Ματωμένη υπόθεση

Ματωμένη υπόθεση

Μια δυνατή τροπική μπόρα έπιασε ξαφνικά στο Λουμούτ. Το μεγάλο φυλλόδεντρο στην άκρη του δρόμου στο μικρό λιθόστρωτο δρόμο του χωριού,έγινε το προσωρινό στέγαστρο εκεί που μας άφησε το παλιό εγγλέζικο τζιπ. Διακόσια μέτρα ακόμα έπρεπε να διασχίσουμε με τα πόδια για το μικρό ξενοδοχείο στο κρυφό ψαροχώρι του ήσυχου κόλπου… ένα μεγάλο κρουαζιερόπλοιο ήταν αγκυροβολημένο, στη μέση του κόλπου που έμοιαζε με ανοιχτό πέρασμα ποταμού, ενώ οι βάρκες που μετέφεραν τους τουρίστες στη στεριά, είχαν δέσει προσωρινά πλάι του περιμένοντας να περάσει η καταιγίδα.images (16)

Ήσουνα κουρασμένη από τη μεγάλη βόλτα στη Κουάλα Λουμπούρ. Έβγαλες τα πέδιλα και τα κρατούσες στο χέρι. Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή. Δρόσιζες τα πόδια σου στα νερά της βροχής που κυλούσαν ασταμάτητα στις λείες μακρόστενες πέτρες του πεζοδρομίου. Με φίλησες. Ανησυχούσα για την εξέλιξη της μπόρας. Ένας κεραυνός έπεσε κάπου κοντά τρομάζοντας τις μικρές μαϊμούδες που έτρεξαν να κρυφτούν στις αγκαλιές των μανάδων τους…

Με τη γλώσσα σου έγλειψες τον ιδρώτα που κυλούσε στο κρόταφό μου. Θέλω κάτι πιο αλμυρό να πιω αγάπη μου, μου είπες με αρκετά ερωτική διάθεση ψιθυριστά στο αυτί μου, κάτι πιο δυνατό…Διψάω. Η ανάσα σου με αναστάτωσε περισσότερο καθώς με προκαλούσε με το άρωμα της μέντας που πέρασε μέσα μου…

Ένας γέρος ντόπιος,  με μια διαλυμένη ομπρέλα έσυρε τη ξύλινη πόρτα της απέναντι αυλής… Μας είδε ξενους…και φώναξε…come…come… διακόπτοντας το διάλογό μας και το φιλί μας κάτω από τα μεγάλα πράσινα φύλλα… Περάσαμε το δρόμο. Τα παπούτσια μου γέμισαν νερά. Το παντελόνι μου βράχηκε μέχρι τα γόνατα… σε κρατούσα από το χέρι, μου γλίστραγες και σε έσφιγγα περισσότερο… μέσα στη νεροποντή και στο βαρύ άρωμα από τη βρεγμένη τροπική βλάστηση, ξεχώριζε το άρωμά σου… που μ’ άγγιζε ερωτικά εδώ και ώρα. Πότε θα πάμε στο ξενοδοχείο σκέφτηκα…

Come…come…είπε ο γέρος και μας πήγε στην ανοιχτή βεράντα του σπιτιού με το ξύλινο στέγαστρο. Δυο μπαμπού πολυθρόνες περίμεναν σαν αγκαλιές με τα αφράτα και παχιά μαξιλάρια… sit down here, until the rain stops ….μας είπε….και καθίσαμε αναπαυτικά αφού τον ευχαριστήσαμε….

Δυο γαλαζοπράσινες σαύρες έγλειφαν το αίμα από τα λειωμένα έντομα που ο γέρος σκότωνε συνέχεια με ένα παλιό τσακισμένο περιοδικό στους άσπρους τοίχους της βεράντας. Μετά ανέβαιναν στην οροφή και έτρωγαν τα καλοταϊσμένα κουνούπια που κοιμόντουσαν, ναρκωμένα  από το αίμα που είχαν πιει το προηγούμενο βράδυ, το μεσημεριανό ύπνο τους.

Το νερό της βροχής κυλούσε ασταμάτητα στα καλαμένια παράλληλα λούκια και οι κάθετες υδρορροές ρουφούσαν με λεμαργία και ήχο την ατέλειωτη ποσότητα του νερού…ο ήχος πρωτοφανής και αλλόκοτος

Ο γέρος έλειψε για λίγο μπαίνοντας στο εσωτερικό του σπιτιού… μετά έφερε δυο θολά από την υγρασία ποτήρια και ένα καλάθι με διάφορα μπαχαρικά δυο τομάτες και μπουκάλια με αλκοόλ……τα ακούμπησε όλα στο τραπέζι… με τα χοντρά δάχτυλά του έσκισε δυο φρέσκες ντομάτες… τις έστυψε μια, μια στα ποτήρια, αφήνοντας τα ζουμιά να πετάγονται εδώ κι εκεί, χωρίς δισταγμό και να λεκιάζουν τη γυάλινη επιφάνεια του στρογγυλού τραπεζιού…μετά έριξε αλάτι, πιπέρι, μια κόκκινη σάλσα δυνατή σαν φάρμακο και γέμισε τα ποτήρια συμπληρώνοντας αλκοόλ… Πήρε δυό σπόρια από ένα άγνωστο μπαχαρικό τα έκοψε με τα δόντια του και τα έριξε στα ποτήρια.Έψαξε στο καλάθι μονολογώντας …πιρι…πίρι…

Και τις βρήκε. Χαμογέλασε με ικανοποίηση…δυό καυτερές κατακόκκινες ξεραμένες πιπεριές, φάνηκαν σαν ράμφη από παραδείσια πουλιά….

Τις ακούμπησε πάνω στα χείλη των ποτηριών και μας τα πρόσφερε με αγάπη και νοσταλγική διάθεση για να τα πιούμε….τα χέρια του έσταζαν ακόμα από τα ζουμερά ανακατέματα, και τα νύχια του ήταν γεμάτα από τη κατακόκκινη σάρκα της τομάτας… έσταζαν και τα ποτήρια πάνω στα βρεγμένα ρούχα μας…κόκκινες κυλίδες που άπλωσαν αμέσως πάνω στα ανοιχτόχρωμα  λεπτά υφάσματα…

Πίναμε τα δυνατά ποτά. Φωτιά και φλόγα τροπική μες στη βροχή και τον ιδρώτα…μέσα στο άρωμα του τροπικού. Σάπια φύλλα σάπια φρούτα… ματωβαμένες στέγες σπιτιών που τα κοράκια το πρωί, τρώνε τα τεράστια νυχτερινά έντομα του τροπικού που τράβηξαν από μακρυά τα φώτα του χωριού.… τώρα όλα τα ξεπλένει η καταιγίδα…για λίγο…κι εμείς πίνουμε τα καυτερά αλμυρά, ξινά ποτά…ανακαλύπτοντας με τα πλαινά άκρα στις γλώσσες μας τη γλύκα της λειωμένης τομάτας….

Bloody Mary!!! Φωνάξαμε κι οι δυό ταυτόχρονα…. Ούτε με το Θεό να μίλαγες….της είπα…τέτοια παραγγελία αγάπη μου…

Μα καρδιά μου, όταν η επιθυμία του έρωτα είναι μοναδική επιλογή μέσα στη στιγμή, νάσαι σίγουρος πως την ακούει ο Θεός και κάνει τα πάντα για τη προετοιμασία….μου απάντησε με βεβαιότητα…

Η γεύση του ποτού ενισχύθηκε με τα υγρά χείλη μας, στα καυτά φιλιά μας… Ο γέρος ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, πήρε το τσακισμένο παλιό περιοδικό και σκότωνε έντομα στους λευκούς τοίχους της βεράντας… Οι γαλαζοπράσινες σαύρες έτρεχαν και έτρωγαν ότι είχε απομείνει από τη ματωμένη υπόθεση…

Η καταιγίδα συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση….και τα ποτά λιγόστευαν αργά αργά μέσα στα θολά ποτήρια ενώ ο έρωτας έκαιγε τα κορμιά μας που άχνιζαν ζεματιστά μέσα στο υπόλοιπο υγρό τοπίο. Μια γουλιά ακόμα…είπαμε κι δυο. Κι έπειτα ένα γεια στο γέρο και περπάτημα μέσα στη νεροποντή για το ξενοδοχείο….

Dimitris Manousakis

Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο

Advertisements

4 thoughts on “Ματωμένη υπόθεση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s