Σύνδεσμός

Τα σημάδια του καθρέφτη.

Απόσπασμα από το θρίλερ (2o)ινδικός ωκεανός

…Η ζέστη ήταν αφόρητη και η ατμόσφαιρα  πνιγηρή. Στεκόμουνα στη βαρδιόλα όρθιος ακουμπόντας και με τα δυό μου χέρια στο φτερό  για να ελαφρώσω έστω λίγο βάρος από τα πόδια μου. Ένοιωθα κουρασμένος, κατάκοπος, ράκος προσπαθώντας να μειώνω τις αναπνοές μου στο ελάχιστο. Δεν άντεχα το βαρύ άρωμα που έφερνε στα ρουθούνια μου ο καυτός ξηρός άνεμος από την έρημο πέρα από το Αντεν, από τα βάθη της αραβικής χερσονήσου. Μια μυρωδιά βαρειά που πρόδιδε θάνατο. Ψοφίμια που τις σάρκες τους τις έσκιζαν τα δυνατά ράμφη των αρπακτικών και άφηναν τη μυρωδιά της νεκρής φρέσκιας σάρκας που έσταζε αίμα στις καυτές πέτρες της ερήμου να αιωρείται στην  θανατηφόρα ατμόσφαιρα, να παρασύρεται από το στεριανό άνεμο και να φτάνει στη θάλασσα του Άντεν με προορισμό τις απένατι μακρυνές ακτές της Αφρικής, πέρα από το Τζιμπουτί…

Τι βάρδια κι αυτή Θεέ μου. Δώδεκα με τέσσερεις μεσημεριανή. Το χειρότερο τετράωρο.Τα πόδια μου λες και σήκωναν το βάρος πέντε ατόμων κι εγώ μετά βίας θα ζύγιζα 70 κιλά. Πάντα όταν ταξίδευα σε αυτά τα μέρη καλοκαίρι έχανα βάρος αφού έχανα κάθε όρεξη για φαγητό. Μόνον νερό έπινα συνεχώς και αυτό έφευγε από πάνω μου αμέσως ποτίζοντας τα λιγοστά μου ρούχα με ιδρώτα.

Η θάλασσα ζεστή και λεία σαν το λάδι. Βαρειά με αντίθετα ρεύματα αφηνε με το ζόρι το πλοίο να πλεύσει με λιγοστή ταχύτητα στην επιφάνειά της, χωρίς να αφήνει απόνερα λες και ο βυθός ήταν ένας τεράστιος μαγνήτης και ήθελε να το σταματήσει μεσοπέλαγα.

Κι ο προορισμός  μακρύς. Το μικρό νησί WE (ΟΥΕ) βορειοδυτικά της Πολυνησίας στο ποιο Βόρειο άκρο της Σουμάτρας. SUMATERA έγραφε ο χάρτης πάνω στις καταπράσινες ζουγκλώδεις στεριές της μυστήριας τεράστιας νήσου της Πολυνησίας,με μεγάλα ποτάμια, με δύσβατα βουνά,με ηφαίστεια, με απόκρυμνες παραλίες, με ατέλειωτες τροπικές καταιγίδες που γεμίζουν με νερά τεράστιες λίμνες, με άγρια ζώα, πηγή των τροπικών ασθενειών που κατασπαράζουν τις ζωές των ντόπιων κατοίκων. Με μεγάλους σεισμούς που ταράζουν συνέχεια τη θάλασσα και τη στεριά. Με απέραντες όσο βλέπει το μάτι φυτείες κακάο και καφέ, πιπεριού, γαρύφαλων και μπαχαριού. Με το μυστηριο να πλανάται παντού

Και δεν έφτανε όλο αυτό το μυστήριο ταξίδι  αλλά ο Σωτήρης με προειδοποίησε ότι φτάνοντας στο νησί θα έχουμε εξελίξεις…δεν πρόλαβε να μου πει τι ακριβώς γιατί πέρασε ο λοστρόμος και κόλλησε στη παρέα μας λίγο πριν το φαγητό…κι έπειτα εγώ είχα βάρδια…αλλά θα τα μάθω το βράδυ.

 

Μα τώρα ακόμα φαίνεται από αριστερά το  Άντεν…έχουμε δυο μέρες ακόμα πλεύσης στην αραβική θάλασσα και μετά να διασχίσουμε έναν ολόκληρο ωκεανό. Τον Ινδικό. Τον γεμάτο εκπλήξεις Ινδικό ωκεανό.

Έβγαλα ακόμα ένα στίγμα ακριβείας με διασταυρούμενες διοπτεύσεις που πήραμε από τα παλινόρεια με τον καπετάν Φώτη, από τις απόκρημνες γυμνές ακτές της αραβικής χερσονήσου, και το σημείωσα πάνω στο χάρτι με μολύβι. Άλλο ένα ήταν το προηγούμενο με τη μέτρηση του ύψους του ήλιου με τον εξάντα και τη χάραξη στο χάρτη της ευθείας θέσεως στο πραγματικό μεσημέρι του σημείου που πλέει το πλοίο…noon position..που το έστειλε με τηλεγράφημα ο Βασίλης ο μαρκόνης στην εταιρεία .Έτσι για να ξέρουν κάθε μεσημέρι που βρίσκεται το πλοίο τους.

Πέρασε η μισή βάρδια. Άλλες δύο ώρες δύσκολες, άλλες δύο ώρες καταπίνοντας την ανησυχία για το μακρυνό ταξίδι, νοτίζοντας  τα λιγοστά μου ρούχα με τις σταγόνες της αγωνίας και της μοναξιάς διαιρώντας το χρόνο που πέρασε  με τ’ αποτσίγαρα που συσσωρεύονται στο τασάκι και υπολογίζοντας πόσα τσιγάρα θα είναι ακόμα η υπόλοιπη βάρδια.

Βγήκα πάλι στη βαρδιόλα. Άναψα ένα τσιγάρο και κοίταξα το ρολόϊ μου. Σε λίγο θα ερχόταν ο καμαρώτος με τους απογευματινούς καφέδες και τα μπισκότα. Και πρόσεξα τη θάλασσα…ήταν ζεστή και η επιφάνεια λεία σαν το λάδι, όμως μικρές πτυχές σαν αόρατες γραμμές παράλληλες προς τον μακρινό ωκεανό μαρτυρούσαν τον σύντομο ερχομό του σουέλ….του σουέλ που έρχεται ήσυχα, απαλά και σε πιάνει στο γλυκό ύπνο. Μοιάζει με γυναικείο χάδι που σε κάνει να παραδίνεσαι εύκολα σ’ αυτό.  Στην αρχή σε νανουρίζει σαν τη κούνια που νανουρίζει τα μωρά, σε ξεκουράζει σε μεθάει γλυκά γλυκά σαν του ποτού τη ζάλη, συστηματικά και μετά μεγαλώνει, θεριεύει,  γίνεται παραμυθένιο με μεγάλα κύματα σαν βουνά που κάνουν το πλοίο να φαίνεται σαν ένα φύλλο ξερό που πέφτει στα νερά του ποταμού και παρασσύρεται. Δεν βλέπεις τον ορίζοντα πια. Βλέπεις μόνον ένα κομάτι τ΄ουρανού που ξεπροβάλει ανάμεσα απ’ τα τεράστια κύματα. Κι αυτό το σουέλ του ωκεανού, απλώνεται παντού, φτάνει μέχρι τις στεριές που κι αυτές δεν το δέχονται, το στέλνουν πίσω στον ωκεανό σαν αντιμάμαλο…και τότε σε χτυπά διπλά…κι απ’ τη μια και από την άλλη ύπουλα, σε πάει ψηλά και μετά σε αφήνει απότομα και πέφτεις και μετά σε ξαναπιάνει σε ανεβάζει και πάλι ψηλά και σε κατεβάζει πλάγια και σε τουμπάρει και σε πνίγει….ο αύτανδρος χαμός…ενός σκάφους…

_Καπετάν Φώτη φώναξα στο εσωτερικό της Γέφυρας. Θα έχουμε περιπέτειες…πάρε τηλέφωνο το πλοίαρχο να έρθει για λίγο…

–          Τι περιπέτειες;

–          Ρίξε μια ματιά στη θάλασσα…

Κι ο καπετάν Φώτης βγήκε από το chart room και κοίταξε προσεκτικά τη θάλασσα και τον ουρανό…

_ κατάλαβα … θα έχουμε χοντρό σουέλ…αφού εδώ και έχει τέτοια όψη η θάλασσα…

Σε λίγα λεπτά φτάσανε οι καφέδες μας, ήρθε και ο πλοίαρχος (ο καπετάν Παναγιώτης), με τον γραμματικό (τον καπετάν Γιώργο) που ήταν πολύ φίλοι μεταξύ τους, τους ένωναν οι δεκαετίες που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ,που πήγαν φαντάροι, η μουσική που άκουγαν και τα σχέδια που έκαναν για τα σπίτια τους ..τις οικογένειές τους.

Τα είπαμε όλοι μαζί τρώγοντας μπισκότα, πίνοντας κρύους καφέδες και καπνίζοντας εγγλέζικα τσιγάρα.

–          Ειδοποίησε Κουβερτα και Μηχανή ότι θα έχουμε θάλασσα…είπε ο Κ.Παναγιώτης στον Κ.Γιώργο. να κάνουν τα σχετικά απόψε πριν σχολάσουν οι ντεΙμάνηδες…

–          Οκ .κάπταιν

–          Ειδοποίησε και το βοηθητικό προσωπικό να μποτζάρει τα παντα…δεν θέλω να γίνουνε ζημιές …να μη σπάσει ούτε ένα πιάτο….

–          Οκ. Κάπταιν…

–          Καπετά Φώτη ,πες στο μαρκόνη να βγάλει καιρό με το φαξιμάϊλ και να μου το φέρει στο γραφείο μου…

κι ο πλοίαρχος αφού έδωσε τις εντολές του έφυγε από τη γέφυρα. Σε λίγο ο γραμματικός είχε μεταφέρει αυτές τις εντολές σε ολο το πλήρωμα.

Οι ναύτες θα έπρεπε να ελέγξουν την έχμαση του φορτίου και να σφίξουν εκ νέου τους γρίλους ώστε τα σύρματα της έχμασης να είναι τεντωμένα όλα το ίδιο. Έπρεπε να ελέγξουν όλες τις ασφάλειες στα εξωτερικά ανοίγματα του σκάφους, ρούμπους, πόρτες ασφαλείας, καπάκια, ώστε να έχουν κλείσει καλά οι πεταλούδες και να έχουν ασφαλιστεί όλες οι υδατοστεγείς και καιροστεγείς πόρτες. Έπρεπε να ελέγξουν τους γερανούς και τα γκρένια από τη πλώρη έως τον καθρέφτη, να στερρεώσουν με ασφάλεια όλα τα σύρματα από τις μπίγες και τη μαγκιόρα, να δέσουν τα ριφόρτσα, τους γκάϊδες και την αμερικάνα γερά πάνω στις κουπαστές και στα μαστ χάουζις. Να βιράρουν με τα βίντζια τους ρονάριδες και οι γάντζοι από τις μονές και τις διπλές μπαστέκες να είναι σφιχτά κουμπωμένοι πάνω στις μόνιμες μάπες. Ακόμα έπρεπε να κλείσουν τυχόν ανοιχτά παράθυρα πάνω ψηλά στους πυργίσκους των ηλεκτρικών γερανών και να καλύψουν με βαζελίνη όλους τους ηλεκτρικούς διακόπτες έτσι ώστε στο επόμενο λιμάνι τα γκρένια να δουλεύουν κανονικά. Ο Λοστρόμος μαζί με το τζόβενο έπρεπε να πάνε στο κουβούσι πλώρα και να μποτζάρουν όλα τα χημικά, δυαλιτικά, μπογιές, τσιμέντα, και τα εργαλεία του καρπεντέρου….

Οι μηχανικοί θα έπρεπε να μποτζάρουν όλα τα ελεύθερα αντικείμενα, εργαλεία και αμοιβά, σφιχτά και να δέσουν τα βαρέλια με τα λιπαντικά γερά πάνω σε σταθερά στηρίγματα στο μηχανοστάσιο. Επίσης θα έπρεπε να ελέγξουν τη στάθμη των δεξαμενών καυσίμων και άλλων υγρών έτσι ώστε με το κούνημα να μη δημιουργηθεί καμία υπερχείλιση.

Ο στιούαρτ με το καμαρωτάκι θα αποθήκευαν όλα τα σερβίτσια στις ειδικές θήκες και θα στερέωναν όλα τα τρόφιμα φρέσκα, κατεψυγμένα,συσκευασμένα στις αποθήκες και στα ψυγεία…δεν θα υπήρχε τίποτα πάνω στα ξύλινα πανέλια…όλα έπρεπε να είναι στη θέση τους. Έπρεπε ακόμα να ελέγξουν όλα τα καθίσματα μέσα στο κομοδέσιο στα σαλόνια και στις τραπεζαρίες ώστε να είναι καλά βιδωμένα στα πατώματα.

Και μη ξεχάσεις να μποτζάρεις και τη κινηματογραφική μηχανή και τις μπομπινες από τις ταινίες στο αποθηκάκι του κινηματογράφου…φώναξε ο γραμματικός στον στιούαρτ…και πήγε να βρει το μάγειρα στη κουζίνα.

Ο μάγειρας εψηνε ατομικά ψωμάκια και μοσχοβόλαγε όλο το κομοδέσιο…Σέφ του φώναξε ο γραμματικός..άμα τελειώσεις με το ψωμί μποτζάρισε όλο τον κινητό εξοπλισμό τα πάντα στη κουζίνα και στις δεσπέτζες…με το παραμάγειρα μαζί να σε βοηθήσει….Θα έχουμε θάλασσα του είπε και βούτηξε ένα ψωμάκι καυτό και το έφαγε με βουλημία ενώ σκεφτόταν μήπως ξέχασε τίποτα από τα «σχετικά» που του είπε ο πλοίαρχος…..

Έπειτα πήγε στο γραφείο του καπετάνιου. Μέχρι τις 5 το απόγευμα κάπταιν που σχολάνε οι ντεϊμάνηδες το πλοίο θα είναι μέσα και έξω έτοιμο για τον καιρό…του είπε και κάθισε στην αναπαυτική δερμάτινη πολυθρόνα αφού πρώτα γέμισε ένα ποτήρι με ουίσκι και μια χούφτα ξηρούς καρπούς. ΚαμπάΪ!!! Φώναξε στο καπετάνιο και εκείνος ανταποκρίθηκε με τον ίδιο χαιρετισμό…Καμ¨πάϊ!!! Και τσούγκρισαν τα ποτήρια….

Κατά τις 6 και ενώ όλοι θα τρώνε πάμε να κάνουμε μια επιθεώρηση στο πλοίο…είπε ο καπετάν Παναγιώτης στο γραμματικό. Και εμείς τρώμε μόλις γυρίσουμε εδώ. Θα πώ στον στιούαρτ να μας ετοιμάσει εδώ να φάμε.

Το σουέλ θα μας πιάσει μετά τις 11 το πρωί. Πιάσε τους μικρούς τους πρωτόμπαρκους και πες τους δυο λόγια γι αυτό για να ξέρουν, και άμα δεν μπορούν το πρωϊ να δουλέψουν άστους να κοιμηθούν πέστο και στο λοστρόμο να μη τους ζορίσει…τι μέρα είναι αύριο;

Τετάρτη είπε ο γραμματικός…

Ωχ !! θα τρώμε τη φασολάδα στο ποτήρι….απάντησε ο κάπταιν…μακάρι να περάσει γρήγορα, αλλά δεν το βλέπω…θα μας χτυπάει αλύπητα για μέρες γιατί έρχεται από τον ανοιχτό νότο. Μέχρι τις Μαλδίβες θα μας τσακίζει συνέχεια.

Ήπιαν τα ουϊσκάκια τους και το δειαλύσανε.

Στις 6 πάμε για επιθεώρηση θα περάσω να σε πάρω από δω κάπταιν φώναξε ο γραμματικός κατεβαίνοντας τη σκάλα του κομοδεσίου.

Εγώ τέλειωσα τη βάρδια μου και με χαρά πήγα στη καμπίνα μου, ξάπλωσα στο καναπέ βάζοντας τα πόδια μου στο μπράτσο και άκουσα μουσικη για καμιά ώρα και χαλάρωσα. Μετά πήγα για φαγητό…εκεί είδα το Σωτήρη…φάγαμε μαζί τα ζουμερά μπιφτέκια του σεφ με τις ριγανάτες πατάτες και τη μπόλικη κέτσαπ και μετά βγήκαμε για τσιγάρο στη πρύμη…..

κάτσαμε στις μπίντες γυρνώντας με τα πόδια μας τα ράουλα έτσι από αμηχανία της στιγμής, χαζεύοντας στις απομακρυσμένες στεριές τις αφρικής από αριστερά και της Υεμένης από δεξιά που ξεθόριαζαν στον ορίζοντα και χάνονταν μια από την απόσταση και μια από τον ερχομό της νύχτας…πάμε στα ρέλια κατάπρυμα, μου είπε ο Σωτήρης. Εκεί που τα λόγια που θα σου πω  θα τα ρουφήξουν οι δύνες του νερού από τη προπέλα…δεν πρέπει να τα ακούσει κανείς άλλος εδώ μέσα…

και πήγαμε στα ρέλια…κατάπρυμα…εκεί που ότι κι αν πεις φεύγει και παρασύρεται μακρυα και σβήνει όπως τ’ απόνερα του πλοίου σβήνουν αργά αργά και χάνονται πάνω στην απέραντη θάλασσα.

–          Όταν θα φτάσουμε στο λιμάνι Ουέ ο γραμματικός θα φύγει από το πλοίο.

–          Ο καπετάν Γιώργος; Γιατί;

–          Έτσι είναι το γραφτό. Θα τσακωθεί με τον καπετάνιο. Άγριος τσακωμός. Θα φαγωθούν σαν τα σκυλιά. Ο γραμματικός δεν θα ξαναμπεί στο πλοίο. Με τη φόρμα θα τον διώξει. Ούτε τα ρούχα του δεν θα φορέσει…

–          Αδύνατον. Αυτοί είναι κολλητοί φίλοι. Κάθε μέρα από το πρωϊ μέχρι το βράδυ δουλεύουν μαζί. Εγώ δεν έχω ξαναδεί καπετάνιο να κάθεται και να δουλεύει μαζί με τον γραμματικό και να βοηθάει ο ένας τον άλλο. Και τα βράδυα ακούνε μουσική, τα πίνουνε και συζητούν μέχρι τα ξημερώματα…αδύνατον δεν μπορώ να το φανταστώ…

–          Κι όμως …θα φαγωθούν σαν τα σκυλιά. Θα τους ακούσει όλος ο κόσμος.

–          Μα από το νησάκι αυτό είναι αδύνατον να φύγει άνθρωπος για άλλα μέρη. Μόνον με ψαράδικο μπορεί να φύγει και να πάει σε κάποιο άλλο ποιο μεγάλο νησί… Και πως το ξέρεις ρε Σωτήρη.

–          Το ξέρω. Είναι μήνυμα από το καθρέφτη. Είναι μήνυμα του σατανά.

–          Αηδείες …μήνυμα του σατανά…

–          Πρέπει να με πιστέψεις…πρέπει.

Στο σημείο αυτό γύρισα και τον κοίταξα. Διαπίστωσα ότι το βλέμμα του ήταν παγωμένο στο κενό. Στο κάτω βλέφαρο του αριστερού του ματιού όπως έβλεπα το προφίλ του άρχισε να συσσωρεύεται ένα δάκρυ. Κάποια στιγμή κύλισε στο μάγουλό του κι έσταξε κάτω. Χωρίς να κλείσει τα μάτια του, πάντα με το βλέμμα του παγωμένο στο κενό…

–          Και στη θέση του γραμματικού ποιος θα έρθει;

Ρώτησα σχεδόν ειρωνικά.

–          Θα έρθει ένας που θα μας κάνει τη ζωή δύσκολη…αλλά θα έρθει μετά τρεις μήνες όταν θα πάμε στη Μάλτα. Θα ζωγραφίζει μεγάλους πίνακες με μολύβι και κάρβουνο όλη μέρα και θα κόβει το over time πρώτα στους αιγύπτιους και μετά σε όλους εμάς…για να φανεί ότι ενδιαφέρεται για την οικονομία της εταιρείας και να εδραιωθεί ως μόνιμο στέλεχος.

–          Τι λες ρε Σωτήρη…είναι δυνατόν να ταξιδεύει ελληνικό πλοίο χωρίς γραμματικό; Δεν το επιτρέπει ο νόμος. Αυτά δεν γίνονται. Δεν υπάρχει περίπτωση….κι επειδή με έχεις παραμυθιάσει αρκετά, δεν σε πιστεύω πια….

Μπορεί να έλεγα ότι δεν τον πιστεύω πια, αλλά κάποια φωνή μέσα μου, μου έλεγε ότι τον είχα πιστέψει ήδη. Ο Σωτήρης δεν ήταν παραμυθάς. Δεν έλεγε φανταστικές ιστορίες στα σαλόνια και στα καπνιστήρια του πλοίου. Δεν έλεγε ψέματα. Και όσες φορές τον είχα στριμώξει να μου πει κάτι παραπάνω για να πιστώ ότι τέλος πάντων υπάρχει πραγματικά αυτό που όλοι λένε διάολος…μου έλεγε πως δεν πρέπει…και αντιμετώπιζε κάθε συζήτηση που κάναμε με σοβαρότητα…ποτέ με ψεύτικα λόγια.

Η θέση μου ήταν δύσκολη. Πολλές φορές έχανα το μυαλό μου κατά τη διάρκεια της δουλειάς μου. Σκεφτόμουνα  τι μου είπε ή τι θα μου πει ο Σωτήρης. Δεν άντεχα να ζω έτσι. Ένοιωθα πως σιγά σιγά αλλάζω και ότι αλλάζει και η συμπεριφόρά μου στη δουλειά μου. Η μόνη μου ευχαρίστηση πια είναι όταν συναντώ τον Σπύρο και διαβάζουμε τα γράμματα της Κατερίνας…κι έπειτα όταν υπαγορεύω στο Σπύρο τα ερωτικά γράμματα που της γράφει. Είμαστε τόσο φίλοι που ξέρω πως ακριβώς σκέφτεται για τη Κατερίνα…μα όταν κάθεται να γράψει γράμμα σταματά το μυαλό του και σκίζει το ένα φύλλο μετά το άλλο.

–          Λοιπόν άκου να σου πω Σωτήρη. Στο πρώτο ταξίδι που καναμε, όταν το πλοίο βρισκόταν ανοιχτά από τις ακτές της Ινδίας, τότε που  πηγαίναμε στο Λουμούτ στη Μαλαισία σου είχα πει ότι εγώ μέχρι να σε γνωρίσω, το σατανά τον θεωρούσα παραμύθι και  μου είχες πει, εάν το θυμάσαι, ότι θα μου δόσεις  να καταλάβω για ποιο πράγμα πρέπει να σε βοηθήσω….και δεν το έκανες..κάτι μου είχες πει ότι θα με κάνεις να αιστανθώ το φόβο…για να με πείσεις και να τα δω όλα αυτά σοβαρά. Να καταλάβω κι εγώ από τι κινδυνεύεις και γιατί…η αλήθεια είναι ότι από τη πρώτη στιγμή που ειδοθήκαμε στο αεροδρόμιο στην Αθήνα μου έκανες εντύπωση και με γέμισες ερωτηματικά γιατί ήρθες μόνος σου, χωρίς τον πράκτορα, και ενώ είμαστε οκτώ άτομα στη παρέα που ταξιδεύαμε χαιρέτισες χωρίς να γνωριζόμαστε μεταξύ μας πρώτα εμένα, μετά το Σπύρο και τέλος τη  Κατερίνα που ήταν εκεί μόνο για  να χαιρετίσει το Σπύρο.

Τώρα λοιπόν αφού πέρασε τόσος καιρός θα πρέπει να με κάνεις να πιστώ αν θέλεις να σε πάρω στα σοβαρά. Απόψε λοιπόν να γίνει ότι γίνει…απόψε…διαφορετικά δεν θα ξαναβρεθούμε ούτε για συζήτηση. Δεν μπορώ να ζω με αυτή την αγωνία και να μη ξέρω τι θα πρέπει να κάνω.

–          Εντάξει Δημήτρη. Αν ήξερα ότι δεν με πιστεύεις δεν θα σου μίλαγα καθόλου. Αλλά επειδή σου έχω υποσχεθεί… Απόψε …απόψε θα αιστανθείς τον απόλυτο φόβο. Τρεις φορές. Τη πρώτη  θα φοβηθείς αλλά θα έχεις μια αμφιβολία , τη δεύτερη το ίδιο, θα φοβηθείς πολύ αλλά θα το αποδόσεις σε πιθανή σύμπτωση αλλά τη Τρίτη θα νοιώσεις τον απόλυτο φόβο…και τότε θα πιστείς και θα με πιστέψεις…..όμως πριν φύγουμε από εδώ θα σου πω κάτι από το παρελθόν σου. Θα με πιστέψεις για ακόμα μια φορά. Όταν ήσουν 7 χρονών παιδί εγώ δεν ζούσα….όπως ξέρεις έχουμε 9 χρόνια διαφορά. Τότε λοιπόν είχες πάει ένα καλοκαίρι για ολιγοήμερες διακοπές σε ένα κοντινό στην αθήνα νησί….εκεί πέρναγες τη μέρασου παίζοντας στη παραλία με την άμμο και τα βότσαλα. Η βίλλα που έμενες ανήκε σε μια μεγάλη γυναίκα που είχε ανηψιά μια νέα και όμορφη ηθοποιό. Αυτή χαιρόταν να σε φωνάζει στο κήπο και να σε ταϊζει φρούτα και να σε χορταίνει χάδια και φιλιά….ήταν τα πρώτα χάδια που ένοιωσες από ξένα γυναικεία χέρια και που κατάλαβες πως κάτι άλλο συμβαίνει στον εαυτό σου, κάτι ξύπναγε μέσα σου, κάτι που τότε το αισθανόσουνα γλυκό και ήθελες να συμβαίνει κάθε μέρα…και περίμενες πως και πώς να σε φωναζει εκείνη η γλυκιά νεαρή κοπέλα…

Άκουγα και δεν το πίστευα…μου εξιστορούσε τόσο ζωντανά μια προσωπική μου στιγμή που έχει σημαδέψει τη ζωή μου ευχάριστα, ο πρώτος κρυφός παιδικός έρωτας θα έλεγα,…πριν από πολλά χρόνια και που ο μόνος που γνωρίζει αυτή την ιστορία είμαι εγώ και πιθανόν η σκιά μου. Πιστεύω ότι αυτή η ηθοποιός σήμερα ούτε καν θα θυμάται τίποτα από όλα αυτά παρόλο που έβαζε το πρόσωπό μου πάνω στο στήθος της κι ευχαριστιόταν, με χάϊδευε στα μαλιά και εγώ ανάσαινα το άρωμά της…ένα άρωμα που ποτέ δεν το ξαναμύρισα στη ζωή μου…..ένα άρωμα που ξύπναγε τις κρυφές αισθήσεις που δειλά δειλά ερχόντουσαν να με βασανίζουν όσο καιρό έμεινα σε εκείνη τη βίλα…αλλα και μετά για καιρό πολύ….ένα άρωμα που το θυμάμαι ακόμα και σήμερα.

–          Ναι, και ένα βράδυ ενώ είχες ξαπλώσει στο κρεββάτι της μεγάλης κάμαρας που το παράθυρο κοίταζε προς τη θάλασσα, ξαφνικά άκουσες τα παραθυρόφυλλα να χτυπούν δυνατά ρυθμικά και βίαια με ένα αφύσικο παλμό και μετά είδες την άκρη του σεντονιού που είσουνα σκεπασμένος να φτερουγίζει και να χτυπά το πρόσωπό σου κόβοντάς την ανάσα σου από το φόβο. Εκείνη τη στιγμή για να σωθείς από το αφύσικο περιστατικό, έφερες στο μυαλό σου τα λόγια της γιαγιάς σου που σου είχε πει σε ανύποπτο χρόνο ότι άμα καμιά φορά σε πλησιάσει ο διάολος πες το Πάτερ υμών. Αυτή τη προσευχή που τότε δεν την είχες μάθει ακόμα όλη…κάθε φορά που την έλεγες μπερδευόσουνα και ξεχνούσες μερικά λόγια. Εκείνη την ώρα λοιπόν κατάλαβες πως ζούσες ένα περίεργο και πρωτόγνωρο γεγονός και στο φόβο σου επάνω ξεστομισες τα λόγια «Πάτερ Υμών» με δυσκολία. Λες και κάποιος σου κρατούσε σφραγισμένα τα χείλη….αλλά τελικά το είπες και τότε το σεντόνι σταμάτησε να φτερουγίζει και να σε χτυπά στο πρόσωπο, σταμάτησε και το βίαιο χτύπημα στα παραθυρόφυλλα. Μη μου λες λοιπόν ότι δεν γνωρίζεις το σατανά…τον έχεις γνωρίσει και τον έχεις πολεμίσει και τον έχεις νικήσει ακαριαία….

Είχα μείνει άφωνος…κοίταζα τα απόνερα του πλοίου που φωτιζόντουσαν πλεον από το ασημί φως του φεγγαριού. Ο Σωτήρης έφυγε για να πάει να ετοιμαστεί για τη βάρδια του. Το πλοίο είχε αρχίσει να κουνάει ελαφρά, απαλά φέρνοντας την επιθυμία του ύπνου γρήγορα στα μάτια. Αποφάσισα να πάω για ύπνο. Και στρέφοντας το κορμί μου από  τα ρέλια προς το κομοδέσιο δεν είδα τίποτα, εκτός από τις μπίντες και τα ράουλα. Σαν να μην υπήρχε το πλοίο. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά λες και ήθελε να βγει από το στήθος μου. Ένας δυνατός κτύπος κάτω από τη λαμαρίνα που πάταγα, με τράνταξε, κτύπησε πολλές φορές, και το κομοδέσιο δεν το έβλεπα, ακόμα. Ο φόβος  έκοψε τη μιλιά μου. Προσπαθούσα να πω το Πάτερ Υμών αλλά τα χείλη μου ήταν πιασμένα δυνατά από κάποιο χέρι που τα πίεζε και τα κράταγε κλειστά…μεσα από το τεράστιο φόβο μου βρήκα το κουράγιο και το είπα από μέσα μου….Πάτερ Υμών…και αμέσως τα χείλη μου απελευερώθηκαν και το είπα και φωναχτά..και τότε τα μάτια μου είδαν ξανά το κομοδέσιο του πλοίου..έτρεξα γρήγορα και μπήκα από τη πόρτα της πρύμης…και πήγα στη καμπίνα μου και ξάπλωσα να κοιμηθώ….πάτερ υμων …πάτερ υμών….πάτερ υμών….

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έλεγα αυτή τη προσευχή στο πλοίο…εγώ άλλη προσευχή δεν ξέρω. Όποτε ήμουνα άρρωστος Βοήθα Παναγιά μου έλεγα και δυο τρείς φορές ή και παραπάνω το Πάτερ Υμών, και γινόμουνα καλά…και για να ευχαριστήσω τη Παναγιά πάλι το Πάτερ Υμών έλεγα…

Σκέφτηκα για λίγο ότι κάτι πάθανε τα μάτια μου επειδή κοίταζα πολύ ώρα τη θάλασσα που φωτιζόταν από το φεγγάρι και δεν εβλεπα για λίγο το κομοδέσιο του πλοίου. Και ότι ο χτύπος της λαμαρίνας ίσως να ήταν από κάποιο μηχανικό που έκανε κάποια δουλειά στο ψυχροστάσιο. Μετά πάλι σκέφτηκα ότι τέτοια ώρα δουλειά στο ψυχροστάσιο; Μπορεί να ήταν κάτι έκτακτο…..και με τις σκέψεις αυτές παραδόθηκα στον ύπνο….

Advertisements

το όνειρο

 Το όνειρο

Μυθιστόρημα/ απόσπασμα

Χρονολογία: Πλησιάζοντας τα Χριστούγεννα του 2000

Κεφάλαιο.   

 

Από το πρωί γυρνούσα στη Πάτρα…ψώνια βόλτες …επέστρεψα στο πλοιο δύο φορές για να αφήσω κάποια ψώνια και πάλι έξω για φαγητό …συνάντησα το Χρήστο το χρυσοχόο το φίλο μου μετά τη δουλειά του και πήγαμε στο Μύθο για φαγητό. Καταπληκτικό Restaurant σε νεοκλασικό κτήριο από αυτά που η Πάτρα έχει άφθονα και διατηρητέα. Κάτσαμε για λίγο στο μπαρ του restaurant στο δεύτερο όροφο ήπιαμε ποτά και μιλήσαμε και γελάσαμε με τη ψυχή μας με την Λέλα την ιδιοκτήτρια . τη φίλη μας τη Λέλα που κάθε μεσημέρι και βράδυ τη πλημυρίζει το άγχος που της επιβάλεται βίαια από τη δουλειά της …ε δεν είναι και εύκολο πράγμα να έχεις ένα καλό restaurant που κάθε μέρα είναι κατάμεστο από καλό κόσμο, όλα τα ξακουστά ονόματα της πόλης να περνάνε να τρώνε από το μαγαζί σου και να μένουν πάντοτε ευχαριστημένοι….

Μετά κατεβήκαμε στο πρώτο όροφο σε ένα ήσυχο τραπεζάκι στη στροφή της σκάλας και φάγαμε τα γκουρμέ της ημέρας , εγώ έφαγα επι πλέον και μια κασερόπιτα σπεσιαλιτέ του μαγαζιού..τέλος ήπιαμε και τις τεντούρες μας, προσφορά δωρεάν με κάποια γλυκίσματα και φύγαμε χορτάτοι για περπάτημα μπας και χωνέψουμε ότι φάγαμε. Περάσαμε από του Λότσαρη το Ζαχαροπλαστείο και χτυπήσαμε από ένα καταπληκτικό φρεσκότατο σαβαρέν συροπιαστό γεμάτο λαχταριστή κρέμα.

Οι βιτρίνες των καταστημάτων στολισμένες με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και οι δρόμοι το ίδιο με φώτα που από νωρίς το απόγευμα ανάβουν πριν ο ήλιος δύσει για να προλάβουν να φωτίσουν απ αρχής τις καρδιές των παιδιών που πάνε να πάρουν τα χριστουγεννιάτικα παιχνίδια και δώρα….

Οι τσέπες όλων καλογεμισμένες με χρήμα …χρήμα άφθονο από τους διπλούς μισθούς….Το δώρο των Χριστουγέννων ξοδεύεται στην αγορά από κορδώνια παπουτσιών και βερνίκια στο γέρο στη πλατείας  Ολγας μέχρι τους ακριβούς πίνακες των γκαλερύ,από τα πολυτελή καταστήματα της αγίου Νικολάου, τα σινεμά , από  καφενεία και τα φαστφουντάδικα μέχρι τις πολυτελεις καφετέρειες τα clubs , τα εμπορικά , τα κομμωτήρια και τα κουρεία….όλοι καλοδουλεμένοι και ευτυχισμένοι και όλων τα παιδιά με χαμόγελα περιμένουν τη παραμονή για να ψάλουν τα κάλαντα σε γνωστούς και συγγενείς για να πάρουν και άλλα δώρα . Τα λεωφορεία των κτελ κατάμεστα από επιβάτες που έρχονται από τα χωριά στη Πάτρα για τις γιορτινές αγορές, τα τραίνα το ίδιο ….μια πόλη που σφίζει από κίνηση μια πόλη με πολύ χαμόγελο .

Στο λιμάνι μυρίζουν τα ψημένα κάστανα ανακατωμένα με τη μυρωδιά της ασετυλίνης που καίνε οι καστανάδες , μυρίζει  και η καμένη ζάχαρη από το μαλί της γριάς..που με δεξιοτεχνία περιτυλίγει ο Μπάμπης…ανακατωμένο με τις γιορτινές λαχταριστές επιθυμίες των παιδιών , μυρίζουν και τα καβουρντισμένα φυστίκια κι ο πασατέμπος κι ο λιόσπορος…από το καρότσι με τις αχτινωτές ρόδες του Λάκη…παντού τα κέρματα…πέφτουν, ρυθμικά βαρειά με το χαρακτηριστικό σύντομο μεταλλικό ήχο…κλικ..κλικ…από τα χέρια των περαστικών ….δημιουργούν βουναλάκια  πάνω στο μέρος που βιαστικά τα ακουμπάνε αφύλλαχτα οι πωλητές…για να προλάβουν να ψήσουν κι άλλα κάστανα , κι άλλο μαλί της γριάς , κι άλλα φυστίκια….μετά βαραίνουν ολοένα οι τσέπες όλων αυτών των μικροπολητών  κι όταν στο σπίτι κάποιας ώρας της νύχτας γυρνάνε…το χαρούμενο μέτρημα και ξεχώρισμα των κερμάτων από τα μέλη της οικογένειας φέρνει ευχάριστες εκπλήξεις, χαμόγελα, κι ευτυχία μιας που ξεπεράστηκε για πολύ,   ακόμα μια φορά …το ταπεινό μεροκάματο του πεζοδρομίου….

Χριστουγεννιάτικα τραγούδια ακούγονται από τα μεγάφωνα στους δρόμους και τα πλοία στα λιμάνια έρχονται από την ιταλία γεμάτα κόσμο που έρχεται για τις γιορτές των χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς και για τον ίδιο λόγο φεύγουν το ίδιο γεμάτα για την αγκώνα τη βενετία και τη τεργέστη……κόσμος πάει κι έρχεται…χαρά πλημυρισμένος κι ευτυχία….με τον ερχομό του κάθε πλοίου συνοστίζονται στις προβλήτες δεκάδες ταξί για να παραλάβουν τους ταξιδιώτες να τους πάνε κοντά ή μακριά σε σταθμούς ή σε άλλα λιμάνια, πλημυρίζει το λιμάνι χιλιάδες από κόσμο που καταφτάνει στη πόλη, εκατοντάδες αυτοκίνητα που τρέχουν στα βενζινάδικα να φουλάρουν βενζίνη για τα μακρινά ταξίδια τους σε άλλες πόλεις…εκατοντάδες φορτηγά με εμπορεύματα που φέρνουν από τις άλλες χώρες της ευρώπης….οι δρόμοι μποτιλιάρονται από κάθε είδους τροχοφόρο….κι όταν μετά από δυό ή τρεις ώρες ησυχάσουν λίγο, ένα άλλο πλοίο καταφθάνει από μακρυά…και πάλι από την αρχή……

Τα προποτζίδικα γεμάτα από κόσμο έχουν γίνει καταστήματα πολυτελείας το ένα ανταγωνίζεται το άλλο στο τέλος εκτός από τις ανέσεις των καθισμάτων και της πολυτελούς διακόσμησης θα παρέχουν και γρήγορο φαγητό , ποτά και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς….το είδα κι αυτό και γέλασα….γέλασα με τη ψυχή μου. Πέντε, έξι σουβλάκια σε πορσελάνινη πιατελίτσα παραγγελία από το απέναντι σουβλατζίδικο, σε τραπεζάκι Προποτζίδικου, μπυρίτσα και αφοσίωση του παίκτη που με λαδομένα χέρια συμπληρώνει ένα δελτίο κάποιου τυχερού παιχνιδιού…κάποιοι άλλοι παίκτες χαζεύουν με την αγωνία που τρώει νύχια…στις οθόνες …περιμένοντας τον ερχομό της θεάς τύχης….όλοι  παίζουν ξοδεύοντας χρήματα με άνεση και αυτοπεποίθηση μπραντφορδιανού  εκατομυριούχου.

Πυρετός παντού…δουλειά παντού….κοσμοπλημύρα παντού…..

Διασχίσαμε την Αγίου Ανδρέου  και πήγαμε στη Πλατεία Όλγας στο καφέ μπαρ espresso με το τζάκι και το μεγάλο στολισμένο χριστουγεννιάτικο δένδρο.συναντήσαμε πολλούς φίλους και ήπιαμε μπύρες και ακούσαμε μουσική και κουβεντιάσαμε μέχρι αργά το βράδυ…..στις 11 γύρισα στο πλοίο…..και στις 12 αναχώρησε με προορισμό την ήσυχη πόλη της βόρειας αδριατικής τη τεργέστη……γειά σου Πάτρα …θα τα πούμε πάλι μεθαύριο….

Έχουμε κανονίσει μια μεγάλη παρέα περίπου 15 ατομα να πάμε μέχρι τα Σελά, ένα ορεινό χωριό της Αχαϊας μισή ώρα μόνον μακριά από τη Πάτρα και να μαζευτούμε στης Κωστούλας και να γίνει το μεγάλο φαγοπότι. Ψησταριά με ότι μπορείς να φανταστείς από αρνίσια παϊδάκια , σταβλίσιες μοσχαρίσιες μπριζόλες τεράστιες και ζουμερές και χοιρινές , όλα από ντόπια ζωντανά της περιοχής,  χόρτα βουνίσια σπιτικές πίτες, μανιταρόπιτα και σπανακοτυρόπιτα, μπόλικο κρασί κι όλα αυτά σε ένα τεράστιο τραπέζι μπροστά στο μεγάλο τζάκι της Κωστούλας…και στο τέλος ολόκληρο ταψί γλυκό θα το εξαφανίσουμε μέσα σε λίγα λεπτά…και κάθε φορά που πηγαίνουμε μας φτιάχνει και κάτι διαφορετικό…πότε καρυδόπιτα, πότε γαλακτομπούρεκο, πότε κορμό σοκολατένιο…

Μετά το πρόγραμμα λέει πως θα επιστρέψουμε στη Πάτρα καλοφαγομένοι κι ευτυχισμένοι  στη πλατεία Γεωργίου στο μπαράκι TEATRO που κάθε βράδυ έχει πάρτυ και γίνεται ξεφάντωμα με ποτά, πολύ κουβεντούλα και εκλεκτή latin μουσική….εκεί νοιώθεις τη νύχτα να φεύγει τόσο γρήγορα και νάρχεται η μέρα να σου θυμίζει ξαφνικά πως πρέπει να πας για δουλειά….μια τελευταία στάση θα κάνουμε στο PASSE για να τσακίσουμε κρέπες με σοκολάτα και μπανάνα, και μετά για ένα σύντομο ύπνο μιας ώρας και μετά με μια μόνιμη ζάλη που άφησε η νύχτα, δουλειά…έτσι μετράμε τη ζωή μας σ’ αυτή τη πόλη όταν ερχόμαστε, με τα κουταλάκια του καφέ, μετά ποτήρια της μπύρας και του κρασιού, με τα εκλεκτά γεύματα και τα λουκούλια δείπνα, με τα ψώνια και με τις ατέλειωτες συζητήσεις τις πρΩινες, τις απογευματινές , τις νυχτερινές και πάλι από την αρχή…εδώ σ’ αυτή τη πόλη δεν συζητάμε για παλιές αναμνήσεις, ζούμε το σήμερα, το τώρα ξεχνάμε το χθες, βιαζόμαστε ναρθει το αύριο γιατί γνωρίζουμε ότι θα είναι ακόμα καλύτερο ακόμα πιο ευχάριστο ακόμα πιο γιορτινό….εδώ μετράμε τη ζωή μας πατώντας γκάζι προς την χαρά, προς την ευτυχία….δεν φρενάρουμε ποτέ…μόνο γκαζόνουμε…..κι αν κανείς μας από τη παρέα βρεθεί ξαφνικά τσιμπιμένος και σφόδρα ερωτευμένος που συμβαίνει τακτικά, υπάρχει και το απέναντι, ένα μικρό ταξιδάκι στο κοντινό Γαλαξίδι…περνώντας απέναντι…για ερωτικούς περιπάτους στο παλιό γραφικό λιμανάκι, διανυκτέρευση στο Γανυμίδη και βραδινό στο ταβερνάκι του Μπεμπέλη, σ’ αυτό το καπετανόσπιτο, με τη χαμηλή μουσική , το τζάκι , το καλό φαγητό και το μοναδικό τοπικό κρασί , ροζέ ή κόκκινο ή και λευκό ακόμα , ξεκινώντας από τα ορεκτικά , κελέμια, σικοτάκια , σαγανάκια με σάλτσα μανιταριών καταλήγοντας στα κυρίως πιάτα που με μεράκι και αγάπη ετοιμάζει Μπεμπέλης για χρόνια τώρα…κιαν το ταίρι σου επιθυμεί ψάρι, πήγαινε κατευθείαν στης ΜΑΡΙΤΣΑΣ….στη παραλία …ή στου ΣΤΑΥΡΟΥ. Εκεί στο Γαλαξίδι στέλνουμε τους ερωτευμένους , κι όσα ζευγάρια το παρατράβηξαν και στεφανόθηκαν…εκεί σ΄αυτή την ερωτική φωλιά της Φωκίδας κάνανε και το πρώτο τους παιδί…..τώρα όποτε συναντιώμαστε και βλέπουμε τα μικρά τους πρωτότοκα, όλοι λένε…αυτός είναι γαλαξιδιώτης και δίχνουν το γυιό τους…και όλοι γελάμε…για το κοινό μυστικό μας, για τις ερωτικές αποστολές μας.

Αυτά σκεφτόμουνα καθώς το πλοίο ταξίδευε εδώ και κάμποση ώρα στο Πατραϊκό Κόλπο χαμένος κάπου ανάμεσα στη ζαλη της μπύρας του κρασιού και του ποτού και σιγά σιγά ετοιμάστηκα για ύπνο…ξάπλωσα στο κρεββάτι μου, από το φινιστρίνι έβλεπα τα φώτα του Μεσολογγίου πέρα μακριά, δεξιά λίγο πιο πίσω φάνταζε στο νυχτερινό ουρανό ο σκοτεινός όγκος της Παλιοβούνας , και αριστερά πιο μπροστά σκοτεινές στεριές με μεμονομένα φωτάκια εδώ κι εκεί από μικρά χωριουδάκια της περιοχής…ένα επιβατηγό πλοίο πέρασε δίπλα μας με ταχύτητα με προορισμό τη Πάτρα..τυχεροί , όλοι έξω απόψε για ξεφάντωμα στα μπαράκια της οδού Ραδινού που κυκλοφορούν οι πιο τολμηρές πατρινές κάθε ηλικίας που περιμένουν σαν ξέμπαρκες βάρκες να φανεί κάποιος καραβοκύρης να τις πάρει για μια βόλτα στο πέλαγος.

Όμως αύριο θα είμαι στη Τεργέστη…στη πόλη των γερόντων, στη πιο ήσυχη πόλη της βόρειας αδριατικής, θα πίνω το καφέ μου στο καφέ TOMASSEO εκεί που μετά από καρφωτή πιάσανε οι αυστριακοί αστυνομικοί πριν από πολλά χρόνια το 1797 τον Ρήγα Φεραίο μέσα στο ιταλιάνικο παλιό καφέ υπάρχει μια ολόκληρη γωνιά ως αφιέρωμα όλο το ιστορικό του …..εκεί θα πίνω το καφέ μου αύριο…και μετά θα πάω στην ελληνορθόδοξη εκκλησία του αγίου Νικολάου να ανάψω ένα κερί……….θα χαζέψω την αρχιτεχτονική των πέτρινων ψηλών κτηρίων που ορθόνονται εδώ και πάνω από εκατό χρόνια σε τούτη τη πόλη θα χαζέψω και τη μεγάλη πλατεία….και θα επιστρέψω στο πλοίο αναζητώντας την απόλυτη μοναξιά…θα αποφύγω ακόμα και τον εαυτό μου και θα βυθιστώ στον ύπνο της λησμονιάς….όταν ξυπνήσω το μόνο πράγμα που θα θέλω να νοιώσω ότι μου λείπει θα είναι το άρωμα και η μοναδική γεύση ενός καλοψημένου καφέ σε συνδιασμό με την ανάσα του αρωματικού καπνού από ένα εκλεκτό τσιγάρο.

Κι ενώ ο ύπνος άρχιζε να σκεπάζει κάθε σκέψη που πέρναγε από το  μυαλό μου, ένα δυνατό τράνταγμα σαν σεισμός συγκλόνισε το σκάφος του τεράστιου πλοίου και τρίξιμο σίδερου και ξύλου παντού ακουγόταν, ανακατωμένο με φωνές γυναικείες και κλάματα μωρών παιδιών….και πάλι δυνατό τράνταγμα…

Φόρεσα ρούχα ζεστά χειμερινά, με μπουφάν και μάλινο κασκόλ, με γάντια δερμάτινα και φόρεσα και σκούφο στο κεφάλι, όπως μηχανικά έχω μάθει να κάνω σαν διασώστης  στους ψεύτικους συναγερμούς του πλοίου που πάντα κάνουμε σαν άσκηση για να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε μια παρόμοια κατάσταση κινδύνου…

Πετάχτηκα στο κατάστρωμα περιμένοντας να ακούσω κάποια ανακοίνωση, κάποια εντολή, με τη ζώσα φωνή του πλοιάρχου, μα τίποτα..δεν μίλαγε κανείς, μόνον ο κόσμος φώναζε και αναρωτιόταν τι είχε συμβεί..

Ένας μεγάλος σεισμός, ένας τεράστιος σεισμός είχε γίνει στη περιοχή, τα φώτα της μακρυνής πόλης της Πάτρας που έπρεπε να φαίνονται ακόμα είχαν σβήσει, το ίδιο και του Μεσολογγίου , και τα μεμονωμένα και αραιά φώτα από τα μικρά χωριουδάκια της περιοχής ήταν κι αυτά σβηστά. Παντού σκοτάδι, μόνον κάποιες τσαμαδούρες, ναυτιλιακά σημάδια για τα πλοία αναβόσβηναν ρυθμικά και ένας μακρυνός φάρος έριχνε τη φωτεινή ρυπή του κάθε μερικά δεύτερόλεπτα και φώτιζε τη ταραγμένη επιφάνεια της θάλασσας από τη στεριά μέχρι το πλοίο.

Οι μηχανές σταμάτησαν, το ταξίδι διακόπηκε και τώρα το πλοίο πλέει παρασυρόμενο από τις επιθυμίες της μυστήριας θάλασσας..έτρεξα στη Γέφυρα , κανένα όργανο δεν λειτουργούσε, κανένας ασύρματος καμιά συσκευή . ούτε το ραντάρ, ούτε το gps, ούτε το αις, οι ηλεκτρονιοί χάρτες έχασαν τα ναυτιλιακά τους σημάδια και παρέμειναν να δείχνουν μόνον τη στεριά και τη θάλασσα σαν τους χάρτες που κρέμονται στις σχολικές αίθουσες των δημοτικών σχολείων.

Ένα μεγάλο τράνταγμα, αυτή τη φορά πιο δυνατό από τα προηγούμενα με μεγάλη χρονική διάρκεια και με δυνατή βουή που βγήκε από τα σπλάχνα του βυθού , έφερε το τρόμο να κόψει κάθε φωνή και κάθε κλάμα στους επιβάτες και με τα αυτιά τεντωμένα προσπαθούσαν να ακούσουν κάποιο μήνημα που θα ερχόταν από τη σκοτεινή θάλασσα και τη μακρινή στεριά.

Μια περιστροφή του πλοίου που ξεκίνησε αργά προς τα δεξιά και άρχισε να γίνεται σιγά σιγά πιο γρήγορη με έκαναν να καταλάβω πως βρισκόμασε σε μια δύνη της θάλασσας, μια δύνη που μαρτυράει το άδειασμα υδάτινου όγκου. Στο βόρειο ημισφαίριο εάν βγάλεις τη τάπα από ένα νιπτήρα που είναι γεμάτος νερό αυτός θα αδειάσει με δύνη που κινείται περιστροφικά προς τα δεξιά…κι αν αυτό συμβεί στο νότιο ημισφαίριο θα κινείται αριστερά. Έτσι καταλάβαιναν τα παλιά χρόνια πότε πέρναγαν από το βόρειο στο νότιο ημισφαίριο ή το αντίθετο, τα πλοία που ταξίδευαν. Μα είναι φανερό πως ο Πατραϊκός Κόλπος αδειάζει…η δύνη περιστρέφεται όλο και πιο γρήγορα, αν είναι έτσι πρέπει να δω τη φύση του βυθού της περιοχής…

Έτρεξα στη γέφυρα, με ένα φακό κοίταξα το χάρτη της περιοχής, 388 μέτρα βάθος με μέγιστο τα 440 μέτρα. Στο σημείο που βρισκόταν το πλοίο την ώρα που σταμάτησαν οι μηχανές η φύση του βυθού είναι ομαλή με αμμώδεις λόφους και σε κάποια σημεία βρίσκονται απότομα ρήγματα εκτεινόμενα από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά, και πιο δεξια ή πιο αριστερά της πορείας που είχε το πλοίο υπάρχουν βραχώδη όρη με απότομες χαράδρες και φαράγια με απότομες εναλαγές του βάθους τουβυθού  από 257 μέτρα έως 300 και σε μερικές περιπτώσεις και 400 μέτρα. Ο Πατραϊκός Κόλπος αδειάζει. Φαίνεται κάποιο ρήγμα του βυθού από το σεισμό καταπίνει αχόρταγο τη θάλασσα του Πατραϊκού, του Ιονίου πελάγους, της Μεσογείου .

Ένας δυνατός βήχας με έπνιξε. Ίσως η αγωνία ίσως το πρωτόγνωρο φαινόμενο μου στέγνωσε το στόμα, ξεράθηκε ο λαιμός μου από το θαλασσινό νυχτερινό αγέρι. Ήπια νερό και γύρισα αμέσως στο όνειρο που ζούσα. Λίγο πιο κάτω στα δυτικά παράλια της Πελοπονήσου ανοιχτά της Πύλου λίγα μόνον μίλια από τη στεριά το βάθος του βυθού είναι 4500 μέτρα…. Να πηγαίναμε εκεί, είναιτο βαθύτερο μέρος της Μεσογείου. Θα μπορούσε το πλοίο να συνεχισει να πλέει. Η αδριατική πάλι έχει 250 μέτρα βάθος το πολύ…πω …πω …θα τη ρουφήξη όλη τούτο το ρήγμα.

Μούγκριζα από αγωνία και ο υδρώτας με μούσκεψε .ένοιωθα πως βουλιάζω στα κρύα νερά της χειμωνιάτικης περιόδου που έρχονται από τα βουνά, από τις λίμνες και καταλήγουν να χύνονται με συνεχή ροή στη θάλασσα σπάζοντας την αλμύρα της, κάνοντάς τη γλυκιά εκεί που ο αφρος από τα απαλά κύματα χαϊδεύει τις παραλίες…

Άλλος ένας κρότος ακούστηκε, βγαίνοντας από τα βάθη του βυθού, μετά ένα βουητό συνεχόμενο και ένα δυνατό τράνταγμα που αυτή τη φορά λύγισε και κάποια μικρά σίδερα υπερκατασκευών του πλοίου. Μερικά ρέλια σπάσανε και μαζί με αυτά σπάσανε τζάμια στα ψηλότερα καταστρώματα του πλοίου…τζάμια που δεν σπάνε ούτε σε κυκλώνα ή σε τυφώνα, τζάμια τόσο γερά που αντέχουν σε θερμοκρασίες πάνω από 1600 βαθμούς κελσίου σε περίπτωση πυρκαγιάς…ίσως και παραπάνω…μα τώρα θα πρέπει και το σκάφος να παλαίψει όχι με τα κύματα του ωκεανου που έχει μάθει να παλεύει, αλλά με το άγνωστο θηρίο που έφερε τούτη η νύχτα στη ροτα του…

Είδα τα πανέλια τσακισμένα άλλα να κρέμονται και άλλα να έχουν πέσει κάνοντας το περπάτημα μέσα στο πλοίο δύσκολο. Καλώδια κρεμόντουσαν από παντού, και ξεχαρβαλωμένοι μπουλμέδες έγερναν σπασμένοι ή ραγισμένοι δεξιά και αριστερά.

Σωλήνες σπασμένες από τα δίκτυα εκτόξευαν με μικρούς ή μεγαλύτερους πίδακες νερό αλλού καθαρό, αλλού σαπουνόνερα και αλλού βρώμικα προσθέτοντας στην ατμόσφαιρα μια απεχθή βρώμα που σε έπνιγε.

Έβηξα πάλι μέσα από το ξεραμένο μου λαιμό. Ήπια νερό αρκετό αυτή τη φορά, από ένα παρατημένο στο κομοδίνο μου, μπλουκάλι και γύρισα και πάλι γρήγορα στο όνειρο….μά βρέθηκα στη κουπαστή του πλοίου και μια φωταψία άρχισε να διακρίνεται ψηλά σ΄ένα σημείο τ΄ουρανού. Στην ανατολή…σε λίγο το φως δυνάμωσε κι ο εφιάλτης γιγαντώθηκε γιατί πήρε μορφή, εικόνα, κι έφερε την απόγνωση στο βλέμμα μου, κι έφερε το στεναγμό.

Ένας εκκοφαντικός θόρυβος συνεχόμενος τρεχούμενου νερού ακουγώταν από ώρα μες στο σκοτάδι, που δεν έλεγε να σταματήσει και ο λιγοστός αέρας έφερνε στο πρόσωπό μου μια δροσιά από σταγονίδια νερού….έγλειψα τα χείλη μου και το νερό αυτό ήταν γλυκό…αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν και μόλις το φως άρχισε να ξεκαθαρίζει το τοπίο ένας τεράστιος καταράκτης πιο μεγάλος από αυτόν του Νιαγάρα Ποταμού εμφανίστηκε μπρος στα μάτια μου σε μεγάλη απόσταση και ένα μακάβριο τοπίο από διάσπαρτα σκουριασμένα κομμάτια από ναυάγια, σκουπίδια, λασπωμένα και αλλοιωμένα , αλλα πιο καινούργια, παντού λασπη , παντού ένα χρώμα σκούρο καφέ, μαύρο, και πιο εκεί τα ίδια μαύρο, γκρί, και ίσως καφέ σκούρο….

Το πλοίο ήταν ακουμπισμένο στο λασπώδη βυθό. Κι ο βυθός απέραντος εφιάλτης χωρίς δρόμους χωρίς έστω ένα μονοπάτι που να οδηγεί κάπου…άρχισα να γυρίζω γύρω γύρω και να βλέπω το τοπίο γύρω μου. Στο βάθος ένα πανήψυλο βουνό μυτερό και αριστερά του πάνω σε ένα οροπέδιο μια πόλη. Από εκεί έπεφταν τα νερά του καταράκτη, και τότε ανατρίχιασα και πάγωσε η καρδιά μου..γιατί η πόλη αυτή ήταν το Μεσολόγγι…και το τεράστιο βουνό ήταν η Παλιοβούνα.

έστρεψα αμέσως δεξιά το βλέμμα μου από εκεί που συνήθιζα να κοιτάζω όταν έκανα βάρδια και ανάμεσα σε δυό βουνά είδα τη μισόχτιστη γέφυρα του Ρίου. Και πιο δεξιά  πάλι ένα τεράστιο βουνό και πάνω σε ένα ξέφωτο που έμοιαζε σαν ένα απέραντο μπαλκόνι ήταν καθισμένη η Πάτρα που τώρα όπως είχε πάρει ύψος ο ήλιος, λιαζόταν ηλιόλουστη και πιο πάνω από αυτή το κατάλευκο από τα χιόνια χρώμα του Παναχαϊκού έμοιαζε απόμακρο σαν άπιαστο όνειρο…κάτι σαν τις άγνωστες για μένα κορφές των ιμαλαϊων. Χριστέ μου αυτά που τόσο καιρό αγνάντεβα με τα κυάλια στην επιφάνεια με τα κυάλια τώρα σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά για να τα δω….Η πάτρα έγινε μια ορεινή πόλη που χωρίς δρόμους και μονοπάτια από εδώ που είμαι περίπου 15 μίλια μακρυά δεν ξέρω αν θα μπορέσω να τη φτάσω ποτέ.

Ήπια κι άλλο νερό γιατί ο ξερός βήχας της αγωνίας με έπνιξε και μετά πέταξα μια ανεμόσκαλα από τη κουπαστή αλλά αυτή δεν έφτανε μέχρι το βυθό. Έτσι πήρα ένα κομπόσχοινο περασμένο στον ώμο μου και κατέβηκα με τέχνη την ανεμόσκαλα. Μετά έδεσα στην άκρη το κομπόσχοινο το άφησα να πέσει στο βυθό και κατέβηκα με άνεση πατώντας στους συμμετρικά φτιαγμένους κόμπους του.

Το πλοίο φάνταζε τεράστιο μπροστά μου και ένοιωθα μικρός, πολύ μικρός μπροστά σε όλα όσα αντίκρυζα γύρω μου.

Άρχισα νε περπατώ με δυσκολία πάνω στον υγρό λασπώδη βυθό. Μια οσμή δυνατή αποκρουστική που έμοιαζε σαν διαρροή φιάλης πετρογκαζ, αδυνατόύσε ολοένα την ανάσα μου και με έκανε να αναπνέω αραιά και που ίσα ίσα για να μπορώ να ζω. Στη προσπάθειά μου να ανέβω σε ένα βραχώδες ύψωμα γλύστρισα, έπεσα και χτύπησα το δεξί μου χέρι. Τότε κατάλαβα πως δεν πρόκειτε να φτάσω ποτέ, σε καμιά πόλη….περπάτησα, κατέβηκα, ανέβηκα, ξανανέβηκα, τώρα βρίσκομαι σε κάποιο σημείο που δεν βλέπω παρα μόνο τις κορυφές των βουνών . είμαι χωμένος σε μια χαράδρα. Δεν υπάρχει διέξοδο. Πρέπει να σκαρφαλώσω στα γλυστερά από τη λάσπη βράχια και μετά δεν ξέρω που θα βρεθώ και τι θα πρέπει να αντιμετωπίσω πάλι…..κοίταξα τη βουνοκορφή της Παλιοβούνας. Ένα μικρό συννεφάκι σαν σκουφάκι κάλυπτε τη μύτη της βουνοκορφής. Θεέ μου εάν δεν έχουνε αλλάξει όλα σε αυτό τον κόσμο σύντομα ο καιρός θα αλλάξει και θα βρέξει. Συνήθως όταν η Παλιοβούνα στη κορφή της έχει καπελάκι σε λίγες ώρες χαλάει ο κόσμος από βροχή καταιγίδα και αέρα…..

Δυό μεγάλα λάστιχα από ρόδες αυτοκινή του αναγνώρισα εύκολα σφηνομένα ανάμεσα σε δυό μικρά βράχια. Πάτησα πάνω τους και ανέβηκα λίγο πιο ψηλά. Πατώντας στο πάνω μέρος του βράχου είδα άλλο ένα λάστιχο που με βόλευε να πατήσω για να ανεβώ ψηλότερα…

Παντού υπήρχαν μικρές λιμνούλες από θαλασσινό νερό. Πατούσα μέσα στα νερά και τα πόδια μου είχαν παγώσει. Ήμουνα βουτηγμένος στη λάσπη και Κρύωνα. Άρχισα να τρέμω. Το φως του ήλιου δεν έφτανε στο σημείο που ήμουνα και η διαρκής σκια με έκανα να παγώνω. Πέρα από το κορμί μου άρχισε να παγώνει και η σκέψη μου. Όταν ήμουνα στη στεριά τότε που γύριζα από τα ταξίδια μου η μόνη διαδρομή που έκανα με τα πόδια ήταν καμια ώρα δρόμος στα πεζοδρόμια της πόλης. Δεν είχα περπατήσει ποτέ πάνω σε βουνά σκαρφαλώνοντας σε βράχια και βουνοκορφές….έτσι για μένα τώρα δεν υπάρχει σωτηρία σκέφτηκα….σκέφτηκα ένα όνειρο που έβλεπα όταν ήμουν μικρός πως είμουνα μια ζωηρή μαϊμού και έτρεχα μέσα στη ζούγκλα πηδώντας από δέντρο σε δέντρο με ευκολία. Ίσως έβλεπα το όνειρο αυτό τότε για να βοηθάω τον εαυτό μου να ξεπερνάω τις δυσκολίες μου ή να προφταίνω να συγκρατώ τη φαντασία μου που πάντοτε με οδηγούσε σε εξαιρετικές περιπέτειες. Έκανα μια ευχή να γίνω εκείνη η ζωηρή μαϊμού και να τρέξω πηδώντας από βράχο σε βράχο μέχρι να φτάσω σε ένα δρόμο ή κάποια αμώδη ξερή παραλία. Μάταια σκέφτηκα και σαν μαϊμού αλλά και σαν άνθρωπος σε λίγο αυτός ο βυθός θα γινόταν ο ταφος μου……

…………………………………………………

Η Μπέτη

 «η Μπέτη»

Απόσπασμα

Για ένα καφέ στη Μαρτίγη                 Marseille-Vieux-PortΈβλεπα το άδειο από ψάρια ολοκαίνουργιο πανέμορφο ενυδρείο  στο γραφείο μου να στέκει σκοτεινό πάνω στην ειδική ξύλινη βάση που μου έφτιαξε αποκλειστικά γι αυτό ο ξυλουργός της εταιρείας και σκεφτόμουνα ότι πρέπει να κάνω μια βόλτα στη πόλη για την αγορά lambeus. Θα πάρω ένα κόκκινο λαμπέο και έναν μαύρο και κατεψυγμένη τροφή σε πλαστικά φακελάκια για να έχω να τα ταϊζω τουλάχιστον για 4 μήνες αφού δεν πρόκειται να ξαναέρθω στη Μαρτίγη νωρίτερα.

Λοιπόν παρεπιπτόντως σας ενημερώνω ότι αν ποτέ βρεθείται στη Γαλία, αγοράστε ένα ενυδρείο. Δεν έχουν καμία σχεση με τα ενυδρία που πωλούνται σε άλλα μέρη του κόσμου. Δηλαδή έχουν τόση διαφορά που θα έλεγα ότι η Γαλία ξεχωρίζει από δύο πράγματα πρώτο από τη γαλική κουζίνα και δεύτερο από τα επιτραπεζια ενυδρεία.

Είχε νυχτώσει για τα καλά, έβρεχε του σκοτωμού (τρόοομπα όπως συνήθιζε να λέει με στόμφο η Μαρία) και το κρύο ήταν διαπεραστικό όπως συμβαίνει σε όλες τις παραθαλάσιες πόλεις της Μεσογείου. Στη Μαρτίγη κάτι παραπάνω από διαπεραστικό αφού έρχεται κατευθείαν από τα πυρηναία όρη για να παγώσει όλες τις πολιτείες που βρίσκονται στο κόλπο του λέοντος.

Παράτησα το TIME στο γραφείο, έσβησα τη λάμπα πέταξα τις παντόφλες μου,πέρασα στη καμπίνα μου και άρχισα να ντύνομαι ανάλογα του καιρού με γρηγοράδα γιατί βιαζόμουνα να περπατήσω στη βροχή κάτω από μια τεράστια ομπρέλλα που είχα πάρει στο αεροδρόμιο του Άμστερνταμ. Από τότε δεν την είχα χρησιμοποιήσει γιατί τύχαινε και πήγαινα σε στεγνά μέρη. Βγαίνοντας είδα τον Pedro τον θερμαστή που επέστρεφε από την έξοδό του και του φώναξα …τυχαιρέ….κανά εμβασματάκι στη χιλή….στη γυναίκα σου;.

Με 200 δολαριάκια καθάριζε για ένα δίμηνο…πολλά λεφτά για τη χιλή…και ο pedro πληρωνόταν κάπου 2500 το μήνα και φυσικά τα έτρωγε στα λιμάνια όπως αυτός ήθελε…στα μπαρ …στα ξενοδοχεία…στα θερμενόμενα και περιστρεφόμενα κρεβάτια. Σήμερα γύρισε νωρίς στο πλοίο γιατι η Μαρτίγη πέρα από κανα δυό καλά καφέ…δεν έχει να σου προσφέρει τίποτα άλλο.

Πωπω τι καταπληκτική αίσθηση …να περπατάω μες στη βροχή κάτω από τη τεράστια ομπρέλα μου, με δερματινες μπότες και χοντρές μάλινες κάλσες και αντιανεμική καπαρντίνα, αγορασμένα όλα από τα ειδικά για skipper μοναδικά μαγαζιά της παραλίας της Μασσαλίας…εκεί κοντά στη τεράστια μαρίνα με τα πολυτελή κότερα….

Και όμως κάτι μου έλλειπε, το ένα μου χέρι που κρατούσα την ομπρέλλα είχε παγώσει, το άλλο ήταν χωμένο στη τζέπη της καπαρντίνας και ζεστό σαν τη φωτιά. Με τη πρώτη ευκαιρία πρέπει να πάρω ένα ζευγάρι ζεστά γάντια σκεφτηκα για παρόμοιες συνθήκες και ίσως και χειρότερες.

Από μακρυά έβλεπα τα φώτα του Μαμούτ του τεράστιου Super Market που ήταν στην άκρη της πόλης  κι όσο προχωρούσα τόσο πιο έντονα μου φαινόντουσαν και τόσο πιο τεράστιο μου φάνταζε το Μαμούτ. Εκεί θα έβρισκα και ψάρια και τροφή αλλά θα έπινα και το καφέ μου. Και ξαφνικά όπως περπάταγα με τη βροχή να μην έχει σταματήσει καθόλου, βλέπω έναν καλοντυμένο κύριο που προπορευόταν από μένα, κομψά ντυμένο να σταματά απότομα σε έναν κάδο στην άκρη του δρόμου και να ψάχνει με τακτ ανακατεύοντας τα σκουπίδια για να βρεί κάτι….τι άραγε….

Σταμάτησα σε ένα σκοτεινο, από μια παρατημένη σκια, σημείο  που έριχνε στο πεζοδρόμιο μια διαφημιστική σκοτεινή ταμπέλα και παρατήρησα μέσα από τη ζεστασιά μου και τον αχνό της ανάσας μου που χάϊδευε το προσωπό μου με τη ζεστή και υγρή ανάμικτη υφή του ,τη παγωμένη μου μύτη και τα βλέφαρά μου, παρατήρησα σαν από ταινία του κινηματογράφου την άθλια σκηνή, τον άγνωστο αυτό προπορευόμενό μου να τρώει κάτι από τα σκουπίδια και να παίρνει σε μια τσάντα που κρατούσε και κάτι γι αργότερα, για το σπίτι ίσως ή για τη γέφυρα ή για κάποιο σκεπαστό πεζοδρόμιο…

Συνέχισα το δρόμο μου …αργά προς το Μαμούτ…, στη μύτη μου πλεον ερχόταν η έντονη μυρωδιά των χοτ ντογκ  που έψηναν σε μια καντίνα 20 μέτρα έξω από το σούπερ μάρκετ και κάτω από τη μικρή της τέντα ήταν μαζεμένα τουλάχιστον 15 άτομα που έτρωγαν τα καυτά λουκάνικα σκουπίζοντας από τα χείλη τους τις σάλτες ντομάτας και μουστάρδας που έραιαν από τα ξεχυλισμένα ζεστά μαλακά ψωμάκια, περιμένωντας μάταια να σταματήσει η βρόχή για να συνεχίσουν τη πορεία τους.

Δεν πείναγα….τρελαινόμουνα για καφέ….ήθελα να αιστανθώ το άρωμα του καφέ τη ώρα που θα έμπαινα στη καφετέρεια.. να έκλεινα την ομπρέλλα μου , να έβγαζα τη καπαρντίνα μου, να καθόμουνα αναπαυτικά και να παράγγελνα ένα ζεστό καφέ σε μεγάλη κούπα και με τη πρώτη γουλιά να άναβα ένα σαρατόγκα από αυτά που μου έκανε δώρο ο πρέσβης μας στο Αμβούργο και να το κάπνιζα με επιθυμία ρουφόντας το καπνό με παρατεταμένες εισπνοές και πετώντας με σνομπισμό τη στάχτη έξω από τα στενά όρια που προσδιορίζει το σταχτοδοχείο…

Κι έτσι έκανα …μπήκα στο καφέ και αφέθηκα με μανία στην ηδονική περιδύνηση των αισθήσεων ρουφόντας αθόρυβα τον αρωματικό ζεστό καφέ από τη τεράστια πορσελάνινη κούπα, πετώντας τα χαρτάκια από τους κύβους της ζάχαρης στο πάτωμα, ανάβοντας τσιγάρο 180 χιλιοστών σαρατόγκα με σπίρτο, και σβήνοντάς το σπίρτο με τη παληνδρομική γρήγορη κίνηση του χεριού πετώντας το και αυτό στο πάτωμα. Τι ευτυχία…κάπου είχα διαβάσει ότι η ταχύτητα που περνάει ο καπνός από το λάρυγκα είναι η ίδια που έχει ένα τζετ αεροπλάνο κατά την απογείωσή του….350 χιλιόμετρα την ώρα περίπου δεν θυμάμαι καλά… αλλά τη σημασία έχει η ακρίβεια…σημασία έχει η απόλυτη επαναλαμβανόμενη και ουσιώδη ευχαρίστηση που μόνον το κάπνισμα ενός τσιγάρου μπορεί να σου προσφέρει. Η κίνηση να ανοίξεις το πολυτελές πακέτο, η κίνηση να το τραβήξεις μέσα από αυτό μυρίζοντάς το πριν το ανάψεις, να αιστανθείς τη πιπεράτη γλυκόξινη γεύση του κυλώντας τη βρεγμένη σου γλώσσα  κατά μήκος του περιτυλιγμένου με το τσιγαρόχαρτο αρωματικού καπνού, απολαμβάνοντας τη πρώτη ρουφηξιά με πάθος, βρέχοντας τα χείλη και καταπίνοντας μια δεύτερη γουλιά του καφέ και μετά πάλι τσιγάρο…κάπνισμα…καφέ…..η απόλυτη ευχαρίστηση, η απόλυτη ηδονή η απόλυτη απογείωση που σε κάνει να πετάς ανάμεσα στα  σύννεφα της λογικής αναζήτησης της υπερπλήρωσης από θύμησες κι επιθυμίες.

Απόλαυσα το καφέ μου μέχρι τη τελευταία σταγόνα και μετά με όρεξη πήγα για την αγορά των λαμπέων.

Βρήκα δυό πανέμορφα ψαράκια λαμπέους ένα κόκκινο και ένα γκρι σκούρο με μεγάλα παλόμενα φτερά κι ο έμπορος τα τοποθέτησε σε μια μακρόστενη πλαστική σακουλίτσα με λίγο νερό αφήνοντας πολύ αέρα και δένοντάστη σφικτά στο πάνω μέρος…..όμως αυτή τη φορά αγχώθηκα….κατάλαβα πως η ζωή των λαμπέων  εξαρτιώταν ολοκληρωτικά από μένα…έπρεπε να μεταφερθούν το γρηγορότερο στο ενυδρείο και να μην αντιμετωπίσουν το κρύο που επικρατούσε έξω.

Έτσι λοιπόν άνοιξα το πουκάμισό μου στο πάνω μέρος, έβαλα το σακουλάκι με τα ψαράκια, κούμπωσα και τη καπαρντίνα μου και ζέσταινα τα ψάρια με αυτό τον τρόπο στο δρόμο της επιστροφής…..σε λίγη ώρα αυτά έπλεαν στα ζεστά νερά του ενυδρείου απολαμβάνοντας τη νέα τους κατοικία κι εγώ τα χάζευα που εξερευνούσαν τα διάφορα βυθισμένα αξεσουάρ θαυμάζοντας τις χρωματικές τους ιδιαιτερότητες καθώς φωτιζόντουσαν και άστραφταν από τα φώτα του ενυδρείου.

Χασμουρήθηκα και ξάπλωσα στο μαλακό στρώμα του κρεβατιούμου…..αύριο θα φύγω οδικώς για τη μασσαλία. Θα συναντήσω τη Μπέτη, τη σπανιόλα. να μιλήσουε για τη πρωτοχρονιά που περάσαμε μαζί τόσο όμορφα και να ξαναζήσουμε πάλι ένα διήμερο ανάλογο με το πρωτοχρονιάτικο….άλλωστε όταν βρεπόμαστε αντιμετωπίζουμε τη συνάντησή μας κορυφαία μοιράζοντας τις ευθύνες της δουλειάς μας σε φίλους, απολαμβάνοντας τις όποιας ημέρας στιγμές μας ως κυριακάτικες.

Αυριο βράδυ δεν θάμαι μόνος…θα πλήμυρίσει το στήθος μου από τα μακριά μαύρα μαλιά της μπέτης καθώς θα κοιμάται πάνω μου και θα αισθάνομαι την ανάσα της ρυθμικά να μου ζεσταίνει τη καρδιά. Αύριο βράδυ δεν θα κοιμάμαι….θα ζώ το αποψινό όνειρο………………………………………………………………………………….

Ο Σπύρος, οι Ντομάτες και τα Αυτοκίνητα

Ο Σπύρος, οι Ντομάτες και τα Αυτοκίνητα

Απόσπασμα από το μυστικό πέρασμα

Βόρειος Ήπειρος –Πογώνι -1980

Η Κατερίνα περίμενε με αγωνία τον ερχομό του Σπύρου.20121109_10 Έμπαινε, έβγαινε από τη πόρτα της κουζίνας και όλο κοίταζε στο βάθος του χωμάτινου δρόμου μήπως και φανεί κονιορτός από το κάρο που θα έφερνε το Σπύρο στο χωριό. Περίμενε τις ντομάτες από το Κάστρο. Αύριο θα μαγείρευε φρέσκες ντομάτες με αβγά που θα ‘ρχόταν ο πατέρας της από τα βοσκοτόπια. Ο πατέρας της που Το περισσότερο χρόνο έλλειπε από το σπίτι …ζούσε με τα πρόβατα, μιλούσε με αυτά πονούσε γι’ αυτά.

Κι ο Σπύρος ο αδελφός της είχε φύγει ξημερώματα για το Κάστρο με το γκαζοζέν, ένα μικρό φορτηγάκι που είχε ο άντρας της θείας του ο Σεζάρι αλβανός πλούσιος γαμπρός από τα Τίρανα. Είχε έρθει στο χωριό να φέρει κατι φάρμακα στη μπάμπω (μαμα)των παιδιών και επί τη ευκαιρία πήρε το Σπύρο για να ψωνίσει τις ντομάτες από το Κάστρο. Τέσσερεις  ώρες μακριά με το γκαζοζέν στο γεμάτο λακούβες και πέτρες χωμάτινο δρόμο της διαδρομής. Καλός ο Σεζάρι αγαπούσε τα ανίψια του και τη μπάμπο τους τη Μαρία την ελληνίδα τη γυναίκα του αδελφού του του Σωκράτη. Ο Σωκράτης και ο Σεζάρι γεννήθηκαν στα Τίρανα και μεγάλωσαν χωρίς μίσος για τους έλληνες όπως κάποιοι άλλοι γιατί ο πατέρας τους ήταν έλληνας αλλά κρυφός…κρυφός για να προστατέψει τα παιδιά του και την αγαπημένη του γυναικούλα, τη Νικολέτα ιταλοαλβανέζα. Ο Σεζάρι δεν έκανε παιδιά…Ο Σωκράτης έκανε δύο τη Κατερίνα το 67 και μετά από τρία χρόνια το Σπύρο.

_Βρε Κατερίνα τι μπαινοβγαίνεις συνέχεια κάθησε επιτέλους ήσυχη, ούτε ετοιμόγεννη να ήσουνα

_άσεμε μπάμπω άρχισε να νυχτώνει και ο Σπύρος ακόμα δεν φάνηκε. Θάρθει με το κάρο ή με τα πόδια. Δεν θάρθει με το θείο …γι αυτό ανησυχώ.

_δηλαδή ανησυχείς εσύ περισσότερο από μένα: είναι δυνατόν: απλώς ξέρω ότι είναι καλά και έρχεται …στο δρόμο είναι τον βλέπω τον νοιώθω κοντοζυγώνει.

Δεν πρόλαβε η μπάμπο να τελειώσει τη φράση της και ακουστηκαν τα βήματα του σπύρου που έφτανε περπατώντας πάνω από οκτώ ώρες κόβοντας δρόμο από μονοπάτια και λόφους για να λιγοστέψει την απόσταση.

Όμως δεν πρόλαβε να πιει ούτε νερό και τον άρχισε η Κατερίνα στο βρισίδι. Τσίριζε με τις φωνές της και χτυπιόταν γιατί μέσα στο καλάθι που κρατούσε ο Σπύρος βρήκε μόνο μία ντομάτα. Τις είχε φάει όλες στο δρόμο…μικρό παιδί ήταν 10 χρονών παρασύρθηκε, έφαγε μία να ξεδιψάσει, του άρεσε, έφαγε δεύτερη, είχε και πολύ καιρό να φάει ντομάτες, έφαγε Τρίτη, τέταρτη …ε δεν ήταν και πολλές και τελικά έφερε μόνον μία.

Η Κατερίνα μετά τις φωνές έβαλε τα κλάματα. Τι θα μαγείρευε το πρωί στο πατέρα της. Φαντάσου ολόκληρο χωριό και να μην έχει ντομάτες.

_στάσου περίμενε μη κλαις σταμάτα.

Η μπάμπω φόρεσε το μαντήλι της και όρμησε στη γειτονιά χωρίς φωνές, κάπου πήγε και σε πέντε λεπτά γύρισε και κρατούσε έξι ολόφρεσκες μεγάλες ντομάτες. Έτσι ησύχασε η Κατερίνα αλλά και ο Σπύρος. Όμως μέχρι και σήμερα η Κατερίνα δεν το έχει χωνέψει το χουνέρι που της έκανε και σε κάθε συνάντησή τους του το αναφέρει πάντα και τον πειράζει……………

………….Ο Σπύρος κάθησε σε μια γωνιά και έβγαλε ένα αυτοκινητάκι από τη τσέπη του και άρχισε να παίζει με αυτό …. Θα μπορούσε να παίζει ώρες ατέλειωτες, να το τσουλάει πάνω στο πάτωμα ..στο τραπέζι ..στο χαλάκι μπροστά από το τζάκι..ακόμα και πάνω στους ώμους της Κατερίνας περνώντας το από τον αριστερό της ώμο στο δεξιό αγγίζοντας το λαιμό της ή τη πλάτη της με τις μικρές ροδίτσες που την έκαναν να γαργαλιέται ..να γελάει και να φωνάζει στο Σπύρο να την αφίσει ήσυχη…

Πριν από τρία χρόνια είδε για πρώτη φορά αυτοκίνητο ο Σπύρος. Είχε πάει με κάποιον κρατικό υπάλληλο τον Μουσταφά ,στα σύνορα, περπάτησαν κανα δυό ώρες μακρυά από το χωριό με τα πόδια και φτάσανε στή συνοριακή γραμμή σε μια αφύλακτη ορεινή περιοχή των συνόρων…μόνον διάφοροι περίπολοι από στρατιώτες έλληνες από την ελληνική πλευρά και αλβανούς από τα βορειοηπειρώτικα εδάφη περνούσαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα και έλεγχαν τη περιοχή. Ο Μουσταφά είχε πάρει στο Σπύρο μαζί του για να του δείξει κάτι…θα δεις του έλεγε καθόσο προχωρούσαν στο δρόμο. Μάταια ο Σπύρος προσπαθούσε να εκμαιεύσει από το Μουσταφά τι ακριβώς θα του έδειχνε…φτάνοντας στα σύνορα υπήρχαν συρμάτινα φράγματα για να μη μπορεί να περνάει κανείς από τη μια ή την άλλη μεριά. Ήταν ακόμα την εποχή που τα σύνορα ήταν κλειστά και οι νόμοι στην αλβανία ήταν αυστηροί γι όποιον τολμούσε να πλησιάσει στα μέρη αυτά…πόσο μάλλον να διανοηθεί να προσπαθήσει να περάσει απέναντι. Ηταν Αύγουστος 15 της Παναγίας εκείνη τη μέρα, γιόρταζε η μπάμπο και ο Σπύρος είχε και την αγωνία να γυρίσει γρήγορα στο σπίτι για να φάει με τους δικούς του στο γιορτινό τραπέζι…

Παρόλο που ήταν στα σύνορα δεν φοβόταν ο Σπύρος γιατί ήταν με τον Μουσταφά…κρατικό υπάλληλο, ρουφιάνο τον λέγανε όλοι …παρακολουθούσε τους πάντες στα χωριά …που πήγαιναν, τι έλεγαν….έτσι ήταν εκείνα τα χρόνια….τον λέγανε και κατάσκοπο γιατί είχε το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει στην Ελλάδα όποτε χρειαζόταν για να συλλέξει πληροφορίες ποιος ξέρει τι….

_έλα από δω..Σπύρο..έχει ένα μυστικό πέρασμα που το ξέρω μόνον εγώ…

Και πράγματι λίγο πέρα από ένα μικρό ξέφωτο από τη βλάστηση του βουνού ήταν μια μεγάλη κρανιά και πίσω από αυτή θάμνοι πυκνοί και αναμεσάτους δεν υπήρχαν σύρματα….ήταν κομμένα….

Περάσανε με δυσκολία ανεβήκανε το καταπράσινο λόφο και έκατσαν στη κορφή με θέα τη Πογωνιανή ένα ελληνικό χωριό που εκείνη τη μέρα είχε πανυγήρι. Γιόρταζε η Παναγιά η εκκλησία και πλήθος από πιστούς ερχόντουσαν να προσκηνήσουν την εικόνα της. Ο Σπύρος έμεινε άφωνος…Η εκκλησία ήταν σε ένα ύψωμα με φαρδύ δρόμο και πλατεία από άσφαλτο…λεία μαύρη άσφαλτο που δεν είχε ξαναδεί τέτοιο δρόμο ποτέ μέχρι τα οκτώ του χρόνια.

_Πως είναι έτσι ο δρόμος μαύρος:

_άσφαλτος, ασφαλτοστρωμένος….έτσι τους φτιάχνουν απεδώ τους δρόμους …έχει και στα Τίρανα άσφαλτο….καλά δεν σέχει πάει η μπάμπο σου στα Τίρανα: δεν έχεις ξαναδεί άσφαλτο:

_και τι είναι αυτά τα κόκκινα τα άσπρα και μπλε που φωνάζουν και ανεβαίνουν το δρόμο:

_αυτά είναι τα αυτοκίνητα…αυτά ήθελα να σου δείξω.

_και τι είναι τα αυτοκίνητα:

_οι έλληνες πάνε βόλτα με αυτά και κάνουνε και τις δουλειές τους ,,,κουβαλάνε πράγματα, όπως εμείς έχουμε τα άλογα τα κάρα και τα γαϊδούρια…μόνο που αυτά τσουλάνε με μηχανές, τρώνε βενζίνη και τρέχουν και γίνονται καπνός…για ε !…για ε !πως τρέχει αυτό το μαύρο που πάει κατω….!

Χάζεψε ο Σπύρος …όλα αυτά ήταν μακριά….κάποια στιγμή βούρκωσαν τα ορθάνοιχτα μάτια του από το να κοιτάζει συνέχεια πέρα στο κάτω μέρος του λόφου, ζαλίστηκε με το θόρυβο που έκαναν τα αυτοκίνητα…βζιν, βζιν, βζιν,…ένοιωσε ναυτία…και πάνω που ένοιωθε να λιποθυμά χτύπησε η καμπάνα της εκκλησιάς ….για τη λειτουργιά.

_Πάμε Σπύρο….πάμε πριν περάσει η περίπολος….σου υπόσχομαι ότι όταν θα πάω στην ελλάδα θα σου φέρω ένα αυτοκινητάκι, παιχνίδι…μικρό τόσο…να το έχεις δικό σου και να κάνεις τις δικές σου βόλτες….

_καλά έχει και παιχνίδια αυτοκίνητα…έτσι από σίδερο:

_ναι από σίδερο…χρωματιστά τόσα δα μικρά.

Φεύγοντας για το χωριό στα μάτια του Σπύρου φωτογραφήθηκαν, τα αυτοκίνητα, η άσφαλτος, η κορυφή του λόφου τα σύρματα και η κράνια …το σημάδι του κρυφού περάσματος. Έκοψε λίγα κράνια από το δένδρο έδωσε και στο Μουσταφά να τσιμπολογάει στο δρόμο της επιστροφής. Κάποια στιγμή θημύθηκε πως δεν έκανε το σταυρό του όταν είδε την εκκλησιά….όπως είχε μάθει από τη μπάμπο…σταυροκοπήθηκε….και ο μουσταφά έβαλε τα γέλια……

…………………………………………………………………….

_Σήκω Σπύρο σήκω και πήγαινε να κοιμηθείς στο κρεββάτι σου.

_καλά μπάμπο…παω …καληνύχτα…

_καληνύχτα αγόρι μου…

Ο Σπύρος πήρε το σιδερένιο αυτοκινητάκι του με λαχτάρα στα χέρια του και ξάπλωσε στο κρεββάτι του να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μυστικό πέρασμα. Όμως σε λίγο μόλις ο ύπνος βάρυνε τα βλέφαρά του και τόνειρο άγγιξε τη ψυχή του, πετάχτηκε από τρόμο σταυροκοπήθηκε και πήγε και χώθηκε στο κρεββάτι της μπάμπως….εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκε με ορθάνοιχτα τα μάτια στο σκοτάδι…..γιατί πηγαίνοντας μες τόνειρο για το μυστικό  πέρασμα …ήταν μόνος του …δεν είχε το ρουφιάνο το Μουσταφά κοντά του…..και ήταν μόλις 10 χρονών παιδί.

Χρυσός και παπούτσια από τη πατρίδα

Χρυσός και παπούτσια από τη πατρίδα image

απόσπασμα

…πέρασα το φαρδύ ασφαλτοστρωμένο δρόμο ταχείας κυκλοφορίας στα περίχωρα του Κουβέϊτ και σταθηκα με δυσκολία στη στάση των λεωφορείων από το δυνατό αέρα που έπιασε ξαφνικά. Και δεν έφτανε η αφόρητη ζέστη που με ζάλισε και με εξουθένωσε τελείως αλλά ο καυτός λίβας έφερνε εκείνη τη στιγμή  με ταχύτητα ψιλή άμμο από τις απέραντες ερημικές περιοχές των αραιοκατοικημένων προαστίων και τη πέταγε πάνω μου με βία και αδιακρισία σε όλες τις ακάληπτες από ρούχα ελεύθερες επιφάνειες του κορμιού μου. Ένα επικίνδυνο τσούξιμο στα μάτια μου και ένας βήχας πρωτόγνωρος από το βαθύ πλήρες στέγνωμα των σιελογόνων αδένων μου με έκαναν να ανησυχήσω αρκετά και να σκεφτώ πως αν κρατούσε για πολύ αυτό το ξέσπασμα της φύσης θα τέλειωνα πριν την άφιξη του λεωφορείου που θα με οδηγούσε στο κέντρο της πόλης.

Τώρα η άμμος είχε καλύψει κάθε πτυχή των καλοκαιρινών μου ρούχων και είχε εισχωρήσει παντού μέσα στο σώμα μου. Αισθανόμουν αξιολύπητος γιατί πριν βγω από το πλοίο έκανα ένα γρήγορο ντους και αμέσως για να αισθάνομαι τον ελαφρό καυτό αέρα πιο απαλό και δροσερό έφυγα με βρεγμένο κεφάλι τόσο, όσο να στάζει πάνω στο πουκαμισό μου και κάποιες σταγόνες να κατηφορίζουν μέχρι να εξατμιστούν στο λαιμό μου και μέχρι να φτάσω στη στάση του λεωφορείου να μου προσδίδουν μια πρόσκαιρη υποτιθέμενη δροσιά.

. Που περίμενα να έπιανε ξαφνικά αυτός ο καυτός λίβας:…..

Και ξαφνικά όταν πλέον ο βήχας άρχισε να γίνεται πνιγερός και η ανάσα μου κρατιόταν για κάμποσα δευτερόλεπτα χωρίς τη βούληση του αναπνευστικού μου συστήματος αλλα ελεγχόμενη από τη συγκυρία των στιγμών…μια λευκή μερσέντες χιλιάδων κυβικών που μόνο σε τέτοια μέρη κυκλοφορούν σταμάτησε ακαριαία μπροστά στη στάση, άνοιξε αυτόματα μια τεράστια πόρτα, έτσι μου φάνηκε, σαν μια πύλη ζωής, και μια φωνή επιτακτικά μου φώναζε να περάσω μέσα για να σωθώ. In English of course.

Μπήκα με δυσκολία στο αμάξι ακολουθώντας ένα περίεργο τρόπο αφού ο καυτός αέρας με σβούριζε προσπαθώντας με μανία να σκίσει ακόμα και τα ελαφριά μου ρούχα και από την άλλη η παγωνιά που έβγαινε από την ανοιχτή πόρτα της λιμουζίνας με έκανε να πιστέυω ότι μετά τη κόλαση ακολουθεί μόνον ένας παράδεισος. Κάθισα επιτέλους στο αναπαυτικό κάθισμα, η πόρτα έκλεισε και η ευγενική φωνή, αυτή τη φορά, του οδηγού μου έδωσε οδηγίες να πιω ένα σοφτ ντρινκ από μια κονσόλα που άνοιξε αυτόματα ανάμεσα στα δύο καθίσματα και που ήταν γεμάτη από κρύα αναψυκτικά. ομολογώ ότι παρόλο τη περιπέτειά μου αυτή η αυτόματη κυλιόμενη κονσόλα με εντυπωσίασε.

Τελευταία φορά που είχα μπει σε κούρσα ήταν στην Ινδονησία όταν πήγαινα από τη Τζακάρτα στη Φόρα για να δώ τη λαϊκή αγορά. Θυμάμαι ότι ήταν ένα βρώμικο και σκουριασμένο ταξί που νομίζω ότι ακόμα και σήμερα παρόλο που έχει περάσει τόσος καιρός έχει μείνει επάνω μου ένα ίχνος της απαίσιας δυσωδίας και κάθε φορά που μένω μόνος, ασυναίσθητα μυρίζομαι για να διαπιστώνω ότι, όχι πλεον έχει χαθεί κάθε τέτοιο ίχνος.

Τώρα λοιπόν η λευκή μερσέντες διέφερε πολύ. Μαλακά  δερμάτινα καθίσματα και ξύλινες γυαλιστερές επιφάνειες γαρνιρισμένες από κομψά μέταλλα πολυτελείας. Τα ανακάλυπτα σιγά σιγά καθώς συνερχόμουν από το σοκ του λίβα.Ο οδηγός πλούσιος ντόπιος κελεμπιοφόρος ήταν πολύ ευγενικός και ομιλητικός. Με συμβούλεψε ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες η καλύτερη αντιμετώπιση μέχρι να περάσει το έντονο φαινόμενο είναι η κάλυψη πίσω από έναν τοιχο ή από κάποιο άλλο αντικείμενο…αλλά εγώ απολάμβανα πλέον τη θέα του οδικού δικτύου μεσα από τα φιμέ τζάμια της λιμουζίνας συνεχίζοντας να πινω το αναψυκτικό μου και λέγοντας συνεχεια ..yes …..yes….yes….

Μετά από κάμποση ώρα φτάσαμε στη πόλη, περάσαμε δεξιά από το μεγάλο πάρκο της και στην ίδια λεωφόρο δυό λεπτά αργότερα παρκάραμε μπροστά από το ξενοδοχείο Sheraton. Εκεί με τη προτροπή του ευγενικού οδηγού και σωτήρα μου, αφού δεν άφησα τη τελευταία μου πνοή στα περίχωρα του Κουβέϊτ το 84, θα επισκεπτόμουν το εμπορικό κέντρο, θα έκανα τα τηλέφωνά μου μέσω του ΚΤΑ και θα χάζευα τις πανακριβες βιτρίνες με τα πολύτιμα αντικείμενα που αγοράζουν οι πάμπλουτοι τυχεροί κάτοικοι της περιοχής. Κατέβηκα , ευχαρίστησα από καρδιάς τον οδηγό, τινάχτικα να φύγει κάθε ίχνος σκόνης και άμμου από τα ρούχα μου και προχώρησα με ελαφρύ βήμα προς τη πολυτελή είσοδο του Sheraton.

Μπορεί να μην υπήρξα ποτέ πλούσιος αλλά η κίνησή μου ανάμεσα σε πλούσιους γινόταν πάντοτε με περίσια άνεση και η είσοδός μου σε παλάτια και χλυδάτα ξενοδοχεία το ίδιο όπως η είσοδός μου στο σπίτι μου ή στη καφετέρεια της γειτονιάς. Ποτέ δεν ντράπηκα σε τέτοιους χώρους ποτέ δεν λιγοψύχησα μιλώντας με μεγιστάνες και ποτέ δεν απέφυγα να περάσω μέσα από την αγορά του χρυσού για να πάω να πάρω ένα φτηνό σουβενίρ. Στην ατζένταμου πάντοτε είναι γραμμένα VIP ονόματα. Ακόμα και όταν βρέθηκα αντιμέτωπος με αρχές, με τον αυστηρό νόμο, στο αεροδρόμιο του Ντουμπάϊ, μετά από την άφιξή μου πετώντας από Αθήνα, εφτασα απόγευμα πριν τη δύση του ήλιου κατά τη περίοδο του ραμαζανιού και βγαίνοντας από αεροδρόμιο πριν πάρω ταξί άναψα ένα τσιγάρο….τι έγινε δεν περιγράφεται…με συνέλαβαν ως κοινό εγκληματία και θα με κούρευαν γουλί, αλλά δεν το έβαλα κάτω…ήξερα πως μετα τη δύση οι μουσουλμάνοι αρέσκονται να τρώνε ξηρούς καρπούς να πίνουν τσάϊ και αραβικό ψωμί, γιατί είχα πολλούς φίλους μέσα στο πλοίο που γιορτάζαμε μαζί τις διάφορες γιορτές μας, πήρα λοιπόν μέσα από τις αποσκευές μου ξηρούς καρπούς που μετέφερα από την Αθήνα σε κάποιο φίλο μου μουσουλμάνο που με περίμενε πως και πώς στο πλοίο για να του πάω κουκουναρόσπορο –αμύγδαλα –καρύδια και φυστίκια αιγίνης και προσφερα στους αστυνομικούς λέγοντάς τους ότι γνωρίζω για τη γιορτή τους και τα έθιμά τους, αναγνώρισα το λαθος μου , και μόλις ο ήλιος έπεσε για καλά προς τις στεριές της αραβικής χερσονήσου, με κέρασαν τσάϊ, φάγαμε μαζί τους ξηρούς καρπούς και όλα τα άλλα που είχαν μαζί τους και φυσικά καπνίσαμε και τσιγάρα, αφού όλα επιτρέπονται άμα πέσει το σκοτάδι.

Με ελαφρύ βήμα λοιπόν ανέβηκα τα κυκλικά σκαλοπάτια του σέρατον και περνώντας την είσοδο βρέθηκα σε ένα υπερβολικά τεράστιο δροσερό  κενο χώρο στο μέγεθος ενός σταδίου με αστραφτερό μαρμάρινο πάτωμα και γύρω του σε μεγάλη απόσταση το πολυόροφο εμπορικό κέντρο κατάφωτο με τις ατέλειωτες αστραφτερές βιτρίνες του. Προχώρησα ίσια όλο αυτό το κενό χώρο γιατί στο άλλο άκρο ήταν η reception του ξενοδοχείου και δεξιά απέναντι από αυτή σε άλλο επίπεδο το ξύλινο καφέ με τα χρυσά σερβίτσια…. Εκεί θα έπινα ένα ice coffee ρουφώντας με ευτυχία το καπνό των Dunhill τραβώντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο μέσα από το χρυσοπήκυλτο πακέτο που το μπορντώ του χρώμα ταίριαζε απόλυτα με τα πανάκριβα χαλιά του «καφέ».

Μα κάπου στο μέσον της διαδρομής και ενώ σκεφτόμουν όλα αυτά που θα απολάμβανα σε λίγα λεπτά, παρατηρούσα από μακρυά δύο κρυστάλλινες όρθιες βιτρίνες που έμοιαζαν σαν να έχουν πέσει από τον ουράνιο θόλο  κρύσταλλοι  και έχουν καρφωθεί στο πάτωμα. Κοίταξα αμέσως το σκεπαστό γυάλινο κεντρικό θόλο …θύμιζε κάτι σαν τον τρούλο της αγιάς σοφιάς, και πλησιάζοντας τις κρυστάλινες βιτρίνες διέκρινα στη μία ένα ολόχρυσο κόσμημα και στην άλλη ένα ζευγάρι γόβες σε κόκκινο χρώμα. Πλησιάζοντας για να θαυμάσω το αρχιτεκτονικό αριστούργημα του χρυσοχόου διάβασα με χαρά χωρίς καθόλου έκπληξη…Λαλαούνης…και κοιτάζοντας δεξιά στην άλλη κρυστάλλινη βιτρίνα με τις φανταστικές αισθησιακές γόβες…διάβασα με τα ίδια συναισθήματα …Πετρίδης…

Ναι χωρίς καθόλου έκπληξη…γιατί αν φύγεις έστω και λίγο από τη πατρίδα, όπου κι αν πας το ελληνικό στοιχείο υπάρχει παντού. Είτε από το παρελθόν είτε από το παρόν. Διαχρονικά καλύπτοντας όλο το φάσμα των εποχών. Αρχαίο…βυζαντινό…τωρινό…

Μετά απόλαυσα ευτυχισμένος ένα παγωμένο καφέ ….αξέχαστο. κάπνισα πολλά τσιγάρα με το μυστιριώδες αισθησιακό υπεράρωμα των dunhill. Ένας φίλος μου ιταλός γιατρός που τον είχα επισκεφτεί στο ρίο ντε τζανέΙρο μου είχε πει ότι μπορώ να καπνίζω όσα τσιγάρα θέλω αλλά μόνον όταν αισθάνομαι ευτυχισμένος. Όταν νοιώθεις χάλια μη καπνίζεις καθόλου.

……………………………………………..