Φλόγες Μπαρόκ

 

Πολιτισμός, οι πόρτες των αιώνων είναι ανοιχτές.

Μετανάστες  στο πέρασμα των εποχών

Κρυμμένοι άνθρωποι στις σκιές των αιωνίων πόλεων

Μπαρόκ ξεχασμένο, υμνεί τους κρυμμένους ανθρώπους,

με τα αθάνατα κτίσματα και μια μουσική που ακούγεται ακόμα από κάποιο ανοιχτό παράθυρο και διαλύει το φόβο του άγνωστου.

georges-de-la-tour-woman-with-the-flea-art-print-poster 

Έπεσε η νύχτα νωρίς απόψε στη γειτονιά της Ρωμης

Συννέφιασε η οψη του φεγγαριού

Κρύφτηκε ξαφνικά στα πυκνά σύννεφα και χάθηκε από τον ουρανό

Φοβήθηκε το σκηνικό απ’ τις φλόγες μπαρόκ.

Έφυγαν και οι τελευταίοι περαστικοί έμποροι και πελάτες. Τα ρολλά των καταστημάτων έπεσαν βαρειά και σφραγίστηκαν. Τα φώτα από τις βιτρίνες έσβησαν και έμειναν μόνον αυτά τα λίγα από τα φανάρια του δρόμου.

Έφυγαν όλοι οι ντόπιοι κάτοικοι που μένουν σε άλλες γειτονιές της πόλης και χάθηκαν

από του δρόμου τις ορατές άκρες. Έσβησαν τα πατηματα

στα πλακόστρωτα πεζοδρόμια.

Μια μπανιέρα ξεφορτώθηκε απ’ το  παρκαρισμένο φορτηγάκι του ρακοσυλλέκτη στη μέση του δρόμου

Τα πόδια της σκαλιστά σαν του λιονταριού τα νύχια….

Φώναξε ο Αρίφ με μια φωνη ευεργετική προς τους ανήμπορους κρυμμένους

Να βγούν στο δρόμο για γιορτή…

Η Ελεονόρα άνοιξε το παράθυρο από το πρώτο του παλιού κτιρίου και κοίταξε στο δρόμο

Αφήνοντας να χυθούν τα μακριά ξανθά μαλλιά της πιο κάτω κι απ’ το πεζούλι…

Μύρισε ο δυόσμος από το χάδι των απαλών δακτύλων της… μύρισε και το γιασεμί στο στήθος της… κι ακούμπησε με τους αγκώνες στο πεζούλι να δει το σκηνικό, αναμεσα απ’ τις γλάστρες…

Βαμμένα τα χείλη της στο κόκκινο σαν το πορφυρένιο μακρύ της φόρεμα… βαμμένα και τα νύχια της με επιμέλεια μες στη σπατάλη του απογευματινού χρόνου καθώς οι δείκτες του ρολογιού περπατούσαν νωχελικά στις ίδιες κυκλικές διαδρομές…

Εδώ γεννήθηκα μονολογούσε…. Κι έβλεπε το παλιό πιάνο…. Πως το ανεβάσανε στο πάνω πάτωμα, τότε, σκεφτόταν… Πόσο εντύπωση της ειχε κάνει όταν ήταν παιδί. Τα φανάρια του δρόμου από μπρούτζο. Μπαρόκ για να ταιριάζουν στο απέναντι κτίριο… με τα ψηλά ταβάνια τους φεγγίτες και τα περίτεχνα με γύψο ταβάνια… πόσα αγγελικά πρόσωπα με χρυσές φτερούγες πετούσαν στους τρούλους, αφήνοντας τις προσευχές να φεύγουν από τους ανοιχτούς φεγγίτες…

Άνεμος μπαρόκ απόψε στη φτωχή γειτονιά. Φωτιά μεγάλη με φλόγες τεράστιες άναψαν στο δρόμο οι κρυμμένοι άνθρωποι. Φωτίστηκε η μπανιέρα και το άσπρο του σμάλτου χρώμα γυάλισε σαν κάτι πολύτιμο μέσα στη σκοτεινή νύχτα…. έμοιαζε με βασιλικό μπάνιο μιας εποχής που ο ύμνος ταίριαζε στον άνθρωπο….

Πριν το πουλήσει ο Αρίφ στην αγορά για ανακύκλωση, μια τελευταια γιορτή μπαρόκ στη μέση του δρόμου. Ένα σκηνικό που ενώνει και μπερδεύει τις εποχές. Προσκεκλημένες και οι ψυχές.

Ζέσταναν νερό στη φωτιά…. Γεμίσαν τη μπανιέρα… και σε λίγο ήρθε με ένα λευκό φόρεμα η Μούσα της νύχτας. Άνθρωποι κρυφοί, αλλόκοτες γλώσσες που μιλιούνται τις νύχτες σιγά να μη τις ακούσουν και τις μάθουν όσοι παρέμειναν απ’ τους παλιούς κατοίκους της περιοχής…

Ποιος ξέρει από πια μέρη ταξίδεψαν για ν’ άρθουν…. Ποιος ξέρει τι βάρος φέρανε μαζί τους. Ποιος ξέρει πόσο πόνο έχουν μέσα στη καρδιά τους…. Κρυμμένοι άνθρωποι…

Στέκεται η Μούσα, νέα και όμορφη, μπροστά στη γεμάτη με ζεστό νερό μπανιέρα…Λύνει το φόρεμά της και το αφήνει να πέσει στο δρόμο. Το γυμνό της κορμί, μπαρόκ, φωτισμένο από τις φλόγες, σαν άγαλμα θεϊκό… γλυπτό από καλλιτέχνη του δέκατου έβδομου αιώνα….

Κοιτάζει η Ελεονόρα κι απορεί. Πως τόση ομορφιά και νιότη μέσα στους κρυμμένους ανθρώπους…

Βάζει ένα δίσκο στο παλιό πικάπ με κλασική μουσική, σαν αυτή που μάθαινε στα παιδικά της χρόνια να παίζει στο πιάνο, κι η μουσική ακούγεται στης νύχτας την υπόλοιπη σιγαλιά.

Η Μούσα μπαίνει στη μπανιέρα. Ξαπλώνει στο ζεστό νερό. Κι οι κρυμμένοι άνθρωποι χορεύουν στο δρόμο και πηδούν τις τεράστιες φλόγες της φωτιάς…

Η όμορφη και άγνωστη νιότη. Αυτή που πρέπει να ζήσει από όπου και εάν προέρχεται… αυτή που πρέπει να αποκαλυφθεί, να προχωρήσει με θάρρος και να ενωθεί με τα υπόλοιπα πλήθη των ανθρώπων…

Ο ρακοσυλλέκτης, ο Αρίφ, χαίρεται… Όλοι γιορτάζουν τη συμμετοχή, τον ύμνο. Το πάντρεμα των αιώνων διαδραματίζεται στη μέση του δρόμου. Ηθοποιοί και χορευτές με κοστούμια φτωχικά οι πρόσφυγες , κτήρια παλιά και καινούργια , μπαρόκ φλόγες ζεσταίνουν τις ψυχές, φωτίζουν τα πρόσωπα των θεατών, της Ελεονόρας, κι η μουσική μεθάει σαν το κρασί τη σκέψη, απαλύνει το νου από τα χθες και τα προχθές φέρνοντας το χαμόγελο στα χείλη ολων, φτιάχνοντας αγκαλιές, ζεστές φωλιές…

Ό ήχος από το όμποε χύνεται στο δρόμο από το ανοιχτό παράθυρο της Ελεονόρας. Μπαροκ στη μέση του δρόμου. Μπαρόκ, ένας ύμνος που αγγίζει τις ψυχές με τη μουσική και τις σκιές από τα επιβλητικά κτίρια της αιώνιας πόλης…

Μιά νυχτα δώρο για τους κρυμμένους ανθρώπους στη γειτονιά της Ρώμης. Μιά νύχτα ύμνος των άγνωστων. Μιά νύχτα Μπαρόκ.

Μπαρόκ, η συγκέντρωση των αγνώστων μεταναστών. Των κρυμμένων ανθρώπων.

Απολαύστε και το εξαιρετικό ακουστικό video.

‘Adagio’ by Antonio Salieri αρχείο λήψης (4)

Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s