Σύνδεσμός

The whisper of love in Tsiflikoudia – Le murmure de l’ amour en Tsiflikoudialimassol

Ψίθυρος του έρωτα στα Τσιφλικούδια   

Ο Νοτιάς αβάσταχτος εκείνο το πρωί. Ανακάτευε τα μαλλιά μου με μανία. Το σκάφος, ένα γιώτ για πούλημα το «blue pearl», ήταν δεμένο στη μαρίνα και το σκαμπανέβαζαν πότε πάνω, πότε κάτω τα κύματα του ανοιχτού πέλαγου που χτύπαγαν στο κυματοθραύστη και αδύναμα πλέον, λαθραία έμπαιναν από τη πέτρινη κυκλική είσοδο του παλιού λιμανιού. Ο ουρανός αγκάλιαζε όλη τη πόλη με τη ζεστασιά του Νότου. Αγκάλιαζε όλη τη Λεμεσό.

Εγώ εκεί, μόνος, περίμενα τον αγοραστή.st-raphael-marina-limassol-cyprus-new-1.jpg Ένας επιχειρηματίας Κύπριος θα ερχόταν να το έβλεπε και εάν του άρεσε θα το αγόραζε. Η τιμή ειχε συμφωνηθεί με τον ιδιοκτήτη του. Τον Γάλλο βιομήχανο Alois Leclercq. Ένα μεγάλο φάκελο είχα στα χέρια μου που έγραφε Christoforos Aggelou. Εάν όλα πήγαιναν καλά θα έπρεπε να τον παραδώσω στα χέρια του Κύπριου επιχειρηματία και θα έφευγα με το πρώτο αεροπλάνο για Μασσαλία. Και μετά ποιος ξέρει που; Όμορφη δουλειά. Μου άρεσε πάντα αυτό το άγνωστο. Σήμερα εδώ και αύριο μπορεί χιλιάδες μίλια μακριά, πάλι σε κάποια μαρίνα να περιμένω έναν αγοραστή για να του παραδώσω έναν φάκελο. Βέβαια ο φάκελος αυτός ήταν γεμάτος από πάμπολα χαρτιά που για την έκδοσή τους είχα καταθέσει κάποιες ατέλειωτες ώρες δουλειάς, είχα τρέξει σε επιθεωρήσεις και νηογνώμονες για να πάρω κάποια πιστοποιητικά και είχα εξαντλήσει μέχρι αηδίας το φιλότιμό μου ξενυχτώντας μέχρι την ανατολή του ήλιου για να κάνω διορθώσεις σε όλα τα ναυτιλικά έγγραφα για όσο καιρό που το σκάφος δεν είχε κυβερνήτη.

Ο αγοραστής θα ερχόταν το επόμενο πρωϊ στις 11. Είχα μια ολόκληρη μέρα να περάσω γυρνώντας στη πόλη. Επιθυμούσα τόσο ένα γεύμα σε ένα καλό εστιατόριο, αλλά πάλι σκεφτόμουνα πως μόνος μου όπως ήμουνα θα ήταν άχαρο να γευματίζω σε ένα καλο ρεστωράν μετρώντας τα φώτα στο ταβάνι και ρίχνοτνας ματιές στα άδεια τραπέζια και στις κουρτίνες. Πως μπορείς να πιεις ένα ποτήρι κρασί μόνος χωρίς να το τσουγκρίσεις με τη παρέα σου, χωρίς να αφήσεις τη ματιά σου να ταξιδέψει μέσα στα μάτια της συντροφιάς σου.

Άλλη μια φορά το είχα κάνει και το μετάνιωσα. Μπορεί να θαύμασα τα πρωτότυπα σερβίτσια και τη τεχνική τοποθέτησή τους πάνω στο τραπέζι. Μπορεί να θαύμασα το σερβίρισμα του λιγοστού φαγητού πάνω στα πελώρια πιάτα που έμοιαζαν με ζωγραφικούς πίνακες κάτι μεταξύ σουρεαλιστικού που σιγά σιγά καθώς το έτρωγα, αναγκαστικά το χαλούσα , το μετέτρεπα σε μοντέρνο, αφαιρετικό, αφηρημένο και στο τέλος το εξαφάνισα και δεν έμεινε τίποτα. Μια τέχνη που τη μάσησα, την έφαγα, τη γεύτηκα, τη κατάπια. Μια τέχνη που χωρίς το ταίρι μου, μου φαινόταν περιτή, ανόητη, αφού τη πείνα μου θα μπορούσα να την σβήσω στην απόμερη καντίνα μιας πλατείας….Όμως άμα απέναντί μου καθόταν η αγάπη μου θα ήταν όλα διαφορετικά. Το χαμόγελό της θα αντανακλούσε στο κρυστάλλινο ποτήρι με το κρασί και εγώ θα το έπινα, τη κάθε μπουκιά του φαγητού θα ακολουθούσε η συνέχεια από τα λόγια της, κι εγώ θα τ’ άκουγα με ενδιαφέρον και θα έχτιζα τις σκέψεις μου πάνω σ’ αυτά. Τα αστραφτερά πηρούνια με τις κινήσεις των χεριών μας θα έστελναν τα βέλη του έρωτα στις καρδιές μας, κι εγώ θα άνοιγα το πουκάμισό μου για να δεχτώ το κάρφωμα πιο γρήγορα, πιο βαθύ, το νόστιμο φαγητό θα χαλάρωνε τα σφιγμένα από την ερωτική επιθυμία στομάχια μας, το κρασί θα μετέφερε αστραπιαία όλες τις κρυφές επιθυμίες στο νου και θα έφερνε τη γλυκιά ζάλη, τη φυσική παραίσθηση του πριν που περιμένει το μετά και τέλος το γλυκό που θα ακολουθούσε, θα μούδιαζε τους ουρανίσκους μας από τη γλυκιά κρεμώδη γεύση  και θα άφηνε τα χείλη και τις ματιές μας να πλημυρίσουν από χαμόγελα και ερωτική παρόρμηση γεμάτη αβάσταχτο πόθο. Θα φεύγαμε γρήγορα για το μετά…2 (1)

Η μέρα κύλαγε, ο ήλιος έγερνε, ο αέρας συνέχιζε να μου ανακατεύει τα μαλλιά, τον άφηνα να μου τα μπερδεύει αφού τόσο μου έλειπε το χάδι της, τον άφηνα να με αγγίζει παρόλο που τον μισούσα. Δεν μου άρεσε αυτό το φύσημά του. Με εκνεύριζε με στεναχωρούσε, ήθελα να κρυφτώ σε ένα απάνεμο μέρος, ήθελα να μπω μέσα στο σκάφος να μη τον ακούω, να μη τον αισθάνομαι. Όμως μου έλειπε τόσο πολύ το χάδι της στα μαλλιά μου. Και ήταν ο μόνος που μπορούσε να μου θυμίσει το άγγιγμά της….συμβιβάστηκα για μια ολόκληρη μέρα, τον άντεξα.

Όλη η πόλη φωτιζόταν ακόμα με τις απογευματινές πλαινές αχτίνες του ήλιου που έπεφταν από τη δύση προς την ανατολή αφήνοντας τις σκιές των ψηλών κτηρίων να μεγαλώνουν ολοένα και  να  περιμένουν να σβήσουν τεράστιες πια, περιμένοντας τη νύχτα που ερχόταν από την ανατολή. Έφυγα από το σκάφος. Περπάταγα δυτικά στη μεγάλη παραλιακή λεωφόρο. Περπάτησα αρκετή ώρα και βρέθηκα σε μια μικρή στρογγυλή πλατεία. Ένα μεγάλο δέντρο υπήρχε στη μέση και γύρω από αυτό η αραιή αριστερόστροφη κίνηση των τροχοφόρων. Έστριψα αριστερά. 15672110Στο βάθος του δρόμου στ’ αριστερά φαινόταν ένα καμπαναριό και στα δεξιά ένας μιναρές. Όταν πλησίασα κοντά στην εκκλησία η πόρτα ήταν ανοιχτή. Ο Άγιος Αντώνιος. Ένα κερί και μια ευχή μακρινή γεμάτη πίστη κι έπειτα η συνέχεια στο δρόμο. Γύρισα και κοίταξα πίσω μου. Είχα απομακρυνθεί πολύ μες στον ίσιο δρόμο. Ένα καμπαναριό και ένας μιναρές φάνταζαν στο βάθος ακόμα με το λιγοστό φως της ημέρας κι η νύχτα μοίραζε στο τόπο το γλυκό σκοτάδι με τους ανατολίτικους σκοπούς και τις μυρωδιές του φρεσκοψημένου κεμπαμπ από κάποιο κοντινό ταβερνείο.

Καραπιπερίμ….Καραπιπερίμ….Καραπιπερίμ…ακουγόταν με ρυθμό, γλυκά μέσα στη ζεστη νύχτα σκανταλίζοντας και τη πιο αθώα ψυχή, φέρνοντας την εικόνα μιας γυναίκας να χορεύει το χορό της κοιλιάς, με τα χιλιοστόλιστα μεταξωτά και τα γεμάτα πούλιες και χάντρες αραχνούφαντα φορέματα…  κι εγώ περπάταγα στην Λεωφόρο Φραγκλίνου Ρούσβελτ. Σπίτια, εργοστάσια, Οινοποιεία, εκλησσίες, τζαμιά, 65707593ταβέρνες, μουσική, ραφιναρίες, καφενεία,όλα μαζί, όλα ανακατωμένα. Όλα τόσο αντίθετα.Κάπου στο βάθος του κόλπου μέσα στην ανοιχτή θάλασσα μια φλόγα έκαιγε, δείχνοντας  το πλούτο που κρύβει τούτη η γη με το πετρέλαιο που αναβλήζει από τα σωθικά της. Από τη μια η φλόγα του πετρέλαιου,  από την άλλη το κρασί και πιο κει το Μουσείο του Νερού. Ένα νερό θεικό, αρχαίο, ιστορικό, που έρχεται από τον Όλυμπο και ρέει άφθονο στις υπόγειες διαδρομές του Δέλτα του ποταμού Γαρύλλη και πριν φτάσει στη θάλασσα το πίνει για να ξεδιψάσει ο όμορφος κόσμος της Λεμεσού.

Μα είναι νύχτα πια, τα μουσεία είναι κλειστά κρατούν καλά φυλαγμένα μέσα τους τις άξιες πράξεις των παλιών, κι εγώ προχωρώ στη Λεωφόρο Φραγκλινου Ρούσβελτ, 21801339ακολουθώ τη μυρωδιά της σεφταλιάς που ψήνεται στα κάρβουνα μιας συνοικιακής καντίνας. Πεινάω. Οι σιελογόνοι αδένες μου απλώνουν το σάλιο σε κάθε σημείο μέσα στο στόμα μου προετοιμάζοντάς το για το πρώτο λαχταριστό δάγκωμα της ζεστής κυπριακής πίτας με τη σεφταλιά να  συνοδεύεται από μαύρο και κόκκινο πιπέρι, από πάμπολα κοματάκια πίκλας, σκεπασμένα με ρευστή καυτερή μουστάρδα. Το πρώτο δάγκωμα, απότομο, δυνατό χωρίς ανάσα, λαχταριστό, το δεύτερο πιο αργό αφήνοντας τη γλώσσα να δοκιμάσει τα πάντα , το τρίτο τελετουργικό απολαμβάνοντας κάθε ίχνος διαφορετικής γεύσης, φωνάζοντας στο ψήστη, άλλη μια σε παρακαλώ, πιάσε και μια παγωμένη μπύρα. Εκεί στα όρθια. Όλα τόσο όμορφα. Ο ένας δίπλα στον άλλο, για τον ίδιο σκοπό. Ένας σκύλος χορτασμένος με βλέπει με παρακολουθεί χωρίς παρεξήγηση, με καταλαβαίνει. Το βλέμμα του είναι σαν να μου μιλάει, σαν να με ρωτάει, τόσο πολύ πεινούσες φίλε; Μετά από λίγο χορτασμένος απολάμβανα τη μπύρα μου. Άναψα ένα τσιγάρο και κοίταξα γύρω μου. Τι κτήριο είναι αυτό ρώτησα τον καντινιέρη φυσώντας το καπνό προς αυτό. Ο Χαρουπόμυλος μου είπε. Μες στο σκοτάδι και με χαμένη τη σκέψη στις γεύσεις της ψημένης σεφταλιάς, ανάμεσα στα λιγοστά φώτα, το Χαρουπόμυλο τον έβλεπα σαν μια μεγάλη εκκλησία.16011525

Μα πριν προλάβω να μάθω περισσότερα, μια λευκή μερσέντες σταμάτησε μπροστά στη καντίνα. Άνοιξε η πίσω πόρτα και κατέβηκε μια γλυκιά κοπέλα. Δεν ήταν όμορφη. Ήταν γλυκιά όμως. Στο χέρι της κρατούσε ένα βιβλίο. Παράγγειλε δυο πίτες και περίμενε να τις πάρει. Τη κοίταζα συνέχεια. Κάποια στιγμή οι ματιές μας συναντήθηκαν. Αυτό ήταν. Η μαγική σκόνη είχε πέσει πάνω μου. Ο έρωτας, μου είχε ψιθυρίσει. Αυτή η ματιά θα είχε συνέχεια. Αυτή η γλυκειά κοπέλα θα αποτελούσε μια μελλοντική ιστορία. Δεν θα ήταν μια στιγμιαία συνάντηση, δεν θα ήταν μια χαμένη ματιά σαν άλλες πολλές. Ή ματιά της μίλησε στη ψυχή μου και η μπουκιά μου στάθηκε στο λαιμό. Ήπια λίγη μπύρα για να συνέλθω, για να μπορέσω να αναπνεύσω και πάλι. Συνέχισα να τη κοιτάζω. Ζήλεψε ο εαυτός μου από τη γλύκα της. Εκείνη αν και έδειχνε αδιάφορη, μου έδινε την εντύπωση πως με σκεφτόταν. Μπορεί τα μάτια της να έβλεπαν πότε στο δρόμο και πότε στη καντίνα, αλλά εγώ ένοιωθα τη ματιά της ψυχής της να με κοιτά κατάματα και να με καλεί κοντά της. Πήρε τις πίτες καλοτυλιγμένες μέσα στο χαρτί, έσφιξε με το μπράτσο της το βιβλίο στο πλευρό της, πλήρωσε κι έφυγε βιαστικά για το αυτοκίνητο. Την ώρα που καθόταν στο πίσω κάθισμα της λευκής μερσέντες, από το χέρι της έπεσε το βιβλίο που κρατούσε στο δρόμο. Η πόρτα έκλεισε και το αυτοκίνητο έφυγε με ταχύτητα πριν προλάβω να αντιδράσω. Πήγα στην άκρη του πεζοδρομίου και πήρα το βιβλίο στα χέρια μου. Χωρίς Κραγιόν, έγραφε..της Μαρίνας Πετροπούλου. Το έσφιξα στα χέρια μου. Το ακούμπησα πάνω στο στήθος μου. Ήταν ένα βιβλίο που διάβαζε….ήταν ένα βιβλίο που δεν το είχε τελειώσει. Περίμενα, έφαγα κι άλλη σεφταλιά, ήπια και άλλη μπύρα. Δεν ήρθε να το ζητήσει. Δεν ξαναπέρασε η λευκή μερσέντες εκείνη τη βραδυά. Είχα το βιβλίο μαζί μου και σκεφτόμουνα ένα τρόπο να ψάξω να τη βρω να της το δώσω.

Ήταν αργά. Καθόμουνα στο δερμάτινο κάθισμα της πρύμης του σκάφους. Έβλεπα τη φωτισμένη πόλη να απλώνεται μέχρι το βάθος της ανατολής. Όσο έφτανε η ματιά. Σκεφτόμουνα τη γλυκιά κοπέλα της λευκής μερσέντες, κάπου μέσα σ’ αυτή την ατέλειωτη πόλη. Σκεφτόμουνα πως απόψε δεν θα είχε να διαβάσει στο κρεββάτι της το βιβλίο της. Το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου. Χωρίς Κραγιόν …ο τίτλος του. Κι εγώ σκεφτόμουνα χωρίς βιβλίο…χωρίς φεγγάρι…χωρίς φως…..χωρίς έρωτα…Με πήρε ο ύπνος και στην αγκαλιά μου κρατούσα σφιχτά, ανοιχτό σαν μια δεύτερη αγκαλιά, το βιβλίο της. Από τα φύλλα του ξεπηδούσε  η μυρωδιά του χαρτιού και μια γεύση από το άρωμά της, που είχε μείνει αχνή πάνω σ’ αυτά. Γρήγορα ήρθε το όνειρο. Γρήγορα ήρθε και το ξημέρωμα.

Ξύπνησα με τις φωνές των γλάρων που ακολουθούσαν λίγα ερασιτεχνικά μικρά ψαράδικα που έφταναν στο παλιό λιμάνι κι έφερναν τα ολόφρεσκα ψάρια στη στεριά για το σπίτι τους. Άφησα το βιβλίο πάνω στο κάθισμα. Μπήκα στη κουζίνα του σκάφους και πήρα ψωμί. Το έκοψα σε πολλά μικρά κοματάκια και έπειτα πήγα στη πλώρη και τάισα τους γλάρους.foto1Πέταγα το ψωμί ψηλά, πολύ ψηλά και πριν προλάβει να πέσει στη θάλασσα κάποιος γλάρος εφορμούσε και το άρπαζε στον αέρα. Οι υπόλοιποι γλάροι έκαναν βόλτες από πάνω μου περιμένοντας ένας ένας τη σειρά τους. Εγώ τους τάϊζα και τους έλεγα την ιστορία μου. Τους έλεγα πως την άλλη μέρα το πρωϊ μια λευκή μερσέντες σταμάτησε μπροστά στο σκάφος. Βγήκε ένας κομψός κύριος και πλησίασε. Έριξε μια ματιά εξωτερικά. Το σκάφος ήταν όπως ακριβώς το ειχε δει στις φωτογραφίες. Μετά μπήκε μέσα και μου συστήθηκε. Χριστόφορος Αγγέλου μου είπε….Μα εμένα η ματιά μου ήταν στη λευκή μερσέντες. Τον παράτησα στη πρύμη, πήρα το βιβλίο κι έτρεξα έξω, πλησίασα το αυτοκίνητο. Καθόταν στο πίσω κάθισμα. Μόλις με είδε άνοιξε το παράθυρο. Μου χαμογέλασε γλυκά. Αυτό το γλυκό χαμόγελο που μου θεράπευσε αμέσως τη πονεμένη μου ψυχή. Της έδωσα το βιβλίο της. Εκείνη άνοιξε τη πόρτα. Βγήκε. Φορούσε ένα δαντελωτό λευκό φόρεμα. Ήταν σαν ένας άγγελος. Ζήλεψε πάλι ο εαυτός μου. Μου έφερε ένα κόμπο στο λαιμό, ένα δισταγμό. Λες και ήθελε πάλι να μη πω κουβέντα. Αλλά αυτή τη φορά…αγαπημένα μου πουλιά…δεν τα κατάφερε. Άρχισα να της μιλάω. Της είπα το σπουδαιότερο. Της είπα ότι την αγαπώ. Ότι τη ποθώ και τη θέλω όχι για μια στιγμή μόνο, ….τη θέλω για πάντα. Ο Χριστόφορος περίμενε εκνευρισμένος στη πρύμη του σκάφους. Βιαζόταν να κλείσει η δουλειά κι εγώ τον είχα αφήσει να περιμένει…Δεν μπορούσε να φανταστεί τότε πως μπαίνοντας πάλι στο Blue Pearl θα του ζήταγα το χέρι της κόρης του. Δεν μπορούσε να φανταστεί τότε πως με το Blue Pearl εγώ και η κόρη του η Αντρη, θα κάναμε τον επόμενο μήνα το γαμήλιο ταξίδι μας. Μια γαμήλια κρουαζιέρα, στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου….Δεν μπορούσε να φανταστεί πως σήμερα θα ήταν όλη μέρα με τα δυό εγγονάκια του και θα τα πήγαινε βόλτες μέσα στη Λεμεσό στους κήπους, στις κούνιες, στις παραλίες….

Φίλιππε,ξύπνα αγάπη μου….άκουσα ελαφρά τη φωνή της Άντρης. Με χάιδεψε στα μαλλιά μου και μου είπε…σε μισή ώρα θα έρθει ο αγοραστής. Πρέπει να σηκωθείς. Ετοιμάστηκα γρήγορα. Πήρα το φάκελο και βγήκα στη πρύμη. Τον άφησα πάνω στο βιδωτό οβάλ ξύλινο τραπέζι. Iosif Isaak έγραφε. Επιχειρηματίας. Το σκάφος “Bright Jade”. Όπως τότε της είπα..τότε που περίμενα μόνος μου σαν αγοραστή το πατέρα σου…images (8)

Αγάπη μου της είπα. Το βράδυ θέλω να πάμε μια βόλτα στα Τσιφλικούδια. Θα ανάψουμε ένα κερί στον Αγιο Αντώνη κι έπειτα θα περπατήσουμε μέχρι το Χαρουπόμυλο. Μα κάπου εκεί μέσα στις γειτονιές, ανάμεσα στα σπίτια και στα οινοποιεία, υπάρχει ένα μοναδικό ταβερνάκι. Εκεί θέλω απόψε να φάμε τους εκλεκτούς  μεζέδες, να πιούμε το καλό ντόπιο κρασί. Και μέσ’ στο κρυστάλλινο ποτήρι να αντανακλά το χαμόγελό σου κι εγώ να το πίνω. Να μου μιλάς κι εγώ να σε ακούω και πάνω στα λόγια σου να χτίζω τις σκέψεις μου και να χάνομαι στο βάθος της ματιάς σου και του έρωτά σου.

Advertisements

Σύνδεσμός

Las siluetas de las almas – Οι σιλουέτες των ψυχών – The silhouettes of souls – Les silhouettes des âmes

12611567

κι αν θες να φύγεις ψυχή μου, πες το μου νωρίς για να προλάβω να σε παω στο φάρο του Ηρακλή.Αυτός θα σου φέξει το δρόμο για τον ωκεανό.Κι αν οι αποσκευές σου είναι βαριές, απ’ όσα έχεις ζήσει εδώ κι έχεις μαζέψει,οι γλάροι και τα άλλα θαλασσοπούλια θα σε βοηθήσουν να πετάξεις.Μόνο το πόνο θ’αφήσεις πίσω σου…Όλα τα άλλα θα τα πάρεις μαζί σου…Όλα….

 

LONDON  1998

Ήταν Σάββατο απόγευμα 28 Νοεμβρίου και μια ομάδα φοιτητών περπάταγε ανάμεσα στα πολύχρωμα δελεαστικά παιχνίδια του μεγάλου λούνα παρκ στο Λονδίνο.

Έτσι βγήκαν για να ξεφύγουν λίγο από τη ρουτίνα, το διάβασμα, να δουν λίγο κόσμο, να μιλήσουν και  να γελάσουν σαν παιδιά, με αυτά που σαν πρόωροι ξενητεμένοι εργένηδες τα αγόρια και σαν ξενητεμένες σπουδάζουσες νύφες τα κορίτσια, βιώνανε στα κρύα παλιά νοικιαζόμενα  κτήρια της πόλης.

Λίγο ποπ κορν στα χάρτινα κυπελάκια, πολλά αστεία και πολλά γέλια. Μα πάρα πολλά γέλια ανακατωμένα με τη μουσική των μεγαφώνων και τις φωνές του κόσμου που ζέσταιναν τη κρύα ατμόσφαιρα εκείνου του απογεύματος.

Ο ουρανός γεμάτος από μικρά σύννεφα σαν τα ανθισμένα βαμβάκια του αγρού, άρχισε να παίρνει τα χρώματα του δειλινού κι αυτά αλλού γίνανε κόκκινα, αλλού σιελ κι αλλού πορτοκαλοκίτρινα. Μα τι όμορφιά είναι αυτή, φώναξαν τα κορίτσια της παρέας δείχνοντας τον ουρανό και με ένα μεγάλο Α!!!  παρατεταμένου, λίγο από πραγματικό θαυμασμό και λίγο από ειρωνία ως προς την γυναικεία ευαισθησία,  ακούστηκε από την ρομαντική αντροπαρέα και ακολούθησε ένα εξαντλητικό ομαδικό γέλιο.

Έβλεπαν τις κούνιες, τις αλυσίδες , τα σφυριά και τις ρόδες  και περπάταγαν ανάμεσα στο μαγεμένο πλήθος του κόσμου. Στο μαγεμένο πλήθος του Λούνα Παρκ.

Πέρασε η ώρα , το έντονο φως του ουρανού έσβησε αργά και τη θέση του πήραν τα φώτα του Λονδίνου. Φώτα παντού, γεμάτα ζωή και χρώμα.

Μα όπου η σκιά απλώνεται μες στα στενά, πίσω από τις μεγάλες λάμπες, πίσω από τις πέτρινες μάντρες και πίσω από τα φωτισμένα αγάλματα των κήπων, στις πλατείες, παραμονεύει το μυστήριο. Ένα μυστήριο τοπικό, Λονδρέζικο, που νοιώθεις πως αναβλήζει κάθε νύχτα μέσα από τα παγωμένα νερά του Τάμεση, σκαρφαλώνει στις πέτρινες όχθες και διοχετεύεται μέσα στη τεράστια πόλη σαν μια μόνιμη νυχτερινή απειλή.  Φαίνεται νάναι κινηματογραφικό ή σαν από θέατρο βγαλμένο, με φωτισμό άσπρο πάνω σε μαύρο βελούδο, φαίνεται τόσο ανθρώπινο μυστήριο…που πλανάται σαν τη σκέψη του συγγραφέα που οσφραίνεται το κακό που αυτός πρόκειται να γράψει.

Ένα τελευταίο ομαδικό γέλιο ακούστηκε από τη παρέα. Κι ύστερα έπεσε σαν δόλωμα η ερώτηση «δεν πάμε για κανένα ποτάκι». Μια ερώτηση που έμοιαζε ρητορική και  ξεστομίστηκε από τα κορίτσια φτάνοντας στην έξοδο του Λούνα Παρκ. Και βέβαια θα πάμε ήταν η απάντηση. Μετά από τέτοια δίψα που είχαν όλοι από τα αλμυρά ποπ κορν, θέλανε να πιουν μπόλικο νερό και μετά, ο καθένας να απολαύσει το ποτό του. Έτσι κι αλλιώς αύριο είναι Κυριακή, είπαν όλοι. Το διάβασμα ξεκινάει μετά τις δύο το απόγευμα, θα κοιμόμαστε όλη μέρα…. Ας ξενυχτίσουμε και λίγο.Συμφώνησαν  και φύγανε για το πλησιέστερο μπαράκι.

Περνώντας τη πύλη της εξόδου του Μεγάλου Λούνα Παρκ, στη δεξιά πλευρά σε ένα τεχνικά  ημισκοτεινό μυστηριακό περιβάλλον υπήρχε στημένο σαν φινάλε της όλης διαδρομής, ένα ηλεκτρικό μηχάνημα που μέσα από τη τζαμένια βιτρίνα του, φάνταζε μια μαντηλοφορεμένη γυναίκα που στα χέρια της κρατούσε τη μαγική γυάλινη σφαίρα και προφήτευε το μέλλον των ανθρώπων. Με μια λίρα υποσχόταν το μηχάνημα πως το μέλλον θα διαγραφόταν με κάθε λεπτομέρεια και θα τυπωνόταν και πάνω σε μια κάρτα,αρκεί να τοποθετούσε ο ενδιαφερόμενος το δεξί του χέρι πάνω  στη σχετική με τη παλάμη ένδειξη.

Από τη παρέα διασπάστηκε ο Κάστωρ. Προχώρησε προς το μηχάνημα, έβλαλε μια μεταλλική λίρα και την έριξε στη μπρούτζινη υποδοχή. Η παρέα κοντοστάθηκε σιωπηλή στην απέναντι πλευρά της πύλης περιμένωντάς τον. Η μαντηλοφορεμένη γυναίκα κινήθηκε άγαρμπα στο λιγοστό χώρο που ήταν κλεισμένη καταναλώνοντας αλόκοτες τάσεις  από ηλεκτρικό ρεύμα, η γυάλινη σφαίρα άναψε με περίεργα χρώματα γαλάζιου και λευκού και μια φωνή που έβγαινε βαρειά μέσα από το κεντρικό ηχείο στο κάτω μέρος της συσκευής ρώτησε δυνατά “What is your name?” Castor..απάντησε ο Κάστωρ με επίσης δυνατή φωνή ενώ η υπόλοιπη παρέα ξεκαρδίστηκε στα γέλοια….τότε έγινε το διάβασμα στη παλάμη του Κάστωρα. Και μετά από δευτερόλεπτα, η όψη της γυναίκας έγινε ανησυχητική, τα μάτια της κοκκίνησαν , το μηχάνημα τραντάχτηκε και μέσα από μια σχισμή της ξύλινης κονσόλας πετάχτηκε μια τυπωμένη καρτέλα με το σχέδιο μιας παλάμης και με ένα κατεβατό ολόκληρο που έγραφε για το μέλλον του Κάστωρα….Μα κάτω κάτω στη κάρτα με κεφαλαία έντονα γράμματα έγραφε CASTOR YOU ARE A FUTURE KILLER. Ο Κάστωρ διάβασε με προσοχή τη κάρτα. Ταράχτηκε με τα τελευταία λόγια. Τα μάτια της γυναίκας στη τζαμένια βιτρίνα ήταν ακόμα κόκκινα. Η ψεύτικη αυτή διεισδυτική ματιά σκοτείνιασε τη διάθεση του Κάστωρα και  χαράχτηκε στη μνήμη του για πάντα…xubeem251a

Προσποιήθηκε στη παρέα του πως η κάρτα έλεγε βλακείες πως τάχα θα παντρευτεί και θα κάνει οχτώ παιδιά και είπε ψέματα πως τη πέταξε, ενώ στη πραγματικότητα την είχε βάλει στην εσωτερική τσέπη του παλτού του. Όμως το μυστήριο μέσα από το Τάμεση είχε βγει, είχε απλωθεί αθόρυβα μες στις σκοτεινές πτυχές της πόλης, είχε φτάσει και είχε χωθεί μες στη σκοτεινή τσέπη του, μες στη σκοτεινή διάθεσή του, μες στο μυαλό του. Το σκοτεινό μυαλό ενός μελλοντικού δολοφόνου.

Μαζί με το μυστήριο ειχε απλωθεί η παγωνιά παντού. Μπήκαν όλοι στο ζεστό γωνιακό  café bar και πιάσανε τρία συνεχόμενα τραπέζια για να βολευτούν. Ο Κάστωρ με τη Σοφία Ο Φαίδων ο συγκάτοικος του Κάστωρα με την Νόρα τη συγκάτοικο της Σοφίας, ο Νίκος με τη Τζουντη την σκοτσέζα από το Salom Voe που συζούσαν και ο Ρίχα (από το Ριχάρδος) με την Ελεάνα που ήταν οι πιο οικονομημένοι της παρέαςκαι μένανε σε ξεχωριστά διαμερίσματα… Νερό φώναξε ο Ρίχα στη σερβιτόρα που ήρθε να πάρει τη παραγγελία. Φέρε μας από ένα μπουκάλι στο καθένα.

Διψάμε σαν άλογα μετά από κούρσα στον ιππόδρομο είπε. Κάνανε και τις επι μέρους ατομικές επιλεκτικές παραγγελίες για τα ποτά τους και άρχισαν τη χαμηλόφωνη φιλική κουβεντούλα. Η Σοφία παρήγγελε καφέ, γύρισε και φίλησε το Κάστωρα. Πλάγιασε πάνω του και τρίφτηκε σαν γάτα που ψάχνει ζεστασιά. Εκείνος τη κοίταξε περίεργα. Μετά κοίταξε όλους από τη παρέα έναν έναν . Σκεφτόταν ποιος θα ήταν το πρώτο του θύμα. Έβγαλε το παλτό του γιατί ζεστάθηκε αρκετά. Μετά έψαξε στις εξωτερικές τσέπες για το μικρό κομπολογάκι του. Μα στη μια τσέπη έπιασε ένα κορδώνι. Το έβγαλε το ξετίλυξε. Ήταν ένα μεταξωτό γερό κορδώνι που χρησίμευε για τη κουκούλα του παλτού . Ήταν αρκετά μεγάλο και το έφερνε βόλτες τυλίγοντας τις παλάμες του, μα άφηνε πάντα μια απόσταση μεταξύ των χεριών του, ικανή για να αιφνιδιάσει με ταχύτητα και να το τυλίξει με τεχνική, ίσως στο τρυφερό λαιμό μιας νεαρής γυναίκας.

Ενώ έπιναν όλοι το ποτό τους ο Κάστωρ έβλεπε τη Σοφία ανέμελη κι ανυποψίαστη να γλύφει το κουταλάκι του καφέ που ανακάτευε επί ώρα μέχρις ότου λειώσει εντελώς η ζάχαρη και σκεφτόταν πως άμα το άφηνε στο τραπέζι, θα ήταν η ιδανική στιγμή για να της επιτεθεί. Μετά θα ακολουθούσε πανικός. Θα πεταγώταν έξαλος ο Φαίδων για να τον αφοπλίσει, μα εκείνος θα έσπαγε το γυάλινο ποτήρι πάνω στη μαρμάρινη επιφάνεια του τραπεζιού και με το κοφτερό απομεινάρι θα απειλούσε να του κόψει το λαρύγγι, μετά θα απειλούσε το Νίκο, το Ρίχα, την Ελεάνα τη Νόρα….Μετά θα άδειαζε από φόβο όλο το καφέ με φωνές και συνοστισμό και θα έμενε μόνος του με το θύμα του και θα απολάμβανε τη μυστηριακή τελετή ενός αληθινού δολοφόνου. Τώρα έβλεπε χωρίς να μιλά τα θύματά του. Κρατούσε το πρώτο όπλο στα χέρια του. Ένα όπλο που μέχρι πρότεινος ήταν ένα απλό κορδώνι που έδενε τη κουκούλα στο παλτό του όταν ο καιρός ήταν βροχερός….

Η βραδιά τελείωσε αργά, με τη λογική ενός πανεπιστημιακού φοιτητή . Ένα Σάββατόβραδο στο Λονδίνο είχε γίνει πλεον γλυκειά αναμνηση, το επόμενο θα αποτελούσε μια ελπίδα ίσως για κάτι καλύτερο. Έτσι πέρναγαν οι μέρες στο φοιτητικό Λονδίνο με ελπίδες και αναμνήσεις μετρώντας το ένα Σάββατο μετά το άλλο. Εκείνο το βράδυ ο Κάστωρ άρχισε να διαβάζει το βιβλίο “The Shadow of the Wind” του Carlos Ruiz Zafon. Έβαλε το σελιδοδείκτη στη σελίδα 78 και το άφησε με κόπο πάνω στο κομοδίνο. Διαβάζοντας μέχρι αυτή τη σελίδα ένοιωσε πως κάπου εκεί ανάμεσα στις σελίδες του, συνάντησε το διάβολο. Αυτό  το βιβλίο έμεινε για πολύ καιρό πάνω στο κομοδίνο. Είχε μια διαίσθηση πως αν το διάβαζε μέχρι το τέλος, η επόμενη κίνησή που θα έκανε θα ήταν ο φόνος.

LA CORUNA 1999 81861267

Ένα απρόσμενο ταξίδι τεσσάρων ημερών, μια σπάνια επίσκεψη των φοιτητών στη βορειοδυτική πόλη της Ισπανίας που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, έφερε τη παρέα των φίλων στην όμορφη Λα Κορούνια.

Για το Κάστωρα η τύχη ήταν βουνό αφού θα προλάβαινε να επισκεφτεί το πατρικό του σπίτι. Ένα σπίτι που μέχρι τα 6 χρόνια του έζησε συνέχεια σ’ αυτό και από τότε που έφυγαν για την Ελλάδα εξαιτίας της δουλειάς του πατέρα του, δεν είχε έρθει ποτέ πια ξανά….Θυμότανε τελευταία φορά που είδε το σπίτι του από ψηλά καθώς το αεροπλάνο που φύγανε για τη Μαδρίτη πρώτα, πέταγε πάνω από αυτό και του το έδειχνε ο πατέρας του. Νάτο νάτο αυτό με τη πισίνα του έλεγε και πράγματι για μερικά δευτερόλεπτα λίγο μετά την απογείωση, κατόρθωσε και το είδε μέσα από το μικρό παράθυρο του αεροπλάνου, με προσπάθεια ανακατωμένη με την έκπληξη, το φόβο και την ένταση που ένοιωθε στη πρώτη του πτήση. Αυτή την εικόνα την έβλεπε πάντα όταν ήθελε να φέρει σκηνές από τη προσχολική του ηλικία. Και γέλαγε γιατί θυμότανε πως μέχρι τότε , μέχρι τη πρώτη του πτήση, νόμιζε, πως όταν τα αεροπλάνα  πετούσαν ψηλά στον ουρανό και τα έβλεπε μικρά, νόμιζε πως και οι άνθρωποι μικραίνουν μέσα σ’ αυτά και γίνονται τόσο δα μικροί, σαν τα στρατιωτάκια που τα έστεινε το  ένα δίπλα από το άλλο κι έπαιζε ώρες ατέλειωτες. Καθόταν στο κάθισμα δίπλα στο πατέρα του και περίμενε ακίνητος χωρίς να μιλάει. Περίμενε να γίνει τόσο δα μικρός, σαν ένα στρατιωτάκι…

…Σε μια σύντομη τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με το πατέρα του, εκείνος του είπε πως όταν φτάσει στη Λα Κορούνια, πρέπει να πάει οπωσδήποτε στο σπίτι και να συναντήσει τον Pedro, τον επιστάτη.

Όλα αυτά τα χρόνια στο σπίτι τους στη Λα Κορούνια κατοικεί ο Πέντρο που κάνει όλες τις δουλειές και διατηρεί το σπίτι σε άριστη κατάσταση. Το σπίτι αυτό είναι στη νότια πλευρά του αεροδρομίου της Λα Κορούνια. Είναι τόσο κοντά στο διάδρομο που κάθε φορά που ένα αεροπλάνο απογειώνεται προς το Νότο, νομίζεις πως θ’ ακουμπήσει στη κεραμοσκεπή.

Όλες αυτές τις μέρες τις περάσανε με βόλτες στη πόλη, επισκέψεις στα διάφορα μουσεία, βόλτες στις παραλίες και στις όχθες του ποταμού Mero και φωτογραφήσεις.  Τώρα το μεσημέρι της τρίτης μέρας, όλη η παρέα βρισκόταν στο εστιατόριο Margarita στην οδό Mendel 17. Είχαν διαλέξει ένα τραπέζι στο κέντρο από τις τρεις μεγάλες τζαμαρίες και απολάμβαναν το φαγητό τους βλέποντας μπροστά τους να απλώνεται η μεγάλη παραλία της Sanda Christina. Μετά το φαγητό ο Κάστωρ άνοιξε τo φορητό υπογιστή και όλοι χαζεύανε τις φωτογραφίες που έβγαλαν όλες αυτές τις μέρες. Ο Φαίδων με τη Νόρα σε κοντινό πλάνο μπροστά από αρχαιολογικό μουσείο Castelo de San Andόn ο Νίκος με τη Τζούντη κάτω από το δελφίνι στην είσοδο του Aquarium Finisterrae, η Ελεανα στην αγκαλιά του Ρίχα μέσα στο ρομαντικό ξακουστό κήπο του San Carlos, όλοι μαζί αγκαλιασμένοι μπροστά από το μουσείο Επιστημών, άλλη μία πάλι όλοι ποζάροντας χαμογελαστοί κάτω από το καμπαναριό της εκκλησίας του Santiago και η Σοφία με τον Κάστωρ μροστά από τη πινακίδα έξω από το σπίτι όπου έμενε ο Picasso. Και μετά άλλες και άλλες πολλές φωτογραφίες από τα πυκνά δάση με τα πάμπολα ανοιξιάτικα ανθισμένα λουλούδια και τις όχθες του ποταμού Mero , από τους λόφους της περιοχής Cambre μέχρι το ακρωτήριο Φινιστέρε. Ο Κάστωρ έδειξε τη φωτογραφία τους στη Σοφία που είχαν βγάλει  μπροστά από το μουσείο των επιστημών Casa de las Ciencias και στο βάθος, πάνω στο λόφο , στο ακρωτήριο Φινιστέρε που δεσπόζει μπροστά από τη πόλη, φαινόταν ο πύργος του Ηρακλή. Ο πιο παλιός φάρος του κόσμου που λειτουργεί ακόμα και καθοδηγεί με το ναυτικό τρόπο τα πλοία που περνούν από τη περιοχή…..

Μετά το φαγητό βγήκαν στο λιθόστρωτο δρόμο μπροστά από το εστιατόριο και κάθισαν στα πέτρινα παγκάκια. Η αμουδερή παραλία με τη ψιλή λευκή άμμο απλωνώταν  μπροστά τους με φυσικό σκέρτσο ξεκινώντας από μια ολοστρόγγυλη  προεξέχουσα μικρή χερσόνησο που μετά συνέχιζε με μια ημικυκλική  εσοχή δημιουργώντας μια πανέμορφη αμμουδιά, καταφύγιο για τους λουόμενους και κατέληγε στο άλλο άκρο απότομα, στην αρχή σε μικρά χαμηλά βράχια και έπειτα σε ψηλότερα και απόκρυμνα. Μπροστά τα γαλαζοπράσινα νερά του μεγάλου κόλπου της Κορούνιας. Τη περασμένη μέρα είχανε επισκευθεί τη τεράστια αμουδερή παραλία ,Playa del Orzan με την θαυμάσια θέα στην απέραντη θάλασσα του Ατλαντικού.

Δεν πάμε σιγά σιγά; Ρώτησε κάποιος από τη παρέα. Ένας υπνάκος στο ξενοδοχείο θα είναι ότι πρέπει είπαν όλοι. Το βράδυ έχει έξοδο είναι η τελευταία βραδιά οπότε θα το κάψουμε…Θα διασκεδάσουμε αλα ισπανικά.

Περπάταγαν στο δρόμο για το ξενοδοχείο. Ο Κάστωρ τους έδωσε ραντεβού για το βράδυ για τη ντισκοτέκ golden fish που ήταν κοντά στη παραλία και στο ξενοδοχείο που έμεναν. Όμως τώρα έπρεπε να πάει στο σπίτι του. Έπρεπε να δει το Pedro για να του αποκαλύψει ένα μυστικό. Έπρεπε να εγκαταλείψει γι αυτό το απόγευμα τη παρέα του. Έτσι  τους χαιρέτησε φτάνοντας στη πιάτσα των ταξί. Την ώρα που έμπαινε στο αυτοκίνητο, του φώναξε ο Φαίδων. Να έρθω κι εγώ μαζί σου; Να δω το σπίτι σου που τόσα μου έχεις πει γι’ αυτό. Ο Κάστωρ αιφνιδιάστηκε για λίγο αλλά μετά τον κάλεσε να πάει μαζί του. Έτσι οι δυο άντρες, οι δυό φοιτητές συγκάτοικοι στο Λονδίνο, οι δυό φίλοι πήγαιναν τώρα στο πατρικό του Κάστωρ. Rua Medico Ladron Guevara,  número cinco, είπε ο Κάστωρ στον οδηγό κι εκείνος πέρασε τα στοιχεία στο gps για το δρόμο.  Μέσα στο ταξί μιλούσαν ελληνικά. Griegos? Ρώτησε ο σωφέρ.  Sí, sí …estudiantes …griegos. Απάντησε ο Κάστωρ, χαμογέλασαν όλοι ευχάριστα και μετά ακολούθησε ησυχία. Τι σκέφτεσαι και δεν μιλάς ρώτησε ο Κάστωρ τον Φαίδωνα. Σκέφτομαι όλα όσα μου έχεις πει στο Λονδίνο για σένα. Για τους γονείς σου, για τη ζωή σου, για το σπίτι σου….

Πράγματι ο Κάστωρ του είχε πει πολλά. Ο πατέρας του ήταν μισός Ισπανός και μισός Έλληνας. Η μητέρα του ήταν Γαλίδα. Γνωρίστηκαν στη Μασσαλία σε ένα γιωτ κοινών φίλων ένα καλοκαίρι στις διακοπές και μέχρι να φτάσουν στις ακτές του Μοντε Κάρλο είχαν ερωτευτεί. Ένας απότομος έρωτας, ένα χτύπημα ξαφνικό, απρόβλεπτο που τους άλλαξε τη ζωή.  Παράτησαν το γιωτ με τους άλλους στο λιμάνι της Νίκαιας και φύγανε οδικώς μ’ ένα νοικιασμένο τζιπ για τη Λίμνη Saint Croix στη Verdon. Εκεί σ’ αυτή την αμφιθεατρικά κτισμένη μικρή πόλη ζήσανε το σφοδρό έρωτά τους με θέα τη γαλάζια λίμνη και παντρεύτηκαν. Η Simon Mane με τον Constatino Domenicini51782683

Σ’ αυτή τη λίμνη κολυμπούσαν, κάνανε κανό και πέρασαν το γαμήλιο ταξίδι τους διασχίζοντας το Grand Canyon. Μετά πήγαν στην Ισπανία, στο πατρικό σπίτι στη La Coruna. Η μητέρα του έμεινε έγκυος και από τότε τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν να γινονται εφιαλτικά για τον πατέρα του.Ο σφοδρός έρωτας εξανεμίστηκε, σκόρπισε μέσα στο Φαράγγι του Grand Canyon , πνίγηκε μέσα στη λίμνη Saint Croix. Εκείνη δεν ήθελε το παιδί. Εκείνος το ήθελε και προσπαθούσε να τη πείσει ότι μετά τη γέννησή του θα είναι σε θέση να αποφασίσει τι ακριβώς θέλει και θα είναι απόλυτα ελεύθερη να το κάνει ότι και να είναι αυτό. Την έπιανε πολλές φορές που χτύπαγε τη κοιλιά της θέλοντας να σκοτώσει το καρπό αυτού του δυνατού αλλά  χαμένου έρωτα. Ηταν φιλόδοξη. Ήθελε να γίνει διάσημη ζωγράφος, ξακουστή στο κόσμο όλο. Το άξιζε βέβαια, ζωγράφιζε πολύ όμορφα και είχε πολλές διακρίσεις όπου κι αν είχε πάει, όπου κι αν είχε εκθέσει τα έργα της. Μια μέρα ο Pedro την έπιασε να πίνει πολλά και διαφορετικά χάπια για να κατορθωσει να δηλητηριάσει το αγένητο παιδί της. Εκείνο το βράδυ ο Κωνσταντίνος της είπε πως σε κάποιο μέρος του σπιτιού έχει φυλαγμένες από προπολεμική κληρονομιά είκοσι χιλιάδες χρυσές λίρες. Οι δέκα χιλιάδες, της είπε εάν φέρεις στο κόσμο αυτό το παιδί, θα είναι δικές σου. Και οι άλλες δέκα θα είναι του παιδιού.

Συμβιβάστηκε.είχε μια ιδιαίτερη σχέση με το χρυσό. Σε λίγους μήνες γεννήθηκε ένα αγόρι. Από τη πρώτη στιγμή που το έφερε στο κόσμο το μισούσε.Πέρασε λίγος καιρός και κάποια μέρα ο Κωνσταντίνος γύρισε σπίτι και δεν τη βρήκε. Ένα σημείωμα που είχε αφήσει γραμμένο στα γρήγορα έλεγε.

«Αν θέλεις δώς του το όνομα Καστώρ. Το όνομα του παππού μου. Θα περιμένω να κρατήσεις την υπόσχεσή σου. Φεύγω για Καναδά. Δεν θα σε ξαναενοχλήσω ποτέ. Όποτε θελήσεις διαζύγιο θα το έχεις. Εγώ δεν πρόκειται να ξαναπαντρευτώ».

Έτσι κι έγινε. Τον Καστώρ τον μεγάλωσε η Polixena. Μια σπανιόλα που είχε την όρεξη να μεγαλώσει και πέντε παιδιά μαζί. Τον αγαπούσε τον Καστώρ. Αυτή ήταν και η μοναδική αγάπη που είσπραξε σαν παιδί ο Καστώρ. Η αγάπη της Polixena.

To 1984 o Κωνσταντίνος ήρθε στην Ελλάδα. Μέσα από τις γνωριμίες της μητέρας του διορίστηκε ως  δικαστικός σύμβουλος σε μια μεγάλη ναυτιλιακή εταιρεία. Παράλληλα διατηρούσε και δικό του γραφείο και σιγά σιγά αποκτούσε πελατεία.

Έτσι ο Καστώρ έγινε Κάστωρ και με τη βοήθεια της γιαγιάς του βελτίωσε τα ελληνικά του, πήγε και στο δημοτικό και παράλληλα συνέχισε και τα ισπανικά του σαν μητρική γλώσσα αφού στην ελλάδα ήρθε και η Πολυξένη. Το σπίτι είχε γίνει international. Ισπανικά ελληνικά, γαλλικά όταν ερχόντουσαν οι παππούδες από τη Γαλλία  για να τον δουν τα καλοκαίρια. Η μητέρα του δεν ήρθε ποτέ.

Τώρα ο Κάστωρ φοιτητής πια, μιλάει τέσσερεις γλώσσες απταίστως, είναι καλός στις σπουδές του, παρουσιάζει πρόοδο παντού. Γράφει γράμματα στη Πολυξένη που επέστρεψε στην Ισπανία. Δεν μιλάει ποτέ για τη μητέρα του όπως άλλοι φοιτητές μιλούν για τις δικές τους. Δεν χτυπάει ποτέ το τηλέφωνό του και να απαντήσει …έλα μαμά τι κάνεις….. Η γιαγιά του στην Αθήνα πέθανε. Οι άλλοι από τη Γαλλία είναι τόσο ανήμποροι που εδώ και πέντε χρόνια δεν έρχονται πια τα καλοκαίρια….Ο Κάστωρ μπαίνει στο διαδίκτυο, με το φορητό του υπολογιστή, φοράει τα ακουστικά και ακούει τη φωνή της μητέρας του που δίνει σε τοπικά ραδιόφωνα του Καναδά, συνεντεύξεις κατά καιρούς….Μια φορά την είδε και στη τηλεόραση…..είναι ξακουστή…όλοι μιλάνε γι αυτή στον Καναδά, στις Ηνωμένες Πολιτείες…

Ο Pedro άνοιξε την γκαραζόπορτα του σπιτιού και υποδέχτηκε με αγκαλιές και φιλιά τον Κάστωρ. Το κράταγε για ώρα στην αγκαλιά του σφιχτά λες και ήταν ακόμα μικρό παιδί. Είχε να τον δει τουλάχιστον για πέντε χρόνια όταν είχε επισκεφτεί την Αθήνα για να κανονίσει κάποιες δουλειές με τον πατέρα του. Pedro, ο φίλος μου ο Φαίδων.  Συμφοιτητής μου στο Πανεπιστήμιο στο Λονδίνο. Κι ο Πέντρο χαιρέτησε φιλικά τον Φαίδωνα.  Έριξαν μια ματιά στο κήπο. Κατέβηκαν μέχρι τη πισίνα και ο Κάστωρ έδειξε το διάδρομο του αεροδρομίου στο φίλο του. Νατο νάτο ένα αεροπλάνο έρχεται κατά πάνω μας, του είπε και σε λίγο ένα μεγάλο μποϊνγκ πέρναγε πάνω από τη κεραμοσκεπή του σπιτιού…Γέλασαν όλοι και μπήκαν μέσα στο σπίτι. Ο Κάστωρ κοίταζε τα πάντα γύρω του. Βρε Πέντρο, δεν έχει αλλάξει τίποτα μετά από τόσα χρόνια του είπε. Το σπίτι είναι ακριβώς όπως ήταν τότε…Ναι του απάντησε ο Pedro. Το σπίτι είναι ακριβώς το ίδιο, μόνον εμείς έχουμε αλλάξει. Εσύ είσουνα παιδακι και τώρα άντρας κι εγώ είμουνα νέος και τώρα με βαραίνουν όλα αυτά τα χρόνια που έχουν περάσει. Η γειτονιά μόνον άλλαξε. Κοίταξε πόσα σπίτια υπάρχουν τώρα στη περιοχή. Τότε που έφυγες εσύ από δω υπήρχαν ελάχιστα, το ένα εδώ και το άλλο εκεί….

Ο Πέντρο τους κέρασε σταφιδόψωμο γαρνιρισμένο με γλάσο ζάχαρης και αναψυκτικά. Έπειτα ο Φαίδων φαινόταν κουρασμένος από τις βόλτες της ημέρας και θέλησε να ξαπλώσει λίγο για έναν σύντομο ύπνο. Ο Πέντρο τον τακτοποίησε σε μια κρεββατοκάμαρα δίπλα από τη κουζίνα και επέστρεψε στο Κάστωρα να του αποκαλύψει τα μυστικά που έπρεπε να μάθει.

Κάθισε στο τραπέζι απέναντι από τον Κάστωρα και του είπε με χαμηλή φωνή. Πριν πέσει το σκοτάδι, απόψε το βράδι θέλω να πάμε στο Πύργο του Ηρακλή να σου δείξω κάτι.

Σαν σήμερα, πριν από δύο χρόνια Κάστωρ, ο πατέρα σου έμαθε πως πάσχει από καρκίνο. Δεν σου είπε τίποτα για να μην επηρεαστείς στις σπουδές σου. Όμως εφέτος τελειώνεις και πρέπει να ξέρεις πως γυρνώντας στην Αθήνα, θα έχεις να αντιμετωπίσεις τις επιπτώσεις από την ασθένεια του πατέρα σου.  Οι γιατροί δίνουν περιθώρια ζωής για 6 μήνες περίπου, αλλά αυτοί οι τελευταίοι μήνες θα είναι οδυνηροί για όλους….

Ο Κάστωρ ξαφνιάστηκε. Δεν ήθελε να είχε ένα τέτοιο τέλος ο πατέρας του. Ήταν νέος ακόμα και βασιζόταν πάνω του. Δεν είχε κανένα άλλο στήριγμα στη ζωή του.Ήταν άδικο, σκεφτόταν. Όχι, γιατί να του συμβεί και αυτό…. Σιώπησε για λίγο. Ήταν από τις στιγμές που όσα λόγια και να πεις δεν αλλάζει τίποτα. Είναι οι στιγμές που ο αθλητής φτάνει στο τέλος και πρέπει να παραδόσει γρήγορα τη σκυτάλη στον επόμενο. Είναι οι στιγμές που τα ρολόγια ραγίζουν, οι δείκτες ανήμποροι να κινηθούν, σταματούν να περιστρέφονται, παραμένουν στο ίδιο σημείο, χαλούν διαλύονται, μα ο χρόνος συνεχίζει να τρέχει μέσα από τα υπόλοιπα της ζωής, μέσα από τα άλλα ρολόγια.

Πάρε μια βαθειά ανάσα και να σου πω και το άλλο. Κι εγώ είμαι μεγάλος τώρα και πρέπει να μάθεις που είναι οι λίρες.

Ο Φαίδων κοιμόταν στη κρεβατοκάμαρα δίπλα από τη κουζίνα κι ο Πέντρο άρχισε να λέει αργά και καθαρά για τις λίρες στον Κάστωρα. Μιλούσε σχετικά δυνατά γιατί είχε πρόβλημα με την ακοή του και κάθε τόσο ο Κάστωρ του έλεγε, πιο σιγά, πιο σιγά.

Οι λίρες χαρίστηκαν στον παππού σου, τον Onofre, το πατέρα του πατέρα σου που εσύ τον γνώρισες μόνον μέσα από τις φωτογραφίες, μετά τον εμφύλιο. Τότε ήταν νέος. Είχε περιμαζέψει από τις όχθες του ποταμού Mero, μια οικογένεια εβραίων. Τους βοήθησε. Τους είχε κρύψει σε ένα μέρος που δεν μπορούσε κανείς να τους βρει και κάθε δυό μέρες τους πήγαινε με προσοχή τρόφιμα και σκεπάσματα. Κάποια στιγμή που κατάλαβε πως μπορεί να μετακινηθούν με ασφάλεια, τους έφερε στο σπίτι. Εδώ μείνανε μέχρι το τέλος του πολέμου. Κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Μετά τους φυγάδεψε με ένα εμπορικό ελληνικό πλοίο στην ελλάδα. Σώθηκαν οι άνθρωποι. Μια τετραμελής οικογένεια. Η μητέρα, ο πατέρας και οι δύο τους γυιοι.

Δεν θα είχαν περάσει ούτε δύο χρόνια και επισκέφτηκαν το παππού σου δύο άγνωστοι. Του υπέδειξαν ένα μέρος μόνο με προφορικές οδηγίες για κάποιο σπίτι στο πιο φαρδύ μέρος του ποταμού, και του είπαν πως εκεί θα έβρισκε δύο κιβώτια με χρυσές λίρες στα εξωτερικά θεμέλια κάποιου παλιού σπιτιού. Να πήγαινε να τις έπαιρνε ήταν ένα δωρο για τις ζωές που έσωσε. Όλα αυτά του τα είπαν στη πόρτα. Και μετά φύγανε. Ούτε που τους ξαναειδε ποτέ.

Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Όμως μια μέρα πήρε το πατέρα μου, Κάστωρ, και από περιέργεια πήγανε στο σπίτι στο ποτάμι. Περιμένανε την άμπωτη και όταν όλα τα νερά του ποταμού ρουφήχτηκαν από τον ωκεανό, κάτω από τις πέτρινες πύλες και τα θεμέλια του σπιτιού που τώρα ήταν βουτηγμένα μες στη λάσπη, άρχισαν να βγάζουν σκαλίζοντας δυο μεγάλες πέτρες  σύμφωνα με όσα του είχαν πει οι άγνωστοι και πίσω από αυτές ήταν δύο μεγάλα κιβώτια όπως τα είχαν περιγράψει .Τα έβγαλαν με δυσκολία ήταν ασήκωτα και τα μετέφεραν στην άκρη του δρόμου πριν τους προφτάσει η παλίρροια. Τα μετέφεραν με το αυτοκίνητο στο σπίτι. Τα θάψανε στο κήπο. Κι όταν μετά από χρόνια φτιάξανε τη πισίνα στο σπίτι όταν ο πατέρας σου ήταν μικρός, ο παππούς σου έφτιαξε μια τσιμεντένια κρύπτη κάτω από το πάτο της πισίνας και τα έκρυψε μέσα. Για να τα βγάλεις πρέπει πρώτα να αδειάσεις τη πισίνα και μετά θα καταλάβεις πως ανοίγει η μυστική κρύπτη.

Όμως εκείνο που πρέπει να ξέρεις είναι τι είπε στο πατέρα σου ο παππούς σου πριν ξεψυχίσει. Του είπει πως ο θησαυρός αυτός είναι δώρο. Αποκτήθηκε σε μια δύσκολη εποχή που παντού κυριαρχούσε ο φόβος του πρόωρου θανάτου, του βάρβαρου ρατσισμού. Όσο υπάρχει θαμένος ο θησαυρός, θαμένα θα είναι και τα δεινά του πολέμου. Άμα το ξεθάψεις είναι σαν να ξανανοίγεις τη πόρτα στο κακό, γιατί τούτος ο τόπος έχει ιστορία μεγάλη από παλιά. Έχει χυθεί πολύ αίμα,άδικα, έχουν γίνει σκληρές μάχες, μα κανένας δεν πανηγύρισε τη πραγματική νίκη. Όλοι όσοι σώθηκαν φύγανε με τα κεφάλια σκυφτά. Όπως το θαμμένο χρυσάφι έτσι θάφτηκαν τα όνειρα, των αδικοχαμένων, έτσι θάφτηκαν οι ελπίδες των νέων, τα γέλια των παιδιών. Γι αυτό εκείνο που έχει μεγαλύτερη αξία σε τούτο το τόπο που βρίσκεσαι, δεν είναι οι λίρες αλλά κάτι άλλο που θα σου δείξω αργότερα. Πρέπει να φύγουμε σε λίγο να πάμε στο Πύργο του Ηρακλή. Έτσι ο πατέρας σου πήρε το συχωρεμένο το παππού σου και τον πήγε στο Πύργο του Ηρακλή. Ήταν σούρουπο όταν έφτασαν εκεί, στο ύψωμα του Φινιστέρε. Και οι δύο άντρες φορούσαν τις καπαρντίνες τους…

Καθώς η φωνή του Πέντρο λιγόστευε σε ένταση και γινόταν μυστηριακή μεταφέροντας τα λόγια του παππού που έλεγε την ώρα που ξεψυχούσε πριν από χρόνια, ένας ελαφρύς θόρυβος ακούστηκε δίπλα από τη κουζίνα. Σαν να ερχόταν από τη κρεβατοκάμαρα που είχε πλαγιάσει ο Φαίδων.

Ο Κάστωρ κοίταξε προς το μέρος με ανησυχία. Ένας δεύτερος ελαφρύς ήχος ακούστηκε ξανά κάτι σαν ελαφρύ βηματισμό και ο Κάστωρ σηκώθηκε και πήγε προς τη κρεβατοκάμαρα. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, στο βάθος της κρεβατοκάμαρας ο Φαίδων ξαπλωμένος μπρούμυτα, κοιμόταν ήσυχα. Πήγε πιο κοντά στη πόρτα και άκουσε την ελαφριά ανάσα του Φαίδωνα  που επιβεβαίωνε την παράδοσή του στον βαθύ ύπνο.

Ο Πέντρο κοίταξε έξω από το παράθυρο και φώναξε στο Κάστωρ πως πρέπει να φύγουν. Τα υπόλοιπα θα σου τα πω εκεί του είπε. Ξύπνα το Φαίδωνα πρέπει να φύγουμε τώρα.

Σε λίγο οι τρεις άντρες έμπαιναν στο μικρό βαν του Πέντρο. Ο Φαίδων κοίταζε επίμονα το κήπο, τη πισίνα, το διάδρομο του αεροδρομίου. Ένα αεροπλάνο ερχόταν κατά πάνω τους. Μόλις ειχε απογειωθεί από το αεροδρόμιο της Λα Κορούνια και τώρα πέρναγε πάνω από τη κεραμοσκεπή του σπιτιού.3587779

Κατηφόρησαν γρήγορα στη παλιά πόλη. Άφησαν τον Φαίδωνα στο ξενοδοχείο που έμεναν και ο Πέντρο οδήγησε βιαστικά μέχρι το μεγάλο πάρκινγ που ήταν αρκετά μακριά από το Πύργο. Ανηφόρησαν με τα πόδια το στενό ασφαλτοστρωμένο δρόμο και έφτασαν στο Φάρο. Ένας τεράστιος πύργος που δέσποζε στο πιο ψηλό σημείο του Λόφου του ακρωτηρίου Φινιστέρε, στο πιο βορειοδυτικό άκρο της Ιβηρικής Χερσονήσου, στο τελευταίο σημείο γης πριν από τον τεράστιο ωκεανό. Ο Πέντρο κοντοστάθηκε λίγο. Είχε λαχανιάσει από τον ανήφορο. Δεν μπορώ πια είπε στο Κάστωρ, γέρασα. Κάποτε τούτο το λόφο τον ανέβαινα με μιαν ανάσα…τώρα νομίζω πως η καρδιά μου είναι έτοιμη να βγει από το στήθος μου. Τόσο πολύ δυνατά χτυπά, και η ανάσα μου κόβεται και ένας πόνος με βασανίζει εδώ και του έδειχνε το στέρνο του….

Στάθηκαν δίπλα από το φάρο. Ο Πέντρο γύρισε και του έδειξε τη πόλη. Κοίτα του είπε. Από εκεί είναι ο βορράς, πιο δεξιά η ανατολή και κάτω ο Νότος. Παντού απλώνεται η Πόλη, η όμορφη πόλη της Λα Κορούνια. Από εκεί είναι η ζωή. Οι άνθρωποι με τα ατέλειωτα μυστικά τους. Μα από εδώ είναι η Δύση. Περπάτησαν ακόμα κατηφορίζοντας λίγο προς τα βράχια περνώντας μπροστά από το φάρο. Από δω ξεκινάει ο ωκεανός. Σε λίγο θα δεις κάτι που δεν το έχεις ξαναδεί ποτέ.6190390

Όσο οι θησαυροί θα είναι θαμένοι στη γη της πόλης, οι ψυχές όλων εκείνων που χάθηκαν σε τούτο το τόπο θα έρχονται μέχρι εδώ από τα βάθη του ατλαντικού, θα ξαποστένουν σε αυτό εδώ το σημείο και μετά θα παίρνουν κι άλλες και θα πετούν πάλι προς τη δύση. Θα ξέρουν πως ο θησαυρός είναι καλά κρυμμένος.

Πάμε να κάτσουμε σ εκείνο το παγκάκι. Ο ωκεανός ήταν ήρεμος εκείνο το βράδι. Ο ήλιος είχε δύσει από νωρίς μέσα σε εκατοντάδες χαρούμενες αποχρώσεις κλείνοντας ακόμα μια μέρα στο άλμπουμ των αναμνήσεων  και ο ορίζοντας τώρα πια είχε μελαγχολήσει με τα χρώματα του σκοτεινού κόκκινου και του μαύρου ακολουθώντας τη φιλοσοφία της νύχτας. Ο Πέντρο κάθισε στο παγκάκι αφήνοντας μιαν ανάσα ανακούφησης. Ο Κάστωρ στάθηκε όρθιος κοιτάζοντας προς τον ωκεανό. Δυο φιγούρες από δυο άντρες πάνω στο λόφο του Φινιστέρε. Ο ένας καθιστός κι ο άλλος όρθιος. Και να τώρα που εμφανίστηκαν οι περίεργες νυχτερινές σιλουέτες. Άρχισαν να γυρνούν γύρω από τους δύο άντρες. Άλλες έφταναν μέχρι το φάρο και μετά επέστρεφαν στις άκρες στα βράχια. Τις βλέπεις του είπε ο Πέντρο. Τις βλέπεις ; Είναι οι σιλουέτες των ψυχών. Ο Κάστωρ έμεινε για λίγο άφωνος. Τι νόμιζες μέχρι σήμερα; Τον ρώτησε ο Πέντρο. Ότι μετά το θάνατο οι ψυχές πάνε στον ουρανό…Όχι αγαπητέ μου. Εδώ έρχονται, εδώ ξαποστένουν και μετά πετούν στα κρυφά μέρη του ωκεανού. Σ’ αυτή την απεραντωσύνη της θάλασσας. Κι αν κάποιος τις πειράξει τότε αυτές στέλνουν άλλοτε την ομίχλη για να μη μπορείς να τις δεις, άλλοτε τα τεράστια αφρισμένα κύματα, κι άλλοτε τις μεγαλειώδεις καταιγίδες. Και τότε νοιώθεις πως πρέπει να τις σέβεσαι. Πρέπει να τις υπολογίζεις, κι αυτές και τα μυστικά τους……

Η ώρα πέρναγε. Οι σιλουέτες των ψυχών πότε αραίωναν και πότε πλήθαιναν. Οι σκιές τους στο σκοτεινό χρώμα της δύσης φαινόντουσαν σαν να σερφάρουν χαρούμενες πότε αγγίζοντας την επιφάνεια του νερού και πότε πετώντας πιο ψηλά, προς τον απέραντο ουρανό.

Αυτό ήθελα να σου δείξω του είπε ο Πέντρο και να σου πω πως η επιθυμία του παππού σου ήταν να μη πειράξει ο πατέρας σου τις χρυσές λίρες. Μα ούτε κι εσύ….εδώ σ’α αυτό το παγκάκι άφησε τη τελευταία του πνοή ο γέρο Onofre. Τον έφερε ο πατέρας σου, από νωρίς και μόλις έπεσε το σκοτάδι ήρθαν οι σιλουέτες των ψυχών και τον πήραν. Το άψυχο κορμί του έγειρε στο παγκάκι τούτο και τώρα είναι θαμένο πέρα στο νεκροταφείο της Sanda Maria….

Ζήσε όσο πιο καλά μπορείς. Ζήσε διασκέδασε τη σύντομη ζωή σου, όπως ακριβώς κανουν όλοι μέσα στη πόλη, και του εδειξε πίσω του τα φώτα της πόλης. Μα με αυτά που εσύ μπορείς. Μη σκεφτείς ποτέ τι είναι θαμμενο μέσα στη γη. Μη βγάλεις ποτέ το μυστικό σου προς τα έξω, γιατί μετά θα έρθει ο πρόωρος θάνατος. Ο φόβος του πολέμου. Τότε οι ψυχές θα ρθουν μέχρι τη πόλη να διεκδικήσουν το μερίδιο που χάσανε από παλιές προδοσίες. Θα είναι οι προδομένες ψυχές που θα αναζητούν το δίκαιο.

Περπάτησαν αργά προς το μικρό βαν του Πέντρο. Πίσω τους οι σιλουέτες των ψυχών δεν φαινόντουσαν πια. Ο Μεγάλος Φάρος του Ηρακλή φώτιζε ρυθμικά, με επαναληπτικές στιγμές διάρκειας δευτερολέπτων μέχρι τον ορίζοντα. Τα πλοία με τους ναυτικούς ακολουθούσαν τις πορείες της ζωής. Πήγαιναν σε διάφορα μέρη τις πραμάτιες τους. Κι οι ψυχές παίζανε στα απόνερά τους σαν τα δελφίνια που με χαρά τρέχουν για να ξεπεράσουν κάθε πλεούμενο. Εκείνη τη νύχτα δεν υπήρχε ομίχλη, δεν υπήρχαν κύματα, δεν υπήρχαν καταιγίδες.

Η τελευταία συνάντηση των φοιτητών έγινε στο νυχτερινό κέντρο Golden Fish. Η ντίσκο πήρε φωτιά εκείνο το βράδυ. Ο χορός δεν έλεγε να σταματήσει. Ο Κάστωρ χόρευε συνέχεια πότε με τη Σοφία και πότε μόνος του.Η σκέψη του ήταν συνέχεια στις κρυμμένες λίρες.  Ο θησαυρός σκεφτόταν είχε ήδη ξεθαφτεί. Ο πατέρας του τον είχε μοιράσει έστω και με τα λόγια ακόμα. Αλλά το κακό είχε αρχίσει να έρχεται. Ο πατέρας του άρρωστος βαριά πλήρωνε ακριβά την ανόητη υπόσχεσή του, κι ο ίδιος πάλευε με τις βασανιστικές σκέψεις ενός μελλοντικού δολοφόνου. Τώρα χόρευε εξτασιασμένα και μέσα από τη μυρωδιά του αλκοόλ, προσπαθούσε να βρει το διάβολο που είχε καλά κλεισμένο στη σελίδα 78 εκείνου του γεμάτου από μυστήριο βιβλίου….τον χρειαζότανε πια δίπλα του. Ήταν ο καρπός μιας μάνας που τον έκανε μόνον με την υπόσχεση να πάρει το χρυσό. Ήταν ο καρπός μιας υπόσχεσης του πατέρα του που δεν θα έπρεπε να την είχε δώσει γιατί εκείνος ήξερε τι θα ακολουθούσε. Γνώριζε καλά γιατί του τα είχε πει ο Onofre. Του είχε πει πως αν πειραχτεί ο θησαυρός τότε παντού θα απλωθεί ο εφιαλτικός θάνατος.

Κάποια στιγμή τα φώτα χαμήλωσαν, η μουσική σταμάτησε. Ο κόσμος άρχισε να φεύγει. Ο Κάστωρ πήρε τη Σοφία και περπάτησαν στη παραλία. Παραπατούσε ελαφρά από το ποτό. Δεν ήταν και πολύ μαθημένος στα ποτά. Η νυχτερινή άμπωτη είχε τραβήξει μέσα στον ωκεανό τα νερά από τη παραλία και το τοπίο ήταν αποκαλυπτικό. Παντού πάνω στην απέραντη αμουδιά μαζεμένα σε μικρές μπαλες τα φύκια του ωκεανού. Ανάμεσα σ’ αυτά εκατοντάδες θαλασσινά ζωήφια κουνιόντουσαν με δυσκολία πάνω στη στεγνή άμμο. Οι σκιές τους από το πλάγιο φως του φεγγαριού φαινόντουσαν σαν τεράστιες κινηματογραφικές φιγούρες που προβάλονταν βουβές στη λευκή άμμο. Άγνωστος ο σκηνοθέτης , άγνωστοι οι ηθοποιοί. Φορούσαν μάσκες. Μοιάζανε με αποκριάτικη παρέλαση. Η Σοφία κρατούσε με δυσκολία το Κάστωρ. Κάποια στιγμή εκείνος παραπάτησε και έπεσε στην άμμο. Ξάπλωσε κι αυτή δίπλα του. Έπειτα όπως ήταν ξαπλωμένοι και οι δύο έβλεπαν τον ουρανό με τα πάμπολα αστέρια. Ο Κάστωρ διέκρινε τον αστερισμό των διδύμων…άρχισε να κλαίει σαν παιδί. Τι έχεις τον ρώτησε η Σοφία. Βλέπεις αυτά τα δύο αστέρια; Τη ρώτησε. Είναι ο Κάστωρας και ο Πολυδεύκης. Ο αστερισμός των διδύμων. Μου έχει μάθει ο πατέρας μου να τα ξεχωρίζω ανάμεσα σε τόσα αστέρια. Πάντοτε όταν τα βλέπαμε μαζί…μου έλεγε πως αφού δεν έχεις κάποιο αδελφό, ο Πολυδεύκης θα είμαι εγώ για σένα και ότι  θέλεις να πεις στον αδελφό σου το Πολυδεύκη, θα το λες σε μένα…

Η ζάλη δεν έλεγε να περάσει. Η Σοφία τον χάϊδευε απαλά. Ποτέ δεν τον είχε χαϊδέψει με τόση αγάπη. Έσκυβε πάνω του και τον φιλούσε. Του φύλαγε το μέτωπο, τα μάτια του, χάϊδευε τα μαλιά του χτενίζοντάς τον με τα δάχτυλα των χεριών της. Το ένα μετά το άλλο. Απόψε τον είχε πραγματικά δικό της. Τον έκανε ότι ήθελε. Ήτανε ευκαιρία να του δείξει πόσο πολύ τον αγαπούσε. Ξεκούμπωσε το πουκάμισό του και τον φίλησε στο λαιμό. Εκείνος ανατρίχιασε. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά. Κρατούσε την ανάσα του και περίμενε την επόμενη κίνηση. Ο έρωτας κυριαρχούσε γύρω τους. Ήταν δυο νέα παιδιά μόνα τους πάνω σε μια μεγάλη αμουδερή παραλία. Ο ωκεανός σώπασε μπροστά στην αγάπη τους. Όλα τα θαλασσινά ζωήφια τραβήχτηκαν προς τη θάλασσα. Η πόλη κοιμόταν. Ο Κάστωρ σηκώθηκε όρθιος. τράβηξε από τα χέρια τη Σοφία και τη σήκωσε κι αυτή όρθια. Της χαμογέλασε πονηρά και της έδωσε μια σπρωξιά δυνατή, μα εκείνη κατάλαβε, δεν έπεσε. Έβγαλε τα παπούτσια της και άρχισε να τρέχει στην άμμο. Έπειτα έβγαλε τα παπούτσια του κι ο Κάστωρ και άρχισα να τη κυνηγάει . Όλη η παραλία της Santa Christina ήταν δικιά τους. Ένα σκηνικό στημένο για να ζήσουν το νεανικό έρωτά τους. Η παραλία γέμισε με ρούχα. Πεταμένα εδώ κι εκεί. Το φεγγάρι κρύφτηκε, μόνον τα αστέρια λαμπίριζαν στον ουρανό χαρούμενα, μοναδικοί θεατές αυτής της παράστασης. Ένας έρωτας ορμητικός γεμάτος πάθος γεννημένος ξαφνικά στη ζεστή αμουδιά της παραλίας της Santa Christina. Ένας έρωτας τόσο δυνατός που κράταγε μακρια τα νερά του ατλαντικού όλη νύχτα. Η παλίρροια άργησε νάρθει. Ξημέρωσε και δειλά δειλά τα ήσυχα νερά του ωκεανού ήρθαν να δροσίσουν τα δυο νεανικά γυμνά κορμιά.

Αγκαλιασμένοι κι ευτυχισμένοι γυρίσανε στο ξενοδοχείο. ΄Ο Κάστωρ έβαλε τη Σοφία για ύπνο. Τη φίλησε τρυφερά και εκείνη αποκοιμήθηκε.

Έφυγε γρήγορα για το σπίτι του. Η πιάτσα των ταξί ήτανε μακριά. Βάδιζε γρήγορα, σχεδόν έτρεχε. Έπρεπε να προλάβει το Φαίδωνα. Έπρεπε να προλάβει να τον σταματήσει. Δεν έπρεπε να κάνει το έγκλημα που είχε σχεδιάσει. Ήξερε πως όταν μιλούσε το περασμένο απόγευμα με τον Πέντρο, εκείνος κρυφάκουγε όλα όσα είπαν για τις θαμένες λίρες. Κατάλαβε πως ο διάολος που είχε συναντήσει σ’ εκείνο το βιβλίο και τον ακολουθούσε πάντα είχε φύγει και είχε πάει στο φίλο του. Είχε πάει στο Φαίδωνα. Εκείνος περπάταγε σχεδόν όλη νύχτα. Τώρα έφτανε στο σπίτι της οδού «Rua Medico Ladron Guevara,  número cinco» Ήταν το σπίτι που τα αεροπλάνα περνούσαν ακριβώς από πάνω του. Είχε κρατήσει τα σημάδια του. Ήταν εύκολο να το βρεί. Θα έμπαινε εύκολα από τη γκαραζόπορτα. Θα έκανε κάποιο θόρυβο στο πίσω μέρος μέχρι να έβγαινε ο Πέντρο. Κι εκεί θα τον αιφνιδίαζε. Είχε παρατηρήσει πως στο κήπο πάνω στο γκαζόν υπήρχαν αραδιασμένες μεγάλες πλακέ πέτρες. Θα ήταν εύκολο να κρατούσε μια τέτοια πέτρα στα χέρια του και όταν ο Πέντρο θα άνοιγε τη πόρτα να δει τι συμβαίνει θα του τη χτύπαγε στο κεφάλι και θα τον άφηνε στο τόπο. Μετά θα έβαζε μπροστά την ηλεκτρική αντλία και θα άδειαζε τη πισίνα. Κι έπειτα οι είκοσι χιλιάδες λίρες θα ήταν δικές του. Θα τις έπαιρνε με το μικρό βαν του Πέντρο και θα τις πήγαινε στο δάσος δίπλα από τις όχθες του ποταμού Μero, εκεί που κάνανε βόλτες τη πρώτη μέρα που φτάσανε στη Λα Κορούνια, με τη Νόρα. Είχε εντοπίσει ένα μέρος ιδανικό για να θάψει προσωρινά τα δύο κιβώτια με το θησαυρό.986969

Έτσι ειχε σχεδιάσει ο Φαίδων. Όμως ο δολοφόνος θα έπρεπε να είναι ο Κάστωρ. Ο Κάστωρ που επίτηδες άφησε το Φαίδωνα να κρυφακούει τα όσα του έλεγε ο Πέντρο. Θα άφηνε το Φαίδωνα να σκοτώσει το Πέντρο. Μετά θα τον αιφνιδίαζε μέσα στην άδεια πισίνα. Θα τον σκότωνε όπως θα ήταν σκυφτός την ώρα που θα άνοιγε τη κρύπτη. Θα έβγαζε τις λίρες, και μέσα στη κρύπτη θα έθαβε για πάντα τον Φαίδωνα και τον Πέντρο. Μετά θα έθαβε τα δύο κιβώτια στο κήπο.

Ο Κάστωρ επιτέλους βρήκε ένα ταξί. Rua Medico Ladron Guevara,  número cinco , είπε στον οδηγό. Η αγωνία του ήταν αβάστακτη. Έπρεπε να προλάβει το Φαίδωνα. Πριν φύγει για το δάσος με τις λίρες.

Ο Φαίδων έστριψε αριστερά στη Rua Medico Ladron Guevara. Τώρα στα πενήντα μέτρα βρισκόταν το σπίτι του Κάστωρα. Το σχέδιό του έφτανε στο τέλος. Ήταν κατάκοπος από το περπάτημα. Όλη η διαδρομή ήταν ανηφορική. Είχε ξημερώσει εδώ και ώρα  και ο ήλιος αν και ψηλά πολύ , του ένοχλούσε τα μάτια καθώς περπατούσε ανατολικά. Σε λίγη ώρα θα γινόταν ο φόνος. Ένας φόνος πρωϊνός που δεν θα πέρναγε από τον  νου κανενός.

Έφτασε στη γκαραζόπορτα. Την άνοιξε με δυσκολία. Μπήκε μέσα και εκείνη την ώρα είδε από το βάθος του δρόμου να στρίβει ένα ταξί. Κοντοστάθηκε μπροστά στη πόρτα. Περίμενε. Το ταξί πλησίαζε προς το μέρος του. Έλεγε πως θα σταμάταγε σε κάποιο άλλο σπίτι αλλά αυτό ήρθε και σταμάτησε μπροστά στη γκαραζόπορτα. Ο ήλιος τον στράβωνε και δεν έβλεπε τα πρόσωπα μέσα από τα παράθυρα του αυτοκινήτου. Μετά άνοιξε η πίσω πόρτα και κατέβηκε ο Κάστωρ.

Το ταξί έφυγε και ο Κάστρωρ έτρεξε στο Φαίδωνα. Φίλε μου του είπε. Σε πρόλαβα. Ο Φαίδων εξαντλημένος κατάρευσε μπροστά του. Τον τράβηξε μέχρι τα σκαλοπάτια και έκατσε κι αυτός δίπλα του. Σε πρόλαβα. Σήμερα θα νικήσει ο έρωτας του είπε κι ο Φαίδων τον κοίταξε με απορία. Κάνε κουράγιο και πάμε μέσα στο σπίτι του είπε. Μα καλά πως θα έκανες αυτό που είχες σχεδιάσει με τόση εξάντληση; Τον ρώτησε ο Κάστρωρ. Σήκώθηκαν και οι δύο και προχώρησαν στο πίσω μέρος του σπιτιού. Δεν θα αφήσω εγώ τον συγγραφέα να μας κάνει δολοφόνους φώναξε ο Κάστωρ. Όμως περνώντας πίσω από τη κουζίνα του σπιτιού δεν είδαν το μικρό βαν του Πέντρο. Κοιτάχτηκαν με ανησυχία. Αμέσως περπάτησαν προς τη πισίνα. Ο ήλιος τους τύφλωνε τα εξαντλημένα από την ολονύκτια περιπέτειά τους μάτια. Αντίκρυσαν τη πισίνα άδεια.

Δεν είναι δυνατόν φώναξε ο Φαίδων. Ο Πέντρο δεν θα μπορούσε ποτέ να πάρει τις λίρες και να το σκάσει. Δεν κατάλαβες του είπε ο Κάστρωρ. Τις λίρες δεν τις πήρε ο Πέντρο. Αλλά ποιος; Ρώτησε γεμάτος απορία ο Φαίδων.

Η Μητέρα μου Φαίδων. Η Μητέρα μου. Και δεν μου το βγάζεις από το μυαλό πως έχει σκοτώσει με τον τρόπο της και το Πέντρο…..

Ενώ έλεγαν όλα αυτά ακούστηκε να ανοίγει η γκαραζόπορτα. Μετά από λίγο το μικρό βαν του Πέντρο πέρασε στο πισω μέρος του σπιτιού και παρκάρισε μπροστά από τη κουζίνα. Βρε βρε τι έκπληξη είναι αυτή είπε ο Πέντρο. Δεν σας περίμενα. Είχα πάει να ψωνίσω φρέσκα λαχανικά.

Μα καλά Πέντρο η πισίνα γιατί είναι άδεια; Ρώτησε ο Κάστωρ;

Α Κάστωρ. Εγώ είμαι γέρος αλλά εσείς δεν βλέπετε καλά. Η πισίνα είναι γεμάτη μέχρι τα χείλη. Γύρισαν και κοίταξαν όλοι τη πισίνα με απορία. Πράγματι ή πισίνα ήταν γεμάτη μέχρι τα χείλη….

Ελάτε να πάρουμε το πρωϊνό μας. Τους φώναξε ο Πέντρο. Κάστωρ έχω να σου πω ευχάριστα.

Πήρα τη μητέρα σου τηλέφωνο χθες βράδι μόλις γύρισα στο σπίτι. Της είπα για το πατέρα σου. Δεν ήξερε τίποτα τόσο καιρό. Της μίλησα για σένα. Της θύμησα τον έρωτά της, το γάμο της , το γαμήλιο ταξίδι της στο Gran Canyon….την άκουσα να κλαίει. Να κλαίει για τα χρόνια που πέρασε μακρυά από το πατέρα σου, μακρυά από σένα.  Της είπα για τη διαθήκη του πατέρα σου. Για τις λίρες. Μα εκείνη μου είπε πως δεν θέλει τίποτα. Θέλει μόνον να πάει στον άντρα της. Σήμερα κι όλας φεύγει από το Μόντρεαλ  για  Αθήνα.

Χθες το βράδυ Κάστωρα μίλησε ο έρωτας. Οι σιλουέτες των ψυχών ηρέμησαν κι έφυγαν ήσυχες. Ξέρουν πως οι θησαυροί της πόλης είναι καλά κρυμμένοι.

Το ξέρω Πέντρο. Το ξέρω. Χθες το βράδυ μίλησε ο έρωτας…..58510142

Σύνδεσμός

ΑΣΗΜΙ ΚΑΙ ΜΑΥΡΗ ΔΑΝΤΕΛΑ

FIUMICINO – ROMAFCO Rome Fiumicino Airport - Garuda Indonesia Boeing 747-200 after takeoff_b

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013. Ώρα -02:10 ώρα Ιταλίας. Μια Lamborghini Gallardo ένα πανέμορφο γυαλιστερό όχημα της Ιταλικής Αστυνομίας περνάει τη γέφυρα του νησιού Sacra. Έρχεται από το κέντρο της Ρώμης αλλά φαίνεται σαν ένα αστέρι που έπεσε από τον ουρανό, και μόλις περνάει τη στενή γέφυρα πάνω από το Τίβερη ποταμό,στρίβει δεξιά και κινείται αργά, πολύ αργά κατά μήκος του ποταμού στη Viale Traiano.

Τα μπλε χαμηλά μπροστινά φώτα της Lamborghini, φωτίζουν το δρόμο απλώνοντας στην άσφαλτο της λεωφόρου το μυστήριο της νυχτερινής επίσκεψης στο Φιουμιτσίνο. Ένα μυστήριο κρύο σαν τη βραδιά τούτη που το λιγοστό χιόνι, όσο απόμεινε από τη πρωϊνή χιονόπτωση,καλύπτει  τη γη έως τις όχθες του Τίβερη κι ακόμα πιο μακριά, έως τις δυτικές ακτές του Fiumicino που βρέχονται από τη Τυρρηνική Θάλασσα.

Ο φάρος του αυτοκινήτου αναβοστήνει ρυθμικά,αθόρυβα σε μια σειρά από έντονα μικρά φώτα στην απόχρωση του μπλε ελεκτρικ, δίνοντας ανταύγιες και σκιές στα διπλανά κτήρια από τη μια μεριά και στα δέντρα και στα ψαροκάϊκα που είναι αραγμένα στις ακτές του Τίβερη από την άλλη.

Τα αεροπλάνα, το ένα μετά το άλλο προσεγγίζουν το Διεθνές Αεροδρόμιο της Ρώμης «Λεονάρντο Ντα Βίντσι» και φωτίζουν τον ουρανό πρόσκαιρα, και τις στέγες των χαμηλών σπιτιών του νησιου. Όλα γίνονται γρήγορα. Ο ήχος και το φως φτάνει , σ’ αγγίζει και φεύγει γρήγορα και σβήνει με μια προσγείωση. Και μετά άλλο αεροπλάνο, κι άλλο και πάλι άλλο που με το γρήγορο πέρασμά τους κατακοματιάζουν τη μοναξιά που κρύβει η νύχτα.

Η πολυτελής αστυνομική κούρσα κυλούσε αθόρυβα κατά μήκος της λεωφόρου Τραϊανού, αργά, πολύ αργά σαν κάτι να περίμενε. Και πράγματι σε λίγο από τη γέφυρα του νησιού πέρασε ένα περιπολικό των Καραμπινιέρων. Και μετά ένα μικρό βαν κι αυτό των καραμπινιέρων. Ακριβώς από πίσω ένα άλλο όχημα χωρίς διακριτικά μόνο με έναν κόκκινο στρογγυλό φάρο στην οροφή του. Τώρα τα φώτα γίνανε πολλά. Όλα τα οχήματα πλησιάσανε τη λιμουζίνα της αστυνομίας και συνεχίσανε τη πορεία τους μέχρι τη μεγάλη μαρίνα με τα πάμπολα αραγμένα ιστιοφόρα, στη πρώτη στροφή του δρόμου. Εκεί σταμάτησαν για λίγο. Περίμεναν ακόμα ένα. Σε λίγο είχε φτάσει κι αυτό. Ήταν ένα μικρό Ι.Χ. που στη κεραία του ειχε μια μικρή ελληνική σημαία. Ambrasciata greca έγραφε μια πινακίδα στο παρμπριζ και από κάτω Ελληνική Πρεσβεία. Ένα ζευγάρι περπατούσε στη προβλήτα της μαρίνας , πήγαινε προς ένα κότερο και βλέποντας τόσα φώτα να αναβοσβήνουν δίπλα από τη μαρίνα φώναξαν  με απορεία..Che cosa….?

Δεν πήραν απάντηση. Τα αυτοκίνητα έφυγαν γρήγορα και ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις..τα δύο μπήκαν στην Via Giorgio και τα άλλα δύο στη Via Marco Marzio.

Σε τέσσερα λεπτά βρισκόντουσαν όλα στη Via Paolucci Angelo στο νούμερο 20. Δυο φορές ακούστηκε σύντομα να αναστατώνει την ησυχία της γειτονιάς η σειρήνα του περιπολικού. Μετά μόνον τα φώτα από τους φάρους των αυτοκινήτων γύριζαν αδιάκοπα και φώτιζαν τη περιοχή με τα χρώματα της αγωνίας. Κάποιοι γείτονες βγήκανε με τις ρόμπες τους στις αυλόπορτες και ρώταγαν τους αστυνομικούς. Ο υπάλληλος της πρεσβείας επαναλάμβανε αργά, συλλαβιστά σε έναν αστυνομικό το όνομα μιας κοπέλας. ΣΟ ΦΙ Α   ΒΟ ΖΙ ΚΙΣ του έλεγε κι εκείνος για επιβεβαίωση επανέλαβε. SOFIA VOZIKIS…ΒΙΑ ΠΑΟΛΟΥΤΣΙ ΑΝΤΖΕΛΟ ΝΤΟΥΕ ΖΕΡΟ κι ο αστυνομικός επανέλαβε. Via Paolucci Angelo il numero  venti .

Δύο άτομα κατέβηκαν από το βαν με κάποια εργαλεία και ένα τρίτο με ένα σκύλο ειδικά εκπαιδευμένο για ανεύρεση θαμένων πτωμάτων και περίμεναν εντολές.

Το σπίτι ήταν διώροφο. Μεγάλο με πέτρινο μαντρωμένο κήπο και δύο υπέροχους μεγάλους φοίνικες.έναν μπροστά και ένα στο πίσω μέρος. Ιδιοκτησία του Ιωάννη Βοζίκη του πατέρα της Σοφίας. Το είχε κληρονομίση από τη Μητέρα του τη Σοφία Τακόνη  που έζησε τα περισσότερα χρόνια της στον Καναδά. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, αγόρασε αυτό το σπίτι στο Fiumicino της Ρώμης σ’ αυτή την όμορφη και πλούσια αριστοκρατική περιοχή. Στην εξώπορτα μια πινακίδα μπρούτζινη με διάγλυφα γράματα έγραφε Villa Sofia. Είχανε κι ένα ιστιοφόρο γιωτ με το ίδιο όνομα Sofia. Τις Κυριακές με τον άντρα της κάνανε εξορμήσεις στην ανοιχτή θάλασσα με αυτό. Όλη η δυτική πλευρά πλησίον των ακτών της περιοχής του Φιουμιτσίνο γέμιζε με ιστιοφόρα και κότερα κάθε λογής. Μικρά και μεγάλα, σύγχρονα και παλιά….με τα πανιά ανοιχτά ή κλειστά, πλέοντας στα ήρεμα νερά της Τυρρηνικής Θάλασσας από το πρωί έως τη δύση του ήλιου. Μια δύση που χρωμάτιζε τον ουρανό με σπάνιες αποχρώσεις ρίχνοντας τα χρώματα μακριά πέρα από τη Κορσική και τη Σαρδηνία.

Κάποιες φορές τύχαινε το σβήσιμο του ήλιου στο νερό να γίνεται ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο μεγάλα νησιά. Ανάμεσα στη Κορσική και τη Σαρδηνία….ένα Κυριακάτικο βράδυ μετά από ένα ολοήμερο ταξιδάκι με το γιωτ και μετά από μια καταπληκτική φωτογράφιση του ηλιοβασιλέματος γύρισαν στη μαρίνα του Φιουμιτσίνο. Την ώρα που ο  Πιερ, ο άνδρας της έδενε  το κότερο στο μώλο, μια ξαφνική αδιαθεσία τον έκανε κι έγυρε πάνω στη πλώρη του γιωτ. Εκεί άφησε έτσι αθόρυβα τη τελευταία του πνοή. Από τότε η Σοφία έπαψε να ασχολείται με τη ζωή. Κλείστηκε μέσα στο σπίτι και περίμενε το θάνατο, να έρθει να τη πάρει και να τη περάσει απέναντι. Από τη αιώνια μαγευτική Ρώμη που τόσο πολύ αγαπούσε, στη παραδεισένια αιωνιότητα. Η επίσκεψη αυτή  και το πέρασμα στο παράδεισο έγινε το χειμώνα του 2003.

Στο σπίτι αυτό της γιαγιάς της έμενε τα τελευταία πέντε χρόνια η Σοφία η εγγονή της εξ ου και το όνομά της.  Σπούδαζε στο πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης Θέατρο και Θέαμα…Αυτό το χρόνο τελείωνε τις σπουδές της και σχεδίαζε το μεταπτυχιακό της μέλλον .Ένα μέλλον που το συζήταγε με τους γονείς της όταν ερχόντουσαν κι αυτοί κατά διαστήματα στη Ρώμη και μένανε όλοι μαζί για λίγες μέρες κάθε φορά.

Ένας αστυνομικός άνοιξε την εξώπορτα της βίλας. Δεν ήταν κλειδωμένη. Δύο άλλοι με το σκύλο πέρασαν στο κήπο και ανάβοντας φακούς άρχισαν να ψάχνουν το χώρο παντού. Σε διάφορα σημεία του κήπου το χιόνι ήταν μαζεμένο σχηματίζοντας μικρούς λοφίσκους, σε άλλα σημεία ήταν αραιό έως ανήπαρκτο. Υγρασία και παγωνιά παντού. Όλοι περιμένανε με αγωνία να βρουν το πτώμα της Σοφίας. Να αναγνωριστεί από τον υπάλληλο της πρεσβείας που είχε μια φωτογραφία της, σταλμένη με φαξ από την διεύθυνση εγκληματολογικού της Αθήνας και αμέσως να ξυτυλιχτεί και το υπόλοιπο κουβάρι της υπόθεσης. Ένας άλλος αστυνομικός ανέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια της εισόδου της βίλας και με τη βοήθεια ενός άλλου και με διάφορα εργαλεία άνοιξαν τη κεντρική πόρτα. Πέρασαν μέσα και άναψαν τα φώτα. Παντού ησυχία. Το σπίτι ήταν καθαρό. Τίποτα δεν πρόδιδε πως μέσα υπήρχε κάποιο πτώμα. Το άψυχο σώμα της Σοφίας….Ο σκύλος στο κήπο μύριζε με βαθειές ανάσες και οι εκπνοές του γέμιζαν με χνώτο τη παγωνιά που είχε ξαπλώσει βαριά πάνω στο χιονισμένο χώμα…Δύο αστυνομικοί ακόμα που βγήκαν από το βαν, μια κοπέλα και ένας νεαρός μπήκαν στο σπίτι, έβαλαν πλαστικά γάντια , και τράβαγαν φωτογραφίες στους μεγάλους και άνετους χώρους του ισογείου.

Το σπίτι ήταν μεγάλο και είχε πάρα πολλά έπιπλα που πρόδιδαν με τη πρώτη ματιά, γούστο, χρήμα, αρχιτεκτονικό σχεδιασμό , ποιότητα και γνώση διακοσμητικής. Τίποτα δεν ήταν τυχαία τοποθετημένο πουθενά. Όλα ήταν μελετημένα, τοποθετημένα έτσι, σαν να έβλεπες τα στημένα σκηνικά μιας θεατρικής παράστασης του βασιλικού θεάτρου. Οι πινακες στους τοίχους έδιναν βάθος και άφηναν τον θαυμασμό στο κάθε ξεχωριστό έργο να ταξιδεύει μέσα στους δρόμους των τοπίων, να φεύγει μακριά και να χάνεται στα βάθη της σκέψης του καλλιτέχνη…An Alitalia plane approaches to land at Fiumicino International Airport in Rome

Ένα αεροπλάνο πέρασε πάνω από το σπίτι εκείνη την ώρα πηγαίνοντας για προσγείωση στο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, κι ο ήχος του μπήκε από την ανοιχτή πόρτα κι έκανε τα κρυστάλλινα ποτήρια στα ράφια της ξυλόγλυπτης, από ξύλο τριανταφυλλιάς, βιτρίνας να τρίζουν προσδίδοντας στην ατμόσφαιρα περισσότερο μυστήριο. Μην αγγίζετε τίποτα παρακαλώ είπε η κοπέλα αστυνομικός στον υπάλληλο της ελληνικής πρεσβείας που μπήκε εκείνη την ώρα στο σπίτι. Εκείνος έτριψε τα χέρια του για να τα ζεστάνει  και μονολόγησε δυνατά με απορία, μη περιμένοντας απάντηση, «μα εδώ είναι ζεστά».  Γύρισαν όλοι και κοιταχτήκανε. Πράγματι η ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι ήταν ζεστή. Το σπίτι θερμαίνεται με θερμοσυσσορευτές γύρισε και είπε ο αστυνόμος, που παρατηρουσε κάποιο ζωγραφικό πίνακα, προς όλους κόβοντας στη ρίζα κάθε ανόητη σκέψη που σαν παραφιάδα πήγαινε να πεταχτεί από τους νέους και άπειρους του επαγγέλματος. Δουλεύουν αυτόματα με ηλεκτρικό ρεύμα. Εάν το πτώμα δεν βρεθεί στο κήπο, τότε είναι στο πάνω πάτωμα. Κάνετε γρήγορα. Τελειώνετε. Δεν θα φάμε όλη τη βραδιά εδώ. Ξέρουμε ότι η Σοφία Βοζίκη είναι νεκρή. Ξέρουμε το δολοφόνο. Απομένει να βρούμε το πτώμα, και τον τρόπο που τη σκότωσε…..Τελειώνετε.

Στο κάτω πάτωμα δεν βρέθηκε το πτώμα της Σοφίας. Ούτε στο κήπο βρέθηκε τίποτα. Ενημερώθηκε ο αστυνόμος που φώναξε προς όλους,  πάμε… επάνω….

Στο βάθος του ισογείου, στη συνέχεια της μεγάλης σάλας υπήρχε το παλιό γραφείο του παππού. Δίπλα μια ξύλινη ημικυκλική σκάλα οδηγούσε στο πάνω όροφο. Ένα νιαούρισμα ακούστηκε αχνό και μια γκρίζα γάτα εμφανίστηκε στη σκάλα. Άρχισε να κατεβαίνει αργά αργά παρατηρώντας τους επισκέπτες έναν έναν, ψάχνοντας μέσα σ’ αυτούς τον πιο ιδανικό να πάει στα πόδια του να γουργουρίσει και να τριφτεί , να νοιώσει ένα ζεστό χάδι….

Η αστυνομικός τράβηξε τη τελευταία φωτογραφία στο ισόγειο. Σ’ αυτή φαινόταν η ξύλινη ημικυκλική σκάλα, ο αστυνόμος με τη ξεκούμπωτη καπαρντίνα του, ο υπάλληλος της ελληνικής πρεσβείας και η γκρίζα γάτα που κατέβαινε αργά τα φαρδιά σκαλοπάτια. Μέχρι εκεί έφτανε το στιγμιαίο φως του φλας. Όλα τα υπόλοιπα θα ήταν πνιγμένα στο σκοτάδι.

Πριν από δύο εβδομάδες η Σοφία ήταν στην Αθήνα. Ήρθε είδε τους δικούς της που φεύγανε για χειμερινές διακοπές στο Τορόντο. Εκεί θα τακτοποιούσαν  κάποιες εκκρεμότητες που σχετίζονταν με κληρονομικά από τους γονείς του πατέρα της. Ήταν κάποιες τυπικές λεπτομέρειες που μπορούσαν να τακτοποιηθούν με ένα απλό πληρεξούσιο, αλλά εκείνοι προτίμησαν να πάνε οι ίδιοι στο Καναδά για να δουν και τους αγαπημένους μακρινούς συγγενείς  τους.

Στην Αθήνα η Σοφία εκτός από τους γονείς της είδε και τη φίλη της τη Νέλλη. Συναντήθηκαν στο σπίτι της Σοφίας στο Μαρούσι. Εκεί της έδιξε ένα σπάνιο βραχιόλι, μοναδικό κόσμημα, χειροποίητο που της είχε χαρίσει η γιαγιά της. Το φόραγε συνέχεια και ήξερε πως σαν αυτό δεν υπάρχει άλλο. Ήταν φτιαγμένο από ασήμι και μαύρη δαντέλα. Η Νέλλη το είδε με ενδιαφέρον και το επεξεργάστηκε στα χέρια της, το φόρεσε , ποζάρισε με αυτό και το θαύμασε γιατί πραγματικά ήταν κάτι εντελώς μοναδικό και σπάνιο βραχιόλι. Δεν είχε ξαναδεί άλλο σαν κι αυτό.

Μιλήσανε για τις σπουδές τους. Για τα φλερτ τους και τις μικρές περιπέτειες, για τις αγωνίες τους για τα μελλοντικά σχέδιά τους…έπειτα πήγαν σε ένα καφέ κι εκεί είπαν ακόμα περισσότερα. Κάποια στιγμή η Σοφία έβγαλε από τη τσάντα της μια φωτογραφία ενός όμορφου αγοριού. Αυτός είναι ο Κωνσταντίνος, είπε στη Νέλλη. Τον λατρεύω. Είμαστε συμφοιτητές . εκείνος πάει για σκηνοθέτης. Άσε ταλέντο. Όλοι έχουν να λένε για τη πρόοδό του. Κρατούσε τη φωτογραφία στις άκρες των λεπτών δαχτύλων της για να μην αφήσει δαχτυλιές πάνω σ’ αυτή. Με το άλλο χέρι κρατούσε τη τσάντα της.

Η Νελλη με το καλλιτεχνικό της μάτι εβγαλε τη μηχανή και τράβηξε ένα κοντινό πλάνο με λαχτάρα. Τη Σοφία ντυμένη με μαύρο φόρεμα,με γυμνούς τους ώμους, στο ένα χέρι τη τσάντα να τη κρατά από πάνω σφιχτά και τα δάχτυλά της με τα γυαλιστερά νύχια της να φαίνονται σαν μια αγκράφα σαν ένα τέλειο κούμπωμα, στο άλλο τη φωτό με το χαρακτηριστικό κράτημα, και στο χέρι της περασμένο το σπάνιο και μοναδικό βραχιόλι με τη μαύρη δαντέλα. Όλες οι αποχρώσεις του γκρι μέχρι το ένα και μοναδικό μαύρο….

Έπειτα η Νέλλη πήρε τη φωτογραφία με την ίδια προσοχή από το χέρι της Σοφίας και μελέτησε τη μορφή του Κωνσταντίνου. Η Σοφία της έλεγε τα καλύτερα γι αυτόν. Η Νέλλη όμως είχε βγάλει τα δικά της συμπεράσματα. Δεν της είπε τίποτα αλλά κάτι δεν της άρεσε στην όψη του. Της φαινόταν βίαιος τύπος , κακός, γεμάτος ψέμματα , επικίνδυνος. Ποτέ δεν έπεφτε έξω η Νέλλη. Από μια φωτογραφία καταλάβαινε πολλά. Αλλά αυτό ήταν το μοναδικό της μυστικό , κρυφό από όλους , ατομικό. Δεν το είχε πει πουθενά, ότι ήταν ένα τέλειο πραγματικό μέντιουμ . Υπέφερε κάθε φορά που έβλεπε κάτι ύποπτο και άσχημο. Ήξερε το άσχημο τέλος μιας ιστορίας αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι να το σταματήσει ή να το αλλάξει.  Ποιος θα πίστευε ένα μέντιουμ…σκεφτόταν….

Και τώρα που είναι ο Κωνσταντίνος ρώτησε η Νέλλη. Στο σπίτι μου στην Ιταλία. Θα μένουμε μαζί για όσο καιρό οι γονείς μου θα είναι στον Καναδά. Αύριο το πρωϊ φεύγουν. Πάνε στο Τορόντο σε μια θεία μου. Και μεθαύριο φεύγω κι εγώ για Ρώμη. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ ανηπομονώ να πάω σπίτι. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ όμορφα νοιώθω που με περιμένει ο Κωνσταντίνος στο σπίτι. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ερωτευμένη είμαι….

Ήπιανε το καφέ τους, τα είπανε και χαιρετιστήκανε με φιλιά και ευχές για σύντομες συναντήσεις. Να προσέχεις αγάπη μου είπε η Νέλλη στη Σοφία. Πάντα τη φώναζε αγάπη μου και πάντα ένοιωθε την ανάγκη όταν χωρίζανε έστω και για λίγο να της λέει «να προσέχεις»

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013 Μαρούσι  ώρα  19:00 τοπική. Η Νέλλη βγαίνει από το μπάνιο λουσμένη με μια πετσέτα τυλιγμένη στα μαλιά της και φορά το ροζέ μπουρνούζι της που το έχει σφιχτά δεμένο στη μέση της. Πάει μπροστά στο καθρέφτη και σκουπίζει τα μαλιά της πότε από τη μια μεριά και πότε από την άλλη, φέρνοντάς τα κάθε τόσο όλα μπροστά και μετά όλα πάλι πίσω….

Ένα ηχητικό σήμα στον υπολογιστή της της υπενθυμίζει ότι έχει εισερχόμενο μήνυμα και πάει για να το διαβάσει. Με έκπληξη βλέπει επιτέλους ότι είναι απάντηση από τη Σοφία. Είχε μια εβδομάδα που της έγραφε συνέχεια και δεν έπαιρνε απάντηση. «Είμαι καλά, έχω πολύ διάβασμα. Γι αυτό δεν σου γράφω. Είμαι με τον Κωνσταντίνο . είμαι ευτυχισμένη . Το κινητό μου προσωρινά δεν λειτουργεί. Πολλά φιλιά  Σοφία».

Η Νέλλη σκούπιζε τα μαλιά της και σκεφτόταν πόσο διαφορετικό ήταν αυτό το μήνυμα της φίλης της, από όλα τα άλλα που πάντα της έγραφε. Λες και δεν το είχε γράψει η ίδια. Πόσο πολύ αλλάζει ο έρωτας τον άνθρωπο σκέφτηκε και άρχισε να ετοιμάζεται για την απογευματινή της έξοδο.

Σε λίγο ήταν έτοιμη για το ραντεβού της. Θα πέρναγε απ το σπίτι  η Κάτια μια φίλη της και θα πήγαιναν στη πλατεία του Αμαρουσίου περπατώντας, για καφέ . Κοίταξε το πρόσωπό της στο καθρέφτη και πρόσθεσε στα χείλη της μια απάλή ανταύγεια από το κραγιον της. Από το καθρέφτη είδε τη φωτογραφία της Σοφίας που ήταν πάνω στο γραφείο της. Σαν να τη φώναξε μια φωνή από εκεί…..Πήγε κοντά και πήρε τη φωτογραφία στα χέρια της. Η Σοφία στο κοντινό πλάνο με το μαύρο φόρεμα, να κρατά τη τσάντα της με το ένα χέρι και με το άλλο τη φωτογραφία του Κωνσταντίνου φορώντας το σπάνιο και μοναδικό βραχιόλι με τη μαύρη δαντέλα. Μέσα από αυτή τη φωτογραφία άκουσε να έρχονται φωνές. Άκουσε τσακωμούς με λόγια γεμάτα μίσος και βίαια χαστουκίσματα, πάλη σώμα με σώμα…άκουσε ένα σπαρακτικό ουρλιαχτό, έπειτα ησυχία …κι έπειτα μια σταγόνα αίμα έσταξε πάνω στη μαυρόασπρη φωτογραφία. Τελευταία άκουσε το αχνό νιαούρισμα μιας κρυμμένης γάτας.

Χτύπησε το κουδούνι. Ήτανε η Κάτια. Περίμενε στην είσοδο. Πόσες και πόσες φορές είχε ζήσει τέτοιες στιγμές η Νέλλη. Πόσες φορές είχε δει το κακό…μέσα από μια φωτογραφία χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα για να αλλάξει το πεπρωμένο….

Τόνισε το χρώμα του χλωμού προσώπου της με λίγο ρουζ κι έφυγε γρήγορα να συναντήσει τη Κάτια.

Περπατούσαν κατηφορίζοντας την οδό Θεμιστοκλέους και σε λίγο θα πίνανε μια ζεστή σοκολάτα σ ένα καφέ στη πλατεία Ευτέρπης. Η Νέλλη προσπαθούσε να διώξει τις φωνές της φωτογραφίας και η Κάτια της έλεγε τα νέα της από τη τελευταία εκδρομή που είχε πάει πριν λίγες μέρες στην Αράχωβα.

Πίνανε τη ζεστή σοκολάτα τους όταν η ματιά της Νέλλης έπεσε σε μια άγνωστη κοπέλα που καθόταν στο βάρος της καφετέρειας. Ήταν ντυμένη με μαύρο στενό φόρεμα και στο ένα της χέρι φορούσε ένα μαύρο βραχιόλι φτιαγμένο από ασήμι συνδιασμένο με μαύρη δαντέλα. Αυτό το βραχιόλι που είχε φτιάξει η γιαγιά της Σοφίας στο Καναδά πρίν από χρόνια….αυτό το βραχιόλι που θα αναγνώριζε μέσα σε εκατοντάδες άλλα με τη πρώτη ματιά αφού ήταν κάτι μοναδικό κάτι ξεχωριστό. Αυτό το βραχιόλι με τη μαύρη δαντέλα. Ένας κρύος άνεμος αγκάλιασε το κορμί της και πήρε από δίπλα της τη διπλωμένη ζακέτα της και την έριξε πάνω της. Η ματιά της τώρα έκανε και τη Κάτια να αναρωτηθεί τι συμβαίνει. Τι έχεις ; τι σου συμβαίνει; Τη ρώτησε…

Ένα λεπτό αργότερα μια μαχαιριά έπεσε πάνω της να την αποτελειώσει. Ο Κωνσταντίνος μπήκε στη καφετέρεια. Ήταν όμορφος όπως τον είχε περιγράψει η Σοφία . Προχώρησε  στο βάθος και συνάντησε τη κοπέλα με το μαύρο βραχιόλι. Έσκυψε και τη φίλησε. Εκείνη του έδειξε το χέρι της ποζάροντας το βραχιόλι που της ειχε δωρήσει……

Πρέπει να φύγω αμέσως είπε σχεδόν άφωνα η Νέλλη στη Νάντια. Θα σου πω αύριο τι συμβαίνει.

Σε λίγο βρισκόταν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής . τα εξιστόρησε όλα βιαστικά . Προλάβετε…είπε στους αστυνομικούς .Πριν φύγει από τη καφετέρεια. Ειδοποιείστε την ιντερπολ, την ιταλική αστυνομία. Αυτός σκότωσε τη φίλη μου. Τη Σοφία Βοζίκη. Κατοικεί στο Φιουμιτσίνο στη Ρώμη. Οδό Παολουτσι Άντζελο είκοσι. Εκεί θα βρούνε το πτώμα της…..τους είπε για το μήνυμα στον υπολογιστή, πριν από λίγη ώρα, τους είπε για το κινητό που μέρες τώρα την έπαιρνε και δεν απαντούσε, τους είπε για το βραχιόλι με τη μαύρη δαντέλα….. Η ώρα είχε πάει τρεις τα ξημερώματα και η Νέλλη περίμενε τα νέα από την Ιταλία. Οι ελληνικές αρχές βρισκόντουσαν σε συνεχή  ανοιχτή επικοινωνία με τις ιταλικές και με την ελληνική πρεσβεία της Ρώμης.

Προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με τους γονείς της Σοφίας αλλά δεν είχαν πάρει ακόμα απάντηση από το ελληνικό προξενείο του Τορόντο.

Τον Κωνσταντίνο δεν τον πρόλαβαν στη καφετέρεια. Όταν πήγαν οι αστυνομικοί, αυτός και η κοπέλα του είχαν φύγει…..

……Ο Αστυνόμος χάϊδεψε τη φοβισμένη γκρίζα γάτα, τη πήρε αγκαλιά και ανέβηκε αργά τη ξύλινη ημικυκλική σκάλα της βίλας. Ακολούθησαν και οι άλλοι. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας της Σοφίας ήταν μισάνοιχτη. Από εκεί είχε βγει η γάτα της. Με το παπούτσι του χωρίς να ακουμπήσει πουθενά τα χέρια του έσπρωξε τη πόρτα.

Το κρεβάτι ήταν στρωμένο και τα σκεπάσματα άθικτα. Τα έπιπλα κανονικά στη θέση τους. Η Σοφία ήταν γυρμένη πάνω στο γραφείο της και τα μαλιά της απλωμένα καλύπτωντας το αριστερό μπράτσο της μέχρι και το καρπό της που είχε περασμένο ένα όμορφο κόσμημα. Ένα βραχιόλι από ασήμι και μάυρη δαντέλα. Κάτω από τις παλάμες της γραμμένες κόλλες χαρτιού πολλές με σημειώσεις και διορθώσεις  παντού με κόκκινο μελάνι δίπλα από τα πρόχειρα χειρόγραφα. Μια λάμπα κυρτή κι αυτή φώτιζε τα χέρια της και τις κόλλες με τα γραπτά της.  Πιο κει σκιά. Παντού σκιά μέσα στο δωμάτιο. Μα δίπλα της τώρα που τα μάτια του αστυνόμου συνήθισαν να βλέπουν στο σκοτάδι, είναι ένας άντρας . Πέρα από το φως της λάμπας στη σκιερή πλευρά του γραφείου ο άγνωστος άντρας κι αυτός πάνω στο γραφείο, ακίνητος άψυχος….

Ένας ήχος μακρινός από ένα αεροπλάνο που έρχεται για προσγείωση στο Φιουμιτσίνο, δυναμώνει σιγά σιγά μέχρι που γίνεται πολύ δυνατός . τραντάζει τα πράγματα παντού μέσα στο σπίτι. Η Σοφία ξυπνάει και σαστισμένη φωνάζει. Ξύπνα Κωνσταντίνε . Ξύπνα αγάπη μου. Μας πήρε ο ύπνος. Πρέπει να κάνω κανα δυο διορθώσεις ακόμα και έπειτα να τα καθαρογράψω. Θέλω η εργασία μου να είναι τέλεια…αύριο πιστεύω να σκίσω……

Πάω να φτιάξω δυο δυνατούς καφέδες και έρχομαι είπε ο Κωνσταντίνος. Φίλησε τρυφερά τη Σοφία και κατέβηκε στη κουζίνα. Πίσω του έτρεξε η Πούσκα. Η γκρι λατρεμένη γάτα της Σοφίας.

Την ώρα που ο Κωνσταντίνος ανέβαινε με τους καφέδες χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού. Ποιος νάναι τέτοια ώρα αναρωτήθηκε η Σοφία. Σήκωσε το ακουστικό και ο πατέρας της με τρομερή αγωνία αναστατωμένος τη ρώταγε αν είναι καλά. Αν κινδυνεύει από τίποτα….εκείνη τον καθησύχασε διαβαιβεώνοντας πως είναι καλύτερα από κάθε άλλη φορά.  Αύριο το μεσημέρι παρουσιάζω την εργασία μου του είπε. Πιστεύω να τα πάω καλά. Έπειτα μίλησε με τη μητέρα της. Εκείνη έκλεγε που ήταν μακριά από την αγαπημένη της κόρη. Μας πήραν από τη πρεσβεία παιδί μου. Μας αναστάτωσαν ….φαίνεται λάθος έγινε…κάποιο λάθος..

Μιλάγανε για αρκετή ώρα. Στο τέλος πολλά φιλιά και η γραμμή έκλεισε. Η Σοφία έκανε τις τελευταίες διορθώσεις τράβηξε τις τελευταίες κόκκινες μολυβιές και απόλαυσε το καφέ της στην αγκαλιά του Κωνσταντίνου.

Ο ήχος ενός αεροπλάνου που προσέγγιζε το αεροδρόμιο άρχισε να ακούγεται από μακριά… η Σοφία ακολουθόντας την αυξανόμενη ένταση του ήχου φώναζε σ’ αγαπώωωωωω και δυνάμωνε τη φωνή της μέχρι που κι ο Κωνσταντίνος απάντησε με δυνατή φωνή κι εγώ σ’ αγαπώωωωωωωωωω. Ένα αγαπώ που το κράτησε σβήνοντας σιγά σιγά τη φωνή του μέχρι τη προσγείωση του αεροπλάνου στο διεθνές αεροδρόμιο του Fiumicino το «Λεονάρντο Ντα Βιντσι».

Σύνδεσμός

ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΚΡΑΣΙ ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ named by: Nikospan

wine

Η βροχή έπεφτε από νωρίς το απόγευμα και όσο πήγαινε δυνάμωνε. Κάθε φορά που κοίταζα από το παράθυρο με μόνη επιθυμία να δω να σταματάει και να στραγγίσουν τα νερά που έτρεχαν σαν χείμαροι στους δρόμους, την έβλεπα να δυναμώνει και η αγωνία μου για τη συνέχεια της βραδιάς με άγχωνε και με έκανε πολύ νευρικό.

Έπρεπε να πήγαινα για τη πρόβα. Τη τελική πρόβα. Απόψε θα ήταν ή η ένδοξη αρχή της επαγγελματικής, καλιτεχνικής καριέρας μου ή το καταστρεπτικό φινάλε της όλης μου προσπάθειας. Είχα πιει τρεις καφέδες και κάπνιζα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Δεν ήξερα πια τι να πιω, τι γεύση να συνδιάσω που να ταίριαζε με τη γεύση του καπνού, και τώρα τα τσιγάρα που συνέχιζα να καπνίζω με εκαναν να νοιώθω απαίσια με τον εαυτό μου.

Στάθηκα πάλι στο παράθυρο μπροστά. Αυτή τη φορά η ματιά μου παρατάθηκε σε χρόνο και απλώθηκε στο βρεγμένο οδόστρωμα που ήταν πλημυρισμένο και οι χοντρές σταγόνες της βροχής με τη πτώση τους έκαναν βουτιές στο μαζεμένο νερό, πετώντας ψηλά σαν αφηρημένα πολύπλοκα σχέδια τα απόνερα από τη πτώση τους. Καθώς τα φώτα του δρόμου έπεφταν χαμηλά κι έφταναν μέχρι εκεί, άγγιζαν με το αμυδρό φωτισμό τους τα στιγμιαία υδάτινα σχέδια και τις πιτσιλιές της νεροποντής τονίζοντας τις πινελιές, του όλου σκηνικού με εικαστική τελετουργική δημιουργικότητα. Που είναι ο ζωγράφος; Που είναι ο φωτογράφος; Που είναι ο ποιητής; Που είναι όλοι οι άλλοι… Σκέφτηκα…όλοι θα είχαν κάτι να πουν…όλοι θα έπιαναν το προζύμι της έμπνευσης και θα ζύμωναν με τα δημιουργικά χέρια τους τα έργα τους κι αυτά θα φούσκωναν σιγά σιγά με τα διαφορα υλικά τους σαν τα καρβέλια του ψωμιού που περιμένουν το τελικό φούρνισμα. Μετά θα γινόντουσαν τροφή. Μια τροφή εικαστικής τέχνης, πολύτιμη όσο και το ψωμί.

Η ώρα πέρναγε, η βροχή συνέχιζε να πέφτει με αμείωτη ένταση. Ήταν κάτι πρωτοφανές για τα δεδομένα της πόλης. Μέχρι σήμερα δεν θυμάμαι ποτέ να έβρεχε τόσες πολλές ώρες στην Αθήνα συνέχεια.

Οι αστραπές φέγγιζαν τους σκοτεινούς τοίχους της σάλας κι εγώ προλάβαινα να βλέπω τη σκιά μου να φωτογραφίζεται πάνω τους, πότε εδώ πότε πιο κει  σαν ένα σκουρόχρωμο φάντασμα που περιφερόταν μυστηριωδώς. Έπειτα ερχόταν ο παρατεταμένος ήχος της βροντής και τράνταζε τα τζάμια και τα γυάλινα αντικείμενα και τα σερβίτσια που ήταν φυλλαγμένα με τάξη μέσα στο μπουφέ κι όλα μαζί τσίριζαν και φώναζαν ανάλογα με την ένταση της βροντής. Έπειτα κι άλλη βροντή και άλλες φωνές των γυαλικών κι έπειτα κι άλλη βροντή και άλλες φωνές που τόνιζαν τη μοναξιά της στιγμής. Εγώ οι αστραπές και οι βροντές….εγώ σαν ένας άφωνος και άγνωστος επισκέπτης μέσα στο τριόροφο νεοκλασικό σπίτι της οδού Λευκωσίας, κοντά στη πλατεία Αγάμων.

Κάποτε δεν ήμουνα μόνος σ’ αυτό το σπίτι. Είχα και τους μεταξοσκώληκες . Κάθε πρωϊ πήγαινα στη πλατεία, πριν ξημερώσει και μάζευα τρυφερά φύλλα από τις πάμπολες μουριές. Τα φύλλαγα με ευλάβια μεγάλη στο στήθος μου, μεσα από τη μπλούζα μου πάνω από τη φανέλλα και τα έφερνα γρήγορα στο σπίτι, τα έπλενα καλά τα στέγνωνα στον αέρα και τα άπλωνα στα ξύλινα ραφάκια που ήταν οι τραπεζαρίες των σκουλικιών. Τα χάζευα ώρες ολόκληρες που έτρωγαν και μεγάλωναν. Δεν είχα κάνει ποτέ παραγωγή μετάξι. Δεν με ενδιέφερε. Αφηνα κανονικά να εξελιχθεί ο κύκλος της ζωής τους όπως ο Θεός την όρισε γι αυτά. Γεννιόντουσαν από μικροσκοπικά αυγά, σαν το κεφαλάκι της καρφίτσας. Θρεφόντουσαν με φύλλα μουριάς, μεγάλωναν , προς το τέλος πριν αρχίσουν να κάνουν το μετάξι, γινόντουσαν λευκοδιάφανα και γυαλιστερά σαν το φύλντισι. Έπειτα το καθένα έπιανε μια γωνιά ανάμεσα στα ξύλινα ραφάκια και έκανε το κουκούλι του βγάζοντας συνέχεια χωρίς σταματημό  μια μονοκόματη λεπτή κλωστή το μετάξι….κλεινόταν  μέσα σ’ αυτό σιγά σιγά , αργά, αργά και μετά μεταμορφωνόταν σε χρυσαλίδα. Μια πεταλούδα που τρύπαγε το κουκούλι με κάποιο υγρό οξύ που έβγαζε από την ουρά της. Έβγαινε από το κουκούλι, γεννούσε τα αυγά της και πέθαινε. Ο κύκλος έκλεινε με το θάνατο της πεταλούδας. Μια μέρα καθάριζα τα τελάρα. Είχα βγει στο πίσω μπαλκόνι που κοίταζε στο κήπο. Τα είχα πάνω σε ένα τραπέζι που η μια του πλευρά ακουμπούσε πάνω στα σιδερένια κάγκελα του μπαλκονιού. Εκεί τα άφησα να αεριστούν. Χτύπησε το τηλέφωνο. Έπρεπε να πάω στο ταχυδρομείο να παραλάβω ένα δέμα. Η μέρα ήταν καλή. Ηλιόλουστη. Το γιασεμί του κήπου έφτανε μέχρι το μπαλκόνι και τα άνθη του έκαναν την ατμόσφαιρα να μοσχοβολάει σαν βρεφική ανάσα.

Άφησα τα τελάρα πάνω στο τραπέζι και έφυγα για το ταχυδρομείο. Εκεί υπήρχε πολυκοσμία. Ρώτησα για το δέμακαι έλαβα τη νωχελική απάντηση του υπαλλήλου, που με δυσκολία μου είπε ότι πρέπει να περιμένω στην ουρά.Καθυστέρησα. Άρχισα να γίνομαι νευρικός. Μια περίεργη αίσθηση τύλιξε το κορμί μου, μια κρυάδα ξαφνική και ρίγησα στη σκέψη που έπεσε απ’ το μυαλό μου. Οι μεταξωσκόληκες…. Έφυγα γρήγορα από το ταχυδρομείο. Στο διάολο το δέμα φώναξα. Προχωρούσα γρήγορα, σκούντησα κανα δυο αργόσχολους ανθρώπους στο δρόμο και όπως απομακρυνόμουνα κατάλαβα πως με βρίζανε….δεν είχαν και άδικο , αλλά η ανησυχία μου μεγάλωνε, φούντωνε, τώρα το ρίγος έγινε, ρίγη απανωτά και μια δυσκολία στην αναπνοή μου κι ένας πόνος στο στέρνο μου με έκαναν να καταλάβω πως τα μονάκριβα σκουλικάκια μου κινδύνευαν. Ή εγώ έφτανα στο τέλος μου ή αυτά κινδύνευαν. Τον εαυτό μου τον γνώριζα καλά, δεν είχα φτάσει ακόμα στο τέλος της ζωής μου. Κάτι άλλο συνέβαινε…..κάτι που με θανάτωνε πρόωρα…..Θεέ μου κάνε όλα αυτά που νοιώθω να είναι μια σύμπτωση….μήπως ήπια πολύ γάλα το πρωϊ και με πείραξε; Μήπως δεν κοιμήθηκα καλά και ο οργανισμος μου είναι κουρασμένος; Μήπως….; δεν έβρισκα άλλες γελοίες ερωτήσεις να υποβάλω στο Θεό, δεν είχα κάτι άλλο για να ξεγελάσω τον εαυτό μου. Ο κίνδυνος ζούσε μέσα στο σπίτι μου κι εγώ ακόμα ήμουνα μακρυά…στο δρόμο. Με γρήγορο βηματισμό έφτασα στην εξώπορτα. Μια πανήψυλη ξύλινη και τζαμωτή πόρτα που παρέπεμπε σε παλιάς, αρχιτεκτονική ,εποχής.

Ανέβηκα τα σκαλιά λαχανιάζοντας. Η ανάσαμου ήταν έτοιμη να σταματήσει και όταν έφτασα στο μπαλκόνι διαπίστωσα πως η ανυσηχία μου ήταν πραγματική. Κατάλαβα πως τα αγαπημένα μου σκουλικάκια, μου φώναζαν βοήθεια επί ώρα. Ηταν ο άμαχος πληθυσμός που παράτησα στη λαίλαπα του πολέμου δίχως καμιά προστασία, δίχως κανένα καταφύγιο δίχως καμιά ελπίδα σωτηρίας…από το γιασεμί του κήπου που έφτανε μέχρι το μπαλκόνι μου ανέβηκαν οι ορδές του εχθρού. Μεγάλα κατάμαυρα μυρμήγκια, άγριοι και βάρβαροι πολεμιστές που ξέσκισαν με τις δαγκάνες τους τα τρυφερά μεταξένια ευάλωτα σωματάκια των μεταξωσκόληκων. Μετέφεραν τα κομματιασμένα τους σώματα στη σειρά κατηφορίζοντας πανηγυρικά στους πλεγμένους ξυλώδεις κορμούς του γιασεμιού. Πηγαίνανε τα λάφυρα στις φωλιές τους. Αυτοί οι ύπουλοι και άνανδροι πολεμιστές……..ήταν από τις φορές που τα έβαλα με το Θεό……ένα γιατί απλώς με μεγάλο ερωτηματικό υπέβαλα, ένα γιατί βγαλμένο από τη πονεμένη μου καρδιά και την απάντηση δεν την έχω πάρει μέχρι σήμερα, όπως μέχρι σήμερα δεν έχω συγχωρήσει τον εαυτό μου για τη θανατηφόρα αμέλειά μου…

Η βροχή συνέχιζε να πέφτει με διάρκεια χωρίς κανένα διάστημα παύσης. Χτήπησε το τηλέφωνο και στη κίνησή μου για να πάω προς αυτό και να σηκώσω το ακουστικό, μια αστραπή έλαμψε και η σκιά μου στο τοίχο παρουσιάστηκε για μερικά δευτερόλεπτα σαν ένα σκιάχτρο που το παράσερνε ο αέρας.

Ήταν ο Νίκος. Τα νέα δεν είναι καλά μου είπε.

__Ρίξε κάτι πάνω σου και πάμε στο θέατρο.

__Γιατί τι έγινε; Θα πάμε έτσι μ’ αυτό τον καιρό;

__Καλά δεν έχεις πάρει είδηση τι γίνεται απόψε στην Αθήνα;

__Όχι, περιμένω να σταματήσει η βροχή, να πάρω τα κοστούμια και να πάω στο θέατρο για τη μεγάλη πρόβα. Τι έγινε ρε Νίκο;

__Πλυμμήρες και καταστροφές. Αυτό έγινε. Με πήρε η Νάντια τηλέφωνο και από το σπίτι της είδε τη κατάρευση του Θεάτρου…ένα τμήμα της οροφής γκρεμίστηκε και πρέπει να πάμε να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει….Ντύσου και πάμε…Θα πάμε με τα πόδια γιατί τα νερά έχουν κάνει χείμαρους τους δρόμους και δεν κουνιέται κανένα αυτοκίνητο.

__Καλά κατεβαίνω. Θα περάσω από το σπίτι σου να πάμε μαζί. Περίμενε σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί.

Έκλεισα το τηλέφωνο και και στάθηκα για δευτερόλεπτα γεμάτος από αναπάντητα ερωτηματικά. Εάν τα πράγματα είναι έτσι, και το κτήριο κατάρευσε, εκτός από τη καριέρα μου, καταστρέφομαι και οικονομικά. Μέχρι εδώ ήταν. Δεν ειχα άλλα χρήματα να ξοδέψω πια. Ότι είχα και δεν είχα τα ξόδεψα για να ανεβάσω αυτό το έργο. Για να φτιάξω αυτό το θέατρο. Θα ήταν μοναδικό στην Αθήνα και στο κόσμο ολο….και τώρα…Μα τι λέει μωρέ η Νάντια…Που είδε ότι γκρεμίστηκε το Θέατρο; Αλλά πάλι αφού μένει απέναντι. Για να το λέει….

Άνοιξα το μεσαίο ντουλάπι του μπουφέ. Εσωτερικά είχε επένδυση από καθρέφτες και ήταν γεμάτο από μπουκάλια κάθε λογής, μικρά μεγάλα με ποτά. Διάφορα ποτά. Πάντα μου άρεσε να το ανοίγω και να ψάχνω τα μπουκάλια μέχρι να βρω κάποιο ποτό που θα μου έκανε όρεξη να το πιω. Τώρα δεν είχα χρόνο και διάθεση για να ψάξω. Τώρα ήθελα να πιω ένα ποτήρι ουϊσκι στα βιαστικά και να φύγω….

Με κοφτή την ανάσα μου από το ουίσκι που κατάπια γρήγορα, και ένα δερμάτινο μπουφάν που φόρεσα βιαστικά έφυγα από το σπίτι. Βγαίνοντας από το σπίτι βουτήχτηκα αμέσως στα νερά του δρόμου. Περπάταγα στην άσφαλτο αφού δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα, γιατί στα πεζοδρόμια, καταράχτες  από τρεχούμενα νερά από τα μπαλκόνια και τις ταράτσες των σπιτιών έρρεαν ασταμάτητα με θόρυβο και βουητό. Στο πρώτο κάθετο δρόμο που έφτασα κατάλαβα τι γινόταν αυτό το βράδυ στην Αθήνα….Ποτάμι ο δρόμος με τα νερά να φτάνουν στα γόνατα. Αυτοκίνητα παρασυρμένα και χτυπημένα, τσακισμένα το ένα με το άλλο κι όλα μαζί στοιβαγμένα  στη μια γωνιά , στο σταυροδρόμι Μοσχονησίων & Κύπρου. Οι δρόμοι έρημοι από αυτοκίνητα, γεμάτοι από κατοίκους  με απόγνωση να έχουν βρει από τα πλημυρισμένα ισόγεια και  υπόγεια,να κρατούν τα παιδιά τους ψηλά στα σκαλοπάτια στις εισόδους των πολυκατοικιών, να βλέπουν τα πράγματά τους να καταστρέφονται και να μη μπορούν να κάνουν τίποτα γι αυτά. Παντού νερά τρεχούμενα, ποτάμια , και η βροχή να μη λέει να σταματήσει. Ανηφόρισα την οδό Κύπρου μέχρι τη πλατεία Αμερικής. Εκεί τα νερά έτρεχαν από δύο διαφορετικές κατευθύνσεις . Στην επιφάνεια του νερού έπλεαν κονσέρβες και τρόφιμα κάθε είδους που ερχόντουσαν από τη Πατησίων. Στο σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος είχανε σπάσει οι βιτρίνες από τη πίεση του νερού που κατέβαινε από την οδό Λήμου σαν ποταμός φέρνοντας λάσπη και πέτρες από τη Κυψέλη και από τα τουρκοβούνια  και μέσα από αυτό έφευγαν στους δρόμους ότι μπορείς να φανταστείς, μουσταρδες, κονσέρβες , σάλτσες,κάθε είδους συσκευασμένες τροφές. Είχανε βγει όλα στο δρόμο και τρέχανε με την ορμή του νερού. Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό είδα πολλούς ανθρώπους να μαζεύουν τα απαραίτητα που η τύχη τους έστειλε μ’ αυτό τον τρόπο. Μακαρόνια, ρύζι, όσπρια….Ανάμεσά τους μια γιαγιά…με ένα μαύρο παλτό. Μουσκεμένη, καμπουριασμένη, ανήμπορη να περπατήσει κρατιώταν από το στύλο μια λάμπας της πλατείας με το ένα χέρι και με το άλλο κρατούσε διάφορα τρόφιμα που μάζεψε μέσα απ’ το νερό που αγριεμένο προσπαθούσε να της τα ξαναρπάξει μέσα από τα χέρια. Έπρεπε να φτάσω στην οδό Θήρας. Η Μυθήμνης ήταν ένας χείμαρος απροσπέλαστος. Ένα λεωφορείο αδειανό από κόσμο κυλούσε αργά αργά προς τη δύνη του νερού στη γωνία Πατησίων και Μυθήμνης. Μετά από λίγο αρχισε να παρασύρεται έντονα από το νερό, μετά άρχισε να στροβιλίζεται και στο τέλος έπεσε με φόρα πάνω σε μια κολώνα της γωνιακής πολυκατοικίας και χώθηκε τσακισμένο κάτω από τη στοά, σπάζοντας τα ρολα και τα  τζάμια από δυο γωνιακά μαγαζιά. Το ένα ήτανε φαρμακείο και το άλλο γκαλερύ με πίνακες ζωγραφικούς που τώρα παρασύρθηκαν από τα νερά και τη λάσπη και σπάσανε και χάθηκαν μακρυά από το βλέμμα του καλλιτέχνη.

Με δυσκολία πέρασα το δρόμο. Κινδύνεψα γιατί ο χείμαρος ήταν ορμητικός και κάτι με χτύπησε στο πόδι, ίσως κάποιο ξύλο ίσως κάποιο άλλο αντικείμενο. Έχασα την ισορροπία μου και πάνω που ήμουνα έτοιμος να πέσω στα νερά ένα χέρι με τράβηξε και ξαναστηλώθηκα στα πόδια μου. Ήταν ο Νίκος. Τραβήχτηκα στο πεζοδρόμιο και περίμενα να πει τη πρώτη λέξη. Ερχόταν από τη Θήρας. Θήρας και Μοσχονησίων εκει που ήταν το Θέατρο.

Πριν από οχτώ μήνες ψάχνοντας τα νεοκλασικά κτήρια της περιοχής για να νοικιάσω ένα για επαγγελματική χρήση, είχα βρει αυτό σε αρκετά καλή τιμή αφού ο ιδιοκτήτης του έφευγε για το εξωτερικό.Ήταν μεγάλο όπως το ήθελα και τριόροφο που μου επέτρεπε να είχα χρήσιμους αποθηκευτικούς χώρους που χρειαζόμουνα για τα σκηνικά. Έκανα όλες τις απαραίτητες εργασίες για να γίνει θέατρο. Μια ανακαίνηση ριζική εσωτερικά και εξωτερικά που κράτησε τρεις μήνες. Έπειτα τοποθετήθηκε ο εξοπλισμός. Δάπεδα , καθίσματα, εγκαταστάσεις ατμού, βροχής, ομίχλης κλπ. , γιατί το θέατρο αυτό θα ήταν αισθησιακό. Όχι μόνον θα παρακολουθούσε ο θεατής μια παράσταση, αλλά θα αισθανόταν με όλες του τις αισθήσεις, θα ζούσε μέσα σ αυτή, θα λάβαινε μέρος σαν να ήταν ηθοποιός, σαν να έπαιζε κι αυτός με τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Πουθενά στο κόσμο τέτοιο θέατρο. Κανείς δεν είχε σκεφτεί κάτι τέτοιο. Τα καθίσματα ήταν τοποθετημένα παντού, αλλά αραιά. Δεν ακουμπούσε το ένα το άλλο. Ήθελα ο θεατής να αισθάνεται ξεκάρφωτος, μόνος του και μοναχικός χωρίς τη συντροφιά του διπλανού του, χωρίς τη δυνατότητα να πει κάτι ή να κρατήσει το χέρι της αγαπημένης του. Να είναι εκτεθημένος απέναντι στους άλλους όπως εκτεθημένος είναι και ο ηθοποιός….και το έργο θα παιζόταν ανάμεσα σε όλους. Δεν θα υπήρχε το σανίδι , η σκηνή, ξεχωριστή και σε άλλο επίπεδο. Όχι σ’ αυτό το Θέατρο θα διαδραματιζόντουσαν όλα σε ένα χώρο. Σε ένα χώρο κοινό. Θεατών και ηθοποιών….όλοι θα παίζανε κάποιο ρόλο.

Ο θεατής θα άγγιζε τον ηθοποιό. Ο Ηθοποιός θα άγγιζε τον θεατή…

Όλα αυτά θα τα έλεγα απόψε στη Press conference που θα έδινα. Θα ερχόντουσαν διάφοροι καλλιτέχνες, σκηνοθέτες, καθηγητές μου από τη σχολή,δημοσιογράφοι. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Θα τους τα αποκάλυπτα όλα απόψε. Όλοι ξέρανε μόνον πως θα παρακολουθούσαν τη τελική πρόβα του έργου μου «Οι εννιά θα μείνουν πάντα εννιά».

Στεκόμουνα όρθιος στο απέναντι πεζοδρόμιο. Νερά έτρεχαν από παντού πάνω μου. Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα. Ένα κομάτι της οροφής του κτηρίου είχε υποχωρήσει και πάμπολα κεραμίδια σπασμένα είχαν σκορπιστεί στο δρόμο. Το σκηνικό ήταν θλιβερό. Τα διπλανά κτήρια σκοτεινά, κατασκότεινος και ο δρόμος.

Ο Νίκος δίπλα μου έβλεπε στο σκοτάδι τη σκιά του μισογκρεμισμένου θεάτρου. Από τη ξύλινη τεράστια πόρτα του βγαίνανε νερά με πίεση. Σκέφτηκα το χώμα που είχαμε πάρει και το είχαμε μέσα σε ειδικές μεταλλικές σκάφες και το καταβρέχαμε τόσες μέρες ώστε να μυρίζει έντονα και τη στιγμή που θα έπρεπε να νοιώσει ο θεατής το άρωμά του στη σκηνή που ο φόβος μετριέται με το θάνατο και η χαρά με τη γέννηση θα έπεφτε με φτυαριές κάτω από τα καθίσματα και ο χώρος όλος θα μύριζε από βρεγμένο χώμα….ένα χώμα που σκεπάζει ένα άψυχο σώμα, ένα χώμα που δίνει τη ζωή σε  ένα σπόρο, το κάνει φυτό που μεγαλώνει και ανθίζει. Πάνε τα σκηνικά, πάνε τα κοστούμια πάνε όλα…είπε ο Νίκος, που ήξερε με τι κόπο και τι προσπάθειες είχα κατορθώσει να τα φτιάξω όλα αυτά.

__Πάμε Νίκο. Πάμε… είναι ανώφελο να καθόμαστε μέσα στη βροχή. Δεν φταίμε σε τίποτα για ότι έγινε. Δεν αξίζει να καθόμαστε έτσι και να μας δέρνει η βροχή. Άλλωστε χάθηκαν όλα. Δεν ξέρω πως θα είναι η μέρα αύριο. Ξέρω όμως ότι εγώ πρέπει να είμαι έτοιμος να αρχίσω ξανά από την αρχή.

__Που πας από κει; Πάμε καλύτερα από την Γ΄ Σεπτεμβρίου. Θα γλυτώσουμε από τα ορμητικά νερά της πλατείας.

__Όχι έλα από δω.Θα δεις που θα πάμε.

Ανηφορήσαμε με δυσκολία την οδό Θήρας έως τη Πατησίων. Οι σκέψεις στο μυαλό μου ήταν τόσες , όσες και οι σταγόνες της βροχής που έπεφταν αδιάκοπα. Κοίταξα προς τον ουρανό. Δεν φαινόταν τιποτα, παρά μόνον νερό. Νερό που συνέχιζε να πέφτει χωρίς καμία διακοπή. Περνώντας τη Πατησίων που είχε γίνει ορμητικός χείμαρος, φτάνοντας στο απέναντι πεζοδρόμιο, γύρισα και είδα κάτι μέσα από τα δεκάδες αντικείμενα που έπλεαν στο νερό με ταχύτητα. Κάτι που μου φάνηκε γνωστό. Ένα μαύρο φουσκωτό υφασμάτινο πράγμα….ένα μαύρο παλτό. Θυμήθηκα τη γιαγιά που κρατιόταν με δυσκολία σε ένα στύλο της πλατείας, με λίγα τρόφιμα στο ένα χέρι που με μανία προσπαθούσε να της τα πάρει το νερό. Κοίταξα για κάμποση ώρα το παρασυρμένο παλτό μέχρι που χάθηκε απ’ τη ματιά μου. Ήμουνα παγωμένος από τη βροχή. Δεν είχα άλλα περιθώρια για να ρυγίσω από τη μυρωδιά του θανάτου.

Αντίο φώναξα….αντίο γιαγιά και έκανα το σταυρό μου. Αυτά τα λόγια θα έλεγα απόψε στο θέατρο στο τέλος της πρώτης πράξης. Αντίο γιαγιά θα έλεγα και θα έκανα το σταυρό μου.

Ανεβήκαμε μέχρι την Ιωάννου Δροσοπούλου και στρίψαμε αριστερά. Προχωρήσαμε αμίλητοι  και σε κάθε κάθετο δρόμο βοηθούσαμε ο ένας τον άλλο για να μπορέσουμε να το διασχίσουμε. Μετά την Κύπρου τα πράγματα ήταν πιο εύκολα.

__Μα που πάμε βρε Δημήτρη;

__Φτάνουμε Νίκο φτάνουμε…

Στο δεξί πεζοδρόμιο από μακρυά ξεχώριζε μια μοναδική λάμπα να κρέμεται κάτω από ένα μικρό στέγαστρο και να φωτίζει μια μικρή ξύλινη πινακίδα, που μαρτυρούσε ότι μέσα σ’ αυτό το χαλασμό ο Σάββας ήταν εκεί και περίμενε….

Ταβέρνα η Ψάθα….διάβασε ο Νίκος.

__εγώ δεν έχω ξανάρθει εδώ.

__Ο Σάββας είναι φίλος μου. Έρχομαι τακτικά εδώ.

Κοιταχτήκαμε. Είμαστε μούσκεμα. Δεν υπήρχε τίποτα στεγνό πάνω μας. Στάζαμε …

Ανοίξαμε δειλά το ένα φύλλο από τη διπλή ξύλινη πόρτα με τα τετράγωνα μικρά παραθυράκια και μπήκαμε στο ζεστό χώρο της ταβέρνας. Μια παρέα από οκτώ νεαρά άτομα, φοιτητές, καθόντουσαν  στη δεξιά πλευρά δίπλα από το τζάκι  και με δυό κιθάρες και με φωνές μελωδικές στόλιζαν ηχητικά κι έκαναν το ταβερνάκι  μαγευτικό.

Μας υποδέχτηκε ο Σάββας με απωρία και χαρά. Έλάτε από δω μας είπε. Του σύστησα τον Νίκο. Του είπα ότι είναι κολλητός μου φίλος και συνεργάτης.

Έβαλε δυο καρέκλες δίπλα από το τζάκι , κάτσαμε δίπλα από τη φωτιά και αναστενάξαμε κι οι δυό ταυτόχρονα με ανακούφιση μετά από τη περιπέτειά μας στη βροχή….

Έφερε κι ένα τραπέζι, το βόλεψε δίπλα μας. Τι να φτιάξω με ρώτησε. Τι θέλετε.

__ένα ποτήρι κρασί θέλω μόνο.

του είπα με στόμφο και απλώθηκα στη καρέκλα με μέτωπο στη φωτιά του τζακιού.

__Το ίδιο κι εγώ…Ένα ποτήρι κρασί θέλω μόνο….

Επανέλαβε κι ο Νίκος με το ίδιο ύφος.

Ο Σάββας έφερε το κρασί, το σέρβιρε στα ποτήρια και ρώτησε…

Πως γίνατε έτσι μούσκεμα. Μα τι κακό κι αυτό σήμερα. Ποιος ξέρει τι άσχημα νέα θα φέρει η αυριανή μέρα. Ποιος ξέρει τι καταστροφές θα έχουν γίνει.

Καταστροφές; Ρωτήσαμε με απορία ο Νίκος κι εγώ ταυτόχρονα…α μπα όχι και πολλά πράγματα….και βάλαμε τα γέλια….Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια και ήπιαμε μονομιάς το θείο νέκταρ…..

Πάω να φωνάξω τη Κάτια. Είπε ο Σάββας… έχει ετοιμάσει καλό μεζέ… σπιτικό… για κρασάκι…σπετσοφάϊ. Και ξέρεις πως το φτιάχνει κάθε φορά. Πεντανόστιμο.Έχει ψήσει και σπανακόπιτα έχει φτιάξει και πολλούς άλλους μεζέδες Κι έχει και φρέσκο χωριάτικο ψωμί…..που τραβιέται με τη σάλτσα….

Τι ήτανε να το πει…είχε ένα ιδιαίτερο ύφος όταν μιλούσε για φαγητό ο Σάββας….μας άνοιξε την όρεξη.

Εκείνο το βράδυ φάγαμε όλο το σπετσοφάι, φάγαμε τη πίτα και τους άλλους μεζέδες, φάγαμε όλο το ψωμί της Κάτιας της γυναίκας του. Τα ρούχα μας στέγνωσαν από τη φωτιά στο τζάκι, κι οι καρδιές μας ζεστάθηκαν από τις κιθάρες και τις φωνές των φοιτητών….

Εκείνο το κρασάκι εκείνο το βράδυ, θα μας μείνει αξέχαστο. Θα μείνει αξέχαστο γιατί μας έκανε και ξεχάσαμε μονομιάς κάθε κακό που είχε συμβεί. Δεν βαριέσαι είπαμε κάποια στιγμή. Η ζωή συνεχίζεται. Και συνεχίζεται με χαρά και ελπίδα. Όλα θα πάνε καλά. Και είπαμε πολλά αστεία εκείνη τη νύχτα. Μα πάρα πολλά αστεία. Έχουμε να θυμόμαστε τα ξεκαρδιστικά γέλια της Κάτιας….και του Σάββα.

Και κάθε φορά που γεμίζαμε τα ποτήρια…επαναλαμβάναμε με στόμφο, ο Νίκος κι εγώ…ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΚΡΑΣΙ ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ……. ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ ΜΑΣ…….και τζουγκράγαμε τα ποτήρια μας.

Dimitris Manousakis

αφιερωμένο στον εμπνευστή του τίτλου Nikospan.

Ωραίο τίτλο διάλεξες Nikospan,αφού ένα ποτήρι κρασί είναι ένα γύρισμα στο κουρδιστήρι της χαράς.

Σύνδεσμός

Η γέννα στο σπίτι του υπουργού

_Φρίντα είναι έτοιμο το μπάνιο;

_Όχι ακόμα κυρία….σε λίγα λεπτά.

Αυτό το διάλογο άκουσα πρώτα κι εκείνη τη στιγμή άρχισα να βλέπω γύρω μου τον κόσμο. Βρισκόμουνα στο ταβάνι ενός μπάνιου μιας κατοικίας. Από τη μια μεριά έβλεπα ένα μεγάλο πανύψηλο τζάμι που στο πάνω μέρος, πολύ κοντά μου είχε ένα μεγάλο φεγγίτη με μεταλλικό μηχανισμό που το άνοιγε για να αερίζεται ο χώρος. Τώρα ο φεγγίτης ήταν κλειστός, τον είχε κλείσει η Φρίντα, μια μεσόκοπη μελαχρινή γυναίκα που φορούσε ένα σκουρόχρομο φόρεμα με μια λευκή ποδιά που ξεκίναγε κρεμασμένη από το λαιμότης κι έφτανε μέχρι τα γόνατα. Πρέπει να ήτανε η καμαριέρα της κυρίας…

Ήμουνα κολλημένη πάνω στο ταβάνι. Γύρω μου μικρά σταγονίδια, πιο μικρά από μένα περίμεναν υπομονετικά κάποια κίνηση να βρεθούν κοντά το ένα με το άλλο, να ενωθούν και να γίνουν κι αυτά μικρές σταγόνες όπως είχα γίνει κι εγώ. Θολή η ατμόσφαιρα γύρω μου από τον ζωοδόχο ατμό που με ζέσταινε και με αυτή την υγρή ζεστασιά του θρεφόμουνα, μεγάλωνα αργά αργά και έπερνα σχήμα στρογγυλωπό, πάχαινα, γινόμουνα ολοένα και πιο όμορφη,πιο υγρή πιο σταλακτερή, σιγά σιγά γινόμουνα μια τέλεια σταγόνα από νερό που ήμουνα έτοιμη να γεννηθώ.

Ο φωτισμός του μεγάλου μπάνιου γινόταν από τους πλαϊνούς τοίχους με απλίκες σβαρόβσκι. Τα μισά φωτιστικά φώτιζαν το ταβάνι και τα άλλα μισά έριχναν το φως τους στο πάτωμα απλώνοντας με λαμπρότητα ένα λευκό σατινέ φως πάνω στις μεγάλες ελεύθερες επιφάνειες του μπάνιου και ένα πιο σκούρο λευκό ψυχρό πολικό φως, στα καμπυλωτά και κρυφά μέρη της επίπλωσης και του εξοπλισμού του. Σβαρόβσκι ήταν επίσης τα άκρα από το κουρτινόξυλο που ήταν στερρεωμένο κάτω από το φεγγίτη και πάνω του κρεμμόταν μια κατάλευκη βαμβακερή κουρτίνα απλικαρισμένη περίτεχνα από κάποιο παλιό γυναικείο ταλαντούχο χέρι…πρέπει να ήτανε παλιό προικιό από αυτά που φυλλάσονται κάμποσα χρόνια στα σεντούκια των γιαγιάδων και με τη πάροδο των χρόνων περνάνε στις κόρες και έπειτα στις εγγονές. Μου έκανε εντύπωση γιατί ήταν κατάλευκη, καθαρή καλοσιδερωμένη και κολλαρισμένη που μαρτυρούσε πως βρισκόμουνα τώρα στην αρχή της ζωής μου κατά τη διάρκεια της γέννας μου, σε ένα ωραίο αρχοντικό νοικοκυραίων. Αχ …σκέφτηκα, τυχερή είμαι που θα γεννηθώ σε ένα τέτοιο σπίτι….

Έτσι είμαστε εμείς οι κατοικίδιες υδάτινες σταγόνες.Πριν ακόμα γεννηθούμε γνωρίζουμε τα πάντα. Βλέπουμε τα πάντα, ακούμε τα πάντα, μιλάμε τη δική μας άηχη γλώσσα, και δεν γεννιόμαστε με οδύνες και φωνές. Όχι εμείς γεννιόμαστε ήσυχα, εντελώς αθόρυβα, πότε πάνω σε ένα κεραμικό πλακάκι, πότε στο τζάμι ενός παράθυρου, πότε στο ταβάνι ενός μπάνιου, πότε πάνω στο θόλο ενός ανατολίτικου λουτρού.

Το πρώτο βήμα μας μέσα στη ζωή, γίνεται με το πρώτο στάξιμο. Από κει ξεκινάει η πορεία μας και ακολουθούμε τη ροή του χρόνου, δίπλα στις ζωές των ανθρώπων όπως ακριβώς και τα κατοικίδια ζώα….

Έριξα μια ματιά στο φεγγίτη. Ήταν ένα καταπληκτικό αμμοβολισμένο τζάμι, δεν πρέπει να ήταν από δω…με μια καλύτερη ματιά που το πρόσεξα κατάλαβα πως ήταν σχεδιασμένο και καλλιτεχνικά επεξεργασμένο στη Δανία, από Δανό σχεδιαστή, μάστορα καλό ξακουστό. Κάτσε να δεις πως τον λένε….. μωρέ πως τον λένε……

Ακριβό τζάμι για μπάνιο…σχολίασα μέσα μου…φαντάσου τι θα γίνεται στο υπόλοιπο σπίτι….

Η ματιά μου πέρασε για λίγο έξω από το φεγγίτη, μαζί της πέρασε και η σκέψη μου και σκέφτηκα τις άγριες ξαδέλφες μου. Τις σταγόνες που γεννιούνται έξω στη φύση…με αστραπές και κεραυνούς, με μπόρες και καταιγίδες που γεννιούνται στα σύννεφα και ζουν στις λίμνες, στα ποτάμια και στη θάλασσα…απαπα…όχι…δεν θάθελα ποτέ να ήμουνα μια άγρια σταγόνα….πως αντέχουν και ζουν με αυτό τον τρόπο αυτές οι άγριες σταγόνες; Μάζεψα γρήγορα τη ματιά μου από έξω, μάζεψα και τη σκέψη μου και πριν προλάβω να ηρεμήσω από την ανατριχήλα που διαπέρασε το κορμί μου, άκουσα τη Φρίντα να φωνάζει στη κυρία της….

_Το μπάνιο είναι έτοιμο κυρία.

Χωρίς να πάρει απάντηση η Φρίντα ακούμπησε πάνω σε ένα μπαμπού κατάλευκο σκαμπό τις ολόλευκες βαμβακερές πετσέτες, βγήκε από το μπάνιο και έκλεισε τη πόρτα. Από ολόλευκο μπαμπού ήταν και μια μεγάλη πολυθρόνα που ήταν δίπλα από τη μπανιέρα, με δυό αφράτα κατάλευκα πετσετέ μαξιλάρια, ένα στη πλάτη και ένα στο κάθισμα. Το καθένα από αυτά ήταν πονταρισμένα με πέντε ντυμένα από το ίδιο ύφασμα κουμπιά σε σχήμα πομπέ, και σημείωναν πάνω τους τον αριθμό πέντε όπως ακριβώς το πέντε των ζαριών. Σαν χιονισμένο τοπίο φάνταζε το μπάνιο της κυρίας….ένα χιόνι πανάκριβο που κάτι ήθελε να καλύψει…..

Άνοιξε η πόρτα και πέρασε αργά με ίσιο και ευθύ περπάτημα η κυρία. Φορούσε ένα λευκό μεταξωτό κοντό κιμονό δεμένο χαλαρά με μια ζώνη στη μέση της. Τα μαλιά της μαύρα μοιραία στο ύψος των ώμων ήταν η μόνη έντονη χρωματική αντίθεση μέσα σ’ αυτό το κατάλευκο τοπίο. Στάθηκε μπροστά στη μεγάλη μπανιέρα που ήταν γεμάτη αρωματισμένο νερό, δοκίμασε τη θερμοκρασία του νερού με το χέρι της παραμέρισε κάποια λευκά πέταλα από μαδημένα τριαντάφυλλα που έπλεαν εδώ κι εκεί στην επιφάνεια. Φάνηκε ευχαριστημένη. ΄Εβγαλε το λευκό κιμονό και το άφησε να πέσει κάτω στο πάτωμα. Τώρα ήταν γυμνή. Ένα γυμνό γυναικείο κορμί αφημένο πάνω στη λευκή παλέτα του καλλιτέχνη, με λίγο ρόζ και ελάχιστο μαύρο χρώμα….

Βούτηξε στη μπανιέρα. Ένας ελαφρύς κυματισμός του νερού και μετά η απόλυτη ησυχία.

Έβγαλε το χέρι της από το νερό και έσπρωξε ένα πλακάκι στο τοίχο. αυτό μετακινήθηκε κυκλικά και με τη περιστροφή του αποκάλυψε μια μικρή κρύπτη…μέσα σ’ αυτή υπήρχε ένα τηλεκοντρολ. Το πήρε, πάτησε ένα κουμπάκι, το ξανάβαλε στη θέση του και ακουμπώντας το πλακάκι ελαφρά αυτό επανήλθε στην αρχική του θέση. Ταυτόχρονα μια μουσική άρχισε να διαχέεται μέσα στο αρωματισμένο μπάνιο και να φτιάχνει την ατμόσφαιρα πιο ζεστή, φέρνοντας στο χώρο μια διάθεση χαλάρωσης και διαλογισμού.

Είχα βαρύνει πολύ. Είχα μεγαλώσει σε μέγεθος. Ο αρωματισμένος από τα αιθέρια έλαια ατμός του νερού που αναδυόταν από τη μπανιέρα, με έτρεφε τόσην ώρα πληρώνοντας κάθε κενό των συστατικών της ύπαρξής μου και ένοιωθα πως τώρα πια πλησιάζει ο τοκετός μου. Ένας τοκετός εαυτός χωρίς μάνα. Έτσι είμαστε εμείς οι σταγόνες. Μια αποκώλυση από μια σταθερή θέση, ένα στάξιμο. Λίγο σπανιότερα ένα κύλισμα σε μια κεκλιμένη επιφάνεια…κι αυτό είναι όλο.

Δεν κρατιόμουνα άλλο. Τα κύταρά μου, αυτά της επαφής μου με το ταβάνι δεν άντεχαν άλλο το βάρος του υπόλοιπου κορμιού μου. Χωρίς πολύ σκέψη έσταξα. Έσταξα και έπεσα στον ώμο της κυρίας. Γεννήθηκα στον ώμο της. Ένα σπλατς κι αυτό ήταν όλο. Απλώθηκα προς στιγμή αλλά γρήγορα συμάζεψα τα κομμάτια του εαυτού μου και έγινα πάλι στρογγυλή , μπιλιάτη, σαν μια διαφανή κρυστάλινη χάντρα σβαρόβσκι.

Ο Υπουργός κουρεύεται.

Ήμουνα με τη κυρία μου. Καθόμουνα ευτυχισμένη στο αριστερό μέρος του λαιμού της και είχα απλωθεί τόσο πολύ έτσι ώστε να μη φαίνομαι. Είχα γίνει λεπτή σαν μια αόρατη επικάλυψη, σαν ένα φόρεμα που ταίριαζα απόλυτα με το χρώμα της επιδερμίδας της. Η κυρία μου καθρεφτιζόταν μπροστά από τη τουαλέτα της. Ένα έπιπλο πανάκριβο Tufft piere table, που πήρε την ονομασία του από τον δημιουργό του Thomas Tufft. most-expensive-perfumeΠάνω στην γυαλισμένη ξύλινη επιφάνειά του, φάνταζε το ακριβότερο άρωμα του κόσμου. Το Imperial Majesty του οίκου Clive Christian. Το μπουκάλι του ένα χειροποίητο έργο τέχνης σκαλιστό πολύτιμο κρύσταλλο. Το καπάκι του είναι ένα διαμάντι 5 καρατίων και το πώμα του περίτεχνα είναι στολισμένο με χρυσό 18 καρατίων. Ένα άρωμα φανταστικό. Έβαλε λίγο η κυρία, μια ιδέα, πίσω από τ’ αυτιά της και μέθυσα από τη γλυκειά ερμηνεία των οσμών. Σπάνιες νότες ινδικού γιασεμιού, ροδάκινου, περγαμόντου και σανταλόξυλου…

Εκείνη τη στιγμή μπήκε στη κρεβατοκάμαρα ο Υπουργός. Ήρθε κοντά της από πίσω της, έσκυψε πάνω από το κεφάλι της και οι ματιές τους συναντήθηκαν στο καθρέφτη. Σ’ αυτό το πολύτιμο και σπάνιο καθρέφτη.Sophia-swivel-magnifying-mirror-from-Bergdorf-Goodman

Ένα συλλεκτικό κομμάτι με την ονομασία Sophia, από τη συλλογή του Winter Rose. Το είχαν πάρει σε κάποιο πρόσφατο ταξίδι τους στη Νέα Υόρκη από το διάσημο κατάστημα Bergdorf Goodman’s με τα πανάκριβα πολύτιμα αντικείμενα.

Αυτός έσκυψε ακόμα πιο χαμηλά και τη φίλησε στο αριστερό μέρος του λαιμού της. Παραλίγο να με αγγίξουν τα χείλη του. Η ανάσατου μύριζε καπνό. Ωραίο κρεμώδες άρωμα από καλό καπνό, εγγλέζικης πίπας. Μα θα πρέπει να είναι ….στάσου να θυμηθώ…α΄ ναι W.O Larsen old fashioned, ναι ..ναι..Δανέζικος καπνος… 

Αυτή γύρισε και τον φίλησε στα χείλη. Ένα φιλί διάρκειας που σήμαινε πολλά. Ένα φιλί γεμάτο αγάπη. Μια αγάπη στερρεωμένη πάνω σε πανάκριβα έπιπλα….σε πανάκριβα φορέματα…σε πανάκριβα αρώματα….ένα φιλί χαρισμένο με διάρκεια χωρίς τέλος ως ανταμοιβή, πάνω στα σαρκώδη χειλη ενός … Υπουργού.

_Κύριε Υπουργέ,

Ακούστηκε η φωνή της Φρίντας.

_Συγνώμη…ήρθε ο κουρέας σας…..

Εκείνος διέκοψε το γλυκό φίλημα.

_Ναι Φρίντα. Πες του να περάσει επάνω και να ετοιμαστεί. Σε δυό λεπτά θα ανέβω κι εγώ.

Έσκυψε εκ νέου πιο χαμηλά…και αυτή τη φορά της έδωσε ένα σύντομο φιλί στο λαιμό. Τα χείλη του πάλι παραλίγο να με ακουμπήσουν.

_Βίκυ αγάπη μου πάω να κουρευτώ….Θα τα πούμε μετά. Σχεδίασε την εμφανισή σου για την αποψινή δεξίωση… στου Πρωθυπουργού. Απόψε σε θέλω να αστράφτεις σαν ένα πολύτιμο ουράνιο αστέρι. Το πιο ακριβό αστέρι του ουρανού….

Κι έφυγε βιαστικός.

Σε λίγο σε όλο το αρχοντικό ακουγόταν μουσική. Μια μουσική γεμάτη ρυθμό…γεμάτη κέφι, χαρά. Μια μουσική που άρεσε πάντα να την ακούει ο Υπουργός όταν είχε το μπαρμέρη του. Μια μουσική, ένα τραγούδι, μια όπερα…

_Λοιπόν ξέρετε κάτι; Όση ώρα εσείς διαβάζατε αυτά εγώ προσπαθούσα να θυμηθώ το όνομα του Δανού σχεδιαστή αρχιτέκτονα. Αυτού που έφτιαξε το τζάμι του φεγγίτη του μπάνιου…λοιπόν τον θυμήθηκα. K. Fleming λεγότανε. Ένας καλός και ξακουστός στο τόπο του, glass art designer.