Ψίθυρος του έρωτα στα Τσιφλικούδια

The whisper of love in Tsiflikoudia – Le murmure de l’ amour en Tsiflikoudialimassol

Ψίθυρος του έρωτα στα Τσιφλικούδια   

Ο Νοτιάς αβάσταχτος εκείνο το πρωί. Ανακάτευε τα μαλλιά μου με μανία. Το σκάφος, ένα γιώτ για πούλημα το «blue pearl», ήταν δεμένο στη μαρίνα και το σκαμπανέβαζαν πότε πάνω, πότε κάτω τα κύματα του ανοιχτού πέλαγου που χτύπαγαν στο κυματοθραύστη και αδύναμα πλέον, λαθραία έμπαιναν από τη πέτρινη κυκλική είσοδο του παλιού λιμανιού. Ο ουρανός αγκάλιαζε όλη τη πόλη με τη ζεστασιά του Νότου. Αγκάλιαζε όλη τη Λεμεσό.

Εγώ εκεί, μόνος, περίμενα τον αγοραστή.st-raphael-marina-limassol-cyprus-new-1.jpg Ένας επιχειρηματίας Κύπριος θα ερχόταν να το έβλεπε και εάν του άρεσε θα το αγόραζε. Η τιμή ειχε συμφωνηθεί με τον ιδιοκτήτη του. Τον Γάλλο βιομήχανο Alois Leclercq. Ένα μεγάλο φάκελο είχα στα χέρια μου που έγραφε Christoforos Aggelou. Εάν όλα πήγαιναν καλά θα έπρεπε να τον παραδώσω στα χέρια του Κύπριου επιχειρηματία και θα έφευγα με το πρώτο αεροπλάνο για Μασσαλία. Και μετά ποιος ξέρει που; Όμορφη δουλειά. Μου άρεσε πάντα αυτό το άγνωστο. Σήμερα εδώ και αύριο μπορεί χιλιάδες μίλια μακριά, πάλι σε κάποια μαρίνα να περιμένω έναν αγοραστή για να του παραδώσω έναν φάκελο. Βέβαια ο φάκελος αυτός ήταν γεμάτος από πάμπολα χαρτιά που για την έκδοσή τους είχα καταθέσει κάποιες ατέλειωτες ώρες δουλειάς, είχα τρέξει σε επιθεωρήσεις και νηογνώμονες για να πάρω κάποια πιστοποιητικά και είχα εξαντλήσει μέχρι αηδίας το φιλότιμό μου ξενυχτώντας μέχρι την ανατολή του ήλιου για να κάνω διορθώσεις σε όλα τα ναυτιλικά έγγραφα για όσο καιρό που το σκάφος δεν είχε κυβερνήτη.

Ο αγοραστής θα ερχόταν το επόμενο πρωϊ στις 11. Είχα μια ολόκληρη μέρα να περάσω γυρνώντας στη πόλη. Επιθυμούσα τόσο ένα γεύμα σε ένα καλό εστιατόριο, αλλά πάλι σκεφτόμουνα πως μόνος μου όπως ήμουνα θα ήταν άχαρο να γευματίζω σε ένα καλο ρεστωράν μετρώντας τα φώτα στο ταβάνι και ρίχνοτνας ματιές στα άδεια τραπέζια και στις κουρτίνες. Πως μπορείς να πιεις ένα ποτήρι κρασί μόνος χωρίς να το τσουγκρίσεις με τη παρέα σου, χωρίς να αφήσεις τη ματιά σου να ταξιδέψει μέσα στα μάτια της συντροφιάς σου.

Άλλη μια φορά το είχα κάνει και το μετάνιωσα. Μπορεί να θαύμασα τα πρωτότυπα σερβίτσια και τη τεχνική τοποθέτησή τους πάνω στο τραπέζι. Μπορεί να θαύμασα το σερβίρισμα του λιγοστού φαγητού πάνω στα πελώρια πιάτα που έμοιαζαν με ζωγραφικούς πίνακες κάτι μεταξύ σουρεαλιστικού που σιγά σιγά καθώς το έτρωγα, αναγκαστικά το χαλούσα , το μετέτρεπα σε μοντέρνο, αφαιρετικό, αφηρημένο και στο τέλος το εξαφάνισα και δεν έμεινε τίποτα. Μια τέχνη που τη μάσησα, την έφαγα, τη γεύτηκα, τη κατάπια. Μια τέχνη που χωρίς το ταίρι μου, μου φαινόταν περιτή, ανόητη, αφού τη πείνα μου θα μπορούσα να την σβήσω στην απόμερη καντίνα μιας πλατείας….Όμως άμα απέναντί μου καθόταν η αγάπη μου θα ήταν όλα διαφορετικά. Το χαμόγελό της θα αντανακλούσε στο κρυστάλλινο ποτήρι με το κρασί και εγώ θα το έπινα, τη κάθε μπουκιά του φαγητού θα ακολουθούσε η συνέχεια από τα λόγια της, κι εγώ θα τ’ άκουγα με ενδιαφέρον και θα έχτιζα τις σκέψεις μου πάνω σ’ αυτά. Τα αστραφτερά πηρούνια με τις κινήσεις των χεριών μας θα έστελναν τα βέλη του έρωτα στις καρδιές μας, κι εγώ θα άνοιγα το πουκάμισό μου για να δεχτώ το κάρφωμα πιο γρήγορα, πιο βαθύ, το νόστιμο φαγητό θα χαλάρωνε τα σφιγμένα από την ερωτική επιθυμία στομάχια μας, το κρασί θα μετέφερε αστραπιαία όλες τις κρυφές επιθυμίες στο νου και θα έφερνε τη γλυκιά ζάλη, τη φυσική παραίσθηση του πριν που περιμένει το μετά και τέλος το γλυκό που θα ακολουθούσε, θα μούδιαζε τους ουρανίσκους μας από τη γλυκιά κρεμώδη γεύση  και θα άφηνε τα χείλη και τις ματιές μας να πλημυρίσουν από χαμόγελα και ερωτική παρόρμηση γεμάτη αβάσταχτο πόθο. Θα φεύγαμε γρήγορα για το μετά…2 (1)

Η μέρα κύλαγε, ο ήλιος έγερνε, ο αέρας συνέχιζε να μου ανακατεύει τα μαλλιά, τον άφηνα να μου τα μπερδεύει αφού τόσο μου έλειπε το χάδι της, τον άφηνα να με αγγίζει παρόλο που τον μισούσα. Δεν μου άρεσε αυτό το φύσημά του. Με εκνεύριζε με στεναχωρούσε, ήθελα να κρυφτώ σε ένα απάνεμο μέρος, ήθελα να μπω μέσα στο σκάφος να μη τον ακούω, να μη τον αισθάνομαι. Όμως μου έλειπε τόσο πολύ το χάδι της στα μαλλιά μου. Και ήταν ο μόνος που μπορούσε να μου θυμίσει το άγγιγμά της….συμβιβάστηκα για μια ολόκληρη μέρα, τον άντεξα.

Όλη η πόλη φωτιζόταν ακόμα με τις απογευματινές πλαινές αχτίνες του ήλιου που έπεφταν από τη δύση προς την ανατολή αφήνοντας τις σκιές των ψηλών κτηρίων να μεγαλώνουν ολοένα και  να  περιμένουν να σβήσουν τεράστιες πια, περιμένοντας τη νύχτα που ερχόταν από την ανατολή. Έφυγα από το σκάφος. Περπάταγα δυτικά στη μεγάλη παραλιακή λεωφόρο. Περπάτησα αρκετή ώρα και βρέθηκα σε μια μικρή στρογγυλή πλατεία. Ένα μεγάλο δέντρο υπήρχε στη μέση και γύρω από αυτό η αραιή αριστερόστροφη κίνηση των τροχοφόρων. Έστριψα αριστερά. 15672110Στο βάθος του δρόμου στ’ αριστερά φαινόταν ένα καμπαναριό και στα δεξιά ένας μιναρές. Όταν πλησίασα κοντά στην εκκλησία η πόρτα ήταν ανοιχτή. Ο Άγιος Αντώνιος. Ένα κερί και μια ευχή μακρινή γεμάτη πίστη κι έπειτα η συνέχεια στο δρόμο. Γύρισα και κοίταξα πίσω μου. Είχα απομακρυνθεί πολύ μες στον ίσιο δρόμο. Ένα καμπαναριό και ένας μιναρές φάνταζαν στο βάθος ακόμα με το λιγοστό φως της ημέρας κι η νύχτα μοίραζε στο τόπο το γλυκό σκοτάδι με τους ανατολίτικους σκοπούς και τις μυρωδιές του φρεσκοψημένου κεμπαμπ από κάποιο κοντινό ταβερνείο.

Καραπιπερίμ….Καραπιπερίμ….Καραπιπερίμ…ακουγόταν με ρυθμό, γλυκά μέσα στη ζεστη νύχτα σκανταλίζοντας και τη πιο αθώα ψυχή, φέρνοντας την εικόνα μιας γυναίκας να χορεύει το χορό της κοιλιάς, με τα χιλιοστόλιστα μεταξωτά και τα γεμάτα πούλιες και χάντρες αραχνούφαντα φορέματα…  κι εγώ περπάταγα στην Λεωφόρο Φραγκλίνου Ρούσβελτ. Σπίτια, εργοστάσια, Οινοποιεία, εκλησσίες, τζαμιά, 65707593ταβέρνες, μουσική, ραφιναρίες, καφενεία,όλα μαζί, όλα ανακατωμένα. Όλα τόσο αντίθετα.Κάπου στο βάθος του κόλπου μέσα στην ανοιχτή θάλασσα μια φλόγα έκαιγε, δείχνοντας  το πλούτο που κρύβει τούτη η γη με το πετρέλαιο που αναβλήζει από τα σωθικά της. Από τη μια η φλόγα του πετρέλαιου,  από την άλλη το κρασί και πιο κει το Μουσείο του Νερού. Ένα νερό θεικό, αρχαίο, ιστορικό, που έρχεται από τον Όλυμπο και ρέει άφθονο στις υπόγειες διαδρομές του Δέλτα του ποταμού Γαρύλλη και πριν φτάσει στη θάλασσα το πίνει για να ξεδιψάσει ο όμορφος κόσμος της Λεμεσού.

Μα είναι νύχτα πια, τα μουσεία είναι κλειστά κρατούν καλά φυλαγμένα μέσα τους τις άξιες πράξεις των παλιών, κι εγώ προχωρώ στη Λεωφόρο Φραγκλινου Ρούσβελτ, 21801339ακολουθώ τη μυρωδιά της σεφταλιάς που ψήνεται στα κάρβουνα μιας συνοικιακής καντίνας. Πεινάω. Οι σιελογόνοι αδένες μου απλώνουν το σάλιο σε κάθε σημείο μέσα στο στόμα μου προετοιμάζοντάς το για το πρώτο λαχταριστό δάγκωμα της ζεστής κυπριακής πίτας με τη σεφταλιά να  συνοδεύεται από μαύρο και κόκκινο πιπέρι, από πάμπολα κοματάκια πίκλας, σκεπασμένα με ρευστή καυτερή μουστάρδα. Το πρώτο δάγκωμα, απότομο, δυνατό χωρίς ανάσα, λαχταριστό, το δεύτερο πιο αργό αφήνοντας τη γλώσσα να δοκιμάσει τα πάντα , το τρίτο τελετουργικό απολαμβάνοντας κάθε ίχνος διαφορετικής γεύσης, φωνάζοντας στο ψήστη, άλλη μια σε παρακαλώ, πιάσε και μια παγωμένη μπύρα. Εκεί στα όρθια. Όλα τόσο όμορφα. Ο ένας δίπλα στον άλλο, για τον ίδιο σκοπό. Ένας σκύλος χορτασμένος με βλέπει με παρακολουθεί χωρίς παρεξήγηση, με καταλαβαίνει. Το βλέμμα του είναι σαν να μου μιλάει, σαν να με ρωτάει, τόσο πολύ πεινούσες φίλε; Μετά από λίγο χορτασμένος απολάμβανα τη μπύρα μου. Άναψα ένα τσιγάρο και κοίταξα γύρω μου. Τι κτήριο είναι αυτό ρώτησα τον καντινιέρη φυσώντας το καπνό προς αυτό. Ο Χαρουπόμυλος μου είπε. Μες στο σκοτάδι και με χαμένη τη σκέψη στις γεύσεις της ψημένης σεφταλιάς, ανάμεσα στα λιγοστά φώτα, το Χαρουπόμυλο τον έβλεπα σαν μια μεγάλη εκκλησία.16011525

Μα πριν προλάβω να μάθω περισσότερα, μια λευκή μερσέντες σταμάτησε μπροστά στη καντίνα. Άνοιξε η πίσω πόρτα και κατέβηκε μια γλυκιά κοπέλα. Δεν ήταν όμορφη. Ήταν γλυκιά όμως. Στο χέρι της κρατούσε ένα βιβλίο. Παράγγειλε δυο πίτες και περίμενε να τις πάρει. Τη κοίταζα συνέχεια. Κάποια στιγμή οι ματιές μας συναντήθηκαν. Αυτό ήταν. Η μαγική σκόνη είχε πέσει πάνω μου. Ο έρωτας, μου είχε ψιθυρίσει. Αυτή η ματιά θα είχε συνέχεια. Αυτή η γλυκειά κοπέλα θα αποτελούσε μια μελλοντική ιστορία. Δεν θα ήταν μια στιγμιαία συνάντηση, δεν θα ήταν μια χαμένη ματιά σαν άλλες πολλές. Ή ματιά της μίλησε στη ψυχή μου και η μπουκιά μου στάθηκε στο λαιμό. Ήπια λίγη μπύρα για να συνέλθω, για να μπορέσω να αναπνεύσω και πάλι. Συνέχισα να τη κοιτάζω. Ζήλεψε ο εαυτός μου από τη γλύκα της. Εκείνη αν και έδειχνε αδιάφορη, μου έδινε την εντύπωση πως με σκεφτόταν. Μπορεί τα μάτια της να έβλεπαν πότε στο δρόμο και πότε στη καντίνα, αλλά εγώ ένοιωθα τη ματιά της ψυχής της να με κοιτά κατάματα και να με καλεί κοντά της. Πήρε τις πίτες καλοτυλιγμένες μέσα στο χαρτί, έσφιξε με το μπράτσο της το βιβλίο στο πλευρό της, πλήρωσε κι έφυγε βιαστικά για το αυτοκίνητο. Την ώρα που καθόταν στο πίσω κάθισμα της λευκής μερσέντες, από το χέρι της έπεσε το βιβλίο που κρατούσε στο δρόμο. Η πόρτα έκλεισε και το αυτοκίνητο έφυγε με ταχύτητα πριν προλάβω να αντιδράσω. Πήγα στην άκρη του πεζοδρομίου και πήρα το βιβλίο στα χέρια μου. Χωρίς Κραγιόν, έγραφε..της Μαρίνας Πετροπούλου. Το έσφιξα στα χέρια μου. Το ακούμπησα πάνω στο στήθος μου. Ήταν ένα βιβλίο που διάβαζε….ήταν ένα βιβλίο που δεν το είχε τελειώσει. Περίμενα, έφαγα κι άλλη σεφταλιά, ήπια και άλλη μπύρα. Δεν ήρθε να το ζητήσει. Δεν ξαναπέρασε η λευκή μερσέντες εκείνη τη βραδυά. Είχα το βιβλίο μαζί μου και σκεφτόμουνα ένα τρόπο να ψάξω να τη βρω να της το δώσω.

Ήταν αργά. Καθόμουνα στο δερμάτινο κάθισμα της πρύμης του σκάφους. Έβλεπα τη φωτισμένη πόλη να απλώνεται μέχρι το βάθος της ανατολής. Όσο έφτανε η ματιά. Σκεφτόμουνα τη γλυκιά κοπέλα της λευκής μερσέντες, κάπου μέσα σ’ αυτή την ατέλειωτη πόλη. Σκεφτόμουνα πως απόψε δεν θα είχε να διαβάσει στο κρεββάτι της το βιβλίο της. Το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου. Χωρίς Κραγιόν …ο τίτλος του. Κι εγώ σκεφτόμουνα χωρίς βιβλίο…χωρίς φεγγάρι…χωρίς φως…..χωρίς έρωτα…Με πήρε ο ύπνος και στην αγκαλιά μου κρατούσα σφιχτά, ανοιχτό σαν μια δεύτερη αγκαλιά, το βιβλίο της. Από τα φύλλα του ξεπηδούσε  η μυρωδιά του χαρτιού και μια γεύση από το άρωμά της, που είχε μείνει αχνή πάνω σ’ αυτά. Γρήγορα ήρθε το όνειρο. Γρήγορα ήρθε και το ξημέρωμα.

Ξύπνησα με τις φωνές των γλάρων που ακολουθούσαν λίγα ερασιτεχνικά μικρά ψαράδικα που έφταναν στο παλιό λιμάνι κι έφερναν τα ολόφρεσκα ψάρια στη στεριά για το σπίτι τους. Άφησα το βιβλίο πάνω στο κάθισμα. Μπήκα στη κουζίνα του σκάφους και πήρα ψωμί. Το έκοψα σε πολλά μικρά κοματάκια και έπειτα πήγα στη πλώρη και τάισα τους γλάρους.foto1Πέταγα το ψωμί ψηλά, πολύ ψηλά και πριν προλάβει να πέσει στη θάλασσα κάποιος γλάρος εφορμούσε και το άρπαζε στον αέρα. Οι υπόλοιποι γλάροι έκαναν βόλτες από πάνω μου περιμένοντας ένας ένας τη σειρά τους. Εγώ τους τάϊζα και τους έλεγα την ιστορία μου. Τους έλεγα πως την άλλη μέρα το πρωϊ μια λευκή μερσέντες σταμάτησε μπροστά στο σκάφος. Βγήκε ένας κομψός κύριος και πλησίασε. Έριξε μια ματιά εξωτερικά. Το σκάφος ήταν όπως ακριβώς το ειχε δει στις φωτογραφίες. Μετά μπήκε μέσα και μου συστήθηκε. Χριστόφορος Αγγέλου μου είπε….Μα εμένα η ματιά μου ήταν στη λευκή μερσέντες. Τον παράτησα στη πρύμη, πήρα το βιβλίο κι έτρεξα έξω, πλησίασα το αυτοκίνητο. Καθόταν στο πίσω κάθισμα. Μόλις με είδε άνοιξε το παράθυρο. Μου χαμογέλασε γλυκά. Αυτό το γλυκό χαμόγελο που μου θεράπευσε αμέσως τη πονεμένη μου ψυχή. Της έδωσα το βιβλίο της. Εκείνη άνοιξε τη πόρτα. Βγήκε. Φορούσε ένα δαντελωτό λευκό φόρεμα. Ήταν σαν ένας άγγελος. Ζήλεψε πάλι ο εαυτός μου. Μου έφερε ένα κόμπο στο λαιμό, ένα δισταγμό. Λες και ήθελε πάλι να μη πω κουβέντα. Αλλά αυτή τη φορά…αγαπημένα μου πουλιά…δεν τα κατάφερε. Άρχισα να της μιλάω. Της είπα το σπουδαιότερο. Της είπα ότι την αγαπώ. Ότι τη ποθώ και τη θέλω όχι για μια στιγμή μόνο, ….τη θέλω για πάντα. Ο Χριστόφορος περίμενε εκνευρισμένος στη πρύμη του σκάφους. Βιαζόταν να κλείσει η δουλειά κι εγώ τον είχα αφήσει να περιμένει…Δεν μπορούσε να φανταστεί τότε πως μπαίνοντας πάλι στο Blue Pearl θα του ζήταγα το χέρι της κόρης του. Δεν μπορούσε να φανταστεί τότε πως με το Blue Pearl εγώ και η κόρη του η Αντρη, θα κάναμε τον επόμενο μήνα το γαμήλιο ταξίδι μας. Μια γαμήλια κρουαζιέρα, στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου….Δεν μπορούσε να φανταστεί πως σήμερα θα ήταν όλη μέρα με τα δυό εγγονάκια του και θα τα πήγαινε βόλτες μέσα στη Λεμεσό στους κήπους, στις κούνιες, στις παραλίες….

Φίλιππε,ξύπνα αγάπη μου….άκουσα ελαφρά τη φωνή της Άντρης. Με χάιδεψε στα μαλλιά μου και μου είπε…σε μισή ώρα θα έρθει ο αγοραστής. Πρέπει να σηκωθείς. Ετοιμάστηκα γρήγορα. Πήρα το φάκελο και βγήκα στη πρύμη. Τον άφησα πάνω στο βιδωτό οβάλ ξύλινο τραπέζι. Iosif Isaak έγραφε. Επιχειρηματίας. Το σκάφος “Bright Jade”. Όπως τότε της είπα..τότε που περίμενα μόνος μου σαν αγοραστή το πατέρα σου…images (8)

Αγάπη μου της είπα. Το βράδυ θέλω να πάμε μια βόλτα στα Τσιφλικούδια. Θα ανάψουμε ένα κερί στον Αγιο Αντώνη κι έπειτα θα περπατήσουμε μέχρι το Χαρουπόμυλο. Μα κάπου εκεί μέσα στις γειτονιές, ανάμεσα στα σπίτια και στα οινοποιεία, υπάρχει ένα μοναδικό ταβερνάκι. Εκεί θέλω απόψε να φάμε τους εκλεκτούς  μεζέδες, να πιούμε το καλό ντόπιο κρασί. Και μέσ’ στο κρυστάλλινο ποτήρι να αντανακλά το χαμόγελό σου κι εγώ να το πίνω. Να μου μιλάς κι εγώ να σε ακούω και πάνω στα λόγια σου να χτίζω τις σκέψεις μου και να χάνομαι στο βάθος της ματιάς σου και του έρωτά σου.

Advertisements

One thought on “Ψίθυρος του έρωτα στα Τσιφλικούδια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s