Σύνδεσμός

Οι αντίκες9764976

 

Τα φώτα στο σαλόνι έσβησαν αργά, αργά. Ένας μικρός προβολέας φώτισε τοπικά μέσα στο σκοτάδι, το ρολόι του τοίχου. Αυτό κτύπησε οκτώ φορές με δυσκολία.

Νταν, νταν, νταν, νταν… νταν, νταν, νταν……. νταν…  Ήθελε κούρδισμα.

ένα παλιό ρολόι εκκρεμές…του 1860, με  αλυσίδες από μπρούτζο για το κούρδισα και δυο ξύλινα κουκουνάρια στις άκρες διακοσμητικά,που κρεμόντουσαν στον υπόλοιπο τοίχο και άφηναν  τις σκιές τους,  σαν σε πανί οθόνης κινηματογράφου από ένα έρημο δάσος…

Μια σεισμική δόνηση έκανε όλα τα αντικείμενα να τρίζουν για μερικά δευτερόλεπτα.ένα κινέζικο βάζο από πολύτιμη πορσελάνη με μπλε σχέδια πάνω στη κατάλευκη υπόλοιπη επιφάνεια, που βρισκόταν στην άκρη της χαμηλής ροτόντας δεν άντεξε στους κραδασμούς του παλιού έπιπλου. Έπεσε στο ξύλινο πάτωμα με πάταγο και τα κομάτια της ακριβής πορσελάνης διασκορπίστηκαν σε απόσταση παντού. Άλλα μεγάλα άλλα μικρότερα και άλλα θρύψαλα… Ο φόβος από την αναπάντεχη δόνηση,απλώθηκε στο πρόσωπο του Ιβάν, καθώς το φως του προβολέα εστίασε πάνω του και το φώτισε.

«Οι θεατές πάγωσαν»…

το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ρυτίδες που σκίαζαν όπως τα σκαλίσματα των γυαλισμένων παλιών ξύλινων επίπλων… αντίκες με άγνωστο παρελθόν… αγορασμένες από πάμπλουτους που ξαφνικά πούλησαν τις περιουσίες τους για να σώσουν κάτι από τα ξαφνικά ναυάγια της ζωής τους, τοποθετημένες από τον Ιβάν, μία μία στο σαλόνι , από χρόνια…

Στα χέρια του, ο Ιβάν, κρατούσε ένα φλυτζάνι με τσάι. Ο φόβος έκανε το χέρι του να τρέμει και ο ήχος της πορσελάνης από το μικρό πιάτο που ακροχτυπούσε ρυθμικά σαν τους άτονους χτύπους της καρδιάς του ακουγόταν μέσα στην υπόλοιπη ησυχία…

ντικλ, ντι, ντιλ, ντίλι, ντικ, τικ, ντλικ….

Καλή πορσελάνη,ιαπωνίας, ακριβό χειροποίητο σερβίτσιο, κόκκινα σχέδια πάνω στο λευκό και γύρω γύρω χρυσό τελείωμα στα χείλη του φλυτζανιού και στη περιφέρεια του πιάτου καθώς το φως του προβολέα διάβαζε κάθε λεπτομέρεια με θεατρική διάθεση..…

το τσάι έγραφε κύκλους μέσα στο φλυτζάνι από το ξαφνικό τρέμουλο που προκάλεσε ο σεισμός, σαν το νερό της λίμνης που δέχτηκε βότσαλο από ψηλά… τα γέρικα χέρια του Ιβάν πειραγμένα από τα χρόνια, κρατούσαν με ρίσκο το σερβίτσιο…

πρώτα χύθηκε το τσάι… έπειτα έπεσε το φλυτζάνι και μετά από λίγο το πιάτο. Όλα έσπασαν πάνω στο γυαλισμένο από παρκετίνη, ξύλινο πάτωμα… Η σκουρόχρωμη ρόμπα του Ιβάν μούσκεψε και τα μεταξωτά πολύχρωμα κορδόνια της με τις φούντες στις άκρες έσταζαν τσάϊ .

Μια δεύτερη δόνηση πιο δυνατή από τη πρώτη ήταν αιτία και άνοιξε ένας φεγγίτης από το ψηλότερο μέρος του δωματίου…. Το πρόσωπο του Ιβάν φωτίστηκε ακόμα περισσότερο από το προβολέα…Τα μάτια του άνοιξαν από φόβο. Στεγνά, στρογγυλά, ορθάνοιχτα και με το στόμα άλαλο χωρίς ανάσα πλέον, αφήνοντας το τρόμο να εκφράζεται σταδιακά σε κάθε πτυχή του προσώπου του. Το στόμα του ανοιχτό με την απορία ζωγραφισμένη στα χείλη… μια απορία ίδια μ’ αυτή που ο άνθρωπος, στο τέλος του ψυχορραγεί…

Μια σκιά πίσω από το φως του προβολέα προχώρησε αθόρυβα μέσα στο βάθος του δωματίου. Η σκηνή χρειάζεται σκηνοθέτη…

Ύστερα ένας άνεμος φύσηξε. Ο αέρας που έμπαινε από το φεγγίτη έκανε την ατμόσφαιρα παγερή…Ο Ιβάν προσπάθησε να σηκωθεί… Η βελούδινη πολυθρόνα που καθόταν ήταν βαθειά και κατέβαλε μεγάλη δύναμη για να ξεφύγει από αυτή και να μπορέσει να σταθεί όρθιος….Περίμενε σ’ αυτή τη θέση ακίνητος, να πάρει μιαν ανάσα…ύστερα έβγαλε τις παντόφλες του και προχώρησε με τα γυμνά ευαίσθητα πέλματα των ποδιών του,πάνω στο γυαλιστερό πάτωμα με τα σπασμένα απομεινάρια της πορσελάνης.Έφτασε έως τη τραπεζαρία.

Πατημασιές από τσάϊ, σπασμένη πορσελάνη και αίμα δημιουργούσαν τη γκραβούρα του δικού του ρέκβιεμ λες από χέρια έμπειρου και άξιου χαράκτη…Κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο ο Ιβάν.Ακούμπησε πρώτα τη τρεμάμενη χλωμή παλάμη του πάνω στο ξύλινο πολύτιμο σερβάν…έπειτα σωριάστηκε στο πάτωμα….

Ο παγωμένος αέρας συνέχισε να φυσάει μέχρι που στέγνωνε το νεκρό κορμί του Ιβάν, από τα υγρά της ζωής, που ήταν πεσμένο άβολα και στριμωχτά  ανάμεσα στα πόδια των καλοφτιαγμένων παλαιών πολύτιμων επίπλων…..

το αίμα στέγνωσε, ξεράθηκε και θάμπωσε, ενώ ο λούστρος εξακολουθούσε να γυαλίζει με το φως του προβολέα πάνω στα ξύλινα σκαλιστά μέρη των επίπλων.

Μια σκιά στο βάθος, πέρα από το φως του προβολέα έφυγε και χάθηκε. Ο σκηνοθέτης δεν χρειάζεται πια.

Το παλιό ξεκούρδιστο ρολόι του τοίχου κτύπησε με απροθυμία, μια φορά και σταμάτησε….

Νταν…

«Dimitris Manousakis»

(Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο: google-εικόνες- παλιό ρολόι)

Advertisements