Αλλάζω Συχνότητα

 

radioastronΜε χάνεις. Αλλάζω συχνότητα.

Ω ναι. Ακριβή η ζωή καθώς ακροβατεί στην αμφίβολη σχέση.

Ω όχι. Μια νοσταλγία παρεμβαίνει σαν ηχητικό παράσιτο. Ξεχασμένη συχνότητα επικοινωνίας. Κρύφτηκε ο Ερμής στο στερέωμα και κάπου σε χάνω.

Ω ναι. Η βροχή ξεπλένει κάθε τι παλιό. Παρασύρει όλα αυτά που δεν πρέπει να θυμάμαι.

Ω όχι. Πάλι στο ανάκλιντρο της χαλάρωσης ξαπλωμένος να διηγούμαι στο κενό.

Ω ναι. Το αποτέλεσμα της ύπνωσης, η σχέση. Αποβολή κάθε σημείου του παρελθόντος.

Σύγχρονε άνθρωπε. Το άπειρο δεν έχει μυστικά. Μη πιστεύεις στα τρικ των οφθαλμών σου. Η πίσω μεριά του φεγγαριού είναι πασίγνωστη. Μια σκιά είναι μόνο σαν κι αυτές τις αμέτρητες που διασχίζεις κάθε λεπτό στο δρόμο σου.

Τι ρίσκο μπορεί να έχει ένα νέο ταξίδι;

Σχέση κόκκινη που ξεπηδά από τα σχήματα της ίριδας των ματιών σου. Σάλτσα τομάτα στα χείλη που στάζει απ’ το αγαπημένο μου σάντουιτς. Επιταγή «εμού του ιδίου» εδώ κι εκεί και δείκτης ανοδικός χρηματιστηρίου. Αξία που διαμορφώνεται από την ανάγκη. Ότι παλιό σκίζεται και πετιέται σε κάποιο καλάθι.

Ακολουθείς τις επιφάνειες σαν τα βραχέα κύματα που μεταφέρουν την ύπαρξή σου στις χαράδρες. Δεν βλέπω τις δημοσκοπήσεις. Δεν ακούω τις αναλύσεις.

Η εξουσία με όψη “vintage”, ξεθωριασμένη, δηλητηριάζεται σε θάλαμο αερίων σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τη μαγνητίζουν οι ψυχές των αδικοχαμένων του περασμένου αιώνα. Πολιτικές της ασφυξίας, του θανάτου χωρίς αλήθεια.

Είμαι χαμένος στις πτυχές κάποιου πλανήτη. Σε ακούω με δυσκολία. Έχω φύγει μακριά. Σε χάνω…  Αλλοδαπός χωρίς επιστροφή. Μια πηγή νερού με βοηθάει και ζω.Είμαι καλά. Αυτό που ψάχνω κάπου θα το βρω….

Αλλάζω συχνότητα.

Απολαύστε τον 

John Lennon – Double Fantasy – 05 – I’m Losing You

Advertisements

Φράουλα Ζωή

 images (22)

Η ζωή είναι σαν το Λούνα Παρκ είπε ο Παύλος. Διαλέγεις το ρίσκο κι ανεβαίνεις στη «κούνια» που διάλεξες και ή γελάς και χαίρεσαι και φωνάζεις ή γεύεσαι το τρόμο μη μπορώντας να βγάλεις φωνή. Το πλήθος σε απομονώνει. Τι είσαι μέσα στους πολλούς. Ένα εισιτήριο. Μετά παίρνεις ένα δρόμο κι απομακρύνεσαι τσαλακωμένος στης μοναξιάς τις άγνωστες πορείες. Κι εκεί νιώθεις μεγάλος, ένας, μοναδικός. Είσαι εσύ όπως θα ήθελες να είσαι. Είσαι μια ολόκληρη ιστορία.

Κασκόλ και γάντια αταίριαστα στα χρώματα η ζωή μου. Τυχαία, αρπαχτά μέσα απ’ το συρτάρι στο πρώτο κρύο. Απρόσεκτα, βιαστικά φορεμένα παπούτσια που δεν αντέχουν στη βροχή, σαν τη φλόγα του κεριού στον άνεμο.

Άμμος θαλασσινή, ψιλή στεγνή κι ανάλαφρη, τη φύσηξε ο αέρας και τη σώριασε, την έκανε λόφο που μου κρύβει τη θέα της θάλασσας. Ούτε το άλμπουρο απ’ το σκάφος που πλέει γιαλό γιαλό δεν αντικρύζω.

Το σύννεφο σκεπάζει τα ξεθωριασμένα όνειρα, τα ανείπωτα, ποτέ και πουθενά, λες και η μάγισσα του μπαρ που είδε τη παλάμη μου μια νύχτα στο Λονδίνο, ήξερε τι μου έλεγε.

__ «Και το πρωί μη πεις, τι σε βασάνιζε το βράδυ, την ώρα που το σεντόνι με μανία τυλιγόταν δίπλα απ’ τα όνειρά σου, αν θες το όνειρο να μείνει όνειρο».

__Μήπως προφήτευε με τη ματιά τα χνάρια της ζωής μου αληθινά; Πόσο πιο πολύ, να μου το πει, ευγενικά…

Ζάρια παιγμένα, μόνο μια ριξιά με ρίσκο το άγνωστο που θ’ ακολουθήσει.

Στη νύχτα, η μέρα ανοίγει τη πόρτα και ο κάβος όταν λύσει το πλοίο χάνεται στο πέλαγο. Τι νάναι πια τόσο σημαντικό, σημαδιακό, κακό απ’ το αυτονόητο.

Η ζωή μου στην άκρη της ράμπας περπατά σαν το παιδί που παίζει στην άκρη του πεζοδρομίου. Απέχει λίγο και τυχαία από το κίνδυνο.

Ποδήλατο χωρίς φρένα σε απότομο κατήφορο κι αφήνομαι η ταχύτητα να με παρασύρει από λατρεία στου ανέμου τη γεύση πάνω στα υγρά χείλη που προσπαθεί να τα στεγνώσει…

Μια φωτογραφία στην όχθη του ποταμού. Εκεί που ο Τάμεσης χωρίζει τη πόλη, για να θυμάμαι πόσο μακριά είναι η μια γέφυρα από την άλλη… όταν θελήσεις να περάσεις απέναντι.

Τώρα η βροχή τη νύχτα ακούγεται και συντροφεύει τον ύπνο μου σαν ένα τραγούδι αγαπημένο που δεν το άκουσα ποτέ σε μια ζωντανή συναυλία σε ένα φεστιβάλ πίνοντας κρασί ανάμεσα σε κόσμο, πολύ.

Αταίριαστα τα υφάσματα που έστρωσα στο δικό μου τοπίο, σαν μπερδεμένες εποχές, αφού ο νους στο πέλαγο παλεύει με το σουέλ του καυτού ινδικού και το παράθυρο μπροστά μου όρθιος καθώς στέκομαι  κοιτάει το δάσος με τα έλατα και τα λιγοστά ελάφια.

Βαρκούλα η σκέψη μου από σκαλισμένη φλούδα πεύκου που περίτεχνα την έφτιαξα σε μια στιγμή κενή, στο σκαλί της εξώπορτας. Πλέει, στο άγιο νερό της μικρής λίμνης που απ’ τη βροχή μαζεύεται και υπάρχει, τη σπρώχνω ελαφρά κι αυτή απομακρύνεται αργά αργά σ’ ένα ταξίδι που ψάχνει να σε βρει…

Α! βρόχινο νερό και δάκρυ. Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει ποιο είναι ποιο; Χείμαρος, λίμνη, θάλασσα… διψάω και πίνω το νερό μέσα από κρυστάλινο ποτήρι. Καθώς αδειάζει λαχανιάζω και η ανάσα μου θολώνει το κρύσταλλο. Απρόσεκτη ζωή σαν την ακτή που τη χτυπάει η μανιασμένη θάλασσα.

Τρέμει το βλέφαρο στο ένα μάτι, πάλεται σαν το φτερούγισμα ένός οιωνού. Μήπως η μάγισσα σε κάποιο μπαρ στο Λονδίνο, με σκέφτεται και η σκέψη της την έκανε και είπε κάτι μαγικό;

Μήπως με ένα ραβδί από αυτά τα μαγικά αγγίξει την ιστορία μου ξανά, κάνει τα απρόσεκτα προσεκτικά… μήπως ταιριάξει τα αταίριαστα…. Μπα, μια λίρα πλήρωσα κι αγόρασα τα μαγικά της λόγια. Πού να θυμάται τι πούλησε σε ποιον, εκείνη τη μακρινή νύχτα.

Πόσο απόκοσμος ο σταθμός μετά το σφύριγμα του τελευταίου τρένου. Με κοίταγε ο μηχανοδηγός που δεν το πρόλαβα την ώρα που έφευγε για το Μπένφλιτ… και διάβασα τη σκέψη του την ώρα που με έβλεπε να μένω μόνος, σε ένα έρημο σταθμό, σε μια πόλη που μετά το τελευταίο τρένο γίνεται άγρια σαν σκιά του ονείρου. «άμοιρε άνθρωπε. Θα μετράς τα φώτα της πόλης αυτή τη νύχτα. Θα βλέπεις στους τοίχους των κτιρίων, τις σκιές από τα χνώτα των αστέγων να ανεβαίνουν και να χάνονται στο παγωμένο ουρανό».

Τις είδα τις σκιές. Έμοιαζαν με προσευχές. Μα ήταν πόνος.

Σκουπίδι στο μάρμαρο που ξέφυγε απ τη σκούπα….

Στάχτη το χρώμα του ουρανού. Το καλοκαίρι αργεί. Όσο ο καπνός γράφει μηνύματα κι όσο τα σύννεφα μοιάζουν με κύματα θα αφήνω το χιόνι να καλύπτει τη σκέψη μου. Θαμένος σπόρος, σβησμένες αναμνήσεις, φωτογραφίες σε σκονισμένο άλμπουμ. Η λησμονιά σαν μαύρη αρρώστια που τρώει τα σωθικά μα επιβάλλεται. Λευκό το χιόνι σκεπάζει τη ζωή προσεκτικά. Κάνει να φαίνονται όλα ταιριαστά.

Αταίριαστα γάντια, λυμένο το κασκόλ κι απόψε τα χέρια παγωμένα δεν τα ζεσταίνει μόνο μια ανάσα…

Απρόσεκτα, παπούτσια φορεμένα βιαστικά που δεν ταιριάζουν με την υγρή νύχτα. Πόδια βρεγμένα. Μια ζωή που ποτέ δεν έτυχε να τη σκεπάσω με μια αγκαλιά.

Το μεγάλο γνωστό ρολόι χτύπησε δώδεκα φορές. Της νύχτας ο ήχος δυνατός να σ’ ενοχλεί στης ησυχίας τη βολή. Μετά τίποτα. Ένας χρόνος τέλειωσε, κι έσβησε και χάθηκε. Όπως χάνεται κάθε λεπτό, κάθε δεκάλεπτο και σβήνει σαν το πεταμένο τσιγάρο που πάνω του κουβαλάει το DNA μου. Παντού η ζωή μου σκόρπια αποτσίγαρα που κάηκαν από την ιλιγγιώδη ταχύτητα των δεικτών του ρολογιού.

Λάσπη στου κύκνου τα φτερά. Κι ύστερα ένα τίναγμα και τίποτα…

Δυο σταγόνες αίμα σταγμένες σε λευκό πουκάμισο.Αταίριαστα στίγματα Το δάγκωμα της φράουλας θέλει προσοχή.

Φράουλα ζωή. Απρόσεκτα σε ζω

«Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο»