Σύνδεσμός

Έχε γεια καημένε κόσμε (παραμύθι)

zaloggo903

(Πιασμένοι χέρι χέρι πηδάμε από το μπαλκόνι μπροστά στην απειλή. Δεν είμαστε τρελλοί.

Δως του κλώτσο να γυρίσει)

Η απαγωγή ενός παιδιού, εφιάλτης, φόβος πραγματικός. Σχέδιο σατανικό. Μάνας σπαραγμός. Πως ζει ανάμεσά μας….αυτός…

Επιδρομή βαρβάρων που έρχονται από το πρώτο ξημέρωμα του ήλιου με σπαθιά π’ αστράφτουν και φτάνουν μέχρι τη δύση του ήλιου που ο ουρανός κοκκινίζει και το χώμα ποτίζεται με αίμα . Κουρασμένα άλογα μετά τη μάχη. Δεν φτάνει η ιστορία μόνον, θέλουν κι από το σπίτι μέσα, ένα παιδί ν’ αρπάξουν.

«Πνευματικοί» δικά μας πορνίδια που συνωστίζονται και αλλοιώνουν την αλήθεια στο «μπαρ» της πλατείας συντάγματος έχουν ανοίξει τη κερκόπορτα και περνούν όλους τους επι χρήμασι εραστές. Μετά την αχαλίνωτη πράξη, τους στέλνουν στον ιππόδρομο για να τζογάρουν. Υποσχέσεις υπάρχουν για ότι έχει μείνει ν’ αγοράσουν.

Συνουσιάζονται με ζιγκολό που πληρώνονται ακριβά, με δώρα κρυφά και μυστικά, τοποθετούν εκρηκτικά στα θεμέλια του πολιτισμού μας. Πόσα να βάλει ακόμα ο νους μας.

Ένας πολιτισμός που αρπάζεται γρήγορα από βρώμικα γαμψά νύχια, από τα ίδια πρόσωπα του χτες, από ματιές εχθρικές, από ύπουλες πισώπλατες μαχαιριές από φορεσιές αλλιώτικες που προβάλουν πάνω από «επτάλοφες»… κορυφές. Τι νόημα έχει η ζωή χωρίς πολιτισμό….

Μια ιστορία που θάβεται στη λάσπη, πράξεις γενναίες από γυναίκες και άντρες που γίνονται παραμύθια της «χαλιμάς», γεγονότα , θυσίες ανθρώπων που έφεραν τη λεφτεριά, πωλούνται πια σαν μαγνητάκια διακοσμητικά για… σουβενίρ… δεν τ’ αγοράζει κανείς κι ας είναι φτηνά γιατί οι ξένοι αυτοί δεν είναι τουρίστες στης Αθήνας τα στενά..δεν ήρθαν να δουν και να θαυμάσουν…ήρθαν να κλέψουν…και ότι φαίνεται να σβήσουν να το κάψουν… ήρθαν μπροστά στο Παρθενώνα να ξεράσουν.

Μάχες ιστορικές στο σινεμά, μα στο ταμείο δεν είν’ κανείς. Αν δεν μπορείς;… Αφού η τηλεόραση σιωπά… δείχνει ωμά αβγά…πως γίνονται τηγανητά…και με υπότιτλους στα τουρκικά…

Επιδρομή βαρβάρων με άρματα και όπλα γενιτσάρων, που αφήνουν πίσω τους νεκρά κορμιά στα αίματα με ορθάνοιχτα μάτια. Δεν βρίσκεται κανείς να τους τα κλείσει. Όλοι είναι νεκροί. Έτσι λέει το «παραμύθι, όχι ότι είναι αλήθεια»…

Κάποιος ξεψυχάει αβοήθητος πεσμένος από μαχαιριά στην οδό Δεριγνύ… Μήπως κρατά από μακρυά. Μήπως είναι ο Κωνσταντίνος…μήπως…..

Ο Κωνσταντινος είναι… ο περιπτεράς… που έχει το όνομα του Παλαιολόγου…και στη ψυχή και στη καρδιά.

Konstantinopolis του χθες, Αθήνα του σήμερα, πόσο μοιάζετε…. Agia Σοφιά ….Άγιος Παντελεήμονας…..

Ευρώπη του χθες και του σήμερα πόσο δεν έχεις αλλάξει…σβήνεις αργά, χάνεσαι…. Ίδια λάθη…και πάλι…Παρακμή…μυρίζεις πατσουλί… αιμορραγούμε.

Ο Βορράς σου μπεκρουλιάζει σε ξέφρενο πάρτυ αλα τούρκα, ξοδεύοντας τους θησαυρούς του κορόϊδου Νότου σου κι οι επιδρομείς περάσαν τις πύλες. Οι βάρβαροι…

Ευρωπη του σήμερα. Μεγάλες τράπεζες, μικροί πολιτικοί.

Πως είναι δυνατόν να κυβερνούν αυτοί…τόσο μικροί…

Κι αν είναι να σκοτώσεις το θηρίο, πρέπει να κόψεις όλα τα κεφάλια…Η Λερναία Ύδρα υπάρχει ξέρουμε που είναι, είναι εδώ, μας δαγκώνει, τον Ηρακλή ψάχνουμε να βρούμε. Μια ολόκληρη Ευρώπη χωρίς Ηρακλή…Μα κάπου θα ‘χει πάει, δε μπορεί…

Κρυώνω μ’ όλα αυτά, σήμερα. Αν είσαι ακόμα εδώ, δώσε μου κάτι για να σκεπαστώ για να κρατήσω στη ψυχή μου όσα μπορώ από αυτά που μ’ έκαναν, τόσο καιρό απλά, μες στον ελληνικό πολιτισμό, περήφανο να ζω.

Advertisements

Σύνδεσμός

«Ελλεβόρου δείται»

(τον χρειάζεται τον ελλέβορο…)Helleborus cyclophyllus

Αυτές τις μέρες όποιον και να πάρω τηλέφωνο κάτι έχει. Άλλος πυρετό, άλλος διάρροια, άλλος κοιλιακά, άλλος κάνει εμετό από τα νεύρα του που δεν έχει μετρό, φαντάσου τι έχει να γίνει από σήμερα που δεν θα έχει ούτε τραμ, ούτε λεωφορεία…πανδημική σχιζοφρένεια ή καλύτερα ελλεβορισμό όπως θα έλεγε και ο Ιπποκράτης. Ο Ιπποκράτης , ο οικογενειακός μας γιατρός από την Κω που ανέφερε τον ελλέβορο ως φάρμακο κατά πολλών ασθενειών, ιδιαίτερα δε κατά της μανίας, της κατάθλιψης, της τρέλλας….

«Επήλθες ημίν ως μέμνησον, ω Ιππόκρατες, ελλέβορον δώσων». (Ιπποκράτης, Επιστολαί, Επιστολή 18,35, 12)

Πήγα στο φούρνο για ψωμί και είδα το φούρναρη να τρέχει με ένα ποτήρι νερό να προλάβει μια γυναίκα που επρόκειτο να καταρρεύσει .Τι τρέχει ρώτησα. Λιποθυμία από τις αναθυμιάσεις των μουστοκούλουρων; Όχι όχι φώναξε εκείνη με οργή και ύφος πληγωμένης ύαινας. Τη βοηθήσαμε να καθίσει σε μια καρέκλα, της κάναμε αέρα και προσπαθούσαμε τρία άτομα να την ηρεμήσουμε. Τότε με μια κίνηση αστραπιαία πριν προλάβουμε να αντιδράσουμε έβγαλε το κινητό  από τη τζάντα της και ξεστομίζοντας με δυνατή φωνή αει στο διάολο κι εσύ…το πέταξε με δύναμη πάνω στο πάτωμα κι αυτό έγινε θρύψαλα  στα γυαλιστερά πλακάκια του φούρνου…τι κρίμα ένα ολοκαίνουργιο LG με μεγάλη οθόνη αφής διαλύθηκε μονομιάς…

Ελλεβόρου δείται …σε δόση ηρεμιστικού, σκέφτηκα και προσπάθησα με τρόπο να εκμαιεύσω γιατί όλο αυτό το σκηνικό. Κάτι με τον νυν που έγινε ξαφνικά πρώην…σιγοψιθύρισε ο φούρναρης, κακά μαντάτα στο κινητό….

Πήρα το ψωμί κι έφυγα..έξω στο πεζοδρόμιο ένας συνταξιούχος παππούς έβριζε τους πάντες δυνατά για τη κατάντια του. Ορίστε έλεγε σε έναν άλλον…αυτά μου μείνανε και του έδειχνε κάτι ψιλά που είχε στα χέρια του. Μας τα έκοψαν όλα…κατάλαβες τους αχρείους τι μας έκαναν ….μέχρι το τέλος του μήνα μόνο ψωμί και γάλα θα τρώμε με τη γυναίκα μου. Οργισμένος κουνούσε το μπαστούνι του απειλητικά προς την εξουσία…

Ελλεβόρου δείται ….σε δόση διουρητικού για να κατεβεί η πίεση σκέφτηκα, μην έχουμε τίποτα χειρότερο και είδα το παππού να φεύγει…φορούσε ένα παλιό κουστούμι σχεδόν τριμμένο…κοίταξα γύρω μου, πουθενά κουστούμι. Κανείς δεν κυκλοφορούσε με κοστούμι. Μόνον στις βιτρίνες του ΖΑΡΑ υπάρχουν κοστούμια και στη βουλή σχολίασα με τον εαυτό μου…..

Λίγο πιο κάτω ήταν το περίπτερο. Έπρεπε να πάρω μια εφημερίδα. Την ήθελα να τυλίξω κάτι γυαλικά που θα τα μετέφερα στην αποθήκη του σπιτιού.Διάλεξα μία με αρκετά φύλλα και χαμηλή τιμή. Βαριά βαριά με ένα ευρώ, σαν αυτή που είχα ξαναπάρει πριν από πολύ καιρό σε μια προηγούμενη μεταφορά γυαλικών. Πλήρωσα και φεύγοντας μια δυνατή φωνή σαν απεγνωσμένη κραυγή με γύρισε πίσω «την απόδειξή σας κύριε» μου ειπε με αυστηρό ύφος η περιπτερού, σαν να ζούσα μια μεγάλη απειλή «που πάτε χωρίς απόδειξη;» …κοίταξα γύρω μου. Δεν διαπίστωσα να απειλούμαι από τίποτα. Έπειτα κοίταξα τον ουρανό, ένα μαύρο σύννεφο ερχόταν απειλητικά και σκοτείνιαζε το τοπίο…ερχόταν μπόρα. Πήρα την απόδειξη και την ευχαρίστησα….

Ελλεβόρου δείται …μου ήρθε αυθόρμητα στο στόμα..δεν μπορούσα να προσδιορίσω τη δόση γιατί δεν ήξερα αν και στον ύπνο της το βράδυ έβλεπε να τη κυνηγάει το ΣΔΟΕ….Λες να αρχίζουμε να αποκτάμε φορολογική συνείδηση; αναρωτήθηκα…μπα όχι. Γύρω από το περίπτερο πάνω στο πεζοδρόμιο υπήρχαν πάμπολες αποδείξεις πεταμένες ….εγώ την έβαλα στη τσέπη μου γιατί δεν μου αρέσει να πετάω σκουπίδια στο δρόμο κι έφυγα γρήγορα για το φαρμακείο.

Εκεί πριν πιάσει η καταιγίδα γινόταν χαμός. Ο φαρμακοποιός μάταια προσπαθούσε να καλμάρει τα νεύρα ενός πελάτη που σιχτίριζε το ταμείο του, το γιατρό του και τα γενόσημα…

Ελλεβόρου δείται…φώναξα στον φαρμακοποιό…Δεν κατάλαβε κανείς τίποτα ευτυχώς. Θα περάσω το απόγευμα…ένα ντεπονάκι ήθελα να πάρω αλλά μέχρι το απόγευμα μπορεί να χρειαστώ και τίποτα άλλο.

Μεγάλες και αραιές σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν από το γκρίζο ουρανό. Βάδιζα γρήγορα για το σπίτι. Στην είσοδο της πολυκατοικίας συνάντησα τη διπλανή γειτόνισσα. Από μακρυά, από μακρυά μου φώναξε…είμαι χάλια μη σε κολλήσω…και έφυγε γρήγορα τυλιγμένη σφιχτά μες το κασκόλ της. Μπήκε στο αμάξι της και εξαφανίστηκε. Δεν είχε τίποτα, το αντίθετο φοβόταν μήπως εγώ της μεταδόσω κάποια ασθένεια…έτσι μια ζωή, κατά φαντασίαν ασθενής, η γειτόνισσά μου..

Ελλεβόρου δείται …σε αυξημένη δόση για να ξεχάσει τα πάντα…να πάψει να φοβάτε τις μεταδιδόμενες ασθένειες, να μπορεί να μιλάει στους ανθρώπους από κοντά.

Ανέβηκα στο διαμέρισμα και άκουσα γνωστές ομιλίες μέσα στο σπίτι μου. Περίεργο. Άνοιξα και είδα τη τηλεόραση ξεχασμένη να αντανακλά την εικόνα της στους κενούς τοιχους. Μιλάγανε στη βουλή οι πολιτικοί μας. Χαρούμενοι, χαμογελαστοί, με έντονο ρητορικό ύφος ένας ένας με τη σειρά. Δεν τους έφτανε ποτέ ο χρόνος αγόρευσης και ο πρόεδρος τους την έλεγε κάθε τόσο..τελειώνετε….

Ελλεβορίζειν ….ψιθύρισα …ομαδικά….έχουν πάρει όση δόση χρειάζεται όπως τότε που οι ρήτορες μάσαγαν μικρές δόσεις από τα φυλλαράκια του ελλέβορου για να μιλάνε ώρες ατέλειωτες μπροστά στο πλήθος….σε ένα πλήθος που….ελλεβόρου δείται.

Μη στενοχωριέστε. Ο ελλέβορος φύεται «εν ορεινοίς τόποις»…..κι από βουνά δόξα τω Θεώ η πατρίδα μας έχει πάρα πολλά. Θα τον βρούμε εύκολα καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα σε όλη την επικράτεια και υπάρχει άφθονο στη φύση ώστε να φτάνει για όλους μας. Μετά το χειμώνα βλέπουμε…..

Για μένα; Θα πάω το απόγευμα στο φαρμακοποιό. Αυτός είναι από ένα χωριό της ορεινής Φωκίδας…πιστεύω να έχει ελλέβορο…..

Πάντως εάν σας απασχολεί κάτι στην υγεία σας …στο γιατρό σας…Μακριά από τον ελλέβορο…είναι δηλητήριο…..

Σύνδεσμός

Ο ΜΙΚΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ

Mickey_Mouse1_xlarge

Όταν ήμουνα παιδί, τα καλοκαιρινά μεσημέρια, λίγο μετά το φαγητό, πήγαινα στο δωμάτιό μου, μισόκλεινα τα μπατζούρια για να σκοτεινιάσω λίγο την ατμόσφαιρα, άφηνα τα παράθυρα ανοιχτά και με το δροσερό αεράκι που έμπαινε απαλά απ’ τα κενά που άφηναν οι κουρτίνες,έφτιαχνα μια ατμόσφαιρα κατάλληλη για να διαβάσω μικρά και μεγάλα Μικυ Μάους….Χανόμουνα μέσα στις περιπέτειες των μικρών καρτουνίστικων ηρώων και ήταν τόση η χαρά μου, που περίμενα πως και πως την ώρα που ξάπλωνα στο κρεβάτι και έπερνα στα χέρια μου τα πολύχρωμα περιοδικά, με τα γυαλιστερά εξώφυλλα. Το ελαφρό αεράκι περνώντας πάνω από το γραφείο μου,έφερνε στη μύτη μου τη μυρωδιά του ξύλου από τα ξυμένα μολύβια, θυμίζοντάς μου πως είμουνα ακόμα μαθητής. Ένας ευτυχισμένος μαθητής στις καλοκαιρινές διακοπές.

Μέσα σ’ αυτή την ευχάριστη ατμόσφαιρα, διάλεγα το περιοδικό με το πιο περιπετειώδη τίτλο, τα υπόλοιπα τα αράδιαζα δίπλα μου πάνω στο κρεβάτι, και άρχιζα να διαβάζω….

Μου άρεσαν όλοι οι πρωταγωνιστές. O Ντόναλντ ο γκαφατζής με άδειες τσέπες πάντα, που σαν καλός θείος έπαιρνε τα ανηψάκια του το Χιούη, το Λιούη και το Ντιούη με ένα παλιό σαραβαλάκι , με λιγοστή βενζίνη και φθαρμένα λάστιχα,φορτωμένο με όλα τα απαραίτητα μπαγκάζια και φεύγανε όλοι χαρούμενοι τραγουδώντας για τις καλοκαιρινές διακοπές. Στο αυτοκίνητο χωρούσε και η απαιτητική και όμορφη Νταίζη, η λατρεία του Ντόναλντ, που όμως κάτι πάντα τύχαινε και έφευγε με άλλο μέσον…και συνήθως με το τυχεράκια το Γκαστόνε που διέθετε καλύτερο αυτοκίνητο και το κοκαλάκι της νυχτερίδας.

Ήξερα πως κάθε ταξιδάκι τέτοιο θα είχε τη περιπέτειά του. Ή θα έσκαγε κανένα λάστιχο στο δρόμο, ή θα μένανε από βενζίνη , ή θα συνέβαιναν ακόμα χειρότερα, αλλά εγώ πάντα τους ακολουθούσα…δεν φοβόμουνα γιατί ήξερα πως εκτός από τη καλή καρδιά που είχε ο θείος Ντόναλντ, τα τρία ανηψάκια του ήταν πανέξυπνα και σαν καλά προσκοπάκια ήξεραν χίλιες δυό τεχνικές για να ξεπεράσουν κάθε δυσκολία που θα τους τύχαινε….Ήξερα πως και από βενζίνη να μένανε στο δρόμο, τα ανηψάκια θα είχαν σίγουρα μαζί τους κάποιες περίσιες οικονομίες τους που με κόπο πολύ από διάφορες δουλειές και έξυπνες συμφωνίες θα είχαν καταφέρει να αποσπάσουν από τον άλλο θείο τους το πλούσιο γέρο Σκρούτζ. Το γέρο Σκρούτζ που είχε το μεγάλο Θησαυροφυλάκιο και έκανε βουτιές στα χρυσά νομίσματα….

Τον αγαπούσαν κατά βάθος τον Θείο Σκρούτζ, γιατί ήξεραν πως ήταν ο δικός τους πλούσιος θείος, τον αγαπούσαν γιατί ένοιωθαν πως ήταν όλοι πλούσιοι, ήξεραν πως το χρυσάφι βρίσκεται σε καλά, δικά τους χέρια….

Αγαπούσα το Σκρούτζ, γιατί παρόλο που ήταν τσιγκούνης, το χρυσάφι που μάζευε το φύλαγε για να μη το πάρουν οι κακοί λιστές, οι ξένοι….scrooge-mcduck-2-300x237 Κάθε φορά που έβλεπα το Σκρουτζ να κάνει βουτιά στο Θησαυροφυλάκιό του, μέσα στα πάμπολα χρυσά νομίσματα, έβλεπα το μεταλλικό κουμπαρά μου, που μάζευα τις οικονομίες μου, ένα κουμπαρά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου που μου είχε πάρει ο πατέρας μου τότε που μου μάθαινε για την αποταμίευση….

Scrooge-McDuck-Carl-Barks-for-Disney-Donald-Duck-with-Huey-Duey-and-louie

Τον αγαπούσαν τον Σκρουτζ γιατί ήξεραν πως και μια δεκάρα να εύρισκε στο δρόμο θα τη μάζευε και θα τη φύλαγε στο θησαυροφυλάκιό του για να μη την έπαιρνε κανείς άλλος ξένος…. Το αγαπούσα κι εγώ το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, γιατί ήξερα πως κάθε δεκαρούλα και πενηνταράκι που μάζευα, το αποταμίευε στο θησαυροφυλάκιό του και όταν θα μεγάλωνα, το πενηνταράκι θα γινόταν ένα χρυσό νόμισμα….έτσι μου έλεγε ο πατέρας μου….έτσι έλεγαν όλοι οι πατεράδες στα παιδιά τους….

Μπαμμμμ! Ακούστηκε στη μέση του χωματόδρομου ένας κρότος  και έσκασε το λάστιχο στο σαραβαλάκι…Σκασμένος και ο Ντόναλντ, έβριζε στη παπιόγλωσσα τα δικά του, γιατί για να έβγαζε τη ρεζέρβα από κει που ήταν φυλαγμένη έπρεπε να ξεφορτώσει όλα τα μπαγκάζια…πολύ δουλειά και που όρεξη για τέτοια…καλύτερα να έπαιρνε έναν υπνάκο…κι ασε τα ανηψάκια να κάνουν όλες τις δουλειές….

Ανασκουμπώθηκαν οι μικροί τρεις ήρωες και κάνανε σπέσιαλ βουλκανιζατέρ, στο σκασμένο λάστιχο βάζοντας όλη τους τη τέχνη. Συνεχίσανε το ταξιδάκι τους στον εξοχικό δρόμο…

Ναι όλοι οι πρωταγωνιστές μου άρεσαν. Ο Μίκυ, ο πιο δραστήριος ποντικός της οικουμένης, ο πιο δίκαιος , συνεπής και ηθικός…ποτέ πονηριές, ποτέ λαμογιές, γνήσιος πολιτικός ,ύπερασπιστής  των αδυνάτων, μπροστάρης και φύλακας όλων, κοινωνικός, ελεήμων, νομοταγής μέχρι θανάτου, πιστός στη μοναδική του σχέση με τη Μίνυ και άψογο αφεντικό του Πλούτο, του σκύλου του. Συνεργάσιμος ντετέκτιβ με τους αρχιδικαστές, τους αστυνομικούς διευθυντές, με μόνο σκοπό τη πάταξη του εγκλήματος και της αδικίας, και τιμωρός κάθε ιταμής και ανόμου συμπεριφοράς….Το πρότυπο ενός κρατικού υπαλλήλου ή ενός πολιτικού άνδρα μέσα από το σκίτσο ενός μικρού ποντικού…. Τον αγαπούσανε όλοι το Μίκυ και μίλαγαν με υπερηφάνια γι αυτόν….Τον αγαπούσα κι εγώ το πολιτικό που υποστήριζε ο πατέρας μου, που μίλαγε πάντα γι αυτόν και τον εμπιστευόταν… έτσι κάνανε όλοι οι πατεράδες των φίλων μου.

Μ’ άρεσε ο Κύρος ο μικρός εφευρέτης…gyroΗ διάνοιά του που έκανε υπερήφανη όλη τη καρτουνίστικη οικογένεια….σκυφτός πάνω από τα σοφά βιβλία του,σκυφτός πάνω στο πάγκο στο εργαστήρι του με απέραντη γνώση, ταπεινός,φτωχός και τίμιος, φωτεινός παντογνώστης, σοφός….ξεχώριζε από όλους τους άλλους, με καινοτόμες εφευρέσεις που τις μοίραζε στην κοινότητα αφιλοκερδώς…. Τον θαυμάζανε όλοι τον Κύρο! Όλοι μίλαγαν γι αυτόν…όπως μίλαγε ο πατέρας μου με θαυμασμό κάθε φορά που διάβαζε στην εφημερίδα για κάποιο νεαρό συμπολίτη μας που διέπρεψε στην επιστήμη που διάλεξε να σπουδάσει κι έγινε σπουδαίος και τρανός…….

Μπαμμμμ! Μπαμμμ! Ακούστηκαν δυό απανωτοί κρότοι και πίσω από τους θάμνους του τοπίου, μπροστά από το αυτοκίνητο  πετάχτηκε ο Μαύρος Πητ. part23Φοβήθηκε ο Ντόναλντ, φρενάρισε απότομα, φύγανε και τα τρία ανηψάκια του από το καμπριολέ σαράβαλο με το φρενάρισμα και πέσανε πάνω στην αγκαλιά του Μαύρου Πητ. Είχε άλλους τέσσερεις συνεργάτες . Μαυροντυμένους λύκους. Ολόιδιους σαν τον Μαύρο Πητ….λές και ήτανε ξαδέλφια του….Όλοι θέλανε να κλέψουνε, να ληστέψουνε. Αδειάσανε τις τσέπες με τις μικρές οικονομίες των τριών μικρών προσκόπων, δώσανε μια κλωτσιά στον Ντόναλντ, βουτήξανε το αμάξι και φύγανε με ταχύτητα γυρνώντας πίσω στη πόλη για το Θησαυροφυλάκιο του θείου Σκρούτζ. Στο δρόμο κλέβανε τους ανήμπορους γέρους αρπάζανε τις τσάντες από τις γυναίκες….μέχρι και τα παγωτά που έτρωγαν τα παιδιά τους τα πήραν και τα φάγανε με λεμαργία οι ίδιοι…..

Ο θείος Ντόναλντ περπάταγε αργά αργά μαζί με τα τρία ανηψάκια του επιστρέφοντας και πάλι στη πόλη…Πάνε οι διακοπές σκεφτόντουσαν και η θλίψη χρωμάτιζε τα πρόσωπά τους…200px-Anipsia

Από μακριά έβλεπαν τη πόλη γεμάτη καπνούς εδώ κι εκεί. Ο Μαύρος Πητ έβαζε φωτιές σε μαγαζιά απειλούσε, λήστευε στο πέρασμά του. Το Θησαυροφυλάκιο φάνταζε από μακρυά στο πιο ψηλό σημείο της πόλης.

Δεν ανησυχούσαν και πολύ οι πάπιες….ήξεραν πως σε λίγο ο Μαύρος Πητ και η παρέα του θα μεταφέρονταν αλυσσοδεμένοι στις φυλακές….Ήξεραν πως στο κράτος των καρτούν το έγκλημα δεν περνάει. Υπάρχουν νόμοι, υπάρχει αστυνομία, υπάρχουν τα μέσα να αποκατασταθεί η τάξη…όλες οι πάπιες και τα άλλα ζωάκια ζουν σε μια ευνομούμενη πολιτεία……

Ένα ελικόπτερο της αστυνομίας πέταξε πάνω από τη πόλη. Μετά κι άλλο. Οι σειρήνες ακούγονταν από μακριά. Οι καπνοί έσβησαν. Το Θησαυροφυλάκιο παρέμεινε ανέπαφο….Μετά από λίγο μια κλούβα της αστυνομίας μετέφερε τους ληστές έξω από τη πόλη προς τις φυλακές….Η παρανομία είχε παταχθεί γι ακόμα μια φορά….Όλα τα ζωάκια και ο κόσμος ήταν χαρούμενοι….Lykoi_barks

Το μεγάλο Μίκυ Μάους, το περιοδικό με το γυαλιστερό εξώφυλο έπεσε από το χέρι μου. Τα βλέφαρά μου σφράγισαν μαζί με το αίσιο τέλος της μικρής ιστορίας. Κοιμήθηκα ευτυχισμένος.

Μα ξαφνικά άκουσα πυροβολισμούς. Φωνές τριγύρω. Φώναζε ο Ντόναλντ, φώναζε ο Νάσος, φώναζε ο Λιούι, πιο κάτω ο Ντιούι ο Νίκος και ο Χιούι…. Η Μίνυ έτρεχε απελπισμένη δίπλα από τη Λένα στο δρόμο και ρωτούσαν μήπως είδε κανείς το Μίκυ, ο Πλούτο σνιφάριζε μαζί με το κανίς της περιπτερούς τα πεζοδρόμια ψάχνοντας να βρει τα ίχνη του Μίκυ…

Μπαμμμμ! Ακούστηκε ένας δυνατός κρότος. Σπάσανε τζάμια, σπάσανε βιτρίνες…πήρε φωτιά ένα μαγαζί, καίγεται…Ο κόσμος φωνάζει Ο Κώστας βουτάει το γυιό του και τρέχει μακριά. Τον είχε πάει βόλτα.Η Κλάρα Μπελ και η Μαρία ήταν στο φούρνο, Η Μαρία παράτησε το ψωμί κι έτρεξε στο σπίτι που είχε αφήσει τα εγγονάκια της για λίγο μόνα. Θα στο φέρω εγώ της φώναξε η Κλαρα Μπελ.  Ο Γκαστόνε περνάει μπροστά από ένα προποτζήδικο , σκήβει και πιάνει ένα πενηντάευρο, που έπεσε από το Βαγγέλη που βγήκε τρέχοντας στο δρόμο για να δει με περιέργεια τι έγινε. Μόνον έτσι κερδίζεις από τα παιχνίδια του ΟΠΑΠ σκέφτηκε ο Γκαστόνε…και συνέχισε ήρεμος και απαθής το δρόμο του.

Μπαμμμ! Ακούστηκε ένας δεύτερος κρότος….Μα τι γίνεται.  Ο Γιάννης ο γυιός της Κάτιας πιάνει το Κύρο που σαστισμένος βγήκε από το εργαστήρι του να δει τι έγινε και τον περνάει απέναντι. Ο Γκούφυ τρέχει πανικόβλητος.Goofy Finger Πίσω τους πάει το εργαστήρι γκρεμίστηκε…πήρε φωτιά…καίγεται… μια μπόμπα είχε σκάσει στο πάνω όροφο του εμπορικού.

Ο Μαύρος Πητ.. !!!φώναξε μια γυναίκα. Ο Μαύρος Πητ… γύρισε ξανά…με τη συμμορία του. Λήστεψε τα μαγαζιά, Λήστεμε το Θησαυροφυλάκιο, τώρα το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο καίγεται….τα πήρανε όλα… Η συμορία του Μαύρου Πητ πήρε τις ωραίες μας δεκαρούλες που με τόσο κόπο μαζεύαμε εδώ και χρόνια…. Οι μικροί ήρωες τρέχανε να σωθούνε..φεύγανε μακριά…Μας άφησαν εμάς τους ανθρώπους μόνους. Τελευταία πέρασε και ο Μίκυ τρέχοντας με ένα σαραβαλάκι, φοβισμένος. Έψαχνε απεγνωσμένα να βρει τη Μίνυ να τη πάρει και να φύγουν για να σωθούν από την επέλαση του Μαύρου Πητ.

Η πόλη γέμισε με πολλούς Μαύρους Πητ και λύκους. Παντού σε κάθε στενό σε κάθε γειτονιά…Στα Υπουργεία, στις Τράπεζες , στα Σπίτια ….στη Βουλή….

Μπαμμμ!! Ακούστηκε ξανά πιο κοντά και βγήκα στο δρόμο να δω τι γινόταν. Έφευγε κι ο Μαύρος Πητ, τελευταίος κυνηγημένος , φοβισμένος από τους ληστές που γέμισε ο τόπος όλος. Αυτοί δεν ήταν Μαύροι σαν τον Μαύρο Πητ. Ήταν ξανθοί, κουστουμαρισμένοι,βόρειοι με σκυφτά τα κεφάλια και ψυχρά πρόσωπα. Κρατούσαν δερμάτινες τσάντες και μπένανε παντού. Κλείνανε συμφωνίες με απειλές, και μοίραζαν ψεύτικες ελπίδες στο κόσμο……δεν έβλεπα τα ελικόπτερα της αστυνομίας να πετούν πάνω από τη πόλη….δεν υπήρχαν κλούβες να τους μαζέψουν. Οι έντιμοι κρατικοί υπάλληλοι, οι πολιτικοί μας ήταν μαζεμένοι μέσα στη βουλή και κουβέντιαζαν τα δικά τους για να περάσει η ώρα. Δεν άκουγαν τι γινόταν έξω….δεν έβλεπαν πως έφευγαν όλοι οι μικροί μας ήρωες των περιοδικών του μικρού και του μεγάλου Μίκυ Μάους. Επεκράτησε ησυχία. Μια περίεργη ησυχία….μεσημεριανή….Άνοιξα τα μάτια μου. Δίπλα από το πρόσωπό μου μια εφημερίδα παρατημένη με τα πολιτικά δρώμενα…Ανάκληση της άδειας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου…έγραφε….και άλλα πολλά. Πάει και το Θησαυροφυλάκιο του θείου Σκρούτζ…σκέφτηκα…του δικού μας και αγαπημένου μας θείου. Πάει ο μεγάλος, δικός μας κουμπαράς…

Πάει ο Κύρος ο μικρός εφευρέτης, πάνε τα σοφά παιδιά μας, οι διάνοιές μας φεύγουν και πάνε αλλού.

Πέταξα την εφημερίδα, κι έκλεισα τα μάτια μου. Ήθελα να ονειρευτώ. Ήθελα να δω τον Μίκυ το χαμογελαστό ποντικό να έρχεται με τη παρέα του ξανά κοντά μας….Να γινότανε Πρωθυπουργός….ναι …ναι ο Μίκυ Πρωθυπουργός…!!!..Ήθελα το κρεβάτι μου να γεμίσει από περιοδικά με γυαλιστερά εξώφυλλα και  με περιπέτειες που πάντα έχουν αίσιο τέλος….images (2)

Σύνδεσμός

Παραμύθι..2 δημοσίευση της ομώνυμης σελίδας με τίτλο το μαγικό νησί (απόσπασμα)

(το ταξίδι με τη νεράϊδα) 

Μια φορά κι έναν καιρόmelissani

στο σχολειό ενός μικρού ορεινού χωριού, ο Ντίνος που τέλειωσε τη Πέμπτη τάξη , καθόταν σκεπτικός στο πέτρινο χαμηλό πεζούλι της αυλής του σχολείου σαν μαραμένο λουλούδι και το βλέμμα του ήταν γεμάτο από παιδική θλίψη.

Ενώ όλα τα άλλα παιδιά ήταν χαρούμενα επειδή θα πήγαιναν για διακοπές μακριά σε άλλα μέρη,  σε αμουδερές παραλίες κάνοντας μπάνια στη δροσερή θάλασσα, χτίζοντας με την άμμο κάστρα, γέφυρες και πύργους  , αυτός καθόταν μόνος του και συλλογιζόταν…πως θα περνούσε και το φετεινό καλοκαίρι δίχως τους φίλους του στο χωριό, όπως και πέρυσι και προπέρυσι, φτιάχνοντας βαρκούλες από τις φλούδες των πεύκων με εκείνο το μικρό σουγιαδάκι που του χάρισε ο παππούς του.

Θα έφτιαχνε και προτομές ηρώων από γύψο. Θα έπερνε τις φωτογραφίες τους από το βιβλίο της ιστορίας και θα προσπαθούσε να φτιάξει τρισδιάστατες προτομές, σκαλίζοντας το γύψο με το σουγιαδάκι του και με ένα παλιό κουτάλι και κάποια άλλα εργαλεία που μόνον αυτός ήξερε που τα είχε φυλαγμένα για τέτοιες ώρες, μοναχικής και καλιτεχνικής δουλειας.

Το περασμένο καλοκαίρι είχε φτιάξει τον Καραϊσκάκη…και τον έφτιαξε καλά…αφού ώρες ατέλειωτες σμίλευε το γύψο προσπαθώντας με τον μοναδικό του τρόπο να δώσει την έκφραση στο πρόσωπο, το  σχήμα στα μαλιά. Όσοι το είδαν θαύμασαν τη δουλειά του και του ευχήθηκαν όταν μεγαλώσει να σμιλεύει το μάρμαρο ή τον ορείχαλκο με μοναδική τεχνική και να γίνει ένας σπουδαίος γλύπτης.

Καθώς συλλογιζόταν, ένα χελιδόνι πέρασε από μπροστά του πετώντας γρήγορα για τη φωλιά του που με επιμέλεια είχε φτιάξει μαζί με το ταίρι του την άνοιξη,  κάτω από το ακροκέραμο του απέναντι αρχοντικού…τόσο όμορφο είναι το χωριό σκέφτηκε που τα χελιδόνια έρχονται κάθε χρόνο για διακοπές σε τούτο το μέρος…γέλασε χαρούμενος και πήρε το δρόμο για το σπίτι του….εκεί έπεσε στην αγγαλιά της μητέρας του και χόρτασε φιλιά και χάδια.

_Ο πατέρας σου μου είπε να σου πω, πως από σήμερα θα σε αφήνει να πηγαίνεις στο ποτάμι μονος σου να μαζεύεις βότσαλα ή ότι άλλο θέλεις όσο αυτό δεν έχει πολύ νερό τώρα το καλοκαίρι….του είπε η μητέρα του.

Ο Ντίνος τρελλάθηκε από τη χαρά του και έτρεξε στην αυλή να βρει τη γιαγιά του και το παππού του..χόρτασε και από αυτούς φιλιά και χάδια….μετά έφυγε για το ποτάμι . Το ποτάμι που όσες φορές και να πήγαινε ποτέ δεν το βαριόταν γιατί εκεί έυρισκε χίλια δυό πράγματα για τις χειροτεχνίες του όπως λειασμένα από το νερό ξύλα από κλαδιά και κορμούς δέντρων, βότσαλα σε διάφορα χρώματα, ψιλή άμμο.  Ήθελε να μαζέψει ολόλευκα άδεια κελύφη σαλιγγαριών που αυτή την εποχή υπάρχουν πολλά στο ξερό ποτάμι και μεγάλα βότσαλα. Θα έβαφε τα κελύφη των σαλιγγαριών και θα τα κολλούσε πάνω στα βότσαλα κάνοντας όμορφα διακοσμητικά δικής του έμπνευσης γράφοντας με καλιγραφικά γράμματα πάνω στα βότσαλα ευχές και θα τα έκανε δώρα στις συμαθήτριές και στους συμμαθητές του που όταν θα γύριζαν από τις θερινές διακοπές θα μιλάγανε ώρες ατέλειωτες για τις εμπειρίες τους και τις περιπέτειές τους. Πήγε λοιπόν στο ποτάμι, χάζεψε στις μικρές λιμνούλες τα λιγοστά ψαράκια που έπλεαν μεσα σε αυτές είδε και μερικά καβουράκια να περπατούν στην άμμο και να κρύβονται ανάμεσα στις πέτρες. Μάζεψε τα κελυφη των σαλιγκαριών και γύρισε στο σπίτι με γεμάτες τις τσέπες του λευκά μεγάλα και μικρά ατόφια κελύφη, πεντακάθαρα που τα είχαν εγκαταλείψη τα σαλιγκάρια φτιάχνοντας νέα κελύφη πιο μεγάλα για κατοικία τους. Στα χέρια του κρατούσε δυό μεγάλα βότσαλα λεία και γυαλιστερά.

Η μέρα πέρασε και το βράδυ ήρθε και λίγο αργότερα ήρθε και ο πατέρας του από τη δουλειά στο σπίτι κρατώντας  του σοκολατένιες γκοφρέτες από αυτές που λατρεύει να τρώει μετά το φαγητό. Του έφερε και γύψο σε σκόνη, όπως του είχε παραγγείλει ο Ντίνος για τις χειροτεχνίες του.

Δείπνησαν όλοι μαζί και μετά ο Ντίνος πήγε ευτυχισμένος για ύπνο…θα διάβαζε για λίγο ένα βιβλίο που έχει αρχίσει από προχθές να διαβάζει για να γνωρίσει τους πλανήτες του σύμπαντός μας και μόλις τα μάτια του έκλειναν από τον ερχομό του ύπνου θα παραδινόταν στο όνειρο.

Και δεν άργησε το όνειρο να έρθει…από το κουφωτό μπατζούρι πέρασε αθόρυβα ένα απαλό δροσερό αεράκι και μαζί μ’ αυτό μπήκε και μια νεράϊδα . Κρατούσε ένα μαγικό ραβδί. Ξύπνα φώναξε στο Ντίνο κτυπώντας ελαφρά με το ραβδί της την άκρη του πέτου της πυτζάμας του κι αυτός ανήμπορος μέσα από τη γλυκιά επιθυμία του αρχικού ύπνου μισάνοιξε τα μάτια του με δυσκολία κι όταν την αντίκρυσε τη ρώτησε τι θέλει και του φωνάζει …άσε με να κοιμηθώ…της είπε.

Εκείνη επέμενε….ξύπνα, το ποτάμι στέρεψε και χωρίς νερό δεν έχω τη δύναμη να σε μεταφέρω. Αν δεν βρέξω τα ακροδάχτυλα των ποδιών μου χορέυοντας πάνω στα λιμνάζοντα νερά που με υπομονή παραμένουν στις μικροσχηματισμένες λιμνούλες στις όχθες του ποταμού δεν θα έχω τη δύναμη να σε μεταφέρω μακρυά πετώντας πάνω από ψηλά βουνά, κάμπους θάλασσες φτάνοντας στο μαγικό νησί. ξύπνα γιατί πρέπει να φύγουμε με το χάραμα πριν ο ήλιος ανέβει ψηλά και με τις ακτίνες του ζεστάνει τα λιγοστά νερά του ποταμού και εξατμιστούν…γιατί τότε σε όποιο σημείο και να βρεθούμε το μαγικό ραβδί μου θα σπάσει σαν νάτανε από έθραυστο κρύσταλλο και θα πέσουμε στο κενό σταματώντας το όμορφο ταξίδι μας με βίαιο και θανατηφόρο τρόπο….θάναι τόσο απότομος ο αποχωρισμός που δεν θα προλάβουμε να πούμε ούτε ένα αντίο .

Άσε με, άσε με να κοιμηθώ θέλω να είμαι ξεκούραστος το πρωϊ , θα βάψω τα σαλιγκάρια που μάζεψα από το ποτάμι με τις υγρές μπογιές σε πληθώρα χρωμάτων, που μούφερε η θεία μου από τη πόλη, έπειτα θα τα περάσω με γυαλιστερό βερνίκι κι αυτά θα αστράφτουν με το παραμικρό φως που θα πέφτει πάνω τους και τα χρώματα θα φαίνονται έντονα ζωντανά λες και είναι βγαλμένα μες από το ουράνιο τόξο έτσι όπως το βλέπω μετά τις πρώτες νεροποντές του φθινοπώρου….

Ξύπνα ,γιατί δεν έχω πολύ χρόνο να ικανοποιήσω την επιθυμία σου…σε άκουσα στο ποτάμι την ώρα που διάλεγες τα βότσαλα που έλεγες πόσο πολύ θα ήθελες να πήγαινες σε ένα νησί για διακοπές. Είμαι η τελευταία νεράϊδα του γλυκού νερού που παρέμεινα εδώ και η αποστολή μου είναι να εκπληρώνω την επιθυμία σου. Βλέπεις τα άλογα και τα ελάφια έφυγαν κι αυτά μακριά και χάθηκαν μέσα στο δάσος. Μόνον εγώ μπορώ να σε πάω εκεί που θέλεις.

_ Όμως κι εγώ το καλοκαίρι κρύβομαι μέσα στο πυκνό δάσος εκεί που οι ακτίνες του ήλιου δεν φτάνουν ζωηρές και με τη βοήθεια της υγρασίας της νύχτας διατηρούμε στη ζωή μέχρι τον ερχομό του φθινοπώρου. Τότε επιστρέφω που τα νερά αρχίζουν να ξανακυλάνε στα ποτάμια, οι λίμνες ξαναγεμίζουν μέχρι τα χείλη με το νερό της βροχής και τα παιδιά επιστρέφουν στα σχολεία. Τότε που οι φωνές τους ενώνονται με αυτές των πουλιών που με τα τραγούδια τους ζεσταίνουν τις καρδιές των ανθρώπων για να αντέξουν το βαρύ χειμώνα που ακολουθεί σκεπάζοντας τη γή με χιόνι και παγωνιά .

_Αφού δεν ξυπνάς …ν α κι εγώ…

Και με μια κίνηση του ραβδιού της σήκωσε το σεντόνι και τσίμπισε ελαφρά το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του Ντίνου. Εκείνος πετάχτηκε απότομα από το κρεβάτι και φύγανε ανοίγοντας το κουφωτό μπατζούρι της κρεβατοκάμαρας…

Πάμε από δω του είπε, υπάρχει μια μικρή λιμνούλα που δεν μένει ποτέ χωρίς νερό. Και φτάνοντας βούτηξε με χορευτική φυγούρα τα ακροδάχτυλα των ποδιών της έκτέλεσε ένα πλήθος από συνεχόμενες πιρουέτες παρασύροντας το Ντίνο σε μια φανταστική ζάλη και εκτοξεύτηκαν με τη φυγόκεντρο, σβουρίζοντας και οι δυό μαζί στον ουρανό με προορισμό το μαγικό νησί…..βζιιιιν!

_Πετάξαμε πάνω από δρόμους, πάνω από βουνά , πάνω από λίμνες και ξαφνικά βρεθήκαμε να πετάμε σε απόσταση περίπου ένα μέτρο πάνω από τα ήρεμα νερά της θάλασσας με μεγάλη ταχύτητα και σε ευθεία πορεία προς το άγνωστο νησί που άρχισε να ξεπροβάλλει στον ορίζοντα αχνό ακόμη σαν μισοσβημένη ζωγραφιά πάνω σε χάρτινο φύλλο.

Μεγάλο νησι φαινότανε με ορεινούς χαμηλούς όγκους και ένα βουνό ψηλό στη μέση του τοπίου που έμοιαζε σαν ηφαίστιο. Η ώρα περνούσε, ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό και η ζέστη της ημέρας άρχισε να γίνεται αισθητή…

Η νεράϊδα έχασε τη νιότη της και βαριανασαίνοντας πέταγε όσο πιο γρήγορα προς τη πρώτη σκιερή παραλία του νησιού. Όσο πλησιάζαμε τόσο ποιο όμορφο ήταν το τοπίο που αντίκρυζα. Καταπράσινα τα βουνά από πυκνή βλάστηση και η μεσαία ψηλή βουνοκορφή που μακρυά φάνταζε σαν ηφαίστειο, ήταν κατάφυτη μέχρι τη τελευταία μύτη από έλατα και στο μέσον είχε μια μεγάλη κεραία φτιαγμένη από σίδερο που έμοιαζε με πύργο… Σπίτια με κεραμοσκεπές μικρά και μεγάλα εδώ κι εκεί ζωγράφιζαν το τοπίο και μαρτυρούσαν την ύπαρξη πολλών κατοίκων στο νησί.

Πετάξαμε πάνω από μια μεγάλη πόλη περάσαμε και δυό χωριά και σε λίγο βρισκόμαστε σε ένα μικρό κολπίσκο χαμηλά στη θάλασα σε μια όμορφη μικρή παραλία με άμμο και δεξιά και αριστερά μέχρι το άνοιγμα του κόλπου, υπήρχαν βράχια που έμοιαζαν σαν μπαλκόνια αντικριστά σπιτιών με θέα τα βουνά και  τη θάλασσα .

Σε μια μικρή λακούβα του δρόμου υπήρχε λίγο καθαρό νερό που είχε μαζευτεί κυλώντας από το δάσος του λόφου πίσω από τη παραλία…εκεί δροσίστηκε η νεράϊδα πήρε δυνάμεις με χαιρέτησε μου ευχήθηκε να περάσω ένα όμορφο καλοκαίρι πέταξε και χάθηκε στη πυκνή βλάστηση του δάσους…δεν πρόλαβα να βγάλω μιλιά…ουτε καν να την ευχαριστήσω για το ταξίδι.

(H γριά με τα μαγικά σπίρτα)

Περπάτησα στην άδεια από κόσμο παραλία, πέταγα με δύναμη μικρά πλακέ βότσαλα στην επιφάνεια του νερού κι αυτά πήδαγαν 3 – 4 φορές  ανάλογα τη δύναμη που έβαζα κάθε φορά και μετά βούλιαζαν ήσυχα στο βυθό.

Και τότε πρόσεξα ότι ήμουνα ξυπόλητος, φορούσα τις πυτζάμες μου δεν είχα τίποτα πάνω μου ούτε λίγο φαγητό  για να μπορέσω να ζήσω στο άγνωστο νησί….μα την ώρα που σκεφτόμουνα όλα αυτά κι ο πανικός άρχιζε να με κυριεύει, πίσω από το κορμό ενός μεγάλου πεύκου της παραλίας ξεπρόβαλε μια μαυροντυμένη γριά.

Ήταν κυρτή από τη καμπούρα που είχε στη πλάτη της φορόντας ένα μαύρο μαντήλι στο κεφάλι της αφήνοντας για λίγο να φαίνονται τα κάτασπρα μαλιά της. Μονολογούσε διάφορα που δεν μπορούσα να ακούσω καθαρα και είδα που ερχόταν προς το μέρος μου χαμογελώντας και τρίβοντας τα χέρια της με ευχαρίστηση….το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ρυτίδες αυλακωτές και η φωνή της όταν με ρώτησε να της πω το όνομά μου αυστηρή γεμάτη ειρωνία …..

Πως σε λένε….εσένανε….με ρώτησε με δυνατή φωνή και η όψη της θύμιζε μάγισσα από παλιό παραμύθι…Ντίνο αποκρίθηκα διστακτικά …Τι χάλια είναι αυτά; μου είπε δίχνοντας με τα τεντωμένα και σκελετωμένα δάχτυλα του χεριούτης τα ξυπόλητα πόδια μου και τις πυτζάμες μου….κι έβγαλε από τη τσέπη της ένα μακρόστενο κουτί στο μάκρος και στο φάρδος της σχολικής κασετίνας μου….

Το κούνησε στο χέρι της και μου είπε..Αυτό το κουτί έχει μέσα 4 μαγικά σπίρτα….πριν να ανάψεις κάθε σπίρτο θα κάνεις μια ευχή και μόλις το ανάβης όσο διαρκεί η φλογα του μέχρι να καεί όλο, η ευχή σου θα έχει πραγματοποιηθεί….Πρόσεξε εάν το σπίρτο σβήσει πριν καει όλο η ευχή σου δεν θα φτάσει μέχρι το τέλος της. Τώρα που δεν φυσάει ο άνεμος κάνε μια ευχή και άναψε ένα σπίρτο να δεις πως θα πραγματοποιηθεί.

Ευχήθηκα να αποκτήσω ένα ωραίο ζευγάρι πέδιλα, όμορφα ρούχα και λίγα χρήματα για να μπορώ να αγοράζω λίγο φαγητό για να μη πεινάω. Άναψα το σπίρτο κι αυτό σιγόκαιγε στο χέρι μου. Πρώτα φορέθηκαν στα ποδια μου με μαγικό τρόπο δυο όμορφα δερμάτινα πέδιλα , μετά με τον ίδιο τρόπο είδα να φοράω μια κόκκινη μπλούζα που έγραφε με λευκά μεγάλα γράμματα στο μπροστινό μέρος ΜΑΓΙΚΟ ΝΗΣΙ  και ένα λευκό κοντό παντελόνι βερμούδα με μεγάλες τσέπες, που άρχισαν να γεμίζουν με χρήματα …κάποια στιγμή όταν η φλόγα έφτασε στα δάχτυλά μου κάηκα, πέταξα το υπόλοιπο σπίρτο στην άμμο και αυτό έσβησε…σταμάτησαν τα χρήματα να γεμίζουν πια τις τσέπες μου αλλά τώρα είχα αρκετά και επί τέλους με τη πρώτη ευκαιρία θα αγόραζα  κάτι για φαγητό.

Γύρισα να δω τη γριά αλλά δεν φαινόταν πουθενά είχε εξαφανιστεί. Εβαλα το κουτί με τα υπόλοιπα 3 σπίρτα στη τσέπη μου και άρχισα να ανηφορίζω το δρόμο για να βρω το κοντινότερο χωριό η τη κοντινότερη πόλη….Μετά από όλα αυτά κατάλαβα πως βρισκόμουνα στο μαγικό νησί.

(Οι χήνες και τα αυγά)το μαγικό νησί. οι χήνες

Καθώς ανέβαινα το χωματόδρομο που ήταν όλο στροφές, μεγάλα πεύκα σκίαζαν από τις αχτίνες του ήλιου το τοπίο και κάτω από αυτές τις σκιές υπήρχαν πεσμένοι δεκάδες κουκουναρόσποροι. Τους είχε ρίξει ο αέρας. Τους μάζευα τους καθάριζα και τους έτρωγα με λαχτάρα. Ήταν τόσοι πολλοί εδώ κι εκεί, άλλοι φαινόντουσαν με τη πρώτη ματιά και άλλοι ήταν κρυμμένοι ανάμεσα στις χιλιάδες ξερές πευκοβελόνες που κάλυπταν το χώμα. Ήταν τόσο νόστιμοι που καθάρισα κι έφαγα πάρα πολλούς και άρχισα να διψάω.

Καθώς ανέβαινα το δρόμο που ήταν όλο στροφές ζεστάθηκα και δίψασα ακόμα περισσότερο αλλά δεν έβρισκα ούτε μια βρύση ούτε μια πηγή για να πιω λίγο νερό. Σκέφτηκα τα μαγικά σπίρτα που είχα στη τσέπη μου. Περπάτησα λίγο ακόμα αλλά πουθενά νερό. Τότε έβγαλα τα σπίρτα και σκέφτηκα την ευχή που έπρεπε να κάνω όπως μου είχε πει η μαυροφορεμένη γριά στην έρημη παραλία. Θάθελα ένα παγούρι, νερό, ένα καπέλο για τον ήλιο ένα σακκίδιο και λίγα φρούτα για το δρόμο. Άναψα το σπίρτο και αμέσως ένα παγούρι, βρέθηκε στα πόδια μου, ένα καπελάκι στο κεφάλι μου, έπειτα άκουσα πίσω μου τον ήχο του τρεχούμενου νερού μιας βρύσης που έτρεχε με δύναμη, γύρισα και είδα το πεντακάθαρο και δροσερό νερό να γεμίζει μια μικρή πέτρινη στέρνα, ενώ δίπλα από το παγούρι ένα σακίδιο με λουριά και δύο τσέπες  άρχισε να γεμίζει με διάφορα φρούτα.

Καθώς χάζευα όλα αυτά ένοιωσα τη φωτιά από το σπίρτο να καίει τα δάχτυλά μου και το πέταξα βιαστικά στο έδαφος κι αυτό έσβησε. Αμέσως σταμάτησε να τρέχει η βρύση νερό και σταμάτησε και το σακκίδιο να γεμίζει με φρούτα.

Έτρεξα ήπια νερό από τη μικρή στέρνα ξεδίψασα, γέμισα και το παγούρι. Κάθισα  για λίγο σε μια μεγάλη πέτρα δίπλα από τη βρύση, και έφαγα δυό νόστιμα αχλάδια από το σακίδιο. Σηκώθηκα φόρεσα στη πλάτη μου το σακίδιο, έβαλα το κουτί με τα δύο σπίρτα στη τσέπη μου, πήρα και το παγούρι με το νερό και συνέχισα να ανεβαίνω τον ανηφορικό χωμάτινο δρόμο που ήταν όλο στροφές.

Σε κάποιο ξέφωτο του δρόμου γύρισα και είδα τη θάλασσα. Ήταν κάτω χαμηλά, μακρυά και η έρημη παραλία φαινόταν μικρή χωμένη στο βάθος του κόλπου με τα βράχια δεξιά και αριστερά  που έμοιαζαν σαν μπαλκόνια με θέα τα βουνά και τη θάλασσα.

Περπάτησα λίγο ακόμα όταν ξαφνικά έφτασα σε ένα σημείο που ο δρόμος χωριζόταν σε άλλους δύο δρόμους. Ένας οδηγούσε δεξιά και ο άλλος αριστερά. Μια παλιά ξύλινη πινακίδα με δυο αντίθετα βέλη που έδειχναν τις δύο διαφορετικές κατευθύνσεις είχει σβήσει από το πέρασμα του χρόνου…δεν μπορούσα να αποφασίσω προς τα πού να πάω.

Ένοιωσα απέραντη μοναξιά και θα ήθελα ο δρόμος που θα έπαιρνα να με οδηγούσε σε κάποιο χωριό ή κάποια πόλη να συναντούσα παιδιά, να έπαιζα μαζί τους και να μου γνώριζαν τις ομορφιές του νησιού.

Ενώ σκεφτόμουνα όλα, από την άκρη του αριστερού δρόμου φάνηκε μια χήνα που περπάταγε αργά και ρυθμικά και μόλις έφτασε στη μέση του δρόμου, έκατσε και έκανε ένα αβγό. Ένα ολόλευκο μεγάλο αβγό .

Μα πριν προλάβω να απολαύσω την έκπληξη αυτή, μια άλλη χήνα στο βάθος του δεξιού δρόμου κάθησε και έκανε κι αυτή ένα αβγό. Ένα χρυσό αβγό. Άστραφτε από τον ήλιο και γυάλιζε ολόχρυσο ….δεν είχα ξαναδεί χρυσό αβγό..έτσι τράβηξα το δεξί δρόμο μα φτάνοντας κοντά σ’ αυτό, ξαφνικά πέρασε ένα μεγάλο καταπράσινο φίδι από τη μια μεριά του δρόμου προς την άλλη άνοιξε το τεράστιο στόμα του, κατάπιε το χρυσό αβγό, συνέχισε τη πορεία του και χάθηκε μέσα στη πυκνή βλάστηση….