Του Φθινοπώρου Θύελλα

 images (6)

Διπλά κλειδιά

Κλειδιά, κλειδιά, κλειδιά…. Για τ’ αυτοκίνητο, για το τζιπ, για το σπίτι για την αποθήκη για το εξοχικό… κλειδιά για τα συρτάρια κλειδιά για το σεκρετέρ, για το μπουφέ και το γραφείο για τη κρεβατοκάμαρα και τη παλιά σιφονιέρα… διπλά κλειδιά….

Ένα μαύρο κλειδί για το χρηματοκιβώτιο στο χέρι κι ένα κρυμμένο ποιος θυμάται που… και ένα μικρό, τόσο δα μικράκι που κουρδίζει εκείνο το περίεργο παιχνιδάκι που ακόμα επιμένει και παίζει αυτό το σύντομο  σκοπό…μετά από τόσα χρόνια που κύλησαν σαν μπάλα που έπεσε στο κήπο… που άρεσε στην Άννα όταν ήταν μικρή….θα το έχει άραγε ακόμα το δεύτερο κλειδί;

Διδιάστατες εικόνες… κινηματογραφικές… ασπρόμαυρες που το άσπρο τους ξεράθηκε σαν το μέλι που έσταξε και τσάκισε όπως τσακίζει η ξερή λάσπη, χρωματιστές με χρώματα που κλέφτηκαν αργά αργά, λες και τα πήρε η τρίτη διάσταση και τα έκρυψε στη σκοτεινή της άβυσσο…

Κοιτάζω από το παράθυρο. Τα δέντρα πολλά και διάφορα στέκουν ακόμα πλούσια με τις φυλλωσιές τους.

Ζέστη  και υγρασία απόψε. Σαν βαρύ καλοκαίρι. Ανάσα δεν μπορώ να πάρω. Πνίγομαι μέσα στους τοίχους του σπιτιού, στα ξύλινα έπιπλα, αυτά τα γνωστά εδώ και χρόνια, πνίγομαι στα πατώματα, πίσω από τις κουρτίνες,μπροστά στα κάδρα και στα θέματά τους τα τόσο βασανιστικά, συνεχόμενα, αποτυπωμένα πια σε συνειδητό και φυλαγμένα καλά στο υποσυνείδητο στο βάθος της ματιάς, της καρδιάς, της ψυχής μου.

Πονέσανε τα πόδια μου να περπατούν στους δρόμους των ζωγράφων τους σε όσους φαίνονται και σ’ όσους πιο μακριά αφήνουν να εννοηθούν… Τα ίδια τοπία, τα ίδια σκίτσα, τα ίδια πορτραίτα… οι ίδιες ρυτίδες τα ίδια ματόκλαδα.

Πνίγομαι στον ήχο του ασανσέρ που ανεβαίνει και κατεβαίνει, μεταφέροντας πάνω …. κάτω, συνεχώς… πάνω κάτω … συναισθήματα που καλλωπίζονται  μπροστά σ’ ένα καθρέφτη πριν ανοίξουν τις διπλές πόρτες και  βγουν στον όροφο που διάλεξαν…

Διπλά κλειδιά… και είμαι μόνος.

Διπλά κλειδιά. Ναι. Διπλά παπούτσια, διπλά κρεβάτια. Διπλά αυτοκίνητα διπλά σπίτια, διπλά σερβίτσια… Όλα διπλά, παντού διπλά, τα καθίσματα αντικρυστά στα τραπέζια… διπλά…

Έξω στο κήπο  ένα  φύλλο του δέντρου πέφτει. Αδύνατο, κιτρινισμένο, αφυδατωμένο από τη περίεργη ζέστη… πέφτει και χάνεται… Κι άλλο φύλλο βλέπω και πέφτει. Βγαίνω στη βεράντα. Τα δέντρα κουρασμένα από το καλοκαίρι δεν μπορούν ν’ αντέξουν άλλο τη παρουσία των φύλλων…. Κι αυτά αρχίζουν και πέφτουν… Φθινόπωρο….. η αποδέσμευση… η πτώση στο κενό…. Η βύθιση στις ατέλειωτες σκέψεις… η νυχτερινή μου απόδραση από τα σκουριασμένα κομμένα κάγκελα του κελιού της άγνωστης φυλακισμένης ψυχής μου, που κατόρθωσε και λιμάρισε σιγά σιγά με την επιμονή της σκέψης της…

Δεν πρέπει να με βρει εδώ το φθινόπωρο. Πρέπει να τρέξω να προφτάσω. Πρέπει να φτάσω στη γέφυρα. Εκείνη τη πέτρινη. Στα θεμέλια. Εκεί, στη στεγνή κοίτη που οι μικρές πέτρες στέκουν παρατημένες όπως όπως από το περασμένο χειμώνα… εκεί που τις άφησε το τελευταίο πέρασμα του νερού. Εκείνο το ρέμα από τη ξαφνική μπόρα του Απρίλη… Μετά τίποτα… κάτι ψιχάλες άκακες και αδύναμες βροχοπτώσεις δροσιάς κι ας φώναζε ο ουρανός του Μάη….με φοβέρα… Τίποτα δεν αναστάτωσε από τότε το τυχαίο στήσιμο στις μοναχικές μικρές πέτρες…

Φεύγω με το νου από το σπίτι. Περπατώ στους δρόμους. Ψάχνω για μια φορά ακόμα απεγνωσμένα να σε βρω…. Εσένα…  εσένα που μια ζωή προσποιούμαι πως σε έχω βρει…. Μια δυνατή αγάπη που συνέχεια τη χάνω μέσα στα πάμπολλα στενά της πόλης με τα ψηλά κτίρια… Πώς να σε βρω μοναδική ομορφιά του ονείρου, μέσα στα άγνωστα στενά της τεράστιας πόλης;

Ξέρω πως είσαι εδώ…. Ξέρω πως περπατάς μέσα στους δρόμους με τα ψηλά κτίρια… Ξέρω πως ψάχνεις κι εσύ το όνειρό σου… Ξέρω πως περιμένεις τη φθινοπωρινή βροχή … να σου βρέξει το πρόσωπο για να μπορείς να κλάψεις με όλη τη δύναμη των δακρύων σου… έτσι όπως κλαίω κι εγώ το φθινόπωρο….

Στόλισα τα κλαδιά μου με φύλλα… έγινα καταπράσινο πλούσιο και ζωηρό δέντρο και έφτιαξα σκιά, την άπλωσα  και σε περίμενα όλο το καλοκαίρι… μα δεν έτυχε να περάσεις… και τώρα κουρασμένος απ’ της αισιοδοξίας την αναμονή πεθαίνω…. Χάνομαι… στο ξεφύλλισμα του φθινοπώρου…. Σαν αδιάβαστο βιβλίο…. Που ξεφυλλίζεται με άκρατη ανία από κάποιο  αδιάφορο αναγνώστη ψάχνοντας μια εικόνα να δει να καταλάβει το περιεχόμενο….

Άπιαστο όνειρο. Χείμερα, εικόνα που σε βλέπω να χάνεσαι στις μακρυνές στροφές… μια απόσταση που δεν μικραίνει μες στη ζωή, όσο δρόμο κι αν κόψω…. Όσα ζικ ζακ κι αν κάνω μέσα στους άχαρους και μισό σκοτεινούς  δρόμους…. Ένα φως που ανάβει μέσα στα εκατομμύρια αναμένα φώτα της πόλης που  φαίνονται στη πανοραμική θέα της ….που να είσαι….

Εσένα Που ψάχνω τόσα χρόνια να σε βρώ να μοιραστώ τα κλειδιά… αυτό το βάρος των διπλών κλειδιών…. Που μου τρυπάει τις τσέπες… που μου απορροφά τη ζεστασιά των χεριών, που καταστρέφει την απαλότητα της επιδερμίδας μου που τη φυλάω μόνο και μόνο για να σου προσφέρω το χάδι….

Μια αστραπή πίσω από το βουνό… από μακριά… φάνηκε στιγμιαία και χάθηκε σαν σκέψη χωρίς σημασία… Μια βροχή που δεν πρόκειται να περάσει από τη πόλη… Μια βροχή καλοκαιρινή που θα χαθεί μες στην κουφόβραση που θα φέρουν οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες… Μια δεύτερη αστραπή πιο δυνατή…. Έλαμψε διπλά…. Μα χάθηκε κι αυτή σαν τις αφηρημένες λέξεις που χάνονται μες στο αόριστο αχανές νόημά τους…

Ελπίδα….  Ας ήτανε η ανατολή! να βγώ από τη νύχτα να τη περιμένω. Να τη δω να τη χορτάσω, να ξέρω ότι κάθε μέρα πρωί πρωί θα τη περιμένω και θα με περιμένει κι αυτή…

Χαρά… ας ήταν ηλιαχτίδα! Να κρύβομαι στις σκιές των δέντρων, πίσω από τους κορμούς, κάτω από γέφυρες, πίσω από μισόκλειστα παραθυρόφυλλα… να την αφήνω να πέφτει πάνω μου να με αγγίζει να χαμογελώ και να μετρώ τους ατέλειωτους μικροσκοπικούς κόκους της φωτισμένης σκόνης…. Και να μπερδεύομαι στο μέτρημα… και να γελώ δυνατά …. και να χαίρομαι….

Αγάπη…. Ας ήταν βροχή! να βγω να μουσκέψω στο πρώτο ψιλόβροχο…Τα ρούχα, το κορμί μου, τη ψυχή μου…. Να πιω τις σταγόνες της δυνατής βροχής που θα πέφτουν στο πρόσωπό μου, να πνιγώ στη πρώτη νεροποντή να  κρυώσω στη πρώτη καταιγίδα…. Να χορέψω ξυπόλητος στο τρεχούμενο νερό της στο λιθόστρωτο δρόμο, να αρρωστήσω από αυτή…. Ναι ναι να αρρωστήσω από αγάπη….

Ευτυχία … ας ήταν φωτιά. Φωτιά αναμμένη να στεγνώνω την αγάπη μου…. Και πάντα να με ζεσταίνει…. Να απαλύνει την αρρώστια μου…..

Πετάω τα κλειδιά πάνω στη γυάλινη ροτόντα και φεύγω οριστικά…. Ο ήχος ανατριχιαστικός. Απόκοσμος και τρομακτικός…. Βασανιστικός εδώ και χρόνια…. Μοιάζει με τον ήχο των κλειδιών στα χέρια κάποιου χαιρέκακου δεσμοφύλακα, βγαλμένου μέσα από παλιά ταινία περιπέτειας, αγωνίας και τρόμου.

Τραβώ τη πόρτα και αυτή κλείνει με πάταγο….. δεν θα γυρίσω αν δεν σε βρω…. Κρυφό μου όνειρο…. Δεν θέλω να ζήσω άλλους χειμώνες χωρίς εσένα… δεν θέλω να περιμένω με μάταιη αισιοδοξία άλλο καλοκαίρι μόνος μου, τον ερχομό σου….

Η καταιγίδα

Σείστηκε το έδαφος από το κεραυνό….Πάλαιψαν να σταθούν τα τζάμια στις θέσεις τους και άντεξαν στις ηχητικές δονήσεις…. Η αστραπή με τύφλωσε προσωρινά…. Και το φως του ουρανού λιγόστεψε από τα μαύρα σύννεφα…. Μύρισε η βροχή…. Έντονα….

Να ήταν αγάπη η βροχή…. Να μύριζε ο κόσμος όλος……με τον ερχομό της…..images (5)

Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα….. Πήγα στο πέτρινο γεφύρι…. Εκεί που σε συναντούσα στο όνειρο , στις σκέψεις…. Εκεί που φιλιθήκαμε…. Εκεί που πήρες το μικρό κλειδάκι σαν φυλαχτό, τότε που έφυγες….. εγώ κράτησα το παιχνίδι, εσύ μου είπες πως κράτησες το σκοπό και το κλειδί…. Εγώ κράτησα το βλέμμα σου, την υφή των μαλλιών σου στα ακροδάχτυλά μου….τη γεύση του φιλιού σου.

Εσύ δάκρυσες κι εγώ ορκίστηκα πως θα σε ψάχνω μέχρι να σε βρω… κι εσύ μου είπες πως μισείς το κρυφτό…. Αλλά θα ήθελες να σε βρω…. Κι εγώ δεν πρόλαβα να σου πω κάτι άλλο….

Μπήκες σε εκείνο το άθλιο αμάξι με το βαρύ μεγάλο μεταλλικό προφυλακτήρα και τη ξεχαρβαλωμένη εξάτμιση, σε πήραν….και έφυγες…. Μέχρι που σε έχασε η ματιά μου στη πρώτη μακρινή στροφή του δρόμου…. Από τότε στροφές γεμάτη η ζωή μου… στροφές που μου κρύβουν αυτοκίνητα που φεύγουν….. αποστάσεις που δεν μπορώ να τις καλύψω……

Μακριά το γεφύρι… Λαχάνιασα …. Και η ζέστη αφόρητη…. Μια περίεργη ζέστη, κάτι  σαν πείσμα σαν ζήλια, του Σεπτέμβρη για τους ξέγνοιαστους μήνες του καλοκαιριού….. Μια απότομη αρχή που μοιάζει με την έναρξη της σχολικής χρονιάς μετά από ένα σύντομο τέλος των ανέμελων διακοπών…. Η ζήλια του Σεπτέμβρη….. αυτή η ανυπόφορη κουφόβραση….

Έφτασα, κατέβηκα τη στεγνή όχθη και περίμενα κάτω από το γεφύρι…. Εκεί στις πέτρες των θεμελίων…. Μια αστραπή φώτισε πάλι τον ουρανό, η μυρωδια της βροχής έγινε πιο έντονη, και ο ήχος της άφιξής της ακούστηκε σαν το τρένο που φτάνει στο σταθμό.

Μια σύντομη προσευχή κάνω και ζητάω με επιμονή στον δημιουργό μου να με φέρει κοντά σου. Με όλη τη δύναμη της βαθειάς πίστης μου…. Ή θα γίνω πέτρα και θα κολλήσω στα θεμέλια της γέφυρας σαν μνήμα και κάποια στιγμή θα ακούσω το περπάτημά σου καθώς θα τη διασχίζεις, ή κάτι άλλο μέσα σ’ αυτή τη πλούσια σε οργανισμούς ζωή για να ‘ρθω να σε βρω…. Σαν ένα έντομο, σαν ένα πουλί, σαν ένας άνεμος…..

Η βροχή γίνεται έντονη…. Η καταιγίδα ξεσπά με ένταση…. Με απωθημένα ενός ολόκληρου άνομβρου καλοκαιριού…. Βλέπω τα πόδια μου βουλιαγμένα μες στο τρεχούμενο νερό, εκεί στη μέση της κοίτης του μικρού ποταμού…ακούω τον ήχο στο ορμητικό ρέμα που έρχεται σαν μια επιδρομή από πάνοπλους στρατιώτες, με αλαλαγμούς και βαρύ οπλισμό για να κατακτήσουν με το πέρασμά τους τη γη, για να υποδουλώσουν τους ανθρώπους… Δεν έχω όπλα να αντισταθώ…. Δεν έχω τη δύναμη να πολεμήσω τη τρέλλα της μάχης. Έχω αισθήσεις που γεύονται το ξαφνικό πέρασμά της. Γεύση στα χείλη, οσμή που διαπερνά τα ρουθούνια μου, αφή που αγγίζουν τα χέρια μου τις τεράστιες σταγόνες της, όραση, που τη βλέπουν τα μάτια μου….

Μα είναι μόνον νερό…. Είναι το νερό της βροχής…. Σαν ένας τεράστιος χείμαρος από αγάπη…. Που με αρπάζει και με παρασύρει κατά μήκος του ποταμού και με ταξιδεύει προς τις εκβολές του…. Ανακατώνομαι με το νερό, με τις πέτρες με τα πάμπολλα ξύλα που φέρνει στο πέρασμά του το ποτάμι…. Με τη λάσπη…. Πονάω καθώς τα οστά μου χτυπιούνται και σπάνε με δύναμη από όλα αυτά…. Καθώς η σάρκα μου αποσυνδέεται με πόνο από τα αδύναμα νεύρα που δεν μπορούν να τη συγκρατήσουν καθώς οι μύες μαλακώνουν από τα συνεχή  κτυπήματα, σαν τη σάρκα του χταποδιού που χτυπιέται επί ώρα στη πέτρα.

Η λάσπη μου απαλύνει το πόνο…. Καλύπτει την άμορφη μάζα της σύστασής μου, μου δίνει σχήμα, με κάνει να γλιστράω πιο εύκολα μες στο νερό, μια λάσπη που με μεταμορφώνει που με ξαναγεννά καθώς πλησιάζω προς τη θάλασσα….

Ένας δυνατός άνεμος που παλεύει σαν μάγος με προστακτικές ρήσεις, επίμονες κινήσεις και τεντωμένα τα δάκτυλα και στροβιλίζει με τεράστια δύναμη την άκρατη πτώση του νερού από τον απέραντο ουρανό…

Μια καταιγίδα, που με όλα της τα συστατικά με μεταμορφώνει. Με κάνει  δελφίνι που πηδάω με φόρα μες στα αλμυρά νερά του Σαρωνικού…..

Απομακρύνομαι απ’ τη στεριά με χάρη…. Κολυμπώ δοκιμάζοντας τη γεύση της θάλασσας… Δοκιμάζω διστακτικά την ανάσα μου μέσα στο νερό….  Μα ναι….ναι ….ναι….. όλα μου είναι γνωστά…. Θάλασσα του Αιγαίου, Θάλασσα των κόλπων και των απέραντων παραλίων, θάλασσα του Ιονίου…. Θάλασσα της Κρήτης και όλων των νήσων…. Θάλασσες… των βράχων και των παράλιων σπηλαίων….

Έχω γεννηθεί δίπλα σας, έχω βαφτιστεί στα νερά σας, σας έχω ζήσει, σας έχω αγγίξει , έχω αναπνεύσει την αύρα σας κι έχω μάθει εδώ και χρόνια ακόμα και ν’ αναπνέω στα βάθη σας….. έχω μάθει τον έρωτα στα ρηχά σας νερά…. Έχω γευτεί τη ζωή …. Μέχρι τον μακρυνό σας ορίζοντα… έχω κολυμπήσει πάνω στα ηλιόλουστα και ιριδίζοντα κύματά σας…

Σας έχω ζωγραφίσει με τρεμάμενο παιδικό χέρι…. Στάζοντας νερομπογιά πάνω σε λευκό χαρτί, φυσώντας με λιγοστή εκπνοή απαλά το υδροχαρές χρώμα για ν’ απλωθεί, σαν τον άνεμο που ωθεί γαλήνια τα ιστιοφόρα κι αυτά ταξιδεύουν αθόρυβα σαν παιδικά όνειρα  μέχρι να φτάσουν  στο πρώτο νησί…

Έξοδος από το όνειρο

Έκανα ένα μεγάλο πήδο στον αέρα και πριν πέσω μες στη θάλασσα, κοίταξα τα φώτα της πόλης. Η καταιγίδα είχε περάσει. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή και με τα νέα μου μάτια έβλεπα τα φώτα πέρα από τη Σαλαμίνα, από τις Κεχριές θαρρώ  στη Πελοπόνησο, μέχρι το ακρωτήριο Σούνιο… και πιο πέρα ακόμα….pic17

Βούτηξα και άρχισα να κολυμπώ γρήγορα…. Άκουγα τις μηχανές των πλοίων που ταξίδευαν για τα νησιά…. Έβλεπα από πάνω μου τα αφρισμένα απόνερα που αφήνουν οι προπέλες τους σε μακρινές ευθείες, να τέμνονται που και που  από άλλες σαν τις χαραγμένες πορείες των προορισμών πάνω στους χάρτες….

Ευθείς θαλασσινοί δρόμοι…. Δίχως στροφές…. Δίχως νούμερα στις πόρτες….Καράβια… λιμάνια οι στάσεις σας…. Φάροι των άγριων βράχων οι παραλλάξεις  σας και οι αλλαγές για άλλες χαραγμένες  πορείες.

Νοσταλγία του ανθρώπινου κόσμου που έζησα… μέχρι χθες…

Γεύομαι το φωτεινό φωσφορίζων πλαγκτόν και τρέχω γεμάτος ζωντάνια  με ταχύτητα που την ελέγχω εγώ ο ίδιος, διορθώνοντας με μικροκινήσεις των πτερυγίων μου τις λανθασμένες πορείες μου…  και να που φτάνω στην υποθαλάσσια πολιτεία …..

Μια τεράστια πανέμορφη πολιτεία γεματη θησαυρούς….Χαμένη Ατλαντίδα.

Αυτόφωτοι αστερίες επιπλέουν με χάρη στο υγρό στερέωμα φτιάχνοντας έναν ονειρικό θαλάσσιο ουρανό…

Θαλασσινά άλογα ανεβοκατεβαίνουν αργά αφήνοντας μικρές φυσαλίδες να γυαλίζουν σαν διαμαντένιες χάντρες σαν υγροί γαλαξίες .

Κοπάδια από νεαρές γαρίδες τρέχουν βιαστικές παίζοντας σαν φωτεινές πινελιές, σαν χορευτικές φιγούρες, από νεράιδες που χορεύουν μπροστά από τα άθικτα αγάλματα των αετωμάτων των υποθαλάσσιων αρχαίων ναών….  Χταπόδια σκαρφαλώνουν άφοβα σαν ακροβάτες στους πανύψηλους στύλους των ναών  και οι σουπιές στην άμμο του βυθού ερωτοτροπούν αφήνοντας μικρές ποσότητες από μελάνι που διαλύεται γρήγορα στο νερό και προσδίδει παστέλ μπλέ αποχρώσεις δίπλα στη σπάνια ομορφιά των κόκκινων κοραλιών….

Μητέρες δελφίνια θηλάζουν τα μικρά τους στα στέγαστρα των βράχων δίπλα από τα ζεστά νερά των κρυφών ηφαιστείων…. Και τα σαλάχια εξερευνούν το βυθό σαν θαλάσσιοι αρχαιολόγοι…. Πάνε κι έρχονται ….πάνε κι έρχονται σε παράλληλες συμμετρικά ευθείες , και μετά πάλι κάθετες στις πρώτες αφήνοντας μια αίσθηση εφαρμογής μετά από μελέτη στο χώρο του βυθού… ενός αρχιτεκτονικού, πλακόστρωτου,σχεδιασμού, βαθαίνοντας τους αρμούς των λείων πλακών με την ουρά τους…

Μικροσκοπικά ψαράκια κρύβονται στα πολύχρωμα φυτά στις αυλές των ναών και πλήθος από μέδουσες μεταφέρουν το φως τους πάνω από τη θαλάσσια πολιτεία σαν ουράνιοι κρυστάλλινοι πολυέλαιοι. Κίτρινοι πίδακες από θειάφι αφήνονται σαν ανάσες ανακούφισης από τα εκατοντάδες μικρά ρουθούνια των ηφαιστείων και στολίζουν τις άκρες των ψηλών βράχων σαν χιλιάδες μικρές γαζίες  που στέκουν πάνω στα αόρατα κλαδιά των φανταστικών δέντρων…

Μικρά ποτάμια από ρέουσα φωτεινή λάβα σκορπούν καπνό και χρώμα στο βράχο, ο καπνός εγκλωβίζεται  γρήγορα  μέσα στις ανερχόμενες φυσσαλίδες του φυσικού ενυδρίου και με ιβουάρ απόχρωση μοιάζει με ψεύτικα μαργαριτάρια που ταξιδεύουν προς την επιφάνεια… εκεί θα σκάσουν και θα εξαϋλωθούν στον άπειρο κόσμο….

Πλέω σχεδόν ακίνητος…. Απολαμβάνοντας το τοπίο της άγνωστης πολιτείας… Τα μικρά δελφίνια θήλασαν και τώρα κοιμώνται στις αγκαλιές των μανάδων τους… ονειρεύονται να μεγαλώσουν….

Μια σμέρνα τσακώνεται με μια άλλη…. Σηκώνουν σκόνη στο βυθό…. Τα σαλάχια δυσφορούν… μα γρήγορα επέρχεται η αρχική ηρεμία…

Κοιτάζω κάτι που γυαλίζει στα μεγάλα σκαλιά του αρχαίου ναού… πλησιάζω αργά αργά και όσο πλησιάζω κάτι μου θυμίζει το χρώμα… το σχέδιό του…. Το μέγεθός του…. Ναι είναι μικρό…. Χρυσαφένιο…. Είναι ένα τόσο δα μικρό κλειδί…. Είναι το δεύτερο κλειδάκι…. Που είχε κρατήσει…. Η  ‘Αννα….

Δεν έχω χέρια να το πιάσω…. Δεν έχω τσέπες για να το φυλάξω…. Δεν έχω δάκρυα για να κλάψω…. Δεν έχω μυαλό για να σκεφτώ τι μπορεί να συμβαίνει…. Όμως τόσα χρόνια ζούσα με το όνειρο πως κάποια μέρα θα έρθει και θα με βρει…. Και θα κρατάει στα χέρια της αυτό το μικρό κλειδί… το τόσο δα …. μικρό… Κρατούσα στη μνήμη μου την υπόσχεση…. Παράβλεπα όλα τα άλλα…. Έπινα πάντα ένα καφέ…. Απέναντι από ένα άδειο κάθισμα….

Τώρα είμαι ένα δελφίνι…. Η λιγοστή ανθρώπινη μνήμη που απόμεινε σαν χνάρι από προηγούμενη ζωή… μου λέει πως το βρήκα…. Μπροστά στα μεγάλα σκαλοπάτια ενός αρχαίου ναού…. Μιας χαμένης ατλαντίδας….

Δεν βρέχει στο βυθό… δεν υπάρχει ο δυνατός άνεμος…. Δεν υπάρχει η καταιγίδα…. Δεν μπορώ να κάνω προσευχή, είμαι ένα δελφίνι…..dolphin-kristian-sekulic-isp

Μα το δελφίνι κάνει ευχή….. ναι… ναι… ναι… βλέπω ένα αυτόφωτο αστερία που πέφτει με ταχύτητα βαρύτητας στον ουράνιο θαλάσσιο θόλο και προλαβαίνω  και κάνω μια ευχή…. Βουτάω με ταχύτητα και με το ρύγχος μου αρπάζω το κλειδί…. Παίρνω μια γρήγορη στροφή… σηκώνω σκόνη….στο βυθό…. Χαλάω τα σχέδια των σαλαχιών…. Και φεύγω γρήγορα προς την επιφάνεια……  μια φθινοπωρινή καταιγίδα να προλάβω ευχήθηκα…. Μια φθινοπωρινή καταιγίδα….

Πλησίασα στην επιφάνεια και οι σταγόνες της βροχής έπεφταν με δύναμη πάνω στην απέραντη θάλασσα του Αιγαίου σαν χέρια που έπαιζαν με δύναμη τα όργανα….  Αφήνοντας τη γλυκιά νησιώτικη μουσική να παίζει με χιλιάδες όργανα που μου θύμιζαν την πρότερη ανθρώπινη φύση μου….. βιολιά …. Και οι ανθρώπινες φωνές που τραγουδούσαν τη ζωή και τις ομορφιές της…. Αυτή τη λιγοστή μα τόσο γλυκιά ζωή….. που έχει να κάνει με τη στεριά με τη θάλασσα, με τον ουρανό…. Με τα συναισθήματα του ανθρώπου…. Με τον έρωτα….

Πήρα φόρα και πήδησα έξω από το νερό….. Πήρα μια βαθειά ανάσα….. Μια αστραπή φώτησε το σκοτεινιασμένο από τα μαύρα σύννεφα ουρανό…. Έκανε τη θάλασσα να φανεί σαν ένας τεράστιος καθρέφτης…. Ένας καθρέφτης που πρόλαβα και είδα το εαυτό μου πριν πέσω πάνω του……

Ήμουνα ένας άνθρωπος…. Ήμουνα εγώ….

Κρατούσα στο χέρι μου το δεύτερο μικρό…. Κλειδί….. Το είχε φέρει η Άννα στη ζωή μου….το καλοκαίρι που πέρασε…..

Advertisements

2 thoughts on “Του Φθινοπώρου Θύελλα

  1. Δημήτρη καλημέρα. Με πήγες μακρυά πάλι σήμερα με το μοναδικό σου τρόπο. Πολύ όμορφο. Εξαιρετικές εικόνες, τρισδιάστατες..Εξαιρετικό. Και μου αρέσει το Φθινόπωρο, μου αρέσουν οι καταιγίδες, μου αρέσουν αυτά τα ξαφνικά ταξίδια του νου. Να είσαι καλά.

    • Πόπη δεν περίμενα τόσο πρωί να το διαβάσεις και άργησα να σου απαντήσω. Σ’ ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο. Πάντα έχεις κάτι καλό να μου πεις. Χαίρομαι που σου άρεσε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s