά και τις ρόδες  και περπάταγαν ανάμεσα στο μαγεμένο πλήθος του κόσμου. Στο μαγεμένο πλήθος του Λούνα Παρκ.

Πέρασε η ώρα , το έντονο φως του ουρανού έσβησε αργά και τη θέση του πήραν τα φώτα του Λονδίνου. Φώτα παντού, γεμάτα ζωή και χρώμα.

Μα όπου η σκιά απλώνεται μες στα στενά, πίσω από τις μεγάλες λάμπες, πίσω από τις πέτρινες μάντρες και πίσω από τα φωτισμένα αγάλματα των κήπων, στις πλατείες, παραμονεύει το μυστήριο. Ένα μυστήριο τοπικό, Λονδρέζικο, που νοιώθεις πως αναβλήζει κάθε νύχτα μέσα από τα παγωμένα νερά του Τάμεση, σκαρφαλώνει στις πέτρινες όχθες και διοχετεύεται μέσα στη τεράστια πόλη σαν μια μόνιμη νυχτερινή απειλή.  Φαίνεται νάναι κινηματογραφικό ή σαν από θέατρο βγαλμένο, με φωτισμό άσπρο πάνω σε μαύρο βελούδο, φαίνεται τόσο ανθρώπινο μυστήριο…που πλανάται σαν τη σκέψη του συγγραφέα που οσφραίνεται το κακό που αυτός πρόκειται να γράψει.

Ένα τελευταίο ομαδικό γέλιο ακούστηκε από τη παρέα. Κι ύστερα έπεσε σαν δόλωμα η ερώτηση «δεν πάμε για κανένα ποτάκι». Μια ερώτηση που έμοιαζε ρητορική και  ξεστομίστηκε από τα κορίτσια φτάνοντας στην έξοδο του Λούνα Παρκ. Και βέβαια θα πάμε ήταν η απάντηση. Μετά από τέτοια δίψα που είχαν όλοι από τα αλμυρά ποπ κορν, θέλανε να πιουν μπόλικο νερό και μετά, ο καθένας να απολαύσει το ποτό του. Έτσι κι αλλιώς αύριο είναι Κυριακή, είπαν όλοι. Το διάβασμα ξεκινάει μετά τις δύο το απόγευμα, θα κοιμόμαστε όλη μέρα…. Ας ξενυχτίσουμε και λίγο.Συμφώνησαν  και φύγανε για το πλησιέστερο μπαράκι.

Περνώντας τη πύλη της εξόδου του Μεγάλου Λούνα Παρκ, στη δεξιά πλευρά σε ένα τεχνικά  ημισκοτεινό μυστηριακό περιβάλλον υπήρχε στημένο σαν φινάλε της όλης διαδρομής, ένα ηλεκτρικό μηχάνημα που μέσα από τη τζαμένια βιτρίνα του, φάνταζε μια μαντηλοφορεμένη γυναίκα που στα χέρια της κρατούσε τη μαγική γυάλινη σφαίρα και προφήτευε το μέλλον των ανθρώπων. Με μια λίρα υποσχόταν το μηχάνημα πως το μέλλον θα διαγραφόταν με κάθε λεπτομέρεια και θα τυπωνόταν και πάνω σε μια κάρτα,αρκεί να τοποθετούσε ο ενδιαφερόμενος το δεξί του χέρι πάνω  στη σχετική με τη παλάμη ένδειξη.

Από τη παρέα διασπάστηκε ο Κάστωρ. Προχώρησε προς το μηχάνημα, έβλαλε μια μεταλλική λίρα και την έριξε στη μπρούτζινη υποδοχή. Η παρέα κοντοστάθηκε σιωπηλή στην απέναντι πλευρά της πύλης περιμένωντάς τον. Η μαντηλοφορεμένη γυναίκα κινήθηκε άγαρμπα στο λιγοστό χώρο που ήταν κλεισμένη καταναλώνοντας αλόκοτες τάσεις  από ηλεκτρικό ρεύμα, η γυάλινη σφαίρα άναψε με περίεργα χρώματα γαλάζιου και λευκού και μια φωνή που έβγαινε βαρειά μέσα από το κεντρικό ηχείο στο κάτω μέρος της συσκευής ρώτησε δυνατά “What is your name?” Castor..απάντησε ο Κάστωρ με επίσης δυνατή φωνή ενώ η υπόλοιπη παρέα ξεκαρδίστηκε στα γέλοια….τότε έγινε το διάβασμα στη παλάμη του Κάστωρα. Και μετά από δευτερόλεπτα, η όψη της γυναίκας έγινε ανησυχητική, τα μάτια της κοκκίνησαν , το μηχάνημα τραντάχτηκε και μέσα από μια σχισμή της ξύλινης κονσόλας πετάχτηκε μια τυπωμένη καρτέλα με το σχέδιο μιας παλάμης και με ένα κατεβατό ολόκληρο που έγραφε για το μέλλον του Κάστωρα….Μα κάτω κάτω στη κάρτα με κεφαλαία έντονα γράμματα έγραφε CASTOR YOU ARE A FUTURE KILLER. Ο Κάστωρ διάβασε με προσοχή τη κάρτα. Ταράχτηκε με τα τελευταία λόγια. Τα μάτια της γυναίκας στη τζαμένια βιτρίνα ήταν ακόμα κόκκινα. Η ψεύτικη αυτή διεισδυτική ματιά σκοτείνιασε τη διάθεση του Κάστωρα και  χαράχτηκε στη μνήμη του για πάντα…xubeem251a

Προσποιήθηκε στη παρέα του πως η κάρτα έλεγε βλακείες πως τάχα θα παντρευτεί και θα κάνει οχτώ παιδιά και είπε ψέματα πως τη πέταξε, ενώ στη πραγματικότητα την είχε βάλει στην εσωτερική τσέπη του παλτού του. Όμως το μυστήριο μέσα από το Τάμεση είχε βγει, είχε απλωθεί αθόρυβα μες στις σκοτεινές πτυχές της πόλης, είχε φτάσει και είχε χωθεί μες στη σκοτεινή τσέπη του, μες στη σκοτεινή διάθεσή του, μες στο μυαλό του. Το σκοτεινό μυαλό ενός μελλοντικού δολοφόνου.

Μαζί με το μυστήριο ειχε απλωθεί η παγωνιά παντού. Μπήκαν όλοι στο ζεστό γωνιακό  café bar και πιάσανε τρία συνεχόμενα τραπέζια για να βολευτούν. Ο Κάστωρ με τη Σοφία Ο Φαίδων ο συγκάτοικος του Κάστωρα με την Νόρα τη συγκάτοικο της Σοφίας, ο Νίκος με τη Τζουντη την σκοτσέζα από το Salom Voe που συζούσαν και ο Ρίχα (από το Ριχάρδος) με την Ελεάνα που ήταν οι πιο οικονομημένοι της παρέαςκαι μένανε σε ξεχωριστά διαμερίσματα… Νερό φώναξε ο Ρίχα στη σερβιτόρα που ήρθε να πάρει τη παραγγελία. Φέρε μας από ένα μπουκάλι στο καθένα.

Διψάμε σαν άλογα μετά από κούρσα στον ιππόδρομο είπε. Κάνανε και τις επι μέρους ατομικές επιλεκτικές παραγγελίες για τα ποτά τους και άρχισαν τη χαμηλόφωνη φιλική κουβεντούλα. Η Σοφία παρήγγελε καφέ, γύρισε και φίλησε το Κάστωρα. Πλάγιασε πάνω του και τρίφτηκε σαν γάτα που ψάχνει ζεστασιά. Εκείνος τη κοίταξε περίεργα. Μετά κοίταξε όλους από τη παρέα έναν έναν . Σκεφτόταν ποιος θα ήταν το πρώτο του θύμα. Έβγαλε το παλτό του γιατί ζεστάθηκε αρκετά. Μετά έψαξε στις εξωτερικές τσέπες για το μικρό κομπολογάκι του. Μα στη μια τσέπη έπιασε ένα κορδώνι. Το έβγαλε το ξετίλυξε. Ήταν ένα μεταξωτό γερό κορδώνι που χρησίμευε για τη κουκούλα του παλτού . Ήταν αρκετά μεγάλο και το έφερνε βόλτες τυλίγοντας τις παλάμες του, μα άφηνε πάντα μια απόσταση μεταξύ των χεριών του, ικανή για να αιφνιδιάσει με ταχύτητα και να το τυλίξει με τεχνική, ίσως στο τρυφερό λαιμό μιας νεαρής γυναίκας.

Ενώ έπιναν όλοι το ποτό τους ο Κάστωρ έβλεπε τη Σοφία ανέμελη κι ανυποψίαστη να γλύφει το κουταλάκι του καφέ που ανακάτευε επί ώρα μέχρις ότου λειώσει εντελώς η ζάχαρη και σκεφτόταν πως άμα το άφηνε στο τραπέζι, θα ήταν η ιδανική στιγμή για να της επιτεθεί. Μετά θα ακολουθούσε πανικός. Θα πεταγώταν έξαλος ο Φαίδων για να τον αφοπλίσει, μα εκείνος θα έσπαγε το γυάλινο ποτήρι πάνω στη μαρμάρινη επιφάνεια του τραπεζιού και με το κοφτερό απομεινάρι θα απειλούσε να του κόψει το λαρύγγι, μετά θα απειλούσε το Νίκο, το Ρίχα, την Ελεάνα τη Νόρα….Μετά θα άδειαζε από φόβο όλο το καφέ με φωνές και συνοστισμό και θα έμενε μόνος του με το θύμα του και θα απολάμβανε τη μυστηριακή τελετή ενός αληθινού δολοφόνου. Τώρα έβλεπε χωρίς να μιλά τα θύματά του. Κρατούσε το πρώτο όπλο στα χέρια του. Ένα όπλο που μέχρι πρότεινος ήταν ένα απλό κορδώνι που έδενε τη κουκούλα στο παλτό του όταν ο καιρός ήταν βροχερός….

Η βραδιά τελείωσε αργά, με τη λογική ενός πανεπιστημιακού φοιτητή . Ένα Σάββατόβραδο στο Λονδίνο είχε γίνει πλεον γλυκειά αναμνηση, το επόμενο θα αποτελούσε μια ελπίδα ίσως για κάτι καλύτερο. Έτσι πέρναγαν οι μέρες στο φοιτητικό Λονδίνο με ελπίδες και αναμνήσεις μετρώντας το ένα Σάββατο μετά το άλλο. Εκείνο το βράδυ ο Κάστωρ άρχισε να διαβάζει το βιβλίο “The Shadow of the Wind” του Carlos Ruiz Zafon. Έβαλε το σελιδοδείκτη στη σελίδα 78 και το άφησε με κόπο πάνω στο κομοδίνο. Διαβάζοντας μέχρι αυτή τη σελίδα ένοιωσε πως κάπου εκεί ανάμεσα στις σελίδες του, συνάντησε το διάβολο. Αυτό  το βιβλίο έμεινε για πολύ καιρό πάνω στο κομοδίνο. Είχε μια διαίσθηση πως αν το διάβαζε μέχρι το τέλος, η επόμενη κίνησή που θα έκανε θα ήταν ο φόνος.

LA CORUNA 1999 81861267

Ένα απρόσμενο ταξίδι τεσσάρων ημερών, μια σπάνια επίσκεψη των φοιτητών στη βορειοδυτική πόλη της Ισπανίας που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, έφερε τη παρέα των φίλων στην όμορφη Λα Κορούνια.

Για το Κάστωρα η τύχη ήταν βουνό αφού θα προλάβαινε να επισκεφτεί το πατρικό του σπίτι. Ένα σπίτι που μέχρι τα 6 χρόνια του έζησε συνέχεια σ’ αυτό και από τότε που έφυγαν για την Ελλάδα εξαιτίας της δουλειάς του πατέρα του, δεν είχε έρθει ποτέ πια ξανά….Θυμότανε τελευταία φορά που είδε το σπίτι του από ψηλά καθώς το αεροπλάνο που φύγανε για τη Μαδρίτη πρώτα, πέταγε πάνω από αυτό και του το έδειχνε ο πατέρας του. Νάτο νάτο αυτό με τη πισίνα του έλεγε και πράγματι για μερικά δευτερόλεπτα λίγο μετά την απογείωση, κατόρθωσε και το είδε μέσα από το μικρό παράθυρο του αεροπλάνου, με προσπάθεια ανακατωμένη με την έκπληξη, το φόβο και την ένταση που ένοιωθε στη πρώτη του πτήση. Αυτή την εικόνα την έβλεπε πάντα όταν ήθελε να φέρει σκηνές από τη προσχολική του ηλικία. Και γέλαγε γιατί θυμότανε πως μέχρι τότε , μέχρι τη πρώτη του πτήση, νόμιζε, πως όταν τα αεροπλάνα  πετούσαν ψηλά στον ουρανό και τα έβλεπε μικρά, νόμιζε πως και οι άνθρωποι μικραίνουν μέσα σ’ αυτά και γίνονται τόσο δα μικροί, σαν τα στρατιωτάκια που τα έστεινε το  ένα δίπλα από το άλλο κι έπαιζε ώρες ατέλειωτες. Καθόταν στο κάθισμα δίπλα στο πατέρα του και περίμενε ακίνητος χωρίς να μιλάει. Περίμενε να γίνει τόσο δα μικρός, σαν ένα στρατιωτάκι…

…Σε μια σύντομη τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με το πατέρα του, εκείνος του είπε πως όταν φτάσει στη Λα Κορούνια, πρέπει να πάει οπωσδήποτε στο σπίτι και να συναντήσει τον Pedro, τον επιστάτη.

Όλα αυτά τα χρόνια στο σπίτι τους στη Λα Κορούνια κατοικεί ο Πέντρο που κάνει όλες τις δουλειές και διατηρεί το σπίτι σε άριστη κατάσταση. Το σπίτι αυτό είναι στη νότια πλευρά του αεροδρομίου της Λα Κορούνια. Είναι τόσο κοντά στο διάδρομο που κάθε φορά που ένα αεροπλάνο απογειώνεται προς το Νότο, νομίζεις πως θ’ ακουμπήσει στη κεραμοσκεπή.

Όλες αυτές τις μέρες τις περάσανε με βόλτες στη πόλη, επισκέψεις στα διάφορα μουσεία, βόλτες στις παραλίες και στις όχθες του ποταμού Mero και φωτογραφήσεις.  Τώρα το μεσημέρι της τρίτης μέρας, όλη η παρέα βρισκόταν στο εστιατόριο Margarita στην οδό Mendel 17. Είχαν διαλέξει ένα τραπέζι στο κέντρο από τις τρεις μεγάλες τζαμαρίες και απολάμβαναν το φαγητό τους βλέποντας μπροστά τους να απλώνεται η μεγάλη παραλία της Sanda Christina. Μετά το φαγητό ο Κάστωρ άνοιξε τo φορητό υπογιστή και όλοι χαζεύανε τις φωτογραφίες που έβγαλαν όλες αυτές τις μέρες. Ο Φαίδων με τη Νόρα σε κοντινό πλάνο μπροστά από αρχαιολογικό μουσείο Castelo de San Andόn ο Νίκος με τη Τζούντη κάτω από το δελφίνι στην είσοδο του Aquarium Finisterrae, η Ελεανα στην αγκαλιά του Ρίχα μέσα στο ρομαντικό ξακουστό κήπο του San Carlos, όλοι μαζί αγκαλιασμένοι μπροστά από το μουσείο Επιστημών, άλλη μία πάλι όλοι ποζάροντας χαμογελαστοί κάτω από το καμπαναριό της εκκλησίας του Santiago και η Σοφία με τον Κάστωρ μροστά από τη πινακίδα έξω από το σπίτι όπου έμενε ο Picasso. Και μετά άλλες και άλλες πολλές φωτογραφίες από τα πυκνά δάση με τα πάμπολα ανοιξιάτικα ανθισμένα λουλούδια και τις όχθες του ποταμού Mero , από τους λόφους της περιοχής Cambre μέχρι το ακρωτήριο Φινιστέρε. Ο Κάστωρ έδειξε τη φωτογραφία τους στη Σοφία που είχαν βγάλει  μπροστά από το μουσείο των επιστημών Casa de las Ciencias και στο βάθος, πάνω στο λόφο , στο ακρωτήριο Φινιστέρε που δεσπόζει μπροστά από τη πόλη, φαινόταν ο πύργος του Ηρακλή. Ο πιο παλιός φάρος του κόσμου που λειτουργεί ακόμα και καθοδηγεί με το ναυτικό τρόπο τα πλοία που περνούν από τη περιοχή…..

Μετά το φαγητό βγήκαν στο λιθόστρωτο δρόμο μπροστά από το εστιατόριο και κάθισαν στα πέτρινα παγκάκια. Η αμουδερή παραλία με τη ψιλή λευκή άμμο απλωνώταν  μπροστά τους με φυσικό σκέρτσο ξεκινώντας από μια ολοστρόγγυλη  προεξέχουσα μικρή χερσόνησο που μετά συνέχιζε με μια ημικυκλική  εσοχή δημιουργώντας μια πανέμορφη αμμουδιά, καταφύγιο για τους λουόμενους και κατέληγε στο άλλο άκρο απότομα, στην αρχή σε μικρά χαμηλά βράχια και έπειτα σε ψηλότερα και απόκρυμνα. Μπροστά τα γαλαζοπράσινα νερά του μεγάλου κόλπου της Κορούνιας. Τη περασμένη μέρα είχανε επισκευθεί τη τεράστια αμουδερή παραλία ,Playa del Orzan με την θαυμάσια θέα στην απέραντη θάλασσα του Ατλαντικού.

Δεν πάμε σιγά σιγά; Ρώτησε κάποιος από τη παρέα. Ένας υπνάκος στο ξενοδοχείο θα είναι ότι πρέπει είπαν όλοι. Το βράδυ έχει έξοδο είναι η τελευταία βραδιά οπότε θα το κάψουμε…Θα διασκεδάσουμε αλα ισπανικά.

Περπάταγαν στο δρόμο για το ξενοδοχείο. Ο Κάστωρ τους έδωσε ραντεβού για το βράδυ για τη ντισκοτέκ golden fish που ήταν κοντά στη παραλία και στο ξενοδοχείο που έμεναν. Όμως τώρα έπρεπε να πάει στο σπίτι του. Έπρεπε να δει το Pedro για να του αποκαλύψει ένα μυστικό. Έπρεπε να εγκαταλείψει γι αυτό το απόγευμα τη παρέα του. Έτσι  τους χαιρέτησε φτάνοντας στη πιάτσα των ταξί. Την ώρα που έμπαινε στο αυτοκίνητο, του φώναξε ο Φαίδων. Να έρθω κι εγώ μαζί σου; Να δω το σπίτι σου που τόσα μου έχεις πει γι’ αυτό. Ο Κάστωρ αιφνιδιάστηκε για λίγο αλλά μετά τον κάλεσε να πάει μαζί του. Έτσι οι δυο άντρες, οι δυό φοιτητές συγκάτοικοι στο Λονδίνο, οι δυό φίλοι πήγαιναν τώρα στο πατρικό του Κάστωρ. Rua Medico Ladron Guevara,  número cinco, είπε ο Κάστωρ στον οδηγό κι εκείνος πέρασε τα στοιχεία στο gps για το δρόμο.  Μέσα στο ταξί μιλούσαν ελληνικά. Griegos? Ρώτησε ο σωφέρ.  Sí, sí …estudiantes …griegos. Απάντησε ο Κάστωρ, χαμογέλασαν όλοι ευχάριστα και μετά ακολούθησε ησυχία. Τι σκέφτεσαι και δεν μιλάς ρώτησε ο Κάστωρ τον Φαίδωνα. Σκέφτομαι όλα όσα μου έχεις πει στο Λονδίνο για σένα. Για τους γονείς σου, για τη ζωή σου, για το σπίτι σου….

Πράγματι ο Κάστωρ του είχε πει πολλά. Ο πατέρας του ήταν μισός Ισπανός και μισός Έλληνας. Η μητέρα του ήταν Γαλίδα. Γνωρίστηκαν στη Μασσαλία σε ένα γιωτ κοινών φίλων ένα καλοκαίρι στις διακοπές και μέχρι να φτάσουν στις ακτές του Μοντε Κάρλο είχαν ερωτευτεί. Ένας απότομος έρωτας, ένα χτύπημα ξαφνικό, απρόβλεπτο που τους άλλαξε τη ζωή.  Παράτησαν το γιωτ με τους άλλους στο λιμάνι της Νίκαιας και φύγανε οδικώς μ’ ένα νοικιασμένο τζιπ για τη Λίμνη Saint Croix στη Verdon. Εκεί σ’ αυτή την αμφιθεατρικά κτισμένη μικρή πόλη ζήσανε το σφοδρό έρωτά τους με θέα τη γαλάζια λίμνη και παντρεύτηκαν. Η Simon Mane με τον Constatino Domenicini51782683

Σ’ αυτή τη λίμνη κολυμπούσαν, κάνανε κανό και πέρασαν το γαμήλιο ταξίδι τους διασχίζοντας το Grand Canyon. Μετά πήγαν στην Ισπανία, στο πατρικό σπίτι στη La Coruna. Η μητέρα του έμεινε έγκυος και από τότε τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν να γινονται εφιαλτικά για τον πατέρα του.Ο σφοδρός έρωτας εξανεμίστηκε, σκόρπισε μέσα στο Φαράγγι του Grand Canyon , πνίγηκε μέσα στη λίμνη Saint Croix. Εκείνη δεν ήθελε το παιδί. Εκείνος το ήθελε και προσπαθούσε να τη πείσει ότι μετά τη γέννησή του θα είναι σε θέση να αποφασίσει τι ακριβώς θέλει και θα είναι απόλυτα ελεύθερη να το κάνει ότι και να είναι αυτό. Την έπιανε πολλές φορές που χτύπαγε τη κοιλιά της θέλοντας να σκοτώσει το καρπό αυτού του δυνατού αλλά  χαμένου έρωτα. Ηταν φιλόδοξη. Ήθελε να γίνει διάσημη ζωγράφος, ξακουστή στο κόσμο όλο. Το άξιζε βέβαια, ζωγράφιζε πολύ όμορφα και είχε πολλές διακρίσεις όπου κι αν είχε πάει, όπου κι αν είχε εκθέσει τα έργα της. Μια μέρα ο Pedro την έπιασε να πίνει πολλά και διαφορετικά χάπια για να κατορθωσει να δηλητηριάσει το αγένητο παιδί της. Εκείνο το βράδυ ο Κωνσταντίνος της είπε πως σε κάποιο μέρος του σπιτιού έχει φυλαγμένες από προπολεμική κληρονομιά είκοσι χιλιάδες χρυσές λίρες. Οι δέκα χιλιάδες, της είπε εάν φέρεις στο κόσμο αυτό το παιδί, θα είναι δικές σου. Και οι άλλες δέκα θα είναι του παιδιού.

Συμβιβάστηκε.είχε μια ιδιαίτερη σχέση με το χρυσό. Σε λίγους μήνες γεννήθηκε ένα αγόρι. Από τη πρώτη στιγμή που το έφερε στο κόσμο το μισούσε.Πέρασε λίγος καιρός και κάποια μέρα ο Κωνσταντίνος γύρισε σπίτι και δεν τη βρήκε. Ένα σημείωμα που είχε αφήσει γραμμένο στα γρήγορα έλεγε.

«Αν θέλεις δώς του το όνομα Καστώρ. Το όνομα του παππού μου. Θα περιμένω να κρατήσεις την υπόσχεσή σου. Φεύγω για Καναδά. Δεν θα σε ξαναενοχλήσω ποτέ. Όποτε θελήσεις διαζύγιο θα το έχεις. Εγώ δεν πρόκειται να ξαναπαντρευτώ».

Έτσι κι έγινε. Τον Καστώρ τον μεγάλωσε η Polixena. Μια σπανιόλα που είχε την όρεξη να μεγαλώσει και πέντε παιδιά μαζί. Τον αγαπούσε τον Καστώρ. Αυτή ήταν και η μοναδική αγάπη που είσπραξε σαν παιδί ο Καστώρ. Η αγάπη της Polixena.

To 1984 o Κωνσταντίνος ήρθε στην Ελλάδα. Μέσα από τις γνωριμίες της μητέρας του διορίστηκε ως  δικαστικός σύμβουλος σε μια μεγάλη ναυτιλιακή εταιρεία. Παράλληλα διατηρούσε και δικό του γραφείο και σιγά σιγά αποκτούσε πελατεία.

Έτσι ο Καστώρ έγινε Κάστωρ και με τη βοήθεια της γιαγιάς του βελτίωσε τα ελληνικά του, πήγε και στο δημοτικό και παράλληλα συνέχισε και τα ισπανικά του σαν μητρική γλώσσα αφού στην ελλάδα ήρθε και η Πολυξένη. Το σπίτι είχε γίνει international. Ισπανικά ελληνικά, γαλλικά όταν ερχόντουσαν οι παππούδες από τη Γαλλία  για να τον δουν τα καλοκαίρια. Η μητέρα του δεν ήρθε ποτέ.

Τώρα ο Κάστωρ φοιτητής πια, μιλάει τέσσερεις γλώσσες απταίστως, είναι καλός στις σπουδές του, παρουσιάζει πρόοδο παντού. Γράφει γράμματα στη Πολυξένη που επέστρεψε στην Ισπανία. Δεν μιλάει ποτέ για τη μητέρα του όπως άλλοι φοιτητές μιλούν για τις δικές τους. Δεν χτυπάει ποτέ το τηλέφωνό του και να απαντήσει …έλα μαμά τι κάνεις….. Η γιαγιά του στην Αθήνα πέθανε. Οι άλλοι από τη Γαλλία είναι τόσο ανήμποροι που εδώ και πέντε χρόνια δεν έρχονται πια τα καλοκαίρια….Ο Κάστωρ μπαίνει στο διαδίκτυο, με το φορητό του υπολογιστή, φοράει τα ακουστικά και ακούει τη φωνή της μητέρας του που δίνει σε τοπικά ραδιόφωνα του Καναδά, συνεντεύξεις κατά καιρούς….Μια φορά την είδε και στη τηλεόραση…..είναι ξακουστή…όλοι μιλάνε γι αυτή στον Καναδά, στις Ηνωμένες Πολιτείες…

Ο Pedro άνοιξε την γκαραζόπορτα του σπιτιού και υποδέχτηκε με αγκαλιές και φιλιά τον Κάστωρ. Το κράταγε για ώρα στην αγκαλιά του σφιχτά λες και ήταν ακόμα μικρό παιδί. Είχε να τον δει τουλάχιστον για πέντε χρόνια όταν είχε επισκεφτεί την Αθήνα για να κανονίσει κάποιες δουλειές με τον πατέρα του. Pedro, ο φίλος μου ο Φαίδων.  Συμφοιτητής μου στο Πανεπιστήμιο στο Λονδίνο. Κι ο Πέντρο χαιρέτησε φιλικά τον Φαίδωνα.  Έριξαν μια ματιά στο κήπο. Κατέβηκαν μέχρι τη πισίνα και ο Κάστωρ έδειξε το διάδρομο του αεροδρομίου στο φίλο του. Νατο νάτο ένα αεροπλάνο έρχεται κατά πάνω μας, του είπε και σε λίγο ένα μεγάλο μποϊνγκ πέρναγε πάνω από τη κεραμοσκεπή του σπιτιού…Γέλασαν όλοι και μπήκαν μέσα στο σπίτι. Ο Κάστωρ κοίταζε τα πάντα γύρω του. Βρε Πέντρο, δεν έχει αλλάξει τίποτα μετά από τόσα χρόνια του είπε. Το σπίτι είναι ακριβώς όπως ήταν τότε…Ναι του απάντησε ο Pedro. Το σπίτι είναι ακριβώς το ίδιο, μόνον εμείς έχουμε αλλάξει. Εσύ είσουνα παιδακι και τώρα άντρας κι εγώ είμουνα νέος και τώρα με βαραίνουν όλα αυτά τα χρόνια που έχουν περάσει. Η γειτονιά μόνον άλλαξε. Κοίταξε πόσα σπίτια υπάρχουν τώρα στη περιοχή. Τότε που έφυγες εσύ από δω υπήρχαν ελάχιστα, το ένα εδώ και το άλλο εκεί….

Ο Πέντρο τους κέρασε σταφιδόψωμο γαρνιρισμένο με γλάσο ζάχαρης και αναψυκτικά. Έπειτα ο Φαίδων φαινόταν κουρασμένος από τις βόλτες της ημέρας και θέλησε να ξαπλώσει λίγο για έναν σύντομο ύπνο. Ο Πέντρο τον τακτοποίησε σε μια κρεββατοκάμαρα δίπλα από τη κουζίνα και επέστρεψε στο Κάστωρα να του αποκαλύψει τα μυστικά που έπρεπε να μάθει.

Κάθισε στο τραπέζι απέναντι από τον Κάστωρα και του είπε με χαμηλή φωνή. Πριν πέσει το σκοτάδι, απόψε το βράδι θέλω να πάμε στο Πύργο του Ηρακλή να σου δείξω κάτι.

Σαν σήμερα, πριν από δύο χρόνια Κάστωρ, ο πατέρα σου έμαθε πως πάσχει από καρκίνο. Δεν σου είπε τίποτα για να μην επηρεαστείς στις σπουδές σου. Όμως εφέτος τελειώνεις και πρέπει να ξέρεις πως γυρνώντας στην Αθήνα, θα έχεις να αντιμετωπίσεις τις επιπτώσεις από την ασθένεια του πατέρα σου.  Οι γιατροί δίνουν περιθώρια ζωής για 6 μήνες περίπου, αλλά αυτοί οι τελευταίοι μήνες θα είναι οδυνηροί για όλους….

Ο Κάστωρ ξαφνιάστηκε. Δεν ήθελε να είχε ένα τέτοιο τέλος ο πατέρας του. Ήταν νέος ακόμα και βασιζόταν πάνω του. Δεν είχε κανένα άλλο στήριγμα στη ζωή του.Ήταν άδικο, σκεφτόταν. Όχι, γιατί να του συμβεί και αυτό…. Σιώπησε για λίγο. Ήταν από τις στιγμές που όσα λόγια και να πεις δεν αλλάζει τίποτα. Είναι οι στιγμές που ο αθλητής φτάνει στο τέλος και πρέπει να παραδόσει γρήγορα τη σκυτάλη στον επόμενο. Είναι οι στιγμές που τα ρολόγια ραγίζουν, οι δείκτες ανήμποροι να κινηθούν, σταματούν να περιστρέφονται, παραμένουν στο ίδιο σημείο, χαλούν διαλύονται, μα ο χρόνος συνεχίζει να τρέχει μέσα από τα υπόλοιπα της ζωής, μέσα από τα άλλα ρολόγια.

Πάρε μια βαθειά ανάσα και να σου πω και το άλλο. Κι εγώ είμαι μεγάλος τώρα και πρέπει να μάθεις που είναι οι λίρες.

Ο Φαίδων κοιμόταν στη κρεβατοκάμαρα δίπλα από τη κουζίνα κι ο Πέντρο άρχισε να λέει αργά και καθαρά για τις λίρες στον Κάστωρα. Μιλούσε σχετικά δυνατά γιατί είχε πρόβλημα με την ακοή του και κάθε τόσο ο Κάστωρ του έλεγε, πιο σιγά, πιο σιγά.

Οι λίρες χαρίστηκαν στον παππού σου, τον Onofre, το πατέρα του πατέρα σου που εσύ τον γνώρισες μόνον μέσα από τις φωτογραφίες, μετά τον εμφύλιο. Τότε ήταν νέος. Είχε περιμαζέψει από τις όχθες του ποταμού Mero, μια οικογένεια εβραίων. Τους βοήθησε. Τους είχε κρύψει σε ένα μέρος που δεν μπορούσε κανείς να τους βρει και κάθε δυό μέρες τους πήγαινε με προσοχή τρόφιμα και σκεπάσματα. Κάποια στιγμή που κατάλαβε πως μπορεί να μετακινηθούν με ασφάλεια, τους έφερε στο σπίτι. Εδώ μείνανε μέχρι το τέλος του πολέμου. Κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Μετά τους φυγάδεψε με ένα εμπορικό ελληνικό πλοίο στην ελλάδα. Σώθηκαν οι άνθρωποι. Μια τετραμελής οικογένεια. Η μητέρα, ο πατέρας και οι δύο τους γυιοι.

Δεν θα είχαν περάσει ούτε δύο χρόνια και επισκέφτηκαν το παππού σου δύο άγνωστοι. Του υπέδειξαν ένα μέρος μόνο με προφορικές οδηγίες για κάποιο σπίτι στο πιο φαρδύ μέρος του ποταμού, και του είπαν πως εκεί θα έβρισκε δύο κιβώτια με χρυσές λίρες στα εξωτερικά θεμέλια κάποιου παλιού σπιτιού. Να πήγαινε να τις έπαιρνε ήταν ένα δωρο για τις ζωές που έσωσε. Όλα αυτά του τα είπαν στη πόρτα. Και μετά φύγανε. Ούτε που τους ξαναειδε ποτέ.

Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Όμως μια μέρα πήρε το πατέρα μου, Κάστωρ, και από περιέργεια πήγανε στο σπίτι στο ποτάμι. Περιμένανε την άμπωτη και όταν όλα τα νερά του ποταμού ρουφήχτηκαν από τον ωκεανό, κάτω από τις πέτρινες πύλες και τα θεμέλια του σπιτιού που τώρα ήταν βουτηγμένα μες στη λάσπη, άρχισαν να βγάζουν σκαλίζοντας δυο μεγάλες πέτρες  σύμφωνα με όσα του είχαν πει οι άγνωστοι και πίσω από αυτές ήταν δύο μεγάλα κιβώτια όπως τα είχαν περιγράψει .Τα έβγαλαν με δυσκολία ήταν ασήκωτα και τα μετέφεραν στην άκρη του δρόμου πριν τους προφτάσει η παλίρροια. Τα μετέφεραν με το αυτοκίνητο στο σπίτι. Τα θάψανε στο κήπο. Κι όταν μετά από χρόνια φτιάξανε τη πισίνα στο σπίτι όταν ο πατέρας σου ήταν μικρός, ο παππούς σου έφτιαξε μια τσιμεντένια κρύπτη κάτω από το πάτο της πισίνας και τα έκρυψε μέσα. Για να τα βγάλεις πρέπει πρώτα να αδειάσεις τη πισίνα και μετά θα καταλάβεις πως ανοίγει η μυστική κρύπτη.

Όμως εκείνο που πρέπει να ξέρεις είναι τι είπε στο πατέρα σου ο παππούς σου πριν ξεψυχίσει. Του είπει πως ο θησαυρός αυτός είναι δώρο. Αποκτήθηκε σε μια δύσκολη εποχή που παντού κυριαρχούσε ο φόβος του πρόωρου θανάτου, του βάρβαρου ρατσισμού. Όσο υπάρχει θαμένος ο θησαυρός, θαμένα θα είναι και τα δεινά του πολέμου. Άμα το ξεθάψεις είναι σαν να ξανανοίγεις τη πόρτα στο κακό, γιατί τούτος ο τόπος έχει ιστορία μεγάλη από παλιά. Έχει χυθεί πολύ αίμα,άδικα, έχουν γίνει σκληρές μάχες, μα κανένας δεν πανηγύρισε τη πραγματική νίκη. Όλοι όσοι σώθηκαν φύγανε με τα κεφάλια σκυφτά. Όπως το θαμμένο χρυσάφι έτσι θάφτηκαν τα όνειρα, των αδικοχαμένων, έτσι θάφτηκαν οι ελπίδες των νέων, τα γέλια των παιδιών. Γι αυτό εκείνο που έχει μεγαλύτερη αξία σε τούτο το τόπο που βρίσκεσαι, δεν είναι οι λίρες αλλά κάτι άλλο που θα σου δείξω αργότερα. Πρέπει να φύγουμε σε λίγο να πάμε στο Πύργο του Ηρακλή. Έτσι ο πατέρας σου πήρε το συχωρεμένο το παππού σου και τον πήγε στο Πύργο του Ηρακλή. Ήταν σούρουπο όταν έφτασαν εκεί, στο ύψωμα του Φινιστέρε. Και οι δύο άντρες φορούσαν τις καπαρντίνες τους…

Καθώς η φωνή του Πέντρο λιγόστευε σε ένταση και γινόταν μυστηριακή μεταφέροντας τα λόγια του παππού που έλεγε την ώρα που ξεψυχούσε πριν από χρόνια, ένας ελαφρύς θόρυβος ακούστηκε δίπλα από τη κουζίνα. Σαν να ερχόταν από τη κρεβατοκάμαρα που είχε πλαγιάσει ο Φαίδων.

Ο Κάστωρ κοίταξε προς το μέρος με ανησυχία. Ένας δεύτερος ελαφρύς ήχος ακούστηκε ξανά κάτι σαν ελαφρύ βηματισμό και ο Κάστωρ σηκώθηκε και πήγε προς τη κρεβατοκάμαρα. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, στο βάθος της κρεβατοκάμαρας ο Φαίδων ξαπλωμένος μπρούμυτα, κοιμόταν ήσυχα. Πήγε πιο κοντά στη πόρτα και άκουσε την ελαφριά ανάσα του Φαίδωνα  που επιβεβαίωνε την παράδοσή του στον βαθύ ύπνο.

Ο Πέντρο κοίταξε έξω από το παράθυρο και φώναξε στο Κάστωρ πως πρέπει να φύγουν. Τα υπόλοιπα θα σου τα πω εκεί του είπε. Ξύπνα το Φαίδωνα πρέπει να φύγουμε τώρα.

Σε λίγο οι τρεις άντρες έμπαιναν στο μικρό βαν του Πέντρο. Ο Φαίδων κοίταζε επίμονα το κήπο, τη πισίνα, το διάδρομο του αεροδρομίου. Ένα αεροπλάνο ερχόταν κατά πάνω τους. Μόλις ειχε απογειωθεί από το αεροδρόμιο της Λα Κορούνια και τώρα πέρναγε πάνω από τη κεραμοσκεπή του σπιτιού.3587779

Κατηφόρησαν γρήγορα στη παλιά πόλη. Άφησαν τον Φαίδωνα στο ξενοδοχείο που έμεναν και ο Πέντρο οδήγησε βιαστικά μέχρι το μεγάλο πάρκινγ που ήταν αρκετά μακριά από το Πύργο. Ανηφόρησαν με τα πόδια το στενό ασφαλτοστρωμένο δρόμο και έφτασαν στο Φάρο. Ένας τεράστιος πύργος που δέσποζε στο πιο ψηλό σημείο του Λόφου του ακρωτηρίου Φινιστέρε, στο πιο βορειοδυτικό άκρο της Ιβηρικής Χερσονήσου, στο τελευταίο σημείο γης πριν από τον τεράστιο ωκεανό. Ο Πέντρο κοντοστάθηκε λίγο. Είχε λαχανιάσει από τον ανήφορο. Δεν μπορώ πια είπε στο Κάστωρ, γέρασα. Κάποτε τούτο το λόφο τον ανέβαινα με μιαν ανάσα…τώρα νομίζω πως η καρδιά μου είναι έτοιμη να βγει από το στήθος μου. Τόσο πολύ δυνατά χτυπά, και η ανάσα μου κόβεται και ένας πόνος με βασανίζει εδώ και του έδειχνε το στέρνο του….

Στάθηκαν δίπλα από το φάρο. Ο Πέντρο γύρισε και του έδειξε τη πόλη. Κοίτα του είπε. Από εκεί είναι ο βορράς, πιο δεξιά η ανατολή και κάτω ο Νότος. Παντού απλώνεται η Πόλη, η όμορφη πόλη της Λα Κορούνια. Από εκεί είναι η ζωή. Οι άνθρωποι με τα ατέλειωτα μυστικά τους. Μα από εδώ είναι η Δύση. Περπάτησαν ακόμα κατηφορίζοντας λίγο προς τα βράχια περνώντας μπροστά από το φάρο. Από δω ξεκινάει ο ωκεανός. Σε λίγο θα δεις κάτι που δεν το έχεις ξαναδεί ποτέ.6190390

Όσο οι θησαυροί θα είναι θαμένοι στη γη της πόλης, οι ψυχές όλων εκείνων που χάθηκαν σε τούτο το τόπο θα έρχονται μέχρι εδώ από τα βάθη του ατλαντικού, θα ξαποστένουν σε αυτό εδώ το σημείο και μετά θα παίρνουν κι άλλες και θα πετούν πάλι προς τη δύση. Θα ξέρουν πως ο θησαυρός είναι καλά κρυμμένος.

Πάμε να κάτσουμε σ εκείνο το παγκάκι. Ο ωκεανός ήταν ήρεμος εκείνο το βράδι. Ο ήλιος είχε δύσει από νωρίς μέσα σε εκατοντάδες χαρούμενες αποχρώσεις κλείνοντας ακόμα μια μέρα στο άλμπουμ των αναμνήσεων  και ο ορίζοντας τώρα πια είχε μελαγχολήσει με τα χρώματα του σκοτεινού κόκκινου και του μαύρου ακολουθώντας τη φιλοσοφία της νύχτας. Ο Πέντρο κάθισε στο παγκάκι αφήνοντας μιαν ανάσα ανακούφησης. Ο Κάστωρ στάθηκε όρθιος κοιτάζοντας προς τον ωκεανό. Δυο φιγούρες από δυο άντρες πάνω στο λόφο του Φινιστέρε. Ο ένας καθιστός κι ο άλλος όρθιος. Και να τώρα που εμφανίστηκαν οι περίεργες νυχτερινές σιλουέτες. Άρχισαν να γυρνούν γύρω από τους δύο άντρες. Άλλες έφταναν μέχρι το φάρο και μετά επέστρεφαν στις άκρες στα βράχια. Τις βλέπεις του είπε ο Πέντρο. Τις βλέπεις ; Είναι οι σιλουέτες των ψυχών. Ο Κάστωρ έμεινε για λίγο άφωνος. Τι νόμιζες μέχρι σήμερα; Τον ρώτησε ο Πέντρο. Ότι μετά το θάνατο οι ψυχές πάνε στον ουρανό…Όχι αγαπητέ μου. Εδώ έρχονται, εδώ ξαποστένουν και μετά πετούν στα κρυφά μέρη του ωκεανού. Σ’ αυτή την απεραντωσύνη της θάλασσας. Κι αν κάποιος τις πειράξει τότε αυτές στέλνουν άλλοτε την ομίχλη για να μη μπορείς να τις δεις, άλλοτε τα τεράστια αφρισμένα κύματα, κι άλλοτε τις μεγαλειώδεις καταιγίδες. Και τότε νοιώθεις πως πρέπει να τις σέβεσαι. Πρέπει να τις υπολογίζεις, κι αυτές και τα μυστικά τους……

Η ώρα πέρναγε. Οι σιλουέτες των ψυχών πότε αραίωναν και πότε πλήθαιναν. Οι σκιές τους στο σκοτεινό χρώμα της δύσης φαινόντουσαν σαν να σερφάρουν χαρούμενες πότε αγγίζοντας την επιφάνεια του νερού και πότε πετώντας πιο ψηλά, προς τον απέραντο ουρανό.

Αυτό ήθελα να σου δείξω του είπε ο Πέντρο και να σου πω πως η επιθυμία του παππού σου ήταν να μη πειράξει ο πατέρας σου τις χρυσές λίρες. Μα ούτε κι εσύ….εδώ σ’α αυτό το παγκάκι άφησε τη τελευταία του πνοή ο γέρο Onofre. Τον έφερε ο πατέρας σου, από νωρίς και μόλις έπεσε το σκοτάδι ήρθαν οι σιλουέτες των ψυχών και τον πήραν. Το άψυχο κορμί του έγειρε στο παγκάκι τούτο και τώρα είναι θαμένο πέρα στο νεκροταφείο της Sanda Maria….

Ζήσε όσο πιο καλά μπορείς. Ζήσε διασκέδασε τη σύντομη ζωή σου, όπως ακριβώς κανουν όλοι μέσα στη πόλη, και του εδειξε πίσω του τα φώτα της πόλης. Μα με αυτά που εσύ μπορείς. Μη σκεφτείς ποτέ τι είναι θαμμενο μέσα στη γη. Μη βγάλεις ποτέ το μυστικό σου προς τα έξω, γιατί μετά θα έρθει ο πρόωρος θάνατος. Ο φόβος του πολέμου. Τότε οι ψυχές θα ρθουν μέχρι τη πόλη να διεκδικήσουν το μερίδιο που χάσανε από παλιές προδοσίες. Θα είναι οι προδομένες ψυχές που θα αναζητούν το δίκαιο.

Περπάτησαν αργά προς το μικρό βαν του Πέντρο. Πίσω τους οι σιλουέτες των ψυχών δεν φαινόντουσαν πια. Ο Μεγάλος Φάρος του Ηρακλή φώτιζε ρυθμικά, με επαναληπτικές στιγμές διάρκειας δευτερολέπτων μέχρι τον ορίζοντα. Τα πλοία με τους ναυτικούς ακολουθούσαν τις πορείες της ζωής. Πήγαιναν σε διάφορα μέρη τις πραμάτιες τους. Κι οι ψυχές παίζανε στα απόνερά τους σαν τα δελφίνια που με χαρά τρέχουν για να ξεπεράσουν κάθε πλεούμενο. Εκείνη τη νύχτα δεν υπήρχε ομίχλη, δεν υπήρχαν κύματα, δεν υπήρχαν καταιγίδες.

Η τελευταία συνάντηση των φοιτητών έγινε στο νυχτερινό κέντρο Golden Fish. Η ντίσκο πήρε φωτιά εκείνο το βράδυ. Ο χορός δεν έλεγε να σταματήσει. Ο Κάστωρ χόρευε συνέχεια πότε με τη Σοφία και πότε μόνος του.Η σκέψη του ήταν συνέχεια στις κρυμμένες λίρες.  Ο θησαυρός σκεφτόταν είχε ήδη ξεθαφτεί. Ο πατέρας του τον είχε μοιράσει έστω και με τα λόγια ακόμα. Αλλά το κακό είχε αρχίσει να έρχεται. Ο πατέρας του άρρωστος βαριά πλήρωνε ακριβά την ανόητη υπόσχεσή του, κι ο ίδιος πάλευε με τις βασανιστικές σκέψεις ενός μελλοντικού δολοφόνου. Τώρα χόρευε εξτασιασμένα και μέσα από τη μυρωδιά του αλκοόλ, προσπαθούσε να βρει το διάβολο που είχε καλά κλεισμένο στη σελίδα 78 εκείνου του γεμάτου από μυστήριο βιβλίου….τον χρειαζότανε πια δίπλα του. Ήταν ο καρπός μιας μάνας που τον έκανε μόνον με την υπόσχεση να πάρει το χρυσό. Ήταν ο καρπός μιας υπόσχεσης του πατέρα του που δεν θα έπρεπε να την είχε δώσει γιατί εκείνος ήξερε τι θα ακολουθούσε. Γνώριζε καλά γιατί του τα είχε πει ο Onofre. Του είχε πει πως αν πειραχτεί ο θησαυρός τότε παντού θα απλωθεί ο εφιαλτικός θάνατος.

Κάποια στιγμή τα φώτα χαμήλωσαν, η μουσική σταμάτησε. Ο κόσμος άρχισε να φεύγει. Ο Κάστωρ πήρε τη Σοφία και περπάτησαν στη παραλία. Παραπατούσε ελαφρά από το ποτό. Δεν ήταν και πολύ μαθημένος στα ποτά. Η νυχτερινή άμπωτη είχε τραβήξει μέσα στον ωκεανό τα νερά από τη παραλία και το τοπίο ήταν αποκαλυπτικό. Παντού πάνω στην απέραντη αμουδιά μαζεμένα σε μικρές μπαλες τα φύκια του ωκεανού. Ανάμεσα σ’ αυτά εκατοντάδες θαλασσινά ζωήφια κουνιόντουσαν με δυσκολία πάνω στη στεγνή άμμο. Οι σκιές τους από το πλάγιο φως του φεγγαριού φαινόντουσαν σαν τεράστιες κινηματογραφικές φιγούρες που προβάλονταν βουβές στη λευκή άμμο. Άγνωστος ο σκηνοθέτης , άγνωστοι οι ηθοποιοί. Φορούσαν μάσκες. Μοιάζανε με αποκριάτικη παρέλαση. Η Σοφία κρατούσε με δυσκολία το Κάστωρ. Κάποια στιγμή εκείνος παραπάτησε και έπεσε στην άμμο. Ξάπλωσε κι αυτή δίπλα του. Έπειτα όπως ήταν ξαπλωμένοι και οι δύο έβλεπαν τον ουρανό με τα πάμπολα αστέρια. Ο Κάστωρ διέκρινε τον αστερισμό των διδύμων…άρχισε να κλαίει σαν παιδί. Τι έχεις τον ρώτησε η Σοφία. Βλέπεις αυτά τα δύο αστέρια; Τη ρώτησε. Είναι ο Κάστωρας και ο Πολυδεύκης. Ο αστερισμός των διδύμων. Μου έχει μάθει ο πατέρας μου να τα ξεχωρίζω ανάμεσα σε τόσα αστέρια. Πάντοτε όταν τα βλέπαμε μαζί…μου έλεγε πως αφού δεν έχεις κάποιο αδελφό, ο Πολυδεύκης θα είμαι εγώ για σένα και ότι  θέλεις να πεις στον αδελφό σου το Πολυδεύκη, θα το λες σε μένα…

Η ζάλη δεν έλεγε να περάσει. Η Σοφία τον χάϊδευε απαλά. Ποτέ δεν τον είχε χαϊδέψει με τόση αγάπη. Έσκυβε πάνω του και τον φιλούσε. Του φύλαγε το μέτωπο, τα μάτια του, χάϊδευε τα μαλιά του χτενίζοντάς τον με τα δάχτυλα των χεριών της. Το ένα μετά το άλλο. Απόψε τον είχε πραγματικά δικό της. Τον έκανε ότι ήθελε. Ήτανε ευκαιρία να του δείξει πόσο πολύ τον αγαπούσε. Ξεκούμπωσε το πουκάμισό του και τον φίλησε στο λαιμό. Εκείνος ανατρίχιασε. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά. Κρατούσε την ανάσα του και περίμενε την επόμενη κίνηση. Ο έρωτας κυριαρχούσε γύρω τους. Ήταν δυο νέα παιδιά μόνα τους πάνω σε μια μεγάλη αμουδερή παραλία. Ο ωκεανός σώπασε μπροστά στην αγάπη τους. Όλα τα θαλασσινά ζωήφια τραβήχτηκαν προς τη θάλασσα. Η πόλη κοιμόταν. Ο Κάστωρ σηκώθηκε όρθιος. τράβηξε από τα χέρια τη Σοφία και τη σήκωσε κι αυτή όρθια. Της χαμογέλασε πονηρά και της έδωσε μια σπρωξιά δυνατή, μα εκείνη κατάλαβε, δεν έπεσε. Έβγαλε τα παπούτσια της και άρχισε να τρέχει στην άμμο. Έπειτα έβγαλε τα παπούτσια του κι ο Κάστωρ και άρχισα να τη κυνηγάει . Όλη η παραλία της Santa Christina ήταν δικιά τους. Ένα σκηνικό στημένο για να ζήσουν το νεανικό έρωτά τους. Η παραλία γέμισε με ρούχα. Πεταμένα εδώ κι εκεί. Το φεγγάρι κρύφτηκε, μόνον τα αστέρια λαμπίριζαν στον ουρανό χαρούμενα, μοναδικοί θεατές αυτής της παράστασης. Ένας έρωτας ορμητικός γεμάτος πάθος γεννημένος ξαφνικά στη ζεστή αμουδιά της παραλίας της Santa Christina. Ένας έρωτας τόσο δυνατός που κράταγε μακρια τα νερά του ατλαντικού όλη νύχτα. Η παλίρροια άργησε νάρθει. Ξημέρωσε και δειλά δειλά τα ήσυχα νερά του ωκεανού ήρθαν να δροσίσουν τα δυο νεανικά γυμνά κορμιά.

Αγκαλιασμένοι κι ευτυχισμένοι γυρίσανε στο ξενοδοχείο. ΄Ο Κάστωρ έβαλε τη Σοφία για ύπνο. Τη φίλησε τρυφερά και εκείνη αποκοιμήθηκε.

Έφυγε γρήγορα για το σπίτι του. Η πιάτσα των ταξί ήτανε μακριά. Βάδιζε γρήγορα, σχεδόν έτρεχε. Έπρεπε να προλάβει το Φαίδωνα. Έπρεπε να προλάβει να τον σταματήσει. Δεν έπρεπε να κάνει το έγκλημα που είχε σχεδιάσει. Ήξερε πως όταν μιλούσε το περασμένο απόγευμα με τον Πέντρο, εκείνος κρυφάκουγε όλα όσα είπαν για τις θαμένες λίρες. Κατάλαβε πως ο διάολος που είχε συναντήσει σ’ εκείνο το βιβλίο και τον ακολουθούσε πάντα είχε φύγει και είχε πάει στο φίλο του. Είχε πάει στο Φαίδωνα. Εκείνος περπάταγε σχεδόν όλη νύχτα. Τώρα έφτανε στο σπίτι της οδού «Rua Medico Ladron Guevara,  número cinco» Ήταν το σπίτι που τα αεροπλάνα περνούσαν ακριβώς από πάνω του. Είχε κρατήσει τα σημάδια του. Ήταν εύκολο να το βρεί. Θα έμπαινε εύκολα από τη γκαραζόπορτα. Θα έκανε κάποιο θόρυβο στο πίσω μέρος μέχρι να έβγαινε ο Πέντρο. Κι εκεί θα τον αιφνιδίαζε. Είχε παρατηρήσει πως στο κήπο πάνω στο γκαζόν υπήρχαν αραδιασμένες μεγάλες πλακέ πέτρες. Θα ήταν εύκολο να κρατούσε μια τέτοια πέτρα στα χέρια του και όταν ο Πέντρο θα άνοιγε τη πόρτα να δει τι συμβαίνει θα του τη χτύπαγε στο κεφάλι και θα τον άφηνε στο τόπο. Μετά θα έβαζε μπροστά την ηλεκτρική αντλία και θα άδειαζε τη πισίνα. Κι έπειτα οι είκοσι χιλιάδες λίρες θα ήταν δικές του. Θα τις έπαιρνε με το μικρό βαν του Πέντρο και θα τις πήγαινε στο δάσος δίπλα από τις όχθες του ποταμού Μero, εκεί που κάνανε βόλτες τη πρώτη μέρα που φτάσανε στη Λα Κορούνια, με τη Νόρα. Είχε εντοπίσει ένα μέρος ιδανικό για να θάψει προσωρινά τα δύο κιβώτια με το θησαυρό.986969

Έτσι ειχε σχεδιάσει ο Φαίδων. Όμως ο δολοφόνος θα έπρεπε να είναι ο Κάστωρ. Ο Κάστωρ που επίτηδες άφησε το Φαίδωνα να κρυφακούει τα όσα του έλεγε ο Πέντρο. Θα άφηνε το Φαίδωνα να σκοτώσει το Πέντρο. Μετά θα τον αιφνιδίαζε μέσα στην άδεια πισίνα. Θα τον σκότωνε όπως θα ήταν σκυφτός την ώρα που θα άνοιγε τη κρύπτη. Θα έβγαζε τις λίρες, και μέσα στη κρύπτη θα έθαβε για πάντα τον Φαίδωνα και τον Πέντρο. Μετά θα έθαβε τα δύο κιβώτια στο κήπο.

Ο Κάστωρ επιτέλους βρήκε ένα ταξί. Rua Medico Ladron Guevara,  número cinco , είπε στον οδηγό. Η αγωνία του ήταν αβάστακτη. Έπρεπε να προλάβει το Φαίδωνα. Πριν φύγει για το δάσος με τις λίρες.

Ο Φαίδων έστριψε αριστερά στη Rua Medico Ladron Guevara. Τώρα στα πενήντα μέτρα βρισκόταν το σπίτι του Κάστωρα. Το σχέδιό του έφτανε στο τέλος. Ήταν κατάκοπος από το περπάτημα. Όλη η διαδρομή ήταν ανηφορική. Είχε ξημερώσει εδώ και ώρα  και ο ήλιος αν και ψηλά πολύ , του ένοχλούσε τα μάτια καθώς περπατούσε ανατολικά. Σε λίγη ώρα θα γινόταν ο φόνος. Ένας φόνος πρωϊνός που δεν θα πέρναγε από τον  νου κανενός.

Έφτασε στη γκαραζόπορτα. Την άνοιξε με δυσκολία. Μπήκε μέσα και εκείνη την ώρα είδε από το βάθος του δρόμου να στρίβει ένα ταξί. Κοντοστάθηκε μπροστά στη πόρτα. Περίμενε. Το ταξί πλησίαζε προς το μέρος του. Έλεγε πως θα σταμάταγε σε κάποιο άλλο σπίτι αλλά αυτό ήρθε και σταμάτησε μπροστά στη γκαραζόπορτα. Ο ήλιος τον στράβωνε και δεν έβλεπε τα πρόσωπα μέσα από τα παράθυρα του αυτοκινήτου. Μετά άνοιξε η πίσω πόρτα και κατέβηκε ο Κάστωρ.

Το ταξί έφυγε και ο Κάστρωρ έτρεξε στο Φαίδωνα. Φίλε μου του είπε. Σε πρόλαβα. Ο Φαίδων εξαντλημένος κατάρευσε μπροστά του. Τον τράβηξε μέχρι τα σκαλοπάτια και έκατσε κι αυτός δίπλα του. Σε πρόλαβα. Σήμερα θα νικήσει ο έρωτας του είπε κι ο Φαίδων τον κοίταξε με απορία. Κάνε κουράγιο και πάμε μέσα στο σπίτι του είπε. Μα καλά πως θα έκανες αυτό που είχες σχεδιάσει με τόση εξάντληση; Τον ρώτησε ο Κάστρωρ. Σήκώθηκαν και οι δύο και προχώρησαν στο πίσω μέρος του σπιτιού. Δεν θα αφήσω εγώ τον συγγραφέα να μας κάνει δολοφόνους φώναξε ο Κάστωρ. Όμως περνώντας πίσω από τη κουζίνα του σπιτιού δεν είδαν το μικρό βαν του Πέντρο. Κοιτάχτηκαν με ανησυχία. Αμέσως περπάτησαν προς τη πισίνα. Ο ήλιος τους τύφλωνε τα εξαντλημένα από την ολονύκτια περιπέτειά τους μάτια. Αντίκρυσαν τη πισίνα άδεια.

Δεν είναι δυνατόν φώναξε ο Φαίδων. Ο Πέντρο δεν θα μπορούσε ποτέ να πάρει τις λίρες και να το σκάσει. Δεν κατάλαβες του είπε ο Κάστρωρ. Τις λίρες δεν τις πήρε ο Πέντρο. Αλλά ποιος; Ρώτησε γεμάτος απορία ο Φαίδων.

Η Μητέρα μου Φαίδων. Η Μητέρα μου. Και δεν μου το βγάζεις από το μυαλό πως έχει σκοτώσει με τον τρόπο της και το Πέντρο…..

Ενώ έλεγαν όλα αυτά ακούστηκε να ανοίγει η γκαραζόπορτα. Μετά από λίγο το μικρό βαν του Πέντρο πέρασε στο πισω μέρος του σπιτιού και παρκάρισε μπροστά από τη κουζίνα. Βρε βρε τι έκπληξη είναι αυτή είπε ο Πέντρο. Δεν σας περίμενα. Είχα πάει να ψωνίσω φρέσκα λαχανικά.

Μα καλά Πέντρο η πισίνα γιατί είναι άδεια; Ρώτησε ο Κάστωρ;

Α Κάστωρ. Εγώ είμαι γέρος αλλά εσείς δεν βλέπετε καλά. Η πισίνα είναι γεμάτη μέχρι τα χείλη. Γύρισαν και κοίταξαν όλοι τη πισίνα με απορία. Πράγματι ή πισίνα ήταν γεμάτη μέχρι τα χείλη….

Ελάτε να πάρουμε το πρωϊνό μας. Τους φώναξε ο Πέντρο. Κάστωρ έχω να σου πω ευχάριστα.

Πήρα τη μητέρα σου τηλέφωνο χθες βράδι μόλις γύρισα στο σπίτι. Της είπα για το πατέρα σου. Δεν ήξερε τίποτα τόσο καιρό. Της μίλησα για σένα. Της θύμησα τον έρωτά της, το γάμο της , το γαμήλιο ταξίδι της στο Gran Canyon….την άκουσα να κλαίει. Να κλαίει για τα χρόνια που πέρασε μακρυά από το πατέρα σου, μακρυά από σένα.  Της είπα για τη διαθήκη του πατέρα σου. Για τις λίρες. Μα εκείνη μου είπε πως δεν θέλει τίποτα. Θέλει μόνον να πάει στον άντρα της. Σήμερα κι όλας φεύγει από το Μόντρεαλ  για  Αθήνα.

Χθες το βράδυ Κάστωρα μίλησε ο έρωτας. Οι σιλουέτες των ψυχών ηρέμησαν κι έφυγαν ήσυχες. Ξέρουν πως οι θησαυροί της πόλης είναι καλά κρυμμένοι.

Το ξέρω Πέντρο. Το ξέρω. Χθες το βράδυ μίλησε ο έρωτας…..58510142

Advertisements

One thought on “ΟΙ ΣΙΛΟΥΕΤΕΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ – LAS SILUETAS DE LAS ALMAS

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s