Κλειστά βλέφαρα

Dimitris Manousakis Λογοτεχνικά Απόνερα

Κλειστά βλέφαρα           sunset

Αγγίζω τους αστερίες που άφησες πάνω στο τραπέζι κι αυτοί έσταξαν θάλασσα.

Μυρίζω τις σταγόνες της, πάνω στο νωπό τραπεζομάντηλο.

Ο άνεμος φυσάει και προσπαθεί να το στεγνώσει γρήγορα. Μα το άρωμά της έμεινε πάνω του για πάντα…

Δυο καρέκλες και γύρω οι υγρές πέτρες της αυλής, αγγίζω τη σκιά που προχωράει.

Αγγίζω τα μάτια μου…. Κλειστά βλέφαρα …μόνο…

Ακούω τα σαλιγκάρια που ανεβαίνουν αθόρυβα, με ευκολία τη χαμηλή μάντρα.

Φρέσκα φύλλα φασολιάς που τα μύρισαν και πάνε να τα φάνε…

Αισθάνομαι τον ήλιο που σιγά σιγά με το πέρασμα της ημέρας λιγοστεύει τη ζέστη του πάνω μου…

Πάρε τα πινέλα σου, είναι στο καλάθι το μπαμπού… κι έλα κοντά μου, να ζωγραφίσεις.

Έλα κοντά μου και μίλησέ μου για τα χρώματα.

Θέλω να με κάνεις να γευτώ το ηλιοβασίλεμα!

Advertisements

14 thoughts on “Κλειστά βλέφαρα

    • Ναι Πόπη. Σαν βαθύτερο νόημα έχει τη τέχνη που αμα λειπει όλα γυρω μας ειναι άχρωμα. Αλλά είναι και έτσι απλά το τι ακριβώς λέει. Οτιδήποτε μας λειπει απο τη ζωή μας προσπαθούμε και το ζούμε, το αγγίζουμε, το μυρίζουμε. Αλλά τη συντροφιά τη ζηταμε από τον διπλανό. Και ποιος είναι αυτός που ακούει το κάλεσμα. Εδώ η απάντηση είναι μέσα στο καθένα μας. Πρέπει να γίνεις τόσο ευαίσθητος, όσο ένας καλλιτέχνης για να πλησιάσεις και να δώσεις στον άλλον αυτο που θα τον κανει να γευτεί το ηλιοβασίλεμα. Σ’ ευχαριστώ.

  1. Με συγκίνησες, με άγγιξες, με έκανες να ανασύρω αρώματα από το παρελθόν, εμένα όλα τα ωραία σου λόγια εκλιπαρούν την μοναξιά να φύγει μακριά, πλέκουν τον ύμνο της αναζήτησης των αδελφών ψυχών και βέβαια όπως πολύ σωστά επεσήμανε ο/η vakapo όλο αυτό δεν θα μπορούσε παρά να είναι Τέχνη, καθάρια και μαγική. Με κλειστά βλέφαρα αποζητούμε και ονειρευόμαστε τη συντροφιά, τον έρωτα, την αποδοχή, την γλύκα και υπάρχουν φορές που ο Θεός μας σκουντάει φιλικά, έστω και για λίγο, αλλά εμείς μερικές φορές είμαστε ανίκανοι να νιώσουμε το σκίρτημα. Σε ένα κομμάτι έγραψα επ’ αυτού: «…Και τότε τι; Το λάκτισμα έλαβε χώρα και τα νοήματα ανασαίνουν το παρθενικό τους οξυγόνο, εσύ τι; Τι κάνεις; Τα τετραγωνάκια της ασφάλειας σου γνέφουν απειλητικά, θυμωμένες ελπίδες σφυρίζουν τα λόγια της πλώρης, η κυβική ύπαρξη σου πάλλεται κάτω από το βάρος του ονείρου, εσύ τι; Κοντοστέκεσαι χαμένος μα δε ζυγώνεις, νιώθεις την αύρα, την μυρίζεις, την ακουμπάς σχεδόν μα δεν την γραπώνεις. Πέθανες; Ίσως, ίσως πέθανες πριν καιρό και δεν το κατάλαβες, περιφέρεις ένα μάτσο κόκαλα και σάρκες στην ματαιότητα του κόσμου. Ένα μπουμπούκι άνοιξε και ξεψύχησε μπρος στα πόδια σου και δεν πρόλαβες καν να γευτείς τους χυμούς του. Λόγια κρυφά ξεμακραίνουν στον ορίζοντα και χάνονται στη λησμονιά, το κουτί σου καλά κρατεί, μαύρο και βουβό και με παντελή άγνοια Ποίησης, εσύ ένας κόκκος στο κέντρο του κουτιού, ζαρωμένος και άσχημος σαν την πείνα, το σκίρτημα ήρθε και έφυγε, εσύ εκεί…» Ευχαριστώ για τη συγκίνηση που μου έδωσες.

    • Ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο και για το λογοτεχνικό αφιέρωμα. Καταπληκτικό και δυνατό. που σαρώνει γρήγορα κι επισημαίνει κάθε τι καλό που δεν του δώσαμε σημασία στη ζωή και πάει, πέρασε…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s