Έγκλημα στο Τρίτο.

Έγκλημα  στο Τρίτο.

Ένα μικρό φορτηγό αυτοκίνητο σταμάτησε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Δυο άντρες ντυμένοι με φόρμες εργασίας,κατέβηκαν κοιτώντας με απορία τα νούμερα των γύρω σπιτιών.

Εδώ είναι το νούμερο 7; Με ρώτησε ο ένας καθώς έβγαινα από την είσοδο.images (9)

Μάλιστα εδώ είναι, τον αριθμό τον κρύβει η φυλλωσιά της σεφλέρας του είπα, και κούνησα λίγο το εύρωστο φυτό, που ακουμπούσε στον εξωτερικό τοίχο μέχρι ψηλά, για να αποκαλυφτεί το μικρό μπρούτζινο και ανάγλυφο, 7.

Ο ίδιος άνδρας κοίταξε το χαρτάκι που κρατούσε στο χέρι του και με ρώτησε αφού με βρήκε πρόθυμο για κάθε βοήθεια. Βασίλειος… Βα…λα..

Α΄το κυρ Βασίλη θέλετε; Στο τρίτο θα ανέβήτε, τους είπα και τους έδειξα το κουδούνι.

Ευχαριστώ πολύ, είπαν και οι δύο ταυτόχρονα και χτύπησαν το κουδούνι. Εγώ έφυγα για μια βόλτα στην αγορά της περιοχής.

Στο τέλος του τετραγώνου, γύρισα να κοιτάξω αν έρχεται κανένα αυτοκίνητο γιατί ήθελα να περάσω στο απέναντι πεζοδρόμιο και τότε είδα τους δύο άνδρες να βγάζουν με προσοχή από το μικρό φορτηγό ένα μεγάλο καθρέφτη. Θα τον ανέβαζαν στο τρίτο από τη σκάλα σκέφτηκα, αφού ο ανελκυστήρας της πολυκατοικίας είναι τόσο μικρός που δεν χωράει ούτε τη σκιά σου.

Μα κι άλλο καθρέφτη αγόρασε ο κυρ Βασίλης; Αναρωτήθηκα. Το περασμένο μήνα πάλι είχει αγοράσει ένα μεγάλο καθρέφτη. Και η γυναίκα μου, μου είπε πως πριν από λίγο καιρό είχε πάρει άλλους δυό λίγο μικρότερους…. Και η κόρη μου το καλοκαίρι, έλεγε πως ένα απόγευμα φέρανε δυο καθρέφτες στον κυρ. Βασίλη και οι μεταφορείς περιμένανε στο δρόμο για αρκετή ώρα μέχρι που εκείνος γύρισε από το Φαρμακείο.

Προχωρούσα και σκεφτόμουνα τους καθρέφτες του κυρ Βασίλη και τη σκέψη μου τη διέκοψε ένα έντονο γνωστό χαμόγελο που έφτανε στ αφτιά μου από το επόμενο σταυροδρόμι. Πίσω από τη γωνία του δρόμου άκουσα το άφθονο  χαμόγελο της Λίζας να μου προξενεί τη διάθεση να γελάσω κι εγώ. Με ποιον να συζητάει; Αναρωτήθηκα. Τι να λένε και να γελάει έτσι, τόσο δυνατά….

Το χαμόγελο της Λίζας. Της Λίζας που μένει στην απέναντι από εμάς, πολυκατοικία, στο ισόγειο. Στο ισόγειο που κάθε βράδυ η μπαλκονόπορτά της μένει με ανοιχτό το ξώφυλλο και το φως στο μικρό σαλονάκι της, φωτίζει τη κόκκινη δαντελωτή κουρτίνα που μέχρι αργά στη νύχτα η ανταύγεια  της φτάνει μέχρι και το πεζοδρόμιο. Εκείνες τις ώρες κάποιες αντρικές φιγούρες, αθόρυβα την επισκέπτονται για λίγο και μετά πάλι αθόρυβα φεύγουν. Αθόρυβα σαν τις σκιές.

Καλημέρα κύριε Νίκο! Μου φώναξε μόλις με είδε που ξεπρόβαλα στη γωνία. Καλημέρα Λίζα! Της απάντησα κι εκείνη χαμογέλασε άφθονα. Αβίαστα και το γέλιο της ακούστηκε ξανά μέχρι μακρυά. Συζητούσε με μια κυρία που κρατούσε τον μικρό εγγονό της από το χέρι και εξιστορούσε στη Λίζα τα κατορθώματά του. Κι εκείνη που λάτρευε τόσο τα παιδιά, το χάϊδευε στο κεφάλι του και χαμογέλαγε κάνοντας το μικρό να χαίρεται και να χαμογελά κι αυτός.

Η μέρα πέρασε γρήγορα και το σκοτάδι έκρυψε τους ανθρώπους μέσα στα σπίτια τους. Μόνο τα φώτα φέγγιζαν από τις κλειστές κουρτίνες στα παράθυρα και διάφορες σκιές μέσα από αυτές φαινόντουσαν αμυδρά σαν μέσα από λευκό πανί να περνούν κάπου κάπου και να χάνονται…

Οι άνθρωποι φόρεσαν τις πυτζάμες τους και τα χασμουρητά μπροστά στις τηλεοράσεις προμήνυαν τον ερχομό του ύπνου.

Και μέσα σ’  αυτή την ησυχία της νύχτας, ξαφνικά ο κρότος ενός όπλου έφερε την ανησυχία σε όλους.  Μια φορά ακούστηκε. Αυτοκτονία ξεστόμισα. Δεύτερος images (10)πυροβολισμός και σκέφτηκα φόνος και έπειτα αυτοκτονία… τρίτος πυροβολισμός που με μπέρδεψε και με έκανε να σηκωθώ από το καναπέ. Τέταρτος πέμπτος και έκτος απανωτά, μακελειό σκέφτηκα και πετάχτηκα στο μπαλκόνι. Το οικοδομικό τετράγωνο αναστατώθηκε. Μια μια μπαλκονόπορτα άνοιγε σε όλα τα γειτονικά σπίτια από όλους τους ορόφους και οι γείτονες έβγαιναν τρομαγμένοι, γεμάτοι απορία για το τι είχε συμβεί.Τι φονικό Θεέ μου. Τι συμβαίνει άρχισαν να ρωτούν όλοι με ανησυχία και αγωνία. Άνοιξαν και κάποια παράθυρα. Ψίθυροι μέσα στη νυχτα από πολλούς εφησυχασμένους γείτονες που ήταν έτοιμοι για το βραδυνό ύπνο.Ένας έβδομος πυροβολισμός ακούστηκε δυνατός και τους έκανε όλους να ανατριχιάσουν. Μερικά παιδιά άρχισαν να κλαίνε. Μια κουρτίνα που ανέμισε προς τα έξω από τη ανοιχτή μπαλκονόπορτα του τρίτου, ένας ήχος από σπασμένα γυαλιά κι ένα βαρύ βογγητό σαν μυστικός αντρικός αναστεναγμός επιβεβαίωσαν το σημείο του μακελειού. Στο τρίτο έγινε το φονικό. Στο διαμέρισμα του κυρ Βασίλη.

Για μια στιγμή κράτησαν όλοι την ανάσα τους. Το όλο σκηνικό θύμιζε θεατρική παράσταση. Ήταν η στιγμή που ο θεατής μένει μόνος και περιμένει να πέσει στο κενό που έχει διμηουργήσει ο θεατρικός συγγραφέας. Ήταν η στιγμή που όλοι περιμένανε το κόλπο του σκηνοθέτη για να απαλύνει τη πτώση τους, να τους επαναφέρει μέσα από το φόβο στη πραγματική στιγμή, πέρα από το κενό της ιστορίας. Να τους φέρει πίσω στη ζωή που συνεχίζεται. Στη ζωή που συνεχίζεται ακόμα και μετά από τον ξερό παγερό ήχο κάποιου όπλου…

Ξέφυγα γρήγορα από αυτή τη στιγμή.Κάποιος έπρεπε να κάνει την αρχή. Πήρα τα κλειδιά ξεκλείδωσα τη πόρτα και ενώ η γυναίκα μου μου φώναζε μα τι κάνεις που πας; Εγώ βγήκα και πήγα στη πόρτα του γείτονα. Του κυρ Βασίλη. Άνοιξαν κι άλλες πόρτες. Βγήκε και ο διπλανός ο Τάσος. Ύστερα κατέβηκε από το τέταρτο κι ο Λευτέρης.Κατέβηκε και η γυναίκα του η Κατερίνα με τις παντόφλες. Μα πριν αποφασίσουμε τι πρέπει να κάνουμε, η πόρτα του κυρ
Βασίλη άνοιξε. Αυτός ορθός, χαμογελαστός και μόνος, άνοιξε διάπλατα τη πόρτα του και μας είπε…Ήθελα να δω απλά, εάν υπάρχουν ακόμα γείτονες…ελάτε μέσα στο σπίτι μου. Μη φοβάστε …δεν έχω όπλο. Όλα ήταν ένα τέχνασμα…Οι πυροβολισμοί ήταν ψεύτικοι…Όμως απόψε έβαλα ένα τέλος. Έσπασα εφτά καθρέφτες. Με τους πυροβολισμούς που ακούσατε όλοι, σκότωσα τη μοναξιά. Μια μοναξιά που αν δεν τη νικήσεις με τη παρουσία των φίλων, σε πνίγει και σε σκοτώνει. Έβλεπα τον εαυτό μου στους καθρέφτες που αγόραζα, να πολλαπλασιάζεται και νόμιζα πως είχα παρέα. Μα γρήγορα κατάλαβα πως κάθε καθρέφτης με κορόϊδευε, πολλαπλασιάζοντας τη μοναξιά μου. Έτσι λοιπόν απόψε θα το γιορτάσω. Εκτέλεσα εν ψυχρώ τη μοναξιά μου. Ελάτε να το γιορτάσουμε μαζί. Τι στέκεστε έτσι. Περάστε μέσα. Μόνο προσέξτε τους σπασμένους καθρέφτες…Βγήκε στο μπαλκόνι. Ελάτε στο σπίτι μου φώναξε σε όλους που ακόμα χάζευαν από τα ανοιχτά παράθυρα και τα μπαλκόνια. Ελάτε στο σπίτι μου …απόψε γιορτάζω. Έχω καλό μεζέ και καλό κρασί…

Από το απέναντι ισόγειο, πετάχτηκε η Λίζα. Κλείδωσε τη πόρτα της παράτησε τη δουλειά της κι έτρεξε στην απέναντι είσοδο. Τρεις τέσσερεις γείτονες ήταν εκεί και στέκονταν μπρος στη κλειστή πόρτα. Η Λίζα κτύπησε το κουδούνι του κυρ Βασίλη κι εκείνος άνοιξε. Ανέβηκαν όλοι στο τρίτο. Το σπίτι του άρχισε να γεμίζει από τους παλιούς γείτονες, που χρόνια τον γνώριζαν….Ήρθε και η Νανού η Ρωσίδα με τον άντρα της. Ήρθε και ο γυιός της Λένας από το πέμπτο. Ήρθε και η Μαριλλού με τον εγγονό της από απέναντι.

Δυο τραπέζια γεμάτα από εδέσματα μέσα σε πιατέλες. Εδέσματα που έφτιαξε μόνος του ο κυρ Βασίλης…σπιτικά επιμελημένα.. μαγειρεμένα με μεράκι …για φίλους.

Τα ποτήρια γέμισαν κρασί. Στην αρχή διστακτικά δοκίμασαν από λίγο μεζέ ο καθένας και μετά λύθηκε η αμηχανία, η ντροπή, ο δισταγμός. Έφαγαν κι άλλο, κι άλλο, πήραν φωτιά τα κινητά, πήραν κι άλλους που είχαν μείνει πίσω στα σπίτια και ήρθαν κι αυτοί στο σπίτι του κυρ Βασίλη. Η γειτονιά όλη εκείνη τη νύχτα, ήπιε κρασί, τσούγκρισε τα ποτήρια, είπε χρόνια πολλά στο κυρ Βασίλη και όλοι φώναξαν …να καεί η μοναξιά…Ποτέ πια μοναξιά…στη γειτονιά μας…

Το άφθονο χαμόγελο της Λίζας ξεσήκωνε κάθε αρσενικό άτομο και έδινε αφορμή για μικροσυζητήσεις μεταξύ του γυναικείου πληθυσμού, έτσι για να περνάει η ώρα. Άλωστε τη Λίζα την ήξεραν όλες οι γειτόνισες και ήταν φίλη τους. Την αγαπούσαν και την υπολόγιζαν σαν δικό τους άνθρωπο. Τη σεβόντουσαν κι εκείνη τις λάτρευε όλες.

Κάποια στιγμή ο κυρ Βασίλης σήκωσε το ποτήρι του κι ευχήθηκε. Ποτέ μοναξιά στη γειτονιά μας! Για θυμηθήτε βρε παιδιά. Κάποτε την άνοιξη τα παραθυρά μας ήταν ανοιχτά. Τοσο ανοιχτά που ακούγαμε το ροχαλητό του γερο Παντελή του συχωρεμένου  στο δεύτερο δρόμο πιο κάτω. Μιλούσαμε από τα μπαλκόνια μας. Ανταλλάσσαμε τις γεύσεις μας  με τις γεύσεις των άλλων με πιάτα που γέμιζαν οι μανάδες μας από τις σπεσιαλιτέ τους και έκαναν μοιρασιά στη γειτονιά. Σήμερα φτιάξαμε τα τζάμια μας διπλά. Και τα κλείνουμε μόλις πέσει το φως του ήλιου. Χωρίσαμε, απομακρυνθήκαμε ενώ είμαστε δίπλα ο ένας στον άλλο, λες και τα σπίτια μας έφυγαν για μακρινό ταξίδι. Και τα παιδιά, μόλις γυρίσουν από το σχολειό τους, με το ένα χέρι τρώνε και με το άλλο γράφουν στον υπολογιστή. Χάθηκαν οι φωνές τους από τους δρόμους. Χάθηκαν τα παιχνίδια του δρόμου….χάθηκαν οι παρέες της άνοιξης… χάθηκαν και οι παρέες του καλοκαιριού… ενώ ο δρόμος είναι ο ίδιος. Δεν έχει αλλάξει καθόλου….

Μα το να ζεις με θύμισες δεν είναι καλό. Ο σκοπός είναι κάτι όμορφο από τα παλιά, να το αναβιώνουμε και τώρα. Αν τα παιδιά θα παίζουνε κρυφτό στο δρόμο, τότε και τα μπαλκόνια μας θα γεμίσουν από εμάς που θα τα βλέπουμε να παίζουν χαρούμενα…και οι συζητήσεις από παράθυρο σε παράθυρο θα μας φέρουν και πάλι πιο κοντά…

Ο Κωστάκης ο μικρός εγγονός της Μαριλλού, επεξεργαζόταν ένα τηλεχειριστήριο που βρήκε στην άκρη ενός τραπεζιού. Πάτησε ένα κουμπάκι και ένας πυροβολισμός ακούστηκε από τα ηχεία μέσα στο σαλόνι του κυρ Βασίλη. Ένας πυροβολισμός εκκοφαντικός… Μα κανείς δεν ανησύχησε πια. Αντίθετα όλοι γέλασαν με τη ψυχή τους. Κι από όλα τα χαμόγελα των γειτόνων ακουγόταν πιο πολύ το άφθονο χαμόγελο της Λίζας…

Το ανοιξιάτικο χάραμα βρήκε τους τελευταίους γείτονες να γυρνούν με τις πυτζάμες στα σπίτια τους. Η μπαλκονόπορτα του κυρ Βασίλη έμεινε ανοιχτή και η κουρτίνα ανέμιζε στο μπαλκόνι του με το ελαφρύ άνεμο, όλη μέρα, κι όποιος την έβλεπε από τη γειτονιά έφερνε στο νου την απρόσμενη  γιορτή της περασμένης νύχτας.

Advertisements

2 thoughts on “Έγκλημα στο Τρίτο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s