Κάθε μέρα κι ένα χτύπημα.

241112235836_6683

Κάθησα να πιω ένα καφέ. Προχωρούσα από το πρωϊ από ΑΤΜ σε ΑΤΜ για να πάρω λίγα χρήματα για να περάσω τις μέρες που έρχονται. Είχα ξεμείνει από λίγα.

Παλαιότερα όταν ξέμενα από λεφτά, άνοιγα ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη και ανάμεσα στις σελίδες θα έβρισκα κάποιο κρυμμένο χαρτονόμισμα. Είχα αυτή τη συνήθεια. Έβαζα σε διάφορα βιβλία χαρτονομίσματα και κάποια στιγμή που χρειαζόμουνα έβρισκα τόσα, που θα μπορούσα χωρίς υπερβολή να περάσω και ένα μήνα. Μετά το χρονικό όριο μίκραινε σταδιακά, έγινε για τρεις εβδομάδες, μετά για δύο, για μία μέχρι που μου πέρασε πια αυτή η συνήθεια και δεν βάζω πια χαρτονομίσματα μέσα στα φύλλα των βιβλίων. Δεν περισσεύουν πια για να τα κρύψω ούτε για μια μέρα…

Το ένα ΑΤΜ δεν λειτουργούσε. Το άλλο πιο κάτω στη γωνία δεν είχε προσωρινά χρήματα. Το είχαν αδειάσει. Τα επόμενα δύο που βρήκα στο δρόμο μου και αυτά μου ζητούσαν συγνώμη εγγράφως για την αδυναμία να μου δώσουν λίγα από τα ολίγα δικά μου χρηματάκια… ένα άλλο στην απέναντι πλευρά του δρόμου, το κοίταξα, είδα κάποιον να απομακρύνεται από αυτό βρίζοντας και κατάλαβα. Κουράστηκα από το περπάτημα στα κακοφτιαγμένα πεζοδρόμια κι έτσι κάθησα να πιω ένα καφέ. Ένα καφέ χωρίς εφημερίδα. Δεν ήθελα να δηλητηριάσω τη διάθεσή μου.

Η μόνη συνοδεία ήταν το απαλό και ευχάριστο κάπνισμα ενός τσιγάρου. Επιτρέπεται; Ρώτησα ρητορικά. Βεβαίως! Μου απάντησε ο σερβιτόρος. Και μέσα αν θέλετε επιτρέπεται το κάπνισμα. Κάθησα έξω. Ο ελαφρύς νοτιάς σε συνδιασμό με τις ζεστές ανοιξιάτικες αχτίνες του ήλιου έκανε την ατμόσφαιρα ζεστή και ευχάριστη. Έπινα το καφέ μου και κάπνιζα το τσιγάρο μου, απολαμβάνοντας τη κάθε στιγμή. Τι γεύση! Τι άρωμα! Τι τέλεια συνύπαρξη, η γεύση του καπνού που εισχωρούσε μέσα μου με τη ρευστή γεύση του καφέ. Κι έπειτα. Η εκπνοή. Να αφήνω το καπνό να βγαίνει από τα χείλη μου αργά αργά παρασύροντας από μέσα μου κάθε ειρωνία, σαρκασμό και σνομπισμό για όλους αυτούς που έχουν γράψει για τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος. Επιστημονικά τεκμηριωμένες απόψεις λες κι αυτοί που τις έγραψαν έζησαν περισσότερο. Στο διπλανό τραπεζάκι καθόταν ένας ηλικιωμένος άνδρας γύρω στα 85 και κάπνιζε κι αυτός το τσιγαράκι του με ευχαρίστηση, ευτυχισμένος απολαμβάνοντας το καφέ του. Ο σερβιτόρος του έφερε και γλυκό κερασάκι. Ή απόλαυση…

Άλλοι ερχόντουσαν στο café και άλλοι έφευγαν. Κι αυτοί που έφευγαν πλήρωναν. Μόνον που ο τρόπος πληρωμής έχει αλλάξει πλέον. Κάποτε βγάζαμε το πορτοφόλι και πληρώναμε το καφέ. Τώρα βάζουμε το χέρι στη κωλότσεπη κι ότι ψηλό πιάσουμε. Το μετράμε το ξαναμετράμε μέχρι να βρούμε το ακριβές αντίτιμο της αξίας του καφέ, ώστε να μη περιμένουμε ρέστα. Κάποια ψηλά ρέστα που μέχρι πρότινος τα αφήναμε αζήτητα κάτι σαν υποχρέωση για τις καλές υπηρεσίες που πρόσφερε η επιχείρηση . Έτσι ήταν, μαζί με το κατακάθι του καφέ αφήναμε και τα ρέστα.

Απέναντι στην ανήλια πλευρά του δρόμου, στο πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας υπήρχε μια μεγάλη τζαμαρία και μέσα φαινόντουσαν στη σειρά, γυμναστικά όργανα και ξεχώριζαν μπροστά μπροστά, σχεδόν κολλητά στα τζάμια οι διάδρομοι για περπάτημα και τρέξιμο. Μια νεαρή κοπέλα έτρεχε επί ώρα, ακούγοντας μουσική με ακουστικά στ αυτιά της και με καρφωμένο το βλέμμα της ακριβώς στο απέναντι κρήριο. Ακίνητα μάτια, καρφωμένη ματιά, κενό από σκέψεις μυαλό, και τρέξιμο, πολύ τρέξιμο, τοπικό, σκληρό, εξαντλητικό, μουσκεύοντας τη γυμναστική φόρμα με τον περίσσιο ιδρώτα. Δυο μηχανήματα πιο δίπλα ένας άντρας γεματούλης με αρκετά κιλά, προσπαθούσε με ζόρι και ακολουθούσε τον αργό ρυθμό του διαδρόμου με δυσκολία, κάτι σαν άσχημη περιπέτεια, κάτι σαν βασανιστήριο, μετρώντας τις σταγόνες του ιδρώτα του που έσταζαν σαν νεροποντή γύρω του. Ω θεέ μου σκέφτηκα. Ο αμέσως πρώτος παράλληλος δρόμος από αυτόν του café ήταν ότι έπρεπε για τρέξιμο, γεμάτος δέντρα, με ελάχιστη κίνηση από τροχοφόρα, με πλατείες και φαρδιά πεζοδρόμια. Αλλά αν ήμουνα εγώ στη θέση του θα έπαιρνα το τραμ και θα πήγαινα παραλία. Θα έτρεχα από το Φάληρο μέχρι τη Βουλιαγμένη αναπνέοντας τη θαλασσινή αύρα και βλέποντας την ομορφιά του κόσμου γύρω μου. Θα έτρεχα με ευχαρίστηση, ευτυχισμένος και με το ρυθμό που θα διάλεγα εγώ. Δεν θα μπορούσα ποτέ να τρέξω στη τετράγωνη σάλα ενός γυμναστηρίου, χαζεύοντας με το βλέμμα μου καρφωμένο στο απέναντι κτήριο, αναπνέοντας τον αέρα του κλιματιστικού, καταπίνοντας τις υποσχέσεις για καλή γυμναστική, ευεξία και μακροζωία.

Με τις σκέψεις αυτές έβαλα το χέρι στη κωλότσεπη, πλήρωσα το καφέ μου και έφυγα για το σπίτι. Ανηφόρησα το πρώτο παράλληλο δρόμο. Είδα χαρούμενα παιδιά να παίζουν στη παιδική χαρά. Είδα γάτες και σκύλους, αδέσποτα ζώα, καλοταϊσμένα από την αγάπη των γειτόνων, είδα βιαστικούς περαστικούς, αλλά και αργόσχολους που βολτάριζαν απολαμβάνοντας την όμορφη και ηλιόλουστη μέρα. Από τα σπίτια ερχόντουσαν οι μυρωδιές από τις προετοιμασίες του μεσημεριανού φαγητού.

Πιο πάνω στον άλλο δρόμο, δυο γυναίκες συζητούσαν με αγωνία για το σκοτεινό και αβέβαιο μέλλον των παιδιών τους. Η κόρη μου δουλεύει σ’ αυτή τη τράπεζα, έλεγε η μία στην άλλη και προσπαθούσαν να παρηγορηθούν από μόνες τους με ευχές περιμένοντας μια ανθρώπινη λύση μέσα από μια απάνθρωπη εξουσία. Μια εξουσία εχθρική που μας πολεμά χρυπώντας πότε εδώ και πότε εκεί, μέσα στη χαρούμενη μέρα. Μια εξουσία που μοιράζει σκοτάδι μέσα στο δυνατό φως μιας ηλιόλουστης  ημέρας. Μια εξουσία που ρίχνει τη βαρειά σκιά της πάνω από τα σπίτια του κόσμου. Μια εξουσία θρίλερ χωρίς σενάριο, χωρίς αρχή και τέλος. Ένα θρίλερ που το προβάλει μπροστά στο καθένα μας σαν απειλή. Μια απάνθρωπη εξουσία. Η εξουσία της ενωμένης ευρώπης. Το ψέμμα.

Βγείτε έξω. Δείτε το φως του ήλιου. Δείτε την αλήθεια.

Advertisements

One thought on “Κάθε μέρα κι ένα χτύπημα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s