Οι Ξιφίες Της Μεσογείου

 aiolian islands

Θα δεις τους ξιφίες να κολυμπούν γρήγορα στα ρηχά νερά κι έπειτα θα ακολουθούν τα καίκια,οι άνθρωποι με φωνές και με καμάκια. Η θάλασσα θα γεμίσει χαρούμενες φωνές. Κάπου εκεί στα στενά της Μεσσίνας…. Στο κυνήγι του ξιφία…

Ακροβατώ όρθιος στη κουπαστή της βάρκας. Το κύμα μικρό, απαλό, καθρεφτίζει τον ήλιο κι αντιφεγγίζει στη στεριά τα μηνύματα του ουρανού.

Χειμωνιάτικο γλυκό μεσημέρι, ηλιόλουστο δώρο της αλκυόνας μάνας, ξαπλώνω μες στη βάρκα να ονειρευτώ. Προτιμώ τους ελαφρούς διατοιχισμούς της  με το χάδι της θάλασσας, απ’ τις δυνατές δονήσεις της στεριάς στα νησιά του Ιονίου. Η έκρηξη στο ηφαίστειο ετοιμάζεται πέρα στη Σικελία. Δεν θέλω να καώ απ’ τη λάβα της Αίτνας, δεν θέλω να πνιγώ απ’ το καπνό.

Λύνεται η βάρκα και παρασύρεται απ το ρεύμα όπως η αίσθηση απ’ τον ύπνο. Οι ξιφίες της Μεσογειου θα με οδηγήσουν στα στενά περάσματα, εκεί που οι φωνές αντιλαλούν από τη μια στεριά στην άλλη. Εκεί που η θάλασσα δεν είναι πέλαγο ανοιχτό αλλά στολίδι που δίνει τη θέα στο ανοιχτό παράθυρο. Η θάλασσα ξέρει να αγαπά, όσο η στεριά γνωρίζει…

Θα φωνάξω ένα όνομα και θα περιμένω μιαν απάντηση. Κι εσύ θα φανείς με το λευκό απαλό μαντήλι στους ώμους να χαιρετάς. Τα χέρια να κουνάς και το χαμόγελό σου να πλέει μέχρι τη βάρκα. Διάφανη θάλασσα, διάφανο μαντήλι, διάφανη σκέψη.

Οι ξιφίες της Μεσογείου θα θυσιαστούν ακόμα μια φορά απ’ τα  θανατηφόρα καμάκια των ανθρώπων. Χωρίς να χρησιμοποιήσουν τα ξίφη τους. Χωρίς να πολεμήσουν τον εχθρό. Έρωτας με κρατάει στη ξύλινη κουπαστή και με ταξιδεύει εκεί που τα νερά μπερδεύονται και τα πελάγη αλλάζουν όνομα. Ιόνιο πέλαγος απ τη μια κι ύστερα ξαφνικα το αρχιπέλαγος των αιολίδων νήσων. Αλικούντι, Φιλικούντι, Σαλίνα, Λίπαρι, Βουλκάνο…Παναρέα, Μπαζιλούτσι, Στρόμπολι…  δαντέλα  με πολύτιμα πετράδια, στης Σικελίας απλωμένη το προσκέφαλο. Με πόσα κεντήματα στου Νότου τα μπαούλα είναι προικισμένη η Μεσόγειος… διάφανος ο αέρας που αναπνέω.

Η επόμενη σελιδα στο βιβλίο θα λέει γι’ αυτούς που επιμένουν και κολυμπούν στα ρηχά νερά επιζητώντας έναν ξεχασμένο ρομαντισμό κι η λάβα του Στρόμπολι από μακριά θα χύνεται στη θάλασσα σαν δάκρυ και θα σβήνει, αφήνοντας λίγο λευκό καπνό να ανεμίζει σαν το μεταξωτό μαντήλι που σου το πήρε ο άνεμος από τη πλάτη σου.

Ηφαίστειο είναι ο έρωτας, ίσως σεισμός ,πρέπει να τον αντέξεις…

Ο χορός, ανθρώπινες σκιές της μουσικής κίνηση, και της μαγείας η χαρά.

Φρέσκο ψωμί, διάφανο το κρασί και το ψαχνό ξιφίας.

Νοσταλγικό, ερωτικό τραγούδι το «Τραγούδι του Ήλιου» 

Lucio Battisti – La Canzone del Sole

Τι Κρύβει Η Ομίχλη

fog2

 

Η ομίχλη μπορεί να κρύβει ένα ολόκληρο νησί, μπορεί να κρύβει ένα μύθο.

 

Αχνή εμφάνιση των φαντασμάτων στο νησί

Μια σκέψη βαριά που δεν τολμά να βγει να ταξιδέψει, σαν τις χιλιάδες άλλες σκέψεις.

Περπατούσα στο νοτισμένο χώμα και έτριζαν τα κόκαλα των διωγμένων. Άνθρωποι που σπρώχτηκαν στο θάνατο με μια κατάρα, πρόωρα, χωρίς να στάξει δάκρυ για το θάνατό τους.

Βαριά και η ατμόσφαιρα, καμμένη σάρκα και αίμα που χύθηκε και πότισε κάθε πιθαμή γης, βαριανασαίνω και περπατώ χωρίς να ξέρω τι με περιμένει. Κάποια στιγμή ένοιωσα τσούξιμο στις γάμπες των ποδιών μου και νόμιζα πως άγγιξα άθελά μου τσουκνίδες που ξεχώριζαν μέσα στα θεριεμένα καταπράσινα χόρτα. Μα έπειτα γατζώθηκαν στο παντελόνι μου λες κι ο τόπος είχε σπαρμένα αγκάθια. Έσκυψα να δω μα το χορτάρι ήταν φρέσκο, ούτε τσουκνίδες υπήρχαν ανάμεσά του ούτε αγκάθια.

Και τότε ο τρόμος άρχισε να ξυπνά αργά αργά από το άγνωστο, θέριεψε με μιας και με κυρίευσε. Νύχια ανθρώπινα από κοκάλινα χέρια προσπαθούσαν να γατζωθούν επάνω μου να με πιάσουν σαν να ήθελαν να με σταματήσουν, κάτι να προλάβουν να μου πουν… από άλλες εποχές….

Φωνές, κραυγές από μαστιγωμένους, στης τρέλλας το αποκορύφωμα, μάτια που κοιτούσαν το θάνατο του διπλανού. Κατάρες ειπωμένες, συσσωρευμένες στους ομαδικούς ανοιχτούς τάφους, ανακατεμένες με το παγερό άνεμο που στροβιλιζόταν γύρω από τις μαύρες ψυχές, τις αδιάβαστες, τις αποδιωγμένες από τον υπόλοιπο κόσμο, τις εξορισμένες από την άγνοια και το μίσος των ανθρώπων. Αρρώστια θανατηφόρα, πανούκλα αγιάτρευτη, ρίξε φωτιά στη σάρκα να καεί. Που είναι ο παπάς να πλησιάσει και να πει τα λόγια τα μυστικά που ακούει ο θεός για να ανοίξει τις πύλες του άλλου κόσμου.

Απρόσκλητα κορμιά στο κολασμένο νησί. Ο θάνατος αδυνατεί, δεν θέλει να τους πάρει, φαβάται κι αυτοί πεθαίνουν ζωντανοί και παραμένουν άταφοι να λειώνουν από πυρετό και αδιαφορία. Ένα ταξίδι με ξύλινη βάρκα, χωρίς κουπιά απ’ την απέναντι στεριά. Μόνο ένα σπρώξιμο κι έπειτα ο τρόμος μαγνήτιζε τις ανθρώπινες ματιές τους και τους τράβαγε στο χωνευτήρι των οστών τους. Στρογγυλά ορθάνοιχτα μάτια, γυναίκες και άνδρες που αντίκρισαν τη τρέλλα, κομμένα κεφάλια απ’ τις αόρατες μαύρες ψυχές των προηγούμενων που έλιωσαν απ’ τη πανούκλα της εποχής. Καπνός μαύρος στου ανέμου την αδύναμη ένταση, λημέρι των αόρατων φαντασμάτων. Μίσος στη πέτρα και στο χώμα, ψυχές που δεν ξέφυγαν ποτέ από τα σαπισμένα κορμιά των πεθαμένων. Κορμιά που σάπισαν μαζί με τις ψυχές και γίνανε αδίστακτα φαντάσματα που δεν διστάζουν ακόμα και σήμερα να σηκώνουν σιδερικά και να κτυπούν και να σκοτώνουν όποιον τολμήσει και πλησιάσει άθελά του το καταραμένο νησί.

Η μουσική απ’ την απέναντι ακτή ακούγεται και θυμίζει την πραγματική ζωή των ανθρώπων. Το γλέντι στους φωτισμένους δρόμους της Βενετίας και οι περαστικοί ντυμένοι με ντόμινο και μάσκες περίτεχνες. Μάτια που γυαλίζουν πίσω από τις άκαμπτες μάσκες. Κοιτούν τη πάχνη της νύχτας που απλώνεται αργά και υγραίνει με τη παρουσία της τους λιθόστρωτους δρόμους. Οι γόνδολες διασχίζουν τα κανάλια και οι ανήμποροι γέροντες κοιτούν μεσα απ’ τα παραθυρόφυλλα ενώ η σκέψη τους φορά της μάσκα της αποκριάς… Τότε που σαν νέοι τραγουδούσαν στους ίδιους δρόμους, μπροστά από τα ίδια κτίρια της αιώνιας πόλης.

Πόσα μυστικά κρύβουν τα νερά της Βενετίας…

Πόσα ξέρει και κρύβει η πυκνή ομίχλη τις μέρες και τις νύχτες όταν με επιμονή απλώνεται και κρατάει μέρες για να φύγει…

Παραμονές Χριστουγέννων. Βγαίνω από το Ξενοδοχείο που μένω  στο Λίντο. Ένα ραντεβού στη πλατεία του Αγίου Μάρκου με κάνει να περπατώ γρήγορα προς την ακτή του νησιού. Πρέπει να πάρω τη βάρκα να περάσω απέναντι. Ένα νυχτερινό δείπνο, ξεχωριστό με τη φίλη μου τη Στέλλα από τη Τεργέστη που θα συναντηθούμε μετά από πολύ καιρό. Μια συζήτηση για ένα βιβλίο. Θα περάσουμε μαζί τα Χριστούγεννα.

Φτάνω στη βάρκα και την ώρα που επιβιβάζομαι ένα μαυροπούλι με κοιτά και πετά μακρυά, ανατολικά… Λες και μου δείχνει μια πορεία, μέσα στη νύχτα, μέσα στο μακρυνό παρελθόν. Το παρακολουθώ καθώς χάνεται γρήγορα στο γκρίζο σκοτάδι της λιμνοθάλασσας.

Στο βάθος του ορίζοντα μου πάει τη ματιά και τη σκέψη, κάπου στο 18ο αιώνα,διακρίνω να ξεχωρίζει  στης νύχτας το λιγοστό φως από την ανταύγεια της πόλης, το καμπαναριό του San Vitale που δεσπόζει επιβλητικό πάνω στο μικρό νησί της Poveglia.

Κατάλαβα. Λες να είναι το κρύο της βραδιάς, λες να είναι το μυστήριο που γυρνάει γύρω μου σαν άνεμος. Ανατρίχιασα σε όλο μου το σώμα. Σαν τον εξορκιστή που τον καλούν οι ψυχές για να τις απαλάξει από τα δαιμόνια , νοιώθω κάθε φορά που επισκέπτομαι τη Βενετία… Πρέπει να γράψω γι’ αυτή την εμπειρία τότε που η τύχη με οδήγησε στις απαγορευμένες ακτές της Poveglia. Ένα νησί που συναντάς το τρόμο.  Ένα νησί που με βοηθά η πυκνή ομίχλη της Βενετίας να μη το βλέπω όταν φεύγω με το πλοίο.Κάθε φορά, μετρώ τους ξύλινους μεγάλους πάσσαλους που είναι χωμένοι στο βυθό της απέραντης λιμνοθάλασσας καθώς το τεράστιο πλοίο διασχίζει το κανάλι για την ανοιχτή θάλασσα. Είναι τόσοι πολλοί και σε κάθε ταξίδι μπερδεύομαι και χάνω το λογαριασμό…. Μα περισσότερο το κάνω για να μη σηκώσω το βλέμμα μου και μες απ’ το θολό τοπίο, δω το φάρο που κάθε λάμψη του είναι μια μαχαιριά στη καρδιά μου….

Το μικρό πλοιάριο έφτασε στη πλατεία του Αγίου Μάρκου. Κάθε κραυγή από το παρελθόν πνίγηκε μεσα στα σκοτεινά νερά των καναλιών. Η Στέλλα περίμενε εκεί στη προβλήτα όπως μου είχε πει στο κινητό την ώρα που έφευγα από το ξενοδοχείο, τυλιγμένη σε ένα βαθυκόκκινο μάλλινο παλτό. Μια αγκαλιά με διάρκεια μας ένωσε μετά από τόσο καιρό. Περπατήσαμε στους λιθόστρωτους δρόμους. Ακούγαμε το θόρυβο από τις πατημασιές μας. Είπαμε πολλά καθώς πηγαίναμε για το εστιατόριο. Θα οργανώσουμε, απολαμβάνοντας το δείπνο μας, τη διαμονή μας στη Βενετία και τις δραστηριότητές μας κατά τη διάρκεια των εορτών. Με πόση χαρά γεμίζουν τις καρδιές οι μέρες αυτές των Χριστουγέννων. Πόση χαρά κρύβει μια αγκαλιά.

Καλά Χριστούγεννα μου είπε ξαφνικά και η ευχή της ταξίδεψε στον ουρανό και χάθηκε μαζί με τη ζεστή ανάσα της…

Καλά Χριστούγεννα της απάντησα…. Κι ένα φιλί σφράγισε τη χαρά τη συνάντησης.

Μια αγκαλιά, ένα φιλί, μια ευχή φέρνει τα Χριστούγεννα. Διαλύει την ομίχλη και τα φαντάσματα παραμένουν μέσα στο μύθο.

Η Νύχτα Των Λεοντιδών

peftasteria_110005207

Μια νύχτα που μοιάζει χειμωνιάτικη απόψε. Το κρύο, απλώνεται απαλά με σεβασμό πάνω στη πόλη. Αραιός καπνός ταξιδεύει προς τον ουρανό δειλά δειλά από τις λιγοστές καπνοδόχους που καπνίζουν εδώ κι εκεί. Τα εσωτερικά των σπιτιών είναι ακόμα ζεστά και οι καρδιές των ανθρώπων ακόμα πιο ζεστές.

Βγήκα στη βεράντα να πω μια καληνύχτα στον ουράνιο κόσμο. Ο ουρανός σκεπασμένος από σύννεφα που φωτίζονται από τα φώτα της πόλης και μοιάζουν σαν ένα πάπλωμα που προσπαθεί να μας σκεπάσει όλους και να μας προστατέψει από το κρύο που στέλνει η νύχτα από ψηλά.

Άναψα ένα τσιγάρο, έτσι για να σπαταλήσω λίγο από το χρόνο. Μύρισε ο καπνός, έπεσε η στάχτη στο μάρμαρο, έπεσε κι ένα αστέρι από τον ουρανό, το είδα ξαφνικά σε ένα φωτεινό απ’ τη πανσέληνο διάκενο του ουρανού που άφηναν τα σύννεφα να φαίνεται προσωρινά. Είπα να κάνω μια ευχή αλλά η πτώση του διάττοντα αστέρα ήταν στιγμιαία και δεν πρόλαβα… άλλωστε τι ευχή να κάνω. Έχω τα μάτια μου και βλέπω τον κόσμο, έχω μια καρδιά που επιμένει και χτυπά  έχω ένα χαμόγελο, έχω μια οικογένεια, έχω φίλους. Έχω κι έναν σκύλο.

Κρατώ ένα μολύβι και γράφω στο χαρτί κάποιες σκέψεις που συσσωρεύονται και με βαραίνουν, κι αν χρειαστεί να κάνω ένα ταξίδι, επιβιβάζομαι στη φαντασία μου και πάω στα μέρη που θα ήθελα  να πάω.

Έχω ένα βιβλίο πάντα και διαβάζω.

Έσβησα το τσιγάρο στο λιγοστό νερό που είχε στραγγίσει από το πότισμα στο πιάτο μιας γλάστρας με όμορφα κυκλάμινα  και τότε με την άκρη του ματιού μου είδα ένα άλλο αστέρι να πέφτει. Θυμήθηκα που διάβασα στην εφημερίδα για τις Λεοντίδες, τη βροχή των διαττόντων αστεριών. Ναι απόψε η νύχτα κρύβει αυτή τη χαρά στη θέα του ουρανού.

Τα σύννεφα είναι πολλά μα στα μικρά διάκενα εδώ κι εκεί προσπάθησα να δω κι άλλους διάττοντες να πέφτουν…

Και είδα αρκετούς μα κάποια στιγμή τα σύννεφα πύκνωσαν και κάλυψαν τον ουρανό.

Πρόλαβα είπα ευχαριστώ. Ναι ευχαριστώ γι αυτό το μοναδικό ουράνιο θέαμα. Πόσα κάνει ο ουρανός για να μας γεμίσει με χαρά κάθε τόσο. Πόσο μας φωνάζει να βγούμε να τον κοιτάξουμε να διασκεδάσουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα… Πόσο μας σκέφτεται, έναν έναν ξεχωριστά, εμάς τους ανθρώπους.

Έχουμε έναν ολόκληρο ουρανό πάνω από το κεφάλι μας που μας δίνει το καλύτερο θέαμα, χωρίς εισιτήριο, έτσι σαν δώρο επειδή είμαστε άνθρωποι.

Να μπορούσαμε κι εμείς οι άνθρωποι να κάναμε ότι κάνει ο ουρανός για εμάς, τους ίδους τους ανθρώπους. Τους συνανθρώπους μας….

Κάρφωσα το βλέμμα μου στην ανατολή. Πίσω μου ο αστερισμός του Λέοντα. Περιμένω ν’ ανοίξει ο ουρανός. Να δω τη συνέχεια της πτώσης των Λεοντιδών. Η νύχτα απόψε είναι μεγάλη….

Μια Βόλτα Στη Βροχή

27

Η βροχή δεν σταματά απόψε.

Βρέχει, βρέχει μέσα στης νύχτας τη μακρυά φθινοπωρινή πορεία, επιθυμία καθενός ξεχωριστά απ’ την ανείπωτη σκέψη της ευχής που περιμένει στα βάθη του νου.

Οι πολύχρωμες ομπρέλες μετατρέπουν τον ήχο της βροχής που πέφτει πάνω μας σε μηνύματα που μας στέλνει ο ουρανός. Ο ουρανός που μας διαφεντεύει τη ζωή. Εμάς των ανθρώπων, αλλά και των ζώων και των φυτών….

Οι γάτες στάθηκαν κάτω από τα κεραμίδια και βλέπουν τη βροχή. Ο σκύλος κάνει τη γλώσσα του ανθρώπινη χούφτα και πίνει βρόχινο νερό από μια μαρμάρινη γούβα. Οι μοναχικοί διαβάτες κρατούν ομπρέλες  κι απομακρύνονται ο ένας απ’ τον άλλο.

Προσωπικά μηνύματα κάθε σταγόνα, που ακούει ο καθένας μόνος του. Τι πιο μοναχική, αυστηρά προσωπική, μυστική επικοινωνία, μια βόλτα στη βροχή με μια ομπρέλα.

Αποκωδικοποιώ τα μηνύματα ένα, ένα. Δεν υπάρχουν παράσιτα στα υψίσυχνα σήματα της επικοινωνίας. Είναι μια απ’ ευθείας θεϊκή σύνδεση, δεν παρεμβάλεται τίποτα ανάμεσα στη πτώση του υδάτινου ουρανού και της ομπρέλας. Τα πουλιά κοιμούνται αγκαλιασμένα στις φωλιές.

Διαπίδυση των διαφορετικών υγρών στοιχείων, του υγρού κόσμου μας και του υγρού ουρανού. Αμοιβαία διείσδυση σαν συζήτηση, σαν μια εξομολόγηση με παραβάν την ομπρέλα.

Η βροχή δυναμώνει. Ο ήχος γίνεται έντονος. Σταματώ να περπατώ. Στέκομαι και απολαμβάνω με όλες τις αισθήσεις μου αυτή την μουσική εκπομπή του ουρανού.

Το καλύτερο δώρο. Είναι το δώρο της ζωής.

Πόσο πλούσιος αισθάνομαι κάτω από μία ομπρέλα την ώρα της βροχής. Γιορτή γενεθλίων που επιμένει και σου χαμογελά την συνέχεια της ζωής μετρημένη χρόνο με το χρόνο, σταγόνα με τη σταγόνα με ατέλειωτα χαμόγελα και ορατή χαρά.

Πως θα ήταν η ζωή χωρίς αυτό το δώρο του ουρανού;

Μαραμένες ζέρμπερες, κυρτές, αδύναμες να κρατηθούν όρθιες να δουν το φως του ήλιου. Λυγισμένες από το βάρος της ομορφιάς τους να βλέπουν τις σκιές τους δίπλα από το ξεχασμένο χωρίς νερό βάζο. Γέρικα κορμιά, ψυχές απότιστες…

Φτάνω στο σπίτι. Κλείνω την ομπρέλα. Τινάζω τα νερά έξω απ’ τη πόρτα.

Κλείνω το ήχο της βροχής απ’ έξω.

Στεγνό το σπίτι και ζεστό.

Οι ζέρμπερες μαράθηκαν στο βάζο. Τις βγάζω στη βεράντα στη βροχή. Πάνω στο γυάλινο τραπέζι. Ήπιαν το βρόχινο νερό. Ορθώθηκαν να δουν τις ξαφνικές αναλαμπές από τις αστραπές… Μπερδεύτηκαν τα ζωηρά χρώματά τους με τα χρώματα από τα φώτα της πόλης.

Η βροχή δεν σταματά απόψε, μοιράζει τη χαρά της ζωής με το γενέθλιο τραγούδι της.

gerberas-Flowers_Desktop_wallpaper_1200x900

Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο

Σκοτεινός Θάλαμος

 

Darkroom_II_by_dinamzz

Ένας εφιάλτης. Έτσι χωρίς περισσότερα λόγια.

 Ένας εφιάλτης μέχρι να εμφανιστούν οι φωτογραφίες

Κενό χρόνου

Η μοναξιά των φαντασμάτων σε αναμονή.

Χωρίς να αφήνουν σκιές στους τοίχους

Κυκλοφορούν βγαλμένα μέσα από τα άλμουμ παλιών φωτογραφιών

Ασπρόμαυρα φιλμ που εμφανίστηκαν στο κόκκινο σαν αίμα φωτισμένο χώρο.

Ενυδρείο με χιλιάδες σφαγμένα ψάρια που πριν πεθάνουν άκουσαν τα ουρλιαχτά τους στα βάθη των ωκεανών εκεί που πήγαν και τα βρήκαν οι σφαγείς.

Ο καλιτέχνης κοιτάζει τι έκανε. Ο ψαράς πεθαίνει βλαστημώντας τη πρότερη ζωή του. Ο κυνηγός ψυχορραγεί. Φτύνει χολή και δυσκολεύει το θάνατο να έρθει να τον πάρει για να λυτρωθεί. Ακούει συνέχεια τις τουφεκιές μέσα στα δάση. Ακούει τον ήχο από τη πτώση των νεκρών πουλιών πάνω στο νοτισμένο από τη δροσιά χώμα. Βλέπει το νεανικό του πρόσωπο να χαίρεται μετά από κάθε μία πτώση.

Στη στάνη ο βοσκός το βράδυ σφάζει, και το αίμα στη γη στάζει.

Παντού εμφανίζονται οι φωτογραφίες μας, με τα αποτυπώματά μας, μέσα στους σκοτεινούς θαλάμους.

Στην αναμονή της εισόδου μιας κόλασης που φτιάξαμε εμείς τα μοναχικά φαντάσματα.

Τα ζώα φωνάζουν και κλαίνε.

Μα εμείς τα τρώμε με βουλημία πίσω από τις φωτισμένες βιτρίνες των εστιατορίων.

Μαζί με αυτά τρώμε και τις κατάρες των γονιών τους. Μανάδες αγελάδες που ήπιαμε το γάλα τους και δεν τις αφήσαμε να ταΐσουν τα παιδιά τους.

Ταΐζουμε τις γάτες με κονσέρβες χαμογελαστών ψαριών. Ταΐζουμε τους σκύλους με τσακισμένα και σκοτωμένα ζώα που τα γνωρίσαμε να μας μιλάνε για τη ποιότητα του κρέατός τους στις οθόνες της εκδιδόμενης στον άκρατο πλούτο τηλεόρασης.

Όμορφα ζώα κόμικς μιλήστε μου για το κρέας σας…

Στάζει το αίμα του φόβου στο πιάτο μας. Δαγκώνουμε τη τζιγαρισμένη σάρκα των άκακων ζώων και εξουδετερώνουμε τον αδάκρυτο θάνατό τους με μουστάρδα.

Χωρίς να αφήνουμε σκιές στους τοίχους, φαντάσματα μοναχικά, κυκλοφορούμε μέσα στο κενό χρονο.

Είναι αργά.

Οι κραυγές της αβύσσου ανασύρονται από τις ρουφήχτρες της κόλασης και μεταδίδονται από τις χοάνες με γήινη βουή και κραδασμούς, σαν αυτούς των εκρήξεων των ηφαιστείων.

Ένα μαρούλι πεταμένο στην άκρη του δρόμου προσπαθεί να δώσει το χρώμα της ελπίδας στον όρθιο άνθρωπο.

Άστο. Αυτό θα το φάει το φάντασμα του φτωχού πολιτισμού μας. Το ζωντανό φάντασμα του δρόμου.

Όσο ζούμε φιλοτεχνούμε φαντάσματα.

Κι όταν πεθαίνουμε, στο κενό χρόνο γυρνάμε σαν φαντάσματα να δουμε τι κάναμε σαν άνθρωποι. Φαντάσματα περιμένουμε στωικά την είσοδό μας στο δωμάτιο με το κόκκινο φωτισμό, στο σκοτεινό θάλαμο . Εκεί που θα εμφανίσουμε τη ζωή μας σε φωτογραφίες.