Άπνοια

images (26)

Απεικόνιση θύμησης κι επιθυμίας, η στάχτη

Σαν το χρώμα του λαδιού στο καμβά του καλιτέχνη

Πάντα η φωτιά αφήνει τη στάχτη της ανάμνησης

Τη φυσάω απαλά κι αυτή αιωρείται για λίγο και μετά ζωγραφίζει καθώς επικάθεται αργά εκεί που η βαρύτητα τη προστάζει.

Η γεύση  των φιλιών σου κατοικεί στο σφραγισμένο μου στόμα.

Φύλλο χρυσού, κόκκινο φόρεμα , στάχτη. Αιθέρια υλικά. Πλάσματα μαγικά.

Ή φωτιά θα έχω, ή στάχτη

Ή έρωτα, ή ανάμνηση

Στέγνωσε το άρωμα σ’ εκείνο το περίεργο κομψό κρυστάλλινο μπουκαλάκι…

Άπνοια

Μη διαλυθεί, με τη πνοή, η στάχτη. Μη χαθεί η ελάχιστη μυρωδιά. Μη παρασυρθεί η σκέψη και γίνει προσάναμα. Μη κρυώσει το κορμί και ζητήσει φωτιά. Μη ταραχθεί η καρδιά κι ερωτευθεί ξανά…

Μη στεγνώσουν τα χείλη και πιω νερό και χαθεί η γεύση των φιλιών σου.

Άπνοια. Μη διώξει η πνοή τη μοναξιά και πάω αλλού και χαθώ.

Άπνοια γιατί θέλω να είμαι κοντά σου, να σ’ αγαπώ.

Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο

Σύγχρονη Ζωή

DSCN2575

Στάζει το μέλι απ’ τις καρδιές

Στάζει η βροχή απ’ το τίναγμα του ουρανού,

θρέφεται η τωρινή σκέψη

Απομεινάρι ανάμνησης που χάνεται στη σύγχρονη εποχή και σβηνει σαν ένα κερί που κάηκε.

Βελτιωμένη συζήτηση στην άκρη ενός τραπεζιού, ποιοτικός ο καφές

Η νύχτα κυκλώνει το φεγγάρι με το κύκλο της βροχής

Ο γέρος ερμηνεύει τα σημάδια

Ο επιδερμικός χειμώνας επηρεάζει τα θερμόμετρα των εξωτερικών χώρων. ΟΙ καρδιές καίνε.

Ο καπνός πετάει αργά σαν όμορφο πουλί που πάει να συναντήσει τα αεροπλάνα.

Μαγευτική βραδυά, χιλιάδες ιπτάμενοι επιβάτες περνούν πάνω από τα σπιτια μας

συζητούν πιο κοντά στ’ αστέρια, βλέπουν τα φώτα της πόλης σαν πυγολαμπίδες.

Κτυπούν οι καρδιές, το σύμπαν κινείται, άλλοι προχωρούν κι άλλοι πετούν. Κάποιοι φτάνουν πιο γρήγορα στα άπειρα «θέλω».

Το άρωμα της θάλασσας νοτίζει τις ξύλινες κουπαστές.

Χρυσά βραχιόλια οι ορίζοντες των πλανητών, στολίζουν με πλούτο τη κίνηση.

Μη κάθεσαι καθόλου.

Πάμε μια βόλτα στους δρόμους της πόλης, να νιώσουμε πάνω μας τον αέρα από τα αυτοκίνητα που τρέχουν δίπλα μας. Πάμε σε ένα μπαρ με μουσική και ποτό για το αποψινό ταξίδι.

Η νύχτα ξέρει και ταξιδεύει το νου σ’ όποιο όνειρο του υπαγορεύσει η σκέψη.

Σύγχρονη ζωή. Μοιάζεις με κρουαζιέρα. Σ’ αγαπώ.

Παρακολουθείστε και το video clip από το Μουσικό Συγκρότημα 

Katzenjammer –  στο τραγούδι A Bar in Amsterdam (Official music video)images (19)

Είναι ένα τραγούδι που μου αρέσει. Πιστεύω να σας αρέσει επίσης.

Τυχαίοι Άνθρωποι

poverty-thumb-large

Είδα έναν άνθρωπο που πεινούσε σήμερα. Έτσι τυχαία καθώς γυρνούσα με το αυτοκίνητο στο σπίτι. Ξαφνιάστηκα. Δεν το περίμενα. Στάθηκα για δευτερόλεπτα στο χώρο. Ο πίσω οδηγός μου κόρναρε. Ήταν βιαστικός. Ο δρόμος στενός και τον έκλεισα. Μπήκα σ’ ένα στενό κάθετο και πάρκαρα. Γύρισα να βρω τον άγνωστο άνθρωπο που στράγγιζε το γάλα από ένα πεταμένο χαρτόκουτο. Παραπατούσε από τη πείνα. Τον πλησίασα. Είχε μεγάλα βλέφαρα, τεράστια μου φάνηκαν, είχε και ένα τεράστιο χαμόγελο. Του χαμογέλασα κι εγώ. Περίμενε εδώ του είπα. Θα γυρίσω αμέσως. Έτρεξα σε ένα φούρνο που ήταν περίπου εκατό μέτρα μακρυά. Πήρα ψωμί, σοκολάτες, νερό, ένα γιαούρτι, ένα γάλα και μια μικρή συσκευασία τυριού. Ελάχιστα χρήματα. Μου φάνηκαν πολύ ελάχιστα. Πρώτη φορά αισθάνθηκα πόσο λίγα ήταν για να προλάβω μια ζωή πριν σβήσει. Τον συνάντησα. Ήπιε νερό. Πολύ νερό. Κοίταξα γύρω μου. Μια πόλη χωρίς νερό. Πουθενά στους δρόμους νερό. Ούτε μια βρύση. Πόσο λυπηρό να διψάει ένας άνθρωπος (χωρίς χρήματα) και να μην υπάρχει νερό. Πόσο λυπηρό είναι να αγχώνεται μια ζωή, διψώντας καθώς περπατά μέσα στη πόλη. Πόσο δύσκολο είναι να ζητήσει κάποιος ένα ποτήρι νερό. Ποιος ανοίγει σήμερα τη πόρτα σε έναν διψασμένο….Πόσο δύσκολο να σκεφτεί κανείς πως μια βρύση ανά διαστήματα στους δρόμους είναι απαραίτητη… Μόνο να το πουλάμε το νερό σκεφτήκαμε….

Κάπου στο βαθος του μυαλού μου υπηρχε μια παλιά σκέψη που μου έλεγε πως όποιος πεινάει σκοτώνει….  Κανείς δεν μου είχε μιλήσει για χαμόγελο………

Ήπιε γάλα. Έφαγε ψωμί, μια μικρή σοκολάτα. Χαμογέλασε με ευχαρίστηση.

Τον χαιρέτησα. Στο σπίτι με περιμένανε για φαγητό. Πείναγα. Έφαγα με περίσσια όρεξη. Τελικά όλοι πεινάμε. Πεινάμε πολύ. Όταν πεινάσουμε αμέσως κάτι τρώμε…. Μα κάποιοι όταν πεινάσουν…. Ψάχνουν σαν άθλιες σκιές κάτω από το φως του ήλιου. Ψάχνουν με το χαμόγελο στα χείλη, μες στα σκουπίδια και μια κρυμμένη ελπίδα που γίνεται χαρά στη θέα μιας σάπιας πατάτας… ενός άδειου κουτιού από σκουπίδι γάλα. Ντρέπομαι….

Τυχαίοι Άνθρωποι

Απάνθρωπη ζωή μου κρύβεις τη χαρά.

Πόνο και πείνα στην άθλια σκιά. Ανθρώπινη που μοιάζει με ζώου, μοναχική.

Χαμόγελο που φώτισε ο ήλιος

Ελπίδα ετοιμόγεννη μες στα σκουπίδια, μάνα χαράς στη θέα μιας πατημένης φλούδας από φρούτο…

Γλύφεις το ακριβοπληρωμένο νερό που στάζει από μια τρύπια σωλήνα, σταγόνα, σταγόνα σαν ένα μαρτύριο και ζεις.

Μάτια μεγάλα που σε κοιτούν και ιριδίζουν στο φως.

Χαμόγελο πιο ταιριαστό στης μέρας τη χαρούμενη πνοή.

Τυχαίοι, περαστικοί και πεινασμένοι είμαστε…. Μα ποιο πολύ τυχαίοι….

Πέτρα η αγάπη. Σκοντάφτουμε σ’ αυτή, χαμογελάμε

Όπως χαμογελάμε μ’ ευχαρίστηση στη γεύση μιας μπουκιάς ψωμιού.

Τυχαίοι, μετράμε το χρόνο στο δρόμο. Χωρίς ρολόγια. Με πόνο στο άδειο στομάχι, στα σταυροδρόμια. Σκουπίδια, αιώνια ζωή. Ανθώπινη κατάντια, άθλια όψη, κενή ψυχή. Σύμμαχε χείμαρε που παρασέρνεις στους υπονόμους κάθε βρωμιά, της πείνας ιερό εμβόλιο.

Τυχαίοι, περαστικοί και πεινασμένοι….. άλλοι χορταίνουν με χαμόγελο το πόνο, κι άλλοι χορταίνουν με εμετό τη πείνα….. και τρώνε παλι. Σκουπίδια αιώνια ζωή!

Τυχαίοι άνθρωποι είμαστε όλοι. Περαστικοί.

Φλόγες Μπαρόκ

 

Πολιτισμός, οι πόρτες των αιώνων είναι ανοιχτές.

Μετανάστες  στο πέρασμα των εποχών

Κρυμμένοι άνθρωποι στις σκιές των αιωνίων πόλεων

Μπαρόκ ξεχασμένο, υμνεί τους κρυμμένους ανθρώπους,

με τα αθάνατα κτίσματα και μια μουσική που ακούγεται ακόμα από κάποιο ανοιχτό παράθυρο και διαλύει το φόβο του άγνωστου.

georges-de-la-tour-woman-with-the-flea-art-print-poster 

Έπεσε η νύχτα νωρίς απόψε στη γειτονιά της Ρωμης

Συννέφιασε η οψη του φεγγαριού

Κρύφτηκε ξαφνικά στα πυκνά σύννεφα και χάθηκε από τον ουρανό

Φοβήθηκε το σκηνικό απ’ τις φλόγες μπαρόκ.

Έφυγαν και οι τελευταίοι περαστικοί έμποροι και πελάτες. Τα ρολλά των καταστημάτων έπεσαν βαρειά και σφραγίστηκαν. Τα φώτα από τις βιτρίνες έσβησαν και έμειναν μόνον αυτά τα λίγα από τα φανάρια του δρόμου.

Έφυγαν όλοι οι ντόπιοι κάτοικοι που μένουν σε άλλες γειτονιές της πόλης και χάθηκαν

από του δρόμου τις ορατές άκρες. Έσβησαν τα πατηματα

στα πλακόστρωτα πεζοδρόμια.

Μια μπανιέρα ξεφορτώθηκε απ’ το  παρκαρισμένο φορτηγάκι του ρακοσυλλέκτη στη μέση του δρόμου

Τα πόδια της σκαλιστά σαν του λιονταριού τα νύχια….

Φώναξε ο Αρίφ με μια φωνη ευεργετική προς τους ανήμπορους κρυμμένους

Να βγούν στο δρόμο για γιορτή…

Η Ελεονόρα άνοιξε το παράθυρο από το πρώτο του παλιού κτιρίου και κοίταξε στο δρόμο

Αφήνοντας να χυθούν τα μακριά ξανθά μαλλιά της πιο κάτω κι απ’ το πεζούλι…

Μύρισε ο δυόσμος από το χάδι των απαλών δακτύλων της… μύρισε και το γιασεμί στο στήθος της… κι ακούμπησε με τους αγκώνες στο πεζούλι να δει το σκηνικό, αναμεσα απ’ τις γλάστρες…

Βαμμένα τα χείλη της στο κόκκινο σαν το πορφυρένιο μακρύ της φόρεμα… βαμμένα και τα νύχια της με επιμέλεια μες στη σπατάλη του απογευματινού χρόνου καθώς οι δείκτες του ρολογιού περπατούσαν νωχελικά στις ίδιες κυκλικές διαδρομές…

Εδώ γεννήθηκα μονολογούσε…. Κι έβλεπε το παλιό πιάνο…. Πως το ανεβάσανε στο πάνω πάτωμα, τότε, σκεφτόταν… Πόσο εντύπωση της ειχε κάνει όταν ήταν παιδί. Τα φανάρια του δρόμου από μπρούτζο. Μπαρόκ για να ταιριάζουν στο απέναντι κτίριο… με τα ψηλά ταβάνια τους φεγγίτες και τα περίτεχνα με γύψο ταβάνια… πόσα αγγελικά πρόσωπα με χρυσές φτερούγες πετούσαν στους τρούλους, αφήνοντας τις προσευχές να φεύγουν από τους ανοιχτούς φεγγίτες…

Άνεμος μπαρόκ απόψε στη φτωχή γειτονιά. Φωτιά μεγάλη με φλόγες τεράστιες άναψαν στο δρόμο οι κρυμμένοι άνθρωποι. Φωτίστηκε η μπανιέρα και το άσπρο του σμάλτου χρώμα γυάλισε σαν κάτι πολύτιμο μέσα στη σκοτεινή νύχτα…. έμοιαζε με βασιλικό μπάνιο μιας εποχής που ο ύμνος ταίριαζε στον άνθρωπο….

Πριν το πουλήσει ο Αρίφ στην αγορά για ανακύκλωση, μια τελευταια γιορτή μπαρόκ στη μέση του δρόμου. Ένα σκηνικό που ενώνει και μπερδεύει τις εποχές. Προσκεκλημένες και οι ψυχές.

Ζέσταναν νερό στη φωτιά…. Γεμίσαν τη μπανιέρα… και σε λίγο ήρθε με ένα λευκό φόρεμα η Μούσα της νύχτας. Άνθρωποι κρυφοί, αλλόκοτες γλώσσες που μιλιούνται τις νύχτες σιγά να μη τις ακούσουν και τις μάθουν όσοι παρέμειναν απ’ τους παλιούς κατοίκους της περιοχής…

Ποιος ξέρει από πια μέρη ταξίδεψαν για ν’ άρθουν…. Ποιος ξέρει τι βάρος φέρανε μαζί τους. Ποιος ξέρει πόσο πόνο έχουν μέσα στη καρδιά τους…. Κρυμμένοι άνθρωποι…

Στέκεται η Μούσα, νέα και όμορφη, μπροστά στη γεμάτη με ζεστό νερό μπανιέρα…Λύνει το φόρεμά της και το αφήνει να πέσει στο δρόμο. Το γυμνό της κορμί, μπαρόκ, φωτισμένο από τις φλόγες, σαν άγαλμα θεϊκό… γλυπτό από καλλιτέχνη του δέκατου έβδομου αιώνα….

Κοιτάζει η Ελεονόρα κι απορεί. Πως τόση ομορφιά και νιότη μέσα στους κρυμμένους ανθρώπους…

Βάζει ένα δίσκο στο παλιό πικάπ με κλασική μουσική, σαν αυτή που μάθαινε στα παιδικά της χρόνια να παίζει στο πιάνο, κι η μουσική ακούγεται στης νύχτας την υπόλοιπη σιγαλιά.

Η Μούσα μπαίνει στη μπανιέρα. Ξαπλώνει στο ζεστό νερό. Κι οι κρυμμένοι άνθρωποι χορεύουν στο δρόμο και πηδούν τις τεράστιες φλόγες της φωτιάς…

Η όμορφη και άγνωστη νιότη. Αυτή που πρέπει να ζήσει από όπου και εάν προέρχεται… αυτή που πρέπει να αποκαλυφθεί, να προχωρήσει με θάρρος και να ενωθεί με τα υπόλοιπα πλήθη των ανθρώπων…

Ο ρακοσυλλέκτης, ο Αρίφ, χαίρεται… Όλοι γιορτάζουν τη συμμετοχή, τον ύμνο. Το πάντρεμα των αιώνων διαδραματίζεται στη μέση του δρόμου. Ηθοποιοί και χορευτές με κοστούμια φτωχικά οι πρόσφυγες , κτήρια παλιά και καινούργια , μπαρόκ φλόγες ζεσταίνουν τις ψυχές, φωτίζουν τα πρόσωπα των θεατών, της Ελεονόρας, κι η μουσική μεθάει σαν το κρασί τη σκέψη, απαλύνει το νου από τα χθες και τα προχθές φέρνοντας το χαμόγελο στα χείλη ολων, φτιάχνοντας αγκαλιές, ζεστές φωλιές…

Ό ήχος από το όμποε χύνεται στο δρόμο από το ανοιχτό παράθυρο της Ελεονόρας. Μπαροκ στη μέση του δρόμου. Μπαρόκ, ένας ύμνος που αγγίζει τις ψυχές με τη μουσική και τις σκιές από τα επιβλητικά κτίρια της αιώνιας πόλης…

Μιά νυχτα δώρο για τους κρυμμένους ανθρώπους στη γειτονιά της Ρώμης. Μιά νύχτα ύμνος των άγνωστων. Μιά νύχτα Μπαρόκ.

Μπαρόκ, η συγκέντρωση των αγνώστων μεταναστών. Των κρυμμένων ανθρώπων.

Απολαύστε και το εξαιρετικό ακουστικό video.

‘Adagio’ by Antonio Salieri αρχείο λήψης (4)

Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο

Διάφανα Υλικά

thielker_02

Βάλε το ποτό που σου αρέσει περισσότερο.

Άνοιξε το παράθυρο ν’ ακούσεις τη βροχή

Σήκωσε το ποτήρι ψηλά, μπροστά από τα μάτια σου και μες από τα διάφανα υλικά,

κοίταξε τον κόσμο με το χρώμα του ποτού σου

Κοίταξε  τη πρώτη βροχή, με απορία και θαυμασμό

Πιες τον κόσμο με τη γεύση που εσύ προτιμάς.

Άς την εφημερίδα να τη μουσκέψει  η βροχή για σήμερα

Κι ας μην είναι διαβασμένη.

Δες και απόλαυσε, όσα δεν γράφτηκαν στο τύπο.

Δ.Μ.