Σύνδεσμός

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΟΛΙΒΕΡ1

Χθες ήταν μια βραδυά από αυτές που νοιώθεις καμιά φορά πως δεν μπορεί να σε βοηθήσει ούτε ο Θεός. Καθόμουνα σε μια πολυθρόνα, βυθισμένος στο παχύ βελούδο της και πνιγμένος στις σκέψεις μιας ολόκληρης ζωής. Ήταν από τις βραδιές που περιμένεις, μόνος, να περάσουν γρήγορα οι ημέρες, μέχρι που ένα αεροπλάνο, ένα πλοίο ή ένα τρένο θα σου φέρει τον άνθρωπό σου πίσω ξανά. Τον άνθρωπό σου που έφυγε ξαφνικά για λίγες μέρες σε κάποιο ταξίδι.

Άρχισα να βλέπω επίμονα ένα παλιό βενετσιάνικο τασάκι μουράνο, στο χρώμα της καραμέλας, που ήταν  αφημένο σαν στόλισμα, βαρύ, στην άκρη ενός  μικρού τραπεζιού στο σαλόνι. Το παρατηρούσα επί ώρα και προσπαθούσα να αποτυπώσω στο μυαλό μου μόνον αυτό, το σχήμα του, τις καμπύλες του, τις απαλές αποχρώσεις του, μήπως και καταφέρω και διώξω γι απόψε τις συσσωρευμένες περιττές σκέψεις μου. Μα και πάλι δυσκολευόμουνα. Ξέφευγα από τον αρχικό σκοπό.Δεν μπορούσα να ηρεμήσω, να αυτοσυγκεντρωθώ, η άσκηση της ψυχοδυναμικής δεν μου έβγαινε. Η ματιά μου δεν ήταν σταθερή. Πότε το έβλεπε σκέτο, πότε κολλημένο στο τραπέζι και του έδινε δικές της ερμηνείες που τις περνούσε μες στο μυαλό μου και πρόσθετε κι άλλες σκέψεις στις ήδη υπάρχουσες. Τελευταία φορά η ματιά μου ανακάτεψε τη σκιά του χώρου με τη φαντασία και μου το παρουσίασε σαν ένα σκύλο καθιστό, με τα δυό του μπροστινά πόδια τεντωμένα όρθια και το κεφάλι του γυρισμένο προς εμένα να με κοιτάει. Τα δυό ντελικάτα πόδια του τραπεζιού από το ξύλο της τριανταφυλιάς με το μουράνο τασάκι όπως έπεφτε πάνω τους το λιγοστό φως της απλίκας, αφήνοντας ξαπλωμένη τη σκιά πίσω τους μου έδινε αυτό το οπτικό αποτέλεσμα.

Ά ….νευρίασα. Σηκώθηκα και πήγα στη μπαλκονόπορτα. Τράβηξα τη κουρτίνα και έσυρα τη μεγάλη πόρτα. Βγήκα στη βεράντα. Τα πάντα έξω ήταν βρεγμένα. Πότε έβρεξε αναρωτήθηκα. Κι όμως έβρεχε ακόμα. Μια βροχή αόρατη, αχνή και άηχη όπως άηχη ήταν αυτή η νύχτα. Ούτε ένας άνθρωπος να περπατά έξω, ούτε το γαύγισμα ενός σκύλου. Μπήκα στο σαλόνι και έκλεισα πάλι τη μεγάλη μπαλκονόπορτα. Οι σκέψεις μου χτύπαγαν από τοίχο σε τοίχο και στροβιλίζονταν γύρω μου και γύρω από τα έπιπλα του σπιτιού. Είχαν ξεφύγει πέρα από κάθε λογική και πείραζαν συνέχεια τη μοναξιά μου. Δεν με άφηναν ήσυχο. Κι εγώ ανήμπορος να τις βρίσω, να τις μαζέψω και να τις πετάξω έξω στο δρόμο να τις πάρει η βροχή, να τις κυλήσει και να τις πάει μακριά και να τις πνίξει, τις άφηνα να μπαινοβγαίνουν μες στις ακλείδωτες  κάμαρες  του μυαλού μου. Θέλησα να φάω ένα γλυκό. Πήγα στη κουζίνα, έψαξα παντού. Τίποτα πουθενά. Στο σαλόνι σκέφτηκα μέσα σε μια πορσελάνινη φοντανιέρα πάντα βρίσκω κάποιο νόστιμο σοκολατάκι, από αυτά που πάντα λες θα φάω ένα και μετά τρως κι άλλο κι άλλο…Μα ήταν άδεια. Τα είχα φάει όλα προχθές , τη μέρα που έφυγε η Λίζα ταξίδι. Γύρισα από το αεροδρόμιο και ένοιωθα τόσο μόνος που τα έφαγα σιγά σιγά όλα. Πήγα στη κρεβατοκάμαρα άνοιξα το συρτάρι στο κομοδίνο, εκεί πάντα είχα καραμέλες και τσίχλες,μα τίποτα. Δυο μέρες τώρα συμπλήρωνα το κενό μιας ανθρώπινης ύπαρξης με γλυκά σκευάσματα. Καραμέλες , τσίχλες , φοντάν και μπισκότα….

Έτρεξα πάλι στη κουζίνα. Θυμήθηκα πως στη τροφοαποθήκη, εκεί ανάμεσα στα όσπρια και στα δημητριακά υπήρχαν πάντα κάτι γκοφρέτες σκέτες ή με φουντούκι. Μα η επιθυμία μου δεν εύρισκε ανταπόκριση μέσα στα ντουλάπια . Δεν υπήρχε τίποτα…. Στο κάτω μέρος ενός ντουλαπιού μια μεγάλη σακούλα από γυαλιστερό πλαστικοποιημένο χαρτί, πολύχρωμη και με τη φωτογραφία ενός όμορφου σκύλου, φάνταζε μπρος μου σχεδόν γεμάτη από ξηρή τροφή  και με κορόϊδευε αφού ήτανε σαν να μου έλεγε, αν ήσουνα σκύλος θα έτρωγες για καλά, αλλά τυχαίνει να είσαι άνθρωπος και εγώ έχω τροφή μόνον για σκύλους.

Κάθε πρωί η Λίζα έβαζε με μια μικρή πλαστική σέσουλα, κάμποση από αυτή τη τροφή πότε σε ένα κομμάτι αλουμινόχαρτο και πότε σε κάποιο χάρτινο κουτάκι και πήγαινε γρήγορα μέχρι τη πλατεία δίπλα από το σιντριβάνι  και τάϊζε τρία αδέσποτα σκυλάκια που τη περίμεναν με κουνιστές ουρές και πολύ αγάπη. Μά κάποιες βραδυές μαγείρευε μέχρι αργά το φαγητό τους για να το έχει πρωί πρωί ετοιμο, φρέσκο, και πήγαινε και τα τάϊζε. Μετά γύριζε βιαστικά στο σπίτι, ετοίμαζε το πρωινό, με ξύπναγε και πριν φύγω για το γραφείο μου, τρώγαμε και μιλούσαμε στο τραπέζι και μου έλεγε για τη χαρά που κάνανε τα σκυλάκια της πλατείας με τη μαγειρική της. Συμβουλευόταν για τη σωστή διατροφή των σκύλων  από το διαδύκτιο και πάντοτε τους μαγείρευε κάτι διαφορετικο, ανάλογα τον καιρό.

Έριξα ένα χοντρό μπουφάν πάνω μου και έφυγα για τη πλατεία. Στο περίπτερο του Φώτη σκέφτηκα βρίσκεις τα πάντα. Θα πάρω διάφορες σοκολάτες και καραμέλες να έχω να περάσω όλες τις μέρες που θα λείπει η Λίζα.

Περπάτησα μέσα στη ψιλή βροχή, γρήγορα και έφτασα στη πλατεία. Το περίπτερο ήταν φωταγωγημένο και τα πάμπολα είδη που διέθετε πολύχρωμα και φωτεινά του έδιναν μια όψη χαρούμενη γεμάτη ενδιαφέρον, γεμάτη ζωή. Και τι δεν είχε… Περιοδικά, εφημερίδες , ψυγεία γεμάτα από αναψυκτικά και επιδόρπια , γάλα, καφέ, σοκολάτες , άλλα γλυκίσματα, τσίχλες, τσιγάρα, νυχοκόπτες, βιβλία. Ένα πανυγήρι ήταν. Ένας μικρός θησαυρός. Το Περίπτερο. Αχ Ελλάδα μου γλυκιά είπα. Ξεχωρίζεις από πάρα πολλά από τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου, αλλά ένα από όλα αυτά είναι και το περίπτερο. Δύο η ώρα τα ξημερώματα αν θες να πης μια καλημέρα και να φας μια λαχταριστή διπλοτυλιγμένη σοκολάτα από αυτές που προτιμάς, να πάρεις και φουντουκάκια για το δρόμο του γυρισμού μέχρι το σπίτι σου, να γεμίσεις τις τσέπες σου με διάφορες τσίχλες και καραμέλες, να πάρεις κι ένα περιοδικό, να πάρεις κι ένα dvd και πασατέμπο, να πάρεις κι ένα βερνίκι για τα παπούτσια σου κι έναν αναπτήρα, μόνον στην Ελλάδα μπορείς να τα βρεις τέτοια ώρα και όλα αυτά σε ένα περίπτερο. Κι αν ο περιπτεράς είναι και μερακλής και φίλος, τότε σου φτιάχνει και καφέ, και κάθεσαι και τα λέτε για κάμποση ώρα. Κι αν κοιτάξεις στο βάθος του δρόμου, στο άλλο άκρο της πλατείας, άλλο ένα πανηγυράκι φωτεινό γεμάτο ζωή φαίνεται από μακρυά. Είναι το άλλο περίπτερο…

Εκεί στη πλατεία τα έλεγα με το Φώτη, το περιπτερά, το φίλο μου, έφαγα ένα γιαουρτάκι μου έβαλε και δυο μεριδούλες μέλι, και μετά μου σέρβιρε ένα σκέτο ζεστό καφέ, γαλλικό ελαφρύ, έτσι για να έρθει σε αντίθεση με τη κρύα και υγρή βραδυά. Η συζήτηση με έκανε άλλο άνθρωπο. Έφυγε κάθε αρνητική σκέψη από το μυαλό μου. Κάθε στεναχώρια. Κάθε κακοκεφιά. Είπαμε αστεία, σχολιάσαμε την επικαιρότητα, γελάσαμε δυνατά, χαρούμενα, χορταστικά. Ένας νεαρός άντρας κρυωμένος πέρασε από το περίπτερο. Έβηχε επίμονα και έδειχνε άρρωστος και μόνος. Φοιτητής πρέπει να ήτανε σκέφτηκα, μακριά από τη φροντίδα των γονιών, μόνος. Ζήτησε καραμέλες για το βήχα. Του έδωσε ο Φώτης αλλά του είπε περίμενε, κάτσε να σου φτιάξω ένα ζεστό τσάϊ, να το πάρεις να το πιεις στο σπίτι. Θα σου κάνει καλό…έβαλε ένα μεγάλο μπρίκι πάνω στο γκαζάκι, στο μικρό εξωτερικό περβάζι του περίπτερου και άναψε φωτιά. Σε δυο λεπτά το τσάι ήταν έτοιμο. Του το σέρβιρε σε ειδικό θερμός κύπελο, το σκέπασε με το καπάκι, του το έδωσε στα χέρια και του ειπε, αυτό να το πιεις στο σπίτι θα σου κάνει καλό. Ο νεαρός απορρημένος από το ενδιαφέρον του περιπτερά τον ευχαρίστησε κι έφυγε. Χάθηκε γρήγορα στο βαρύ σκοτάδι της νύχτας. Ο βήχας του ακουγόταν μόνον από το βάθος του δρόμου. Ο Φώτης έβγαλε ένα αναστεναγμό. Σκέφτηκε το γυιό του στη Θεσσαλονίκη. Φοιτητής. Μόνος. Κι αν είναι κρυωμένος μου σιγοψιθύρισε, Κι αν βήχει;

Έλα ρε Φώτη του είπα. Υπερβολικός όπως πάντα. Αν ήταν κρυωμένος θα το ήξερες. Αφού του μιλάς στο τηλέφωνο δέκα φορές την ημέρα….και γελάσαμε δυνατά.

Έλα να κάνουμε ένα τσιγάρο του είπα και μετά να φύγω. Ανάψαμε δυο τσιγάρα. Καπνίσαμε έτσι εικονικά με κινήσεις που θύμιζαν παρελθόν. Φυσάγαμε το καπνό στον ουρανό με ύφος υπεραπόλαυσης λες και είμαστε κι οι δυο σταρ παλιάς τηλεοπτικής διαφημιστικής καμπάνιας. Τι απόλαυση… φωνάξαμε με ειρωνία… και γελάσαμε δυνατά….

Βάδιζα για το σπίτι. Η νύχτα ήταν κρύα, υγρή, νοτισμένη. Τα πάντα βρεγμένα, ήσυχα, σκοτεινά. Ο ουρανος σκοτεινός κι αυτος, συνεφιασμένος, δίχως αστέρια, δίχως φεγγάρι. Ήξερα ότι ο Φώτης σκεφτόταν το γυιό του κι εγώ τη Λίζα.  Μα ένας ήχος παράλληλος με τον ήχο που άφηναν τα βήματά μου πάνω στο βρεγμένο πεζοδρόμιο ερχόταν στ’ αυτιά μου. Γύρισα και μες’ στο σκοτάδι είδα να με ακολουθεί ένας σκύλος. Το ρυθμικό ηχηρό χαρακτηρηστικό πάτημά του που το γνωρίζεις αμέσως. Το βάδισμα του σκύλου. Αυτό το επαναλαμβανόμενο τικ, τικ, τικ, τικ, που κάνουν τα νύχια του καθώς ακουμπούν με χάρη και ρυθμό τις πλάκες στο πεζοδρόμιο.Η σκέψη μου δεν ακολουθούσε τη ματιά μου. Ήτανε μακρυά, ίσως σκέπαζε τη Λίζα που ήταν ξαπλωμένη μακρυά στο Μιλάνο, στο σπίτι της μητέρας της. Αλλά ο παράλληλος ήχος με έκανε και ξαναγύρισα πίσω. Ο σκύλος συνέχιζε και με ακολουθούσε. Με κοίταζε στα μάτια κάθε φορά που τον κοίταζα κι εγώ. Πάλι δεν έδωσα σημασία. Η ματιά μου ήταν μακρυά από τη σκέψη μου. Έφτασα στο σπίτι, έβγαλα τα κλειδιά για ν’ ανοίξω τη πόρτα. Το ρυθμικό τικ, τικ, τικ, τικ σταμάτησε πίσω μου. Γύρισα πάλι και κοίταξα. Το φως της λάμπας στην είσοδο της πολυκατοικίας φώτισε το πρόσωπο του σκύλου. Ήταν ένας όμορφος μεγαλόσωμος σκύλος που με κοίταζε με ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη. Σαν να μου έλεγε…ήρθα να σου κάνω παρέα.Ήρθα να γίνουμε φίλοι. Μάζεμα γρήγορα τις σκέψεις διπλα μου. Αυτός στεκόταν όρθιος, κούναγε την ουρά του. Ένοιωσα παντού να απλώνεται η αγάπη γύρω μου. Είχα χρόνια να αισθανθώ αυτού του είδους την αγάπη κοντά μου. Αυτή την αγάπη την ένοιωθα μόνον όταν ζούσε ο παππούς μου. Ο παππούς μου ο Όλιβερ. Ο καλύτερος παππούς του κόσμου, ο καλύτερος φίλος μου. Λύγισα τα γόνατά μου και κάθισα στο ύψος του σκύλου. Τον χάϊδεψα στο κεφάλι. Η ουρά του δεν έλεγε να σταματήσει το κούνημα. Η ματιά του ήταν γλυκιά. Άνοιξε το στόμα του και με τη μεγάλη του γλώσσα έγλειψε με επιθυμία το χέρι μου.Του έδωσα και το άλλο μου χέρι. Το έγλειψε κι αυτό. Γνωριστήκαμε για καλά. Ήταν βρεγμένος. Στα χέρια μου αισθανόμουνα τους άγριους κόκκους από το χώμα και τις βρωμιές που είχαν κολλήσει πάνω του με τη βροχή. Άνοιξα τη πόρτα. Πέρασε Όλιβερ του είπα. Πέρασε φίλε μου.

Μπήκαμε στο σπίτι μου. Από σήμερα το σπίτι αυτό είναι και δικό σου του είπα. Αυτός όρθωσε το ανάστημά του και μύριζε την ατμόσφαιρα του σπιτιού με χαρά. Τον έκανα μπάνιο. Έβλεπα το βρώμικο νερό να κυλάει και να φεύγει στην αποχέτευση του μπάνιου. Το βλέπεις του είπα. Δεν θα σε αφήσω ποτέ πια να μου γίνεις τόσο βρώμικος. Τίναξε τα νερά από πάνω του. Με έκανε μούσκεμα. Γέλασα δυνατά. Το τρίχωμά του γυάλιζε πεντακάθαρο. Η ματιά του, σαν να μου γέλαγε κι αυτός. Πήρα μια καθαρή λευκή βαμβακερή πετσέτα και τον σκούπισα καλά. Μετά πήγαμε στη κουζίνα. Του έβαλα σ’ ένα πιάτο μια σέσουλα ξηρή τροφή από αυτή που ταϊζει τα σκυλάκια της πλατείας η Λίζα. Έφαγε λίγο. Δεν πείναγε. είχε χορτάσει με την αγάπη μου. Όπως κι εγώ. Εκείνο το βράδυ δεν έφαγα σοκολάτες. Δεν έφαγα τίποτα. Ήμουνα χορτασμένος από την αγάπη του Όλιβερ. Ήπιαμε νερό. Έστρωσα μια κουβέρτα στη πολυθρόνα στο σαλόνι και ξάπλωσε εκεί. Κουλουριάστηκε ευτυχισμένος. Μετά χαλάρωσε και απλώθηκε ακόμα πιο χαρούμενος. Πήρα κι εγώ μια κουβέρτα και ξάπλωσα στο καναπέ. Μεθαύριο θα έρθει η Λίζα του είπα. Η Λίζα που είμαι σίγουρος πως θα σε αγαπήσει ακόμα πιο πολύ κι από μένα…Καληνύχτα Όλιβερ του είπα και κοιμηθήκαμε ευτυχισμένοι.1

Advertisements

Σύνδεσμός

ΞΕΡΑ ΚΟΥΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΛΤΑΜΙΡΑ

Ήταν από τις βραδιές που ο ουρανός στη Λευκωσία ήταν γεμάτος αστέρια. Μια ξαστεριά που άπλωνε τη παγωνιά παντού.

Κοίταξα τον ουρανό και φύσηξα το χνώτο μου ψηλά κοροϊδεύοντάς τον αλλά αυτό χάθηκε γρήγορα στην απεραντοσύνη του. Που να ζεστάνω εγώ με τη λιγοστή μου ανάσα, έναν ολόκληρο ουρανό.

Τι διαπεραστικό κρύο. Δεν στεκόσουν πουθενά. Παγωμένα πόδια, παγωμένα χέρια. Κι αυτά τα ρημάδια τα γάντια, τίποτα, καμιά προστασία. Ένοιωθα τα χέρια μου μέσα από αυτά ξηλιασμένα και άβολα.

Είναι φορές που βγαίνω στο κρύο με ένα φανελάκι και δε με νοιάζει. Απόψε όμως κρυώνω….

Κρυώνω γιατί το μυαλό μου είναι άδειο από σκέψεις. Τις τελευταίες τις άφησα να χαθούν κλείνοντας εκείνο το άλμπουμ της Ηλέκτρας με τις φωτογραφίες που κοίταζα επί ώρες και προσπαθούσα να βρω μια που ήξερα πως την είχα φυλάξει σ’ αυτό το άλμπουμ…. μάλλον την είχα χάσει. Τόσες φωτογραφίες και να μη τη βρω…

Περπάταγα γρήγορα στην οδό Αρσινόης ένα μικρό δρόμο κοντά στη πράσινη γραμμή κάτι σαν το τείχος του Βερολίνου. Δεξιά γύρω στα εκατό μέτρα ήταν τα τούρκικα. Απαγορευμένη περιοχή… Εκεί έμενα στο σπίτι της Ηλέκτρας, Αρσινόης 14 δίπλα από ένα παλαιό μεγάλο σπίτι που κάθε φορά που πέρναγα από μπροστά του και ήθελα να βγάλω μια φωτογραφία, είχε απλωμένη μπουγάδα στο κεντρικό μπαλκόνι με κάθε λογής σώβρακο απλωμένο, μακρύ, κοντό, σκούρο, λευκό και κάθε φορά το ανέβαλα για μια επόμενη.

Μου είχε δώσει τα κλειδιά της η Ηλέκτρα, χρόνια τώρα και πήγαινα όποτε ήθελα στο σπίτι της για να ξεφύγω λίγο από τη ρουτίνα της Αθήνας. Αυτή γύρναγε πότε στο Λονδίνο και πότε στο Παρίσι γεμίζοντας το χρόνο της με συναντήσεις και σεμινάρια σε εικαστικά δρώμενα. Την ενδιέφερε πολύ η επεξεργασία του γυαλιού και το συνδίαζε πάντοτε με βότσαλα ποταμίσια. Μέσα στο σπίτι της οδού Αρσινόης είχε μαζεμένα,λογής λογής σπασμένα γυαλιά, από μπουκάλια πολύχρωμα ή από τζάμια που εύρισκε στους δρόμους πεταμένα και πάρα πολλά βότσαλα διαλεγμένα ένα ένα από στεγνωμένα κυπριακά ξεροπόταμα. Παλιά που μέναμε μαζί για ένα χρονικό διάστημα,εκεί στο ίδιο σπίτι, κάθε φορά που ξαπλώναμε στο κρεββάτι είχα την εντύπωση πως κάποια στιγμή πάνω στην ένταση του νεανικού έρωτα θα σφαζόμαστε από κάποιο παρατημένο σπασμένο γυαλί….τα παράταγε εδώ κι εκεί, ακόμα και δίπλα από τα φρέσκα λαχανικά που επρόκειτο να τα κάνει σαλάτα.

Κάποια στιγμή η ερωτική ένταση πέρασε και παραμείναμε φίλοι. Εκείνη με το φλόγιστρο έλειωνε γυαλί και έφτιαχνε πανέμορφες συνθέσεις, κι εγώ γέμισα τις αποσκευές μου με τις όμορφες αναμνήσεις κι έφυγα για την Αθήνα. Όποτε συναντιόμαστε, μιλάμε για ώρες πολλές για τα τωρινά μυστικά μας,πίνοντας Jack Daniels σε κάποια μπαράκια με το συνθηματικό enjoy the classics. Τελευταία φορά συναντηθήκαμε στη Βενετία. Ήπιαμε το Jack βιαστικά σε ένα παρακμιακό café bar της άδειας από κόσμο παλιάς πόλης. Έτσι την είδαμε τη Βενετία κι οι δυό τον άλλο χρόνο. Άδεια, χωρίς κόσμο. Ποιος να ξέρει, ίσως να έτυχε. Εκείνη έφυγε για Bergamo για να δει τον Τζοβάνι που έκανε αναπαλαιώσεις σε εικόνες με νέες τεχνικές, εγώ πήρα το πλοίο και μέσα από την ομίχλη της Βενετίας έφυγα για την Ελλάδα.

Έστριψα αριστερά στην οδό Λήδρας ρίχνοντας και μια ματιά στα δεξιά προς τα τούρκικα. Κάθε φορά που πέρναγα από κει ένοιωθα μέσα μου ένα πόνο. Βαθύ που διαισθανόμουνα πως τον ένοιωθαν πάρα πολλοί άλλοι μαζί με μένα. Κάθε φορά που πέρναγα από κει, άκουγα στ’ αυτιά μου τις φωνές των μανάδων που χάσανε τα παλικάρια τους, τότε το ..74 στην ύπουλη εισβολή. Τις είδα με τα μάτια μου αυτές τις μάνες να κλαίνε και να χτυπούν τα στήθια τους, στο μνημόσυνο του 75 που είμουνα κι εγώ φαντάρος. Έτυχε και υπηρέτησα εκεί….ένα χρόνο μετά την εισβολή. Από τότε ακούω αυτές τις φωνές, αυτά τα κλάματα, για τον άδικο χαμό των παιδιών τους. Αυτές τις φωνές θα τις ακούω πάντα. Είναι οι φωνές για τους ξεχασμένους ήρωες.

Έφτασα στη πλατεία Ομήρου, έστριψα αριστερά πέρασα από το μεγάλο σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, πέρασα απέναντι τη λεωφόρο Ομήρου και περπατούσα πάντα παγωμένος από τις κακές αναμνήσεις που πέρασαν από το μυαλό μου ξαφνικά και από το κρύο της βραδιάς…

Κάπου εδώ πρέπει να είναι μίλησα στον εαυτό μου. Κατηφόρησα την οδό Ευαγόρου και και κοίταζα τις πινακίδες των οδών. Δεν θυμόμουνα πως λεγόταν ο δρόμος αλλά άμα θα το έβλεπα γραμμένο, σίγουρα θα ερχόταν στη μνήμη μου. Μετά από δυο στενά γύρισα το χρόνο πίσω. Μενάνδρου διάβασα στη χαμηλή πινακίδα του δρόμου και όλα γύρισαν μονομιάς πίσω, τότε που η Μαρινέλλα τραγούδαγε με τον Χατζή  για πρώτη φορά το ¨…μα εγώ έχω εσένα κι εσύ εμένα κι είναι η αγάπη μας χρυσό πουλί…δυο που αγαπιούνται είναι πολλοί…¨.

Τώρα περπάταγα και οι φωνές της Μαρινέλλας και του Χατζή με οδηγούσαν προς τα εκεί. Τώρα ήξερα που πήγαινα. Άκουγα καθαρά τις φωνές τους να μου λένε ¨κι ύστερα πήρες από πάνω μου το χιόνι…κι ύστερα τίναξες τη στάχτη απ’ τη ζωή μου….. κι ύστερα κι ύστερα….¨

Τώρα το ρεσιτάλ παιζόταν ζωντανό μπροστά μου στο δρόμο καθώς περπατούσα μες στη παγωνιά με όλα τα όργανα να μουσικολογούν ρυθμικά στ’ αυτιά μου. Δυο θεϊκές φωνές, ζεστές από τη πατρίδα, μακρινές να μου σιγοψυθιρίζουν «σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει».

Τώρα οι φωνές αυτές με οδηγούσαν…Να έφτασα στην Αλταμίρα. Νέος, όμορφος, έτοιμος για χορό, για έρωτα, για περιπέτειες ή για πόλεμο….

Εκεί συνάντησα τον Λεωνίδα. Φίλος μου. Υπηρετούσαμε μαζί στην Αλεξανδρούπολη και κάποια στιγμή φύγαμε για Κύπρο. Εθελοντές για την ΕΛΔΥΚ. Είχαμε κι οι δυό τη τάση της φυγής μέσα μας, δεν μας άρεσαν τα σύνορα, δεν μας άρεσαν τα συρματοπλέγματα, είμαστε ελεύθεροι. Ο Άρης ήταν κι αυτός φίλος καλός αλλά παντρεμένος. Από τη μια σκεφτόταν την ευκαιρία να φύγουμε όλοι μαζί, από την άλλη σκεφτόταν το σπίτι του. Τη γυναίκα του, το παιδί του. Τον αφήσαμε στο 481 Τάγμα Διαβιβάσεων. Τελευταία μέρα πριν φύγουμε, θυμάμαι, το ρίξαμε έξω. Όλη νύχτα τα πίναμε σε ένα λαϊκό ταβερνάκι κοντά στο Φάρο και το ξημέρωμα μας βρήκε να τρώμε πατσά στο πιο φημισμένο πατσατζίδικο της πόλης και να πίνουμε κόκκινο ντόπιο κρασί.

Κατέβηκα δυο σκαλιά και μπήκα στην Αλταμίρα. Χαμηλός πολύχρωμος φωτισμός και η ατμόσφαιρα ζεστή. Έβγαλα τα άχρηστα γάντια, έτριψα τα χέρια μου για να ζεσταθούν και προχώρησα σκυφτός μέσα από τις τεχνικές στοές και τους σταλακτήτες της. Διάλεξα ένα μέρος αδειανό από παρέες και κάθησα, απλώνοντας γύρω μου κάθε εικόνα από τις παλιές συναντήσεις. Οι σταλακτήτες κι οι σταλαγμίτες άλλοι πράσινοι, άλλοι κόκκινοι κίτρινοι και μπλε, έκαναν την ατμόσφαιρα ονειρική.

Ένα τρυφερό πλασματάκι με κοντό μαλάκι, μαύρο εφαρμοστό φορεματάκι, πολύ κοντό που άφηνε κάθε νεανική ομορφιά να χαρίζεται για θαυμασμό, με πλησίασε και με ρώτησε με χαμόγελο και περίσια ευγένεια αν θέλω κάτι. Τα μάτια της ήταν μεγάλα, εκφραστικά και τα πολύχρωμα φώτα της Αλταμίρας δεν με άφηναν να ξεχωρίσω το ιριδίζον χρώμα τους.Και τα χείλη της ήταν χυμώδη, βαμμένα με ένα κραγιόν που άστραφτε και  άλλαζε χρώμα συνέχεια ανάλογα με τις φωτεινές ανταύγιες της σπηλιάς. Πως σε λένε τη ρώτησα και με τη χαρακτηριστική κυπριακή προφορά μου απάντησε Άντρη.

Λοιπόν Άντρη, θα πιω ένα διπλό ουίσκι με λίγο νερό. Αλλά ο σκοπός που ήρθα εδώ μόνος μου είναι άλλος. Πες σε παρακαλώ στο αφεντικό σου ότι θέλω να του μιλήσω.

Έτσι κι έγινε. Σε λίγο έπινα το ουισκάκι μου με λίγο νερό και με ξερά κουκιά σε ένα πήλινο μπωλ να σιγοροκανίζω σαν σκίουρος, όπως εκείνη τη παλιά εποχή.

Ήταν τριάντα χρονών το αφεντικό περίπου και με ρώτησε τι ήθελα. Πες μου σε παρακαλώ αν έχει αλλάξει η διεύθυνση του μαγαζιού από το 75 και στην ερώτησή μου, πήρα άμεσα την απάντηση πως όχι. Το είχε ο πατέρας μου που τώρα δεν εργάζεται πια μου είπε.

Το πατέρα σου θέλω να δω, του είπα ξερά. Τον Κωνσταντίνο. Πρέπει να τον δω απόψε. Έκανα μεγάλο ταξίδι για να έρθω να τον δω.

Έβγαλε το κινητό από τη τσέπη του και πήρε το πατέρα του. Έλα τώρα από την Αλταμίρα του είπε, κάποιος γνωστός σου από την Ελλάδα θέλει να σε δει.

Μου συστήθηκε. Νίκος μου είπε. Έκανε νόημα να του βάλουν ένα ποτό και κάθησε απέναντί μου.

Λοιπόν Νίκο, το πατέρα σου τον γνωρίζω από το 75. Μαζευόμαστε εδώ για ένα ολόκληρο χρόνο κάμποσοι έλληνες φαντάροι τα πίναμε και ακούγαμε ελληνική μουσική. Εμένα θα με θυμάται γιατί έχουμε ένα κοινό μυστικό. Θέλω να μάθω τι απέγινε ένας κοινός μας φίλος. Ο πατέρας σου θα ξέρει. Τότε ακούγαμε ωραία ερωτικά ελληνικά τραγούδια και επαναστατικά. Ήταν η χρονιά που το μίσος κι ο πόνος που αφήνει πίσω του ένας πόλεμος ήταν φρέσκα. Θυμάμαι ένα τραγούδι που έλεγε «…θα βάλω φωτιά στη πρεσβεία του θανάτου…..θα φορέσω το ματωμένο πρόσωπο ανάποδα…». Έπειτα οι Αμερικάνοι απαγόρευσαν το τραγούδι αυτό και τα βράδια το ακούγαμε κρυφά, ο πατέρας σου και όλοι εμείς που πιστεύαμε στη προδοσίες των πρεσβειών….

Εδώ μαζευόμαστε μόνον φαντάροι. Οι ντόπιοι απαγόρευαν στις κόρες τους να μας βλέπουν εμάς τους έλληνες. Μας θεωρούσαν υπεύθυνους για το κακό που τους είχε βρει. Παρόλα αυτά κάποιοι σκεφτόντουσαν πιο θαρραλέα και φτάνανε μέχρι την αλήθεια, αναγνωρίζοντας ότι εμείς οι φαντάροι δεν φταίγαμε σε τίποτα. Ναι ακούγαμε ερωτικά τραγούδια, με απαγορευμένο τον έρωτα και τα παιδιά στους δρόμους μας πέταγαν πέτρες, ξύλα και ότι άλλο εύρισκαν. Οι μανάδες τους έκαναν πως δεν τα έβλεπαν. Άστα Νίκο, άσχημες εποχές. Από τη μια ο κανονικός εχθρός, ενδιάμεσα οι ειρηνευτικές δυνάμεις που δυναμίτιζαν την ατμόσφαιρα και από την άλλη ο πονεμένος κόσμος. Αυτοί που χάσανε τα πάντα στο πόλεμο….αυτοί που ξεριζώθηκαν από το τόπο που γεννήθηκαν. Γι αυτό κι εγώ κάθε φορά που έτρωγα μια πέτρα από ένα μικρό παιδί, έσκυβα το κεφάλι και έφευγα χωρίς καμιά απάντηση, χωρίς καμιά φοβέρα. Έκλεγα από μέσα μου, γιατί σαν φαντάρος δεν έπρεπε να κλαίω στα φανερά….στο κάτω κάτω είμουνα κι εγώ μόλις 18 χρονών.

Όμως τότε έπρεπε να γίνει κάτι. Τότε είμαστε αποφασισμένοι να πολεμήσουμε ξανά για το δίκαιο, για τα αδικοχαμένα. Τίποτε δεν έγινε. Δεν μας αφήσανε. Θάψανε την επιθυμία μας οι μεγάλοι….εμείς πάντως τραγουδάγαμε το τραγούδι του Λεύτερου…έτσι παράνομα όπως ήταν γραμμένο στην αρχή που έλεγε «θα βάλω φωτιά στη πρεσβεία του θανάτου». Μετά το κάνανε θα βάλω φωτιά στην εστία του θανάτου….Φαντάσου πόσο πολύ φοβόντουσαν τότε ακόμα κι ένα τραγούδι…..πόσο φοβόντουσαν αυτό που έπρεπε να είχε γίνει…..

Εκείνη την ώρα μπήκε στην Αλταμίρα ο Κωνσταντίνος. Περπάτησε μέσα από τις σκοτεινές στοές της όπως εκείνο τον καιρό. Ήρθε και μας βρήκε στο βάθος. Σηκώθηκα όρθιος και τον είδα. Οι ματιές μας γνωρίστηκαν αμέσως διαβάστηκαν από τις αγέραστες καρδιές μας. Αγκαλιαστήκαμε….κι εκείνος έκλεγε…έκλεγε με λιγμούς…τότε κατάλαβα πως όλη αυτή η ανησυχία που με ακολουθούσε τόσα χρόνια στη ζωή μου ήτανε αλήθεια…ήτανε πραγματικότητα. Κάτι κακό θα είχε συμβεί στον Λεωνίδα…..

Κάθισε στο κάθισμα με αναφυλλητά, ο Νίκος του έφερε νερό. Δεν έχω δει ποτέ το πατέρα μου να συμπεριφέρεται έτσι μου είπε.

Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε και μου είπε να τον ακολουθήσω. Κατεβήκαμε στο υπόγειο του μαγαζιού. Ήταν τεράστιος χώρος . μια τεράστια αποθήκη με πράγματα πεταμένα εδώ κι εκεί χωρίς τάξη. Με πήγε στο βάθος εκεί που ήτανε ένα παλιό γραφείο. Άνοιξε ένα συρτάρι κι έβγαλε τη φωτογραφία του Λεωνίδα. Ήταν η μέρα που παντρεύτηκε κρυφά στην Αλταμίρα με την  Αϊσά. Ειδα τη φωτογραφία και κατάλαβα από τη σκόνη που είχε πάνω της ότι το κακό πρέπει να έχει χρόνια που έγινε….

Πάμε πάνω να κάτσουμε να σου τα πω. Εδώ δεν έχει μέρος να καθήσουμε.

Όσο μου μίλαγε ένοιωθα το κρύο να ξανάρχεται στο κορμί μου όπως πριν. Η παγωνιά απλωνόταν μέχρι τη καρδιά μου. Ο Λεωνίδας παντρεύτηκε την Αϊσά μια μέρα πριν φύγουμε για την Ελλάδα. Είχαμε συμπληρώσει ένα χρόνο θητείας στη Κύπρο και την άλλη μέρα θα επιστρέφαμε στη πατρίδα. Την Αϊσά τη γνώρισε τυχαία στη CYTA που είχε πάει να πάρει ένα τηλέφωνο. Δούλευε εκεί. Ήταν από ελληνίδα μητέρα και τούρκο πατέρα. Μετά την εισβολή ο πατέρας της πήρε τη μάνα της κι εξαφανίστηκε στο βόρειο τμήμα του νησιού. Αυτή έμενε με μια φίλη της τη Νέρα από το Κεφάρ Γιασίφ του Ισραήλ. Στην ουσία η Νέρα έκρυβε στο σπίτι της την Αϊσά που φοβόταν πως κάποια μέρα θα έρθει ο πατέρας της να την απαγάγει.

Μετά το γάμο οι νιόπαντροι πήγαν στο σπίτι της Νέρα. Εγώ πήγα στο στρατόπεδο. Το πρωϊ θα ερχόταν και ο Λεωνίδας και θα φεύγαμε για Ελλάδα. Είχε κανονίσει να έρθει και η Αϊσά μέχρι τη Λεμεσό και να ταξίδευε με το πλοίο της γραμμής για Πειραιά. Εκεί θα την παραλάμβανε μια ξαδέλφη του, θα τη φιλοξενούσε για ένα μήνα μέχρι που θα απολυόταν ο Λεωνίδας και θα φεύγανε για τη Θεσσαλονίκη. Εκεί θα φτιάχνανε το σπιτικό τους…..Ήταν όλα κανονισμένα. Η Αϊσά μιλούσε άπταιστα τα ελληνικά γιατί πήγαινε σε ελληνικό σχολείο και δεν θα είχε κανένα πρόβλημα στην Ελλάδα.

Ο έρωτάς τους ήταν σαν ένα ορμητικό ποτάμι. Ο Λεωνίδας έλειωνε για την Αϊσά κι αυτή γι αυτόν.

Το άλλο πρωί δεν ήρθε στο στρατόπεδο ο Λεωνίδας. Δεν τον ξαναείδα. Υπέθεσα πως τον τύφλωσε τόσο πολύ ο έρωτας που με απαρνήθηκε σαν φίλο. Που μου είπε ψέμματα, για να μη τον εμποδίσω. Υπέθεσα πως είχε αποφασίσει να λιποτακτήσει και να εξαφανιστεί με την μοναδική του αγάπη την Αϊσά. Τον συγχώρησα. Η λευτεριά είναι λευτεριά σκεφτόμουνα….

όμως τόσα χρόνια ζούσα με μια αγωνία μέσα μου, ένα κακό προαίσθημα γιατί τη τελευταία βραδιά που έμεινα στο στρατόπεδο στη Λευκωσία, ένοιωθα μαχαιριές στο κορμί μου και πεταγόμουνα στον ύπνο μου από πόνο. Μα μόλις άνοιγα τα μάτια μου χανόταν ο πόνος κι έμοιαζε με κακό όνειρο. Αυτές οι μαχαιριές με ακολουθούσαν πάντα στη ζωή μου. Πάντα ανησυχούσα για τη πορεία του φίλου μου….

Ναι …μου είπε ο Κωνσταντίνος….ναι εκείνο το βράδυ γίνανε όλα. Την ώρα που τα παιδιά ζούσανε τον έρωτά τους, την ώρα που ζούσαν το γαμήλιο ταξίδι τους με τα τόσα όνειρά τους για την υπόλοιπη ζωή τους, δυο τούρκοι πληρωμένοι στρατιώτες από τον πατέρα της  με πολιτικά, μπουκάρανε στο σπίτι της Νέρα. Εκείνη έλειπε. Εκείνο το βράδυ είχε πάει σε μια φίλη της για να αφήσει τα παιδιά μόνα τους στο σπίτι….Οι τουρκαλάδες τα πιάσανε τα δέσανε τα παιδιά και τους έκοψαν τα κεφάλια……το φονικό μαθεύτηκε την άλλη μέρα το μεσσημέρι όταν  εσείς φεύγατε εκείνη την ώρα με τα αρματαγωγά από το λιμάνι της Λεμεσσού. Την αλήθεια τη θάψανε στα στρατόπεδα….η επίσημη δημοσίευση στις εφημερίδες έλεγε για εξαφάνιση έλληνα στρατιώτη….για την ανεύρεσή του ανέλαβαν τα ηνωμένα έθνη,,,,οι ειρηνευτικές δυνάμεις……

Ξέρανε στο στρατό πως ήταν ορφανός από γονείς….Κι όσο μακρινοί συγγενείς τον ζήτησαν μετά από χρόνια τον ξέχασαν κι αυτοί αφού τους είχαν πει πως χάθηκε όπως τόσοι άλλοι αγνοούμενοι που χάθηκαν και μετά την εισβολή….

Παγωμένος άκουγα τη μουσική της Αλταμίρας, έπινα το ουϊσκι με λίγο νερό και ροκάνιζα τα ξερά κουκιά….όπως τότε….Ο Κωνσταντίνος , ο Λεωνίδας κι εγώ…..

Πάνω που χάραζε έφυγα….το κρύο ήταν τσουχτερό όσο ποτέ. Ένοιωθα αδύναμος να περπατήσω, σαν γέρος, με είχαν τσακίσει αυτά που μου είπε ο Κωνσταντίνος. Κρατούσα τη φωτογραφία του Λεωνίδα στα χέρια μου….σφιχτά….

Ήταν το μόνο που μου είχε μείνει πια από τον αγαπημένο μου φίλο. Τόσα χρόνια είχα και μια ελπίδα ότι θα τον συναντήσω. Απόψε χάθηκε κι αυτή…..

Στους δρόμους δεν άκουγα πια τις φωνές της Μαρινέλλας και του Χατζή. Το ρεσιτάλ με τα ερωτικά τραγούδια είχε τελειώσει….

Γύρισα και κοίταξα για τελευταία φορά την είσοδο της Αλταμίρας…..

Στο σταυροδρόμι πέρασε ένα ταξί.

Αρσινόης 14 του είπα. Φτάνοντας κοντά στο σπίτι κι ενώ το ταξί πέρναγε το παλιό μεγάλο γωνιακό σπίτι που ήθελα να φωτογραφίσω, μια μεσόκοπη γυναίκα με μαντήλι στο κεφάλι άπλωνε διάφορα σώβρακα άλλα μακριά, άλλα κοντά, και σε διάφορα χρώματα, λευκά, σκούρα, μαύρα….

Έπεσα στο κρεββάτι της Ηλέκτρας…ένοιωθα τα σπασμένα γυαλιά να μπίγονται στο κουρασμένο κορμί μου να με κόβουν, να με πληγώνουν να φτάνουν μέχρι τη ματωμένη μου καρδιά…..

Έβλεπα το αεροπλάνο να τροχοδρομεί στο διάδρομο του αεροδρομίου της Λάρνακας. Τροχοδρομούσε, τροχοδρομούσε σε έναν ατέλειωτο διάδρομο χωρίς να απογειώνεται . Γεμάτος αγωνία πετάχτηκα από το κρεβάτι…κοίταξα το ρολόϊ. Είχα χάσει τη πτήση…κοιμόμουνα σαν νεκρός τόσες ώρες….

Ανοιξα το  laptop να μιλήσω με την Ηλέκτρα. Βρήκα ένα μήνυμα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Το απόγευμα θα είμαι στο σπίτι. Μη διανοηθείς να φύγεις από τη Κύπρο. Θέλω πολύ να περάσουμε μαζί τις μέρες που θα είμαι στη Λευκωσία. Θέλω να πιούμε το Jack στης Μάρθας το μπαράκι ακούγοντας κλασική μουσική….Μη ξεχνάς ότι εσύ με έμαθες να πίνω Jack Daniels….

Τη πήρα στο κινητό. Ήταν απενεργοποιημένο….Πετούσε…ερχόταν….βγήκα από το σπίτι να πάω να ψωνίσω μερικά αναγκαία….Ο ήλιος ήταν καυτός, η μέρα ζεστή σαν μια μεγάλη αγκαλιά…. Μια γειτόνισσα γέλαγε δυνατά και το γέλιο της έκανε κι άλλους περαστικούς να γελάσουν…Γέλασα κι εγώ…

Φορτωμένος γύρναγα στο σπίτι. Μια ματιά που έριξα τυχαία στο παλιό γωνιακό μεγάλο σπίτι που ήθελα να βγάλω εδώ και καιρό φωτογραφία, είδα το μπαλκόνι άδειο. Δίχως σώβρακα, από κείνα τα πολύχρωμα στα διάφορα μεγέθη…

29636687.Παράτησα τις τσάντες στο πεζοδρόμιο και σαν τρελλός μπήκα στο σπίτι και πήρα τη κάμερα….βγήκα στο δρόμο και χαρούμενος  επιτέλους φωτογράφισα το παλιό μεγάλο γωνιακό σπίτι της οδού Αρσινόης…..

Σύνδεσμός

VANVIKAN                                                                       Χειμώνας μέρος 1ο 

 Έπεσα για ύπνο το βράδυ νωρίς, αφού πρώτα έριξα μια ματιά στο weather nor για να βεβαιωθώ για τον αυριανό καιρό. Συννεφιά, 18 βαθμούς κάτω από το μηδέν σχεδόν σε όλη τη Νορβηγία, και χιονοθύελλες. Θα σηκωνόμουνα νωρίς το πρωΐ και θα έφευγα για το Vanvikan. Θα πήγαινα με το Ι.Χ., ένα  nissan που μου είχε παραχωρήσει το ναυπηγείο για τις μετακινήσεις μου.Θα έπαιρνα τους επιθεωρητές που η άφιξή τους στο λιμάνι της πόλης με το ταχύπλοο της γραμμής από το Trondheim, υπολογιζόταν στις 10.Απόψε θα έμεναν στο Bergen, bergen1στη πόλη των φιόρδς, τη πόλη με τα στραβά σπίτια και το πρωΐ, πολύ νωρίς θα πέταγαν για το Trondheim. Στο αεροδρόμιο θα τους παραλάμβανε ο Έρικ ο πράκτορας και θα τους πήγαινε κατευθείαν στο λιμάνι γιατί ήθελαν να προλάβουν το πρωϊνό δρομολόγιο.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΤο επόμενο δρομολόγιο ήταν στις 12 το μεσημέρι….

Έριξα δύο κούτσουρα στη μαντεμένια ξυλόσομπα της κρεβατοκάμαρας, ρύθμισα το ξυπνητήρι για να είμαι σίγουρος ότι θα ξύπναγα στην ώρα μου, ξάπλωσα, σκεπάστηκα με το αφράτο πουπουλένιο πάπλωμα και μέσα από τη ζεστασιά μου, ταξίδεψα μυστηριακά στο βιβλίο «Το Κορίτσι με το τατουάζ» του Στιγκ Λάρσον.

Η Αλήθεια είναι ότι κάθε βράδυ που διάβαζα αυτό το βιβλίο εδώ και τρεις νύχτες, αισθανόμουνα κάπως άβολα στο δυόροφο μοναχικό ξύλινο σπίτι που έμενα, και παρόλο που η περιοχή γύρω από το Fosen, ήταν ήσυχη, σας ομολογώ ότι με τον παραμικρό θόρυβο που άκουγα είτε απέξω, είτε μέσα στο σπίτι,  ένα ρίγος φόβου, σαν αυτό που αισθανόμασταν τότε που είμαστε μικρά παιδιά, διαπερνούσε το κορμί μου και με έκανε να το κλείνω και να το παρατάω πάνω στο κομοδίνο, κλείνοντας μέσα του κάθε μυστηριακή αίσθηση.

Συνηθως τα θρίλερ μου αρέσει να τα διαβάζω όταν πίσω από τη πλάτη μου βρίσκεται η Λένα ξαπλωμένη και καθώς κοιμάται, η ανάσα της με ζεσταίνει ρυθμικά. Κι όταν αυτή αλλάζει πλευρό τότε κι εγώ παρατάω το διάβασμα, γυρίζω την αγγαλιάζω και κοιμόμαστε έτσι μέχρι το πρωΐ.

Μα τώρα είμαι μόνος, για έξι ολόκληρους μήνες ακόμα, θα εργάζομαι στα ναυπηγεία του Fosen ετοιμάζοντας τους κώδικες ασφαλούς διαχείρισης και ασφάλειας σε ένα καινούργιο πλοίο που ναυπηγείται για τα συμφέροντα μιας ελληνικής ναυτιλιακής εταιρείας. Γι αυτό έρχονται οι επιθεωρητές. Ένας του ελληνικού νηογνώμονα, ένας της επιθεώρησης εμπορικών πλοίων και ένας της εταιρείας. Θα ελέγξουν ο καθένας ξεχωριστά στο τομέα του, θα γράψουν τις αναφορές τους και θα φύγουν, κλείνοντας και πάλι ραντευού στο ίδιο μέρος μετά από ένα μήνα.

Ξύπνησα νωρίς. Πριν το ξυπνητήρι χτυπήσει 6, πριν το πηχτό σκοτάδι δυαλυθεί από τις πλάγιες αμυδρές αχτίνες του νορβηγικού ήλιου.   Κοίταξα έξω από το παράθυρο της σοφίτας, της κρεβατοκάμαράς μου και στο φως μιας λάμπας του δρόμου, φαινόταν το πυκνό χιόνι που έπεφτε αθόρυβα και σκέπαζε τα πάντα ελαφρά ελαφρά για να προστατέψει και να ζεστάνει τη λιγοστή ζωή που κατάφερε και σώθηκε μες στο βαρύ φετεινό χειμώνα.  Έριξα δυό κούτσουρα στη σόμπα, κατέβηκα στο κάτω πάτωμα έβαλα και στις άλλες τρεις σόμπες από ένα κούτσουρο, άναψα το φως στη κουζίνα, πήρα από το ψυγείο δυό αυγά και ετοίμασα το πρωϊνό μου. Σε λίγο απολάμβανα δυό καλοτηγανισμένα αβγά με μπέϊκον και τοσταρισμένο ψωμί αλειμμένο με φρεσκο πατέ ρεβυθιού που το είχα φτιάξει χθες με μπόλικο σκόρδο και λεμόνι. Έβρασα λίγο γάλα και το έριξα μέσα στον αρωματικό καφέ και καθισα να τον απολαύσω χαζεύοντας από τη τζαμαρία της κουζίνας το χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα. Κάποια στιγμή πήγα στον υπολογιστή και διάλεξα ένα ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό στο διαδίκτυο με ζωντανή μουσική. Άκουγα όλα τα τραγούδια με χαρά. Μια χαρά που κάθε πρωί, έκανε παρέα με τη νοσταλγία μου. Τη νοσταλγία μου για όλα αυτά που είχα αφήσει χιλιάδες μιλια μακριά.Ξημέρωσε, έριξα ένα μπουφάν πάνω μου και πήγα στο γκαράζ.

DSC_0132small Μπήκα στο αυτοκίνητο που ήταν στο υπόστεγο,έβαλα μπροστά τη μηχανή, την άφησα να δουλεύει στο ρελαντί και βγήκα να καθαρίσω τα τζάμια από το πάγο. Έξυνα με μια σιδερένια ξύστρα που ήταν στερεωμένη πάνω σε ένα κοντό κοντάρι, με αρκετή δύναμη και κάπου κάπου χτυπούσα κάθετα για να σπάσω τις χοντρές φλούδες του πάγου που είχαν καλύψει τα τζάμια του αυτοκινήτου. Με δυσκολία κατόρθωσα να καθαρίσω τα πολλά, έπειτα έσπασα και τους πάγους που κρεμόντουσαν σαν σταλακτήτες στους προφυλακτήρες μπρος και πίσω, που φτάνανε μέχρι το παγωμένο στρωμένο από χιόνι δρόμο και είχανε γίνει ένα με αυτό. Κάθε φορά που κάνω αυτή τη δουλειά θυμάμαι τι έπαθα τη πρώτη μέρα που ήρθα εδώ με το αυτοκίνητο…Παρκάρισα και κλείδωσα τις πόρτες από συνήθεια παρόλο που μου το είπαν στο Ναυπηγείο να μη το κλειδώσω…το επόμενο πρωϊ δεν άνοιγαν οι πόρτες. Είχαν παγώσει οι κλειδαριές και πήγα με τα πόδια στα Ναυπηγεία. Ούτε τις πόρτες των σπιτιών δεν κλειδώνουνε εδώ. Όλα ανοικτά….όλα ανοιχτά φωνάζω κάθε φορά που φτάνω στο σπίτι για να μη κάνω καμία κίνηση από συνήθεια.

Ένα εκχιονιστικό όχημα πέρασε με ταχύτητα και καθάρισε, το δρόμο μπροστά από το σπίτι, πετώντας  το αφράτο χιόνι δεξιά και αριστερά  αφήνοντας πίσω του ένα δρόμο παγωμένο τέλειο για πατινάζ.

Μπήκα στο αυτοκίνητο, έβγαλα τα γάντια, έκανα όπισθεν μέχρι το δρόμο και έφυγα για το Vanvikan. Πέρασα από τη Rissa τη πιο κοντινή στο Fosen, παραθαλάσσια πόλη, έβαλα βενζίνη στο γωνιακό βενζινάδικο και συνέχισα το δρόμο μου.

Ο πάγος σε όλη την επιφάνεια του δρόμου ήταν συμπαγής, σκληρός και στις άκρες υπερυψωμένος ,ανακατωμένος με κρυσταλιασμένο χιόνι. Ο θόρυβος από τα καρφιά των λάστιχων που γατζώνανε πάνω στο πάγο ήταν έντονος και ειδικά στις στροφές ακόμα πιο δυνατός, σου έδινε την εντύπωση ότι γινόταν μια συνεχής μάχη με σπαθιά που έτριζαν αγγίζοντας το ένα τη κόψη  του άλλου, αφήνοντας δυνατούς συριγμούς σαν τις κραυγές των άγριων ζώων που παλεύουν για να κατασπαράξει το ένα το άλλο και συγχρόνως  ηχητικά μελωδικούς μικρότερους σε ένταση, μεταλλικούς καμπανισμούς.Πόσο μου έρεσε να οδηγώ στους παγωμένους αλπικούς δρόμους της Νορβηγίας.Πόσο μου άρεσε να33842697

βλέπω γύρω μου τα χιονισμένα και παγωμένα αλπικά τοπία. Εκείνο που με ευχαριστούσε περισσότερο ήταν ότι και αύριο και μεθαύριο και για πολύ καιρό ακόμα, μήνες ολόκληρους ο καιρός θα ήταν έτσι και το τοπίο θα ήτανε χειμωνιάτικο. Ο Οκτώβριος τελείωνε σε λίγες μέρες και τα χιόνια θα κρατούσαν μέχρι το τέλος του Απρίλη…

Η κίνηση στο δρόμο ήταν λιγοστή.DSC_0030small Έκανα μια προσπέραση ενός φορτηγού και συνέχισα την ανάβαση προς το υψηλότερο μέρος του βουνου που ήταν όλο στροφές. Δεξιά και αριστερά πέρα από τα δάση υπήρχαν σε κάποια ξέφωτα όμορφα ξύλινα αλπικά σπίτια που κάπνιζαν από τις καμινάδες και  πρόσδιδαν στην ατμόσφαιρα, με τα φωτάκια τους και τις όμορφες πίσω από τα τζάμια κουρτίνες τους, τη ζωή, τις οικογένειες, τα παιδιά, τη χαρά….

Πέρασα και το ψηλότερο μέρος του βουνού από πού περνούσε ο δρόμος και άρχισα να κατηφοριζω μέσα στο κατάλευκο από το χιόνι τοπίο.Σταδιακά ήταν τόσο έντονη η χιονοθύελλα που δυσκολευόμουνα πολύ να βλέπω το δρόμο. Όλα μου φαινόντουσαν ένα χρώμα και δεν ξεχώριζα καθόλου τα σημάδια του δρόμου.

Έστριψα από το πίσω μέρος του βουνού και ξαφνικά τυφλώθηκα από τον ήλιο που έπεφτε μπροστά στα μάτια μου. Σ’ αυτό το σημείο ο ουρανός ήταν καθαρός. Όλα τα συννεφα τα κράταγε η κορυφή του βουνού και ακριβώς από πίσω ήταν άλλος καιρός. Τα πάντα χιονισμένα παγωμένα αλλά φωτεινά και λαμπερα. Αμέσως έφτιαξε ακόμα περισσότερο η διάθεσή μου, κι έβαλα το ραδιόφωνο στα FM,προσπαθώντας να συντονιστώ  στο τοπικό σταθμό του Vanvikan. Ένας dj έκανε αφιερώσεις, μιλούσε με κατοίκους της ευρύτερης περιοχής και έπαιζε εκλεκτή μουσική, προσθέτοντας συντροφιά στη μοναξιά των ανθρώπων.

Σε λίγο βρισκόμουν στη μεγάλη ίσια κατηφόρα, μετά από μια μεγάλη αριστερή στροφή του δρόμου, που οδηγούσε στο Vanvikan. Τώρα η παραθαλάσσια αμφιθεατρική πόλη φάνταζε με τα αραιά σπίτια της εδώ κι εκεί, από ψηλά καθώς κατηφόριζα με το αυτοκίνητο, καλυμένη με το αστραφτερό κατάλευκο χιόνι, ενώ από μακριά έβλεπα το ταχύπλοο σκάφος που ερχόταν από απέναντι από  το σκοτεινό νεφοσκεπασμένο, θολό από τη χιονοθύελλα, Trondheim. Σταμάτησα στη μέση του κεντρικού δρόμου μπροστά από το Σούπερ Μάρκετ, για να περάσει μια μαμά που τραβούσε σε ένα μικρό έλκυθρο το αγοράκι της. Μετά πλησίασα στο λιμάνι, παρκάρισα στο μεγάλο και άνετο ανοιχτό πάρκινγκ, βγήκα από το αυτοκίνητο, έβαλα το μπουφάν μου, κάλυψα με τη κουκούλα το κεφάλι μου και άναψα ένα τσιγάρο…Το κάπνισα με νοσταλγία και ευχαρίστηση. Νοσταλγία γιατί έβλεπα το πλοιάριο να κάνει μανούβρα προσεγγίζοντας τη προβλήτα του λιμανιού και σκεφτόμουνα πόσο καιρό είχα να μπω και να δουλέψω μέσα σ ένα πλοίο…και ευχαρίστηση αφού μπροστά μου απλωνόταν η παγωμένη θάλασσα του φιόρδ του Trondheim , μια θάλασσα μεγάλη που έβρεχε τους φάρους της στις άκραίες και απότομες ακτές και μετά τα νερά της πάγωναν και έκαναν τεράστιους σταλακτήτες, μια θάλασσα με τους γλάρους της και τ’ άλλα θαλασσοπούλια, μια θάλασσα…με τα τόσα μυστικά της. Τα μυστικά που μόνον εμείς οι ναυτικοί γνωρίζουμε καλά…

Είδα τους τρεις επιθεωρητές να αποβιβάζονται και πήγα να τους προϋπαντήσω. Αν τους συνατούσα στη πατρίδα μια χειραψία και ένας τυπικός χαιρετισμός θα ήταν αρκετός. Εδώ όμως τα πράγματα αλλάζουν. Σφιχτές Αγγαλιές, φιλιά, σαν να πρόκειται για στενούς συγγενείς κι ας είμαστε στη πραγματικότητα ξένοι. Όμως εκείνη τη στιγμή, στη λιγοστή γή που πατούσαμε και οι τέσσερεις νοιώσαμε σαν να είχαμε φτιάξει μια μικρή πατρίδα, ένα κομμάτι από την όμορφη και φιλόξενη Ελλάδα μας. Εκείνη τη στιγμή και για όλες τις υπόλοιπες δεν υπήρχαν τα τυπικά, κύριε τάδε ή κύριε δείνα …ο ένας φώναζε τον άλλο με το όνομά του. Από εκείνη τη στιγμή είμαστε ο Γιάννης, ο Μιχάλης, ο Παντελής κι εγώ ο Δημήτρης. Είμαστε τέσσερεις φίλοι.

Φορτώσαμε τις αποσκευές στο πορτ μπαγκάζ, ρίξαμε μια τελευταία ματιά στο λιμάνι και πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Από εδώ τους είπα, ο δρόμος, και έδειξα δεξιά πάει για το Leksvik. Εμείς πάμε αριστερά. Θα ανεβούμε αυτή τη τεράστια ανηφόρα και μετά θα πάμε δεξιά και θα διασχίσουμε το βουνό για να βρεθούμε πίσω από αυτό που βρίσκεται η Rissa και τα ναυπηγεία του Fosen….Οδηγούσα αργά σύμφωνα με τους κανονισμούς…απολαμβάναμε όλοι το τοπίο…

Μετά από ώρα φτάσαμε στη παγωμένη λίμνη vanvikan_norway_P1010988ο ήλιος αχνός, αδύναμος να ζεστάνει τη παγωμένη ατμόσφαιρα, άφηνε το λιγοστό μακρυνό φως του να θυμίζει ότι ακόμα, έστω και για λίγο ήταν μέρα. Σε λίγο θα έπεφτε απότομα η νύχτα. Αλλά αυτή τη στιγμή το χρώμα της παγωμένης λίμνης ήταν ιδανικό για φωτογράφηση. Ο καθένας μας έβγαλε από μια μηχανή…παρκάρισα στην άκρη του δρόμου και βγήκαμε για φωτογραφίες.

Το ραδιόφωνο έπαιζε μια μπαλάντα country που ταίριαζε απόλυτα με το ειδυλιακό τοπίο της λίμνης.

Σύνδεσμός

ETTORE SCOLA – LE BAL

Ο Χορός

Αφιέρωμα στο Μεγάλο Ιταλό Σκηνοθέτη και όλους τους δημιουργούς αυτής της καταπληκτικής ταινίας

Sans parapluie

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 1983, βρίσκομαι στη Μασσαλία.Πήρα ένα ταξί από το λιμάνι και πήγα στη λεωφόρο «Avenue du Prado» για να πάρω κάτι τελωνειακά έγγραφα που ήταν απαραίτητα στο πλοίο για τη μεταφορά μιας κασόνας πολύτιμου φορτίου με χρυσούς αναπτήρες Dupont. Θα σαλπάραμε τη Δευτέρα το βράδυ. Προορισμός τους; Το Dubai.

Είχα τα νεύρα μου γιατί δεν είχα καμία όρεξη να χάσω το κυριακάτικο απόγευμά μου σε δουλειές του πλοίου. Κι όμως η καλοσύνη μου και η αγάπη για τη δουλειά μου, μου έφερε την όρεξη, και έτρεξα να βρω τον Μισέλ, το πράκτορα,  στη διεύθυνση που μου είχε γράψει όταν είχαμε συναντηθεί το περασμένο απόγευμα στο πλοίο. Marseille Avenue du Prado τόσο..δεν θυμάμαι το νούμερο τώρα αλλά θα έλεγα ότι ήταν αρκετά μακρυά ακόμα και με το ταξί αφού τουλάχιστον επί 20 λεπτά ταξίδευα στη τεράστια λεωφόρο χαζεύοντας δεξιά και αριστερά.

Χαιρέτησα ευγενικά το ταξιτζή με ένα φωναχτό γεμάτο αυτοπεπείθηση «μερσί», αφού ήμουνα σίγουρος ότι τουλάχιστον το ευχαριστώ το γνωρίζω στα γαλλικά. Άντε το πολύ πολύ νάξερα τότε καμιά 200 λέξεις , όσες είχα μάθει στο  8ο Γυμνάσιο που πήγαινα στη πλατεία Κολιάτσου στην Αθήνα. Έκανα μόνον τη 1η τάξη εκεί το 67. Μετά άλλαξα Γυμνάσιο και αναγκαστικά άλλαξα και γλώσσα.

Θυμαμαι το Βερναδάκη το καθηγητή μου.Πόσο πολύ προσπαθούσε να μας μεταδώσει την ανάγκη να μάθουμε γαλλικά. Πόσο πολύ προσπαθούσε να μας κάνει να αγαπήσουμε τη γλώσσα αυτή….αν δεν είχα αλλάξει σχολείο…ότι έβλεπα γύρω μου θα ήταν κατανοητό για μένα αλλά το σπουδαιότερο…θα μπορούσα να μίλαγα και σε άλλους πολλούς  ανθρώπους.

Έκλεισα τη πόρτα στο ταξί με αρκετή δύναμη, σαν κι αυτή που κατέβαλα για να πω μερσί, και πάνω που ήμουνα έτοιμος να πω ,παρντόν, μια άλλη λέξη που γνώριζα εξίσου καλά, μια ξαφνική αστραπή με αιφνιδίασε και αμέσως μετά μια δυνατή βροντή με μεγάλη διάρκεια μου προξένησε προσωρινή κόφωση και αποσυντόνησε τις σκέψεις μου…

Ανέβηκα στο τρίτο όροφο του κτηρίου με τη βοήθεια κάποιου παλιού εντυπωσιακού ασανσέρ, πήρα τα έγγραφα από τον Μισέλ και βγαίνοντας από τη πολυκατοικία, διαπίστωσα ότι έβρεχε με προοπτική να βρέξει ακόμα περισσότερο…ερχόταν καταιγίδα.

Η ατμόσφαιρα μύριζε βροχή, αυτή τη μυρωδιά που αρέσει σε όλους, βρεγμένα δέντρα, βρεγμένο χώμα, βρεγμένα ρούχα, βρεγμένα μαλιά, βρεγμένη επιδερμίδα…όλα παίρνουν το άρωμα από το ουράνιο νερό που πέφτει πάνω μας σαν αγιασμός.

Δεν είχα πάρει ομπρέλλα μαζί μου. Όταν έφυγα από το πλοίο, ο ήλιος έπεφτε στον καθαρό ορίζοντα , της δύσης και τίποτα δεν προμήνυε ότι θα ακολουθήσει καταιγίδα….χωρίς ομπρέλα περπάταγα από κτήριο σε κτήριο, κάτω από εισόδους κτηρίων, κάτω από μπαλκόνια, αλλά άρχισε να φυσάει και γινόμουνα μούσκεμα…

Χωρίς ομπρέλλα μονολογούσα και υπέφερα που οι σταγόνες της βροχής επέμεναν να με ενοχλούν Sans parapluie… Sans parapluie… ε να που θυμάμαι και καμιά φρασούλα…. Sans parapluie…

Τα πόδια μου έπλεαν στο νερό, οι ώμοι μου είχαν βραχεί για καλά και άρχισα να νοιώθω άσχημα πια. Είχα κολλήσει στο τοίχο ενός κτηρίου με τη πλάτη, όσο πιο κολλητά μπορούσα για να προστετεύομαι από τη βροχή και στεκόμουνα στις μύτες των παπουτσιών μου σαν χορευτής που ήταν έτοιμος να εκτελέσει πιρουέτα. Από πάνω μου ήταν ένα ωραίο μεγάλο οβαλ μπαλκόνι με δυο αγάλματα που το κράταγαν από κάτω σκιφτά με σκέρτσο….έργο τέχνης. Πανέμορφο.

Ενώ ο αέρας πέταγε πάνω μου τη βροχή με μεγάλες σταγόνες σαν ριπές από πυροβόλο όπλο γύρισα το κεφάλι μου δεξιά και η απελπισμένη μου ματιά έπεσε στα μεγάλα φωτεινά γράμματα που όποιος και να τα έβλεπε θα καταλάβαινε αμέσως περί τίνος πρόκειται…CINEMA…τεράστια γράμματα στο γωνιακό κτήριο. Μια μικρή ταμπελίτσα έγραφε Rue docteur Escat. Ήταν ο μικρός κάθετος δρόμος της λεωφόρου που έπρεπε να διασχίσω για να βρεθώ στην είσοδο του κινηματογράφου…PRADO…CINEMAS…

Η ώρα μετά από πέντε λεπτά θα ήταν έξι και το έργο θα άρχιζε στις 18:10…ουφ, πήρα μιαν ανάσα, έβγαλα ένα εισητήριο και χάζεψα στις φωτό του έργου….Ο κόσμος και στην είσοδο και στο φουαγιέ με κοίταζε περίεργα, με το δίκιο τους, αφού ήμουνα σαν βρεγμένη γάτα…και καθώς προχωρούσα άφηνα πίσω μου μικρές λιμνούλες βρόχινου νερού, απορρημένες για τη θέση τους πάνω στο ξύλινο πάτωμα…

Πήρα ένα σάντουίτς και το έφαγα με λαχτάρα…όλη αυτή η περιπέτεια μου είχε ανοίξει την όρεξη, πήρα και ένα μάτσο χαρτοπετσέτες και σκούπισα λίγο το πρόσωπό μου…έπειτα κοίταξα τις αφήσες του έργου…LE BAL…η μπάλα είπα από μέσα μου, ETTORE SCOLA…μα γνωστός,μεγάλος ιταλός σκηνοθέτης, ααα΄ιταλικό θα είναι το έργο…αλλά οι φωτογραφίες έδειχναν ζευγάρια να χορεύουν….και τότε κατάλαβα και διόρθωσα τη συγχισμένη σκέψη μου. LE BAL…Ο ΧΟΡΟΣ…ETTORE SCOLA…πέρσυ το 82 στην Αθήνα ειχα δει τη Ταράτσα…μια δραμματική καταπληκτική ταινία του, ακόμα θυμάμαι τα λόγια του Μαριο που τον υποδυόταν ο Vittorio Gassman σε μια σκηνή που νόμιζα ότι θα πάθει εγκεφαλικό γεματος νεύρο και ένταση τελειώνοντάς την με τη λέξη strongo. Με Ugo Tognazzi, Marcello Mastroianni….συγκλονιστική ταινια.

Τώρα δεν με ένοιαζε τι ταινία θα έβλεπα.Έτσι κι αλλιώς δεν θα καταλάβαινα τίποτα.Με δυσκολία διάβασα στα μικρά γράμματα της αφίσσας ότι η ταινία είναι γαλλο-ιταλο-αλγερινή παραγωγή. Μπήκα στο σινεμά μόνο και μόνο για να γλιτώσω από τη βροχή….

Έτρεξα στη τουαλέτα, και στεγνωσα τα μαλιά μου με τη συσκευή που στεγνώνουν τα χέρια, έβγαλα τις κάλτσες μου, τις έστυψα,έβαλα μπόλικο χαρτί μέσα στα παπούτσια μου και τα στέγνωσα καλά…έπειτα μπήκα στην ζεστή και εντυπωσιακή αίθουσα.

Μεγάλη κινηματογραφική αίθουσα με ωραία καθίσματα…κάθισα μισοβρεγμένος …τα φώτα έσβησαν αργά αργά και το έργο άρχισε…ενώ έξω η καταιγίδα δεν έλεγε να κοπάσει…

Άρχισε η μουσική, πέσαν οι τίτλοι, και περίμενα με αγωνία ν’ αρχίσουν οι διάλογοι…πέρασε ένα λεπτό, πέρασε δεύτερο…και τότε κατάλαβα πως ζω ένα κινηματογραφικό θαύμα….ένα έργο χωρίς μιλιά…ένα δώρο για μένα που δεν ξέρω γαλλικά,αλλά λατρεύω τη Γαλλία και το λαό της, ένα δώρο για τον κόσμο όλο, μια ταινία που κάθε δέκατο του δευτερολέπτου σου δίνει στοιχεία καινούρια από τους χαραχτήρες των ανθρώπων, από την ιστορία της Γαλλίας, σε πάει πενήντα χρόνια πίσω και μετά σε φέρνει σιγά σιγά μέχρι τις μέρες μας…

Μια ιστορία που διαδραματίζεται μέσα σε μια αίθουσα, στην ίδια αίθουσα χορού, στη διάρκεια των τελευταίων 50 χρόνων ιστορίας της Γαλλίας…..από το 30 έως το 80…

Μια ταινία που σου φέρνει το γέλιο στα χείλη απότομα σαν τον ξαφνικό βήχα…δεν το ελέγχεις βγαίνει ακαριαία σαν την εκπυρσοκρότηση ενός όπλου, μια ταινία που συνδέει το κορμί σου με την επιθυμία, πλημυρίζει τη καρδιά σου με το άδικο, με τη συμπόνια,  τη πονηριά, με το πόνο, με τις ψευτικες υποσχέσεις, με τη βαθειά αγάπη, με την απόγνωση.με τη προδωσία.με την εκδίκηση.με τη διεκδίκηση.με τον έρωτα, το πόλεμο, την ειρήνη,το φασισμό, το ρατσισμό, τη τιμή,το πατριωτισμό,την ελευθερία.

Όλα αυτά μέσα σε μια αίθουσα…σαν ένα μονόπρακτο θεατρικό έργο…με τη μαγεία της μουσικής, του χορού και του μάγου σκηνοθέτη που φτιάχνει τους χαρακτήρες πάνω στα ευάλωτα σώματα των εξαίρετων ηθοποιών.

Μια ταινία που δεν μπορείς ούτε να φτερνιστείς και να κλείσεις τα μάτια σου για ένα δευτερόλεπτο….γιατί θα έχεις χάσει πολλά από αυτά που ο μεγάλος σκηνοθέτης θέλει να σου δώσει.

Κάθησε αναπαυτικά. Πάρε βαθειά ανάσα…χαλάρωσε….και πάμε


 

Σύνδεσμός

Navidad en Barcelona

(Χριστούγεννα στη Βαρκελώνη) Πόσο μικρός είναι ο κόσμος….

Βράδυ  Χριστουγέννων και περπατώ με βήμα ταχύ στους παγωμένους από τον κρύο αέρα δρόμους της Βαρκελώνης. Χαζεύω τα χιλιάδες επαναλαμβανόμενα στολίδια της λεωφόρου Gran via de les corts Catalanes, με τα φωτεινά λαμπιόνια , θαυμάζω τα φωταγωγημένα κτήρια.la rambla christmas lights barcelona spain

Αισθάνομαι τα Χριστούγεννα να μου ζεσταίνουν τη καρδιά και ταυτόχρονα να μου παγώνουν τα πόδια περνώντας το κρύο μέσα από τις λεπτές σόλες των παπουτσιών μου.

Περπατώ παρέα με το κασκόλ μου, που πότε μου χτυπάει τον ώμο από τον δυνατό άνεμο, πότε με χαϊδεύει στο  πρόσωπο και πότε μου σφραγίζει τα χείλη σαν ένα ζεστό γιορτινό φιλί, φέρνοντας το άρωμα της κολώνιας μου στη μύτη μου. Αυτό το άρωμα που άρεσε πολύ στη Isabelle από το Πόρτο τότε στη Πορτογαλία, που όταν το φορούσα δεν με άφηνε σε ησυχία καθόλου.  Ένα φιλί που απόψε το επιθυμούσα τόσο, ίσως γι αυτό διάλεξα αυτή τη κολώνια μετά από αρκετή σκέψη και από δισταγμό.Δεν βαριέσαι είπα, μπορεί να μου φέρει γούρι.

Περπατώ και η σκέψη μου ζεσταίνεται ταξιδεύοντας μακριά. Εκεί που τα Χριστούγεννα των παιδικών χρόνων έχουν γραφτεί στις σελίδες του βιβλίου της παραμυθένιας ζωής μου ως μοναδικές γεμάτες ευτυχία και ξεχειλισμένη χαρά.

Περπατώ γρήγορα γιατί έχω ραντεβού στο Hard Rock Café Barcelona, στη πλατεία «Piaca Catalunya», ένα εστιατόριο πάνω από μέτριο προς καλό, που αντέχει όμως στο χρόνο αφού είχα ξαναπάει μια φορά πριν από τους Ολυμπιακούς της Barcelona. Ένα ραντεβού με τον Pedro τον supervisor και τη γυναίκα του, θα φάμε κι έπειτα θα πάμε κάπου για χορό, να κουβεντιάσουμε,να ακούσουμε μουσική, να πούμε ευχές πολλές , να ζήσουμε με χαρά τη βραδιά αυτή των Χριστουγέννων…

images (1)

Έστριψα αριστερά στη Passeing de Gracia θαυμάζοντας όλα τα κτήρια που βρίσκονται στη περιοχή, αλλά μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε η Casa Rocamora και η Casa Pascual δυο κτήρια με παλιά πολυ παλιά  αρχιτεκτονική, από αυτή που η Βαρκελώνη είναι γεμάτη. Στάθηκα κάτω από το φως του δρόμου ένα επίσης αρχιτεχτονικό αριστουργηματικό κατασκεύασμα που άμα έρθεις για πρώτη φορά στη Βαρκελώνη σίγουρα θα βγάλεις φωτογραφία δίπλα από αυτό, φτιαγμένο χειροποίητα από χάλιβα ή σίδερο ή και τα δυό μαζί περίτεχνο καγκελωτό, για να δω την ώρα, και συνέχισα το δρόμο μου για τη πλατεία. Υπάρχουν τόσα πολλά τέτεια φωτιστικά στους δρόμους της Βαρκελώνης…

Έφτασα στη Piaca Catalunya, έριξα μια περιμετρική ματιά και θάμπωσα από τη νυχτερινή λαμπερή όψη της, με τις δύο χαρακτηριστικές υπερυψωμενες φωταγωγημένες φοντάνες, τα αγάλματα με τις γυναικείες ημίγυμνες μορφές και τον κόσμο…παρόλο το κρύο και τον αέρα ο κόσμος ένοιωθε ζεσταμένος από την ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων και βάδιζε αργά ή γρήγορα, βγάζοντας φωτογραφίες, χαιρετώντας ο ένας τον άλλο, με χαμόγελα και ευχές…

Έστριψα δεξιά και προχωρησα για εκατό περίπου μέτρα. Τώρα έβλεπα πια τη φωτεινή πινακίδα του Hard Rock Café που ήταν απέναντι από το δεξί άκρο της μεγάλης πλατείας και σε λίγο θα βρισκόμουνα εκεί. Είχαμε πει με το Pedro να συναντηθούμε στην είσοδο ακριβώς στις 9 και μετά να μπαίναμε για φαγητό. Ήταν εννιά παρά πέντε και ήμουνα χαρούμενος που θα χαρακτηριζόμουνα ως εγγλέζος στο ραντεβούμου, αφού θα έφτανα και δύο λεπτά νωρίτερα.

Και πράγματι φτάσαμε ταυτόχρονα γελάσαμε, χαιρετιστήκαμε, με σύστησε στη γυναίκα του, μια πανέμορφη μελαχρινή σπανιόλα του νότου τη Μaria Vellarroel, με όλο τον αέρα και το μεσογειακό ταπεραμέντο, χαμογελαστή, έχοντας αφήσει το μισό εαυτό της πίσω στο σπίτι των παπούδων που φιλοξενούσαν τα δύο παιδιά της, όπως θα έκανε κάθε ισπανίδα μάνα που αγωνιά υπερβολικά για αυτά.

Ανεβαίναμε τα πέντε,έξι σκαλιά του Hard Rock Café, πρώτη η Maria μετά εγώ και τελευταίος ο Pedro και ξαφνικά ακούσαμε μια δυνατή φωνή …Dimitriiiiii….,που μας έκανε να γυρίσουμε και οι τρεις προς το δρόμο παίρνοντας τη καλύτερη πόζα για φλασάτη φωτογραφία. Η Μαρία στο πάνω σκαλοπάτι ,εγώ στο μεσαίο και ο Πέντρο στο κάτω με την ξαφνική απορία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά μας με αυτή την αναπάντεχη έκπληξη από τη φωνή…τη φωνή της Χέλγκας. Ήταν με τη φίλη της τη Λόρα. Μετά ακούστηκε και η Λόρα να επαναλαμβάνει χαμηλόφωνα..Dimitriii και να αναρωτιέται αν πράγματι ήμουνα εγώ…

Την είχα γνωρίσει τυχαία στο Καλαμίτσι της Χαλκιδικής έναν Σεπτέμβρη, όταν ήμουνα 18 χρονών. Κάναμε camping με το φίλο μου το Γάκη που ήταν από την Ιερισσό και σε κάποιο περίπατο με τη μηχανή, μείναμε από βενζίνη. Εγώ ανέλαβα να πάω στο βενζινάδικο ποδαράτο…και κάποια στιγμή είδα να έρχεται από μακρυά ένα σιέλ desevo. Έκανα οτοστόπ. Σταμάτησε και με πήρε μέχρι το βενζινάδικο.

Οδηγούσε η Helga, μαζί της ήταν και μια φίλη της η Lora. Ερχόντουσαν από τη Κωνσταντινούπολη και θα καθόντουσαν λίγες μέρες στην ελλάδα. Γνωριστήκαμε, με πήγε πίσω στη μηχανή με ένα μπετονάκι βενζίνη.Η Λόρα έκανε σαν τρελλή όταν γνώρισε τον Γάκη. Μετά μας ακολούθησαν μέχρι το camping. Αυτό ήταν εκεί γνωριστήκαμε για καλά. Περάσαμε μέρες αξέχαστες στο Καλαμίτσι. Μέχρι που έπιασε μια δυνατή φθινοπωρινή μπόρα. Καταιγίδα καταστροφική. Το πρωί όταν ξημέρωσε είδαμε το τόπο να έχει αλλάξει, παντού μέσα στο καμπινγ μπάζα και σκουπίδια και βρωμιά. Κατεστραμμένα τροχόσπιτα, παρασυρμένες σκισμένες σκηνές…Φύγαμε ο Γάκης κι εγώ για Αθήνα, Η Χέλγκα και η Λόρα για Γερμανία…

Τη συνάντησα ξανά τυχαία στη Βρέμη στη Γερμανία μετά από 6 χρόνια, σε ένα καζίνο. Παίζαμε κουλοχέριδες δίπλα δίπλα, και ξαφνικά άκουσα να με φωνάζει Dimitriiii….Κάτσαμε τρεις μέρες τότε μαζί…περάσαμε τρία ολόκληρα αξέχαστα μερόνυχτα στο σπίτι της στη Βρέμη…

Όλα αυτά λέγαμε και εξηγούσαμε στο Pedro και τη Maria απολαμβάνοντας με όρεξη συγχρόνως τα νόστιμα φαγητά με τις Χριστουγεννιάτικες σπεσιαλιτέ του Hard Rock Cafe…Η Λόρα με ρώταγε για τον Γάκη. Έχω να τον δω από τότε…της είπα…από τότε που είμαστε 18ρηδες…βλέπεις εγώ μετά πήγα φαντάρος, έπειτα έφυγα στα βαπόρια, εκείνος πήγε στην Ιερισσό για δουλειά στο καρνάγιο του θείου του. Έκτοκτε χαθήκαμε.

Η Χέλγκα δεν πίστευε για όλα όσα είχαν συμβεί…Δεν πίστευα κι εγώ…Δεν πίστευε κανείς από τη παρέα παρόλο που είμαστε όλοι μαζί…Ήταν τόσο σπάνια σύμπτωση μέσα σε μια τεράτια πόλη να…Πόσο μικρός είναι ο κόσμος, ξεστόμισα στα ελληνικά και μετά προσπάθησα να τους το εξηγήσω… Pequeño es el mundo… Wie klein ist die Welt…

How little is the world!!! είπαμε όλοι με μια φωνή στη γλώσσα που μιλάγαμε…τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας με το γλυκόπιοτο κρασί των Χριστουγέννων, ευχηθήκαμε Feliz Navidad τα επαναλάβαμε σε όλες τις γλώσσες και φύγαμε για κάποιο κλαμπ που είχε αποφασίσει να πάμε,ο Pedro.

Βγήκαμε στο κρύο. Ο αέρας είχε δυναμώσει. Βοριάς φρέσκος παγωμένος φερμένος από τη Σιέρρα Νεβάδα…Την ολόλευκη Οροσειρά της Ανδαλουσίας και ίσως και από πιο μακριά από τα πυρηναία όρη.Ο Pedro αγκάλιασε τη γυναίκα του, εγώ αγκάλιασα με το ένα χέρι τη Helga και με το άλλο τη Lora…Lucky Man φώναζε ο Pedro και γελάγαμε δυνατά όλοι.

Μπήκαμε σε ένα ταξί. Στο κλαμπ Magic έσκυψε στο παράθυρο ο Pedro και είπε στο ταξιτζή. Στη περιοχή Santa Caterina. Ο Pedro και η Μaria θα ερχόντουσαν με το δικό τους ΙΧ.

Το ταξί άρχισε να ανηφορίζει σε κάποια ποιο ψηλά μέρη της πόλης. Μικρές νυφαδες χιονιού άρχισαν να πέφτουν απαλά. Είπα στη Χέλγκα να κοιτάξει έξω το χιόνι που ολοένα δυνάμωνε…

Σε λίγα λεπτά, διασκεδάζαμε όλοι μαζί μέσα στο magic club. Γελάγαμε και τραγουδάγαμε χαρούμενοι για τη εξέλιξη της βραδιάς. Lucky Man μου φώναζαν…και τραγουδήσαμε το τραγούδι των Χριστουγέννων…Feliz Navidad!!! Feliz Navidad!!! Merry Christmas!! Merry Christmas to all of you!!!!

Κάθησα τρεις μέρες στη Βαρκελώνη…Πέρασα τρία φανταστικά μερόνυχτα με τη Χέλγκα στο Room Mate Pau Hotel.Κάποια στιγμή όπως είμαστε ξαπλωμένοι και με χάϊδευε στα μαλιά ανακάλυψε μερικές άσπρες τριχες στους κροτάφους μου…Πόσο χρονών είσαι με ρώτησε; 38 της είπα και εκείνη απόρησε…Πως περάσανε τόσα χρόνια μου ψυθίρισε…τότε στη Χαλκιδική ήσουνα μόλις 18…τότε είμαστε 18.

Από τότε μέχρι και σήμερα δεν έτυχε να ξανασυνατήσω τη Χέλγκα.

Σήμερα άνοιξα τη ντουλάπα και έβγαλα το κασκόλ μου.Βρήκα και τη κολώνια κείνη που έβαζα τότε όταν ήμουνα στο Πόρτο…τα έχω έτοιμα για το βράδυ των Χριστουγέννων…Θέλω να κάνει κρύο…κρύο πολύ να περπατώ μέσα στους στολισμένους χιλιοφώτιστους δρόμους της Αθήνας και να μιλάω με το κασκόλ μου. Θέλω τα Χριστούγεννα να μου ζεσταίνουν τη καρδιά και να μου παγώνουν τα πόδια.αφού η παγωνιά θα διαπερνά.μέσα από τις λεπτές σόλες των παπουτσιών μου.