Το χαμόγελο της λογικής και οι σουρεαλιστικές παραφυάδες της ανάπτυξης

 

Ο ηθικός λόγος του Υπουργού και η σουρεαλιστική επεξεργασία της αποχύμωσης της κυβέρνησης

 1

Γραβάτα φόρεσα, δεμένη με κόμπο αδιάφορο

Και το κοστούμι άψογα σιδερωμένο από το καθαριστήριο

Τσάκιση σπαθί που κόβει στο τυχαίο άγγιγμα του παντελονιού.

Και το «υπόδημα» γυαλισμένο με στρατιωτική επιμέλεια… έτσι ώστε να καθρεφτίζεται το χαμόγελό μου…

Ρεβύθια πάω να πάρω  από το υπερφωτισμένο ράφι περιορισμένης διατηρησιμότητας του τροφο-τροφοδοτικού υπερκαταστήματος. Α… και πιπέρι… για το μπάρμπεκιου….

Κάλεσα και την Φάλον την οικιακή βοηθό με έξτρα αμοιβή για να τα καθαρίσει με προσοχή από τα έντομα….και τα τυχόν φθαρμένα.

Τι δουλειά κι αυτή….. Υπουργός….

Δεν κάνω σουρεαλιστικές συζητήσεις. Μη μου μιλάτε για ληγμένα. Μη μου υπαγορεύετε παράλογες σκέψεις… χωρίς αισθητικό ή ηθικό έλεγχο…

Φτηνά τρόφιμα στα ειδικά φωτισμένα ράφια… για όλους… Τους καλοντυμένους….

Η ανάπτυξη….. των μικροοργανισμών…. Γράφεται με επιτυχία…. Στα ράφια της λογικής.

Το χαμόγελο μεταδίδεται από Υπουργείο σε Υπουργείο.

Σύνδεσμός

Χυμός από παντζάρι

Πιες κι εσύ λίγο χυμό από παντζάρι…

Άνοιξα λίγο το παράθυρο. Μια μικρή σχισμή στο εξώφυλλο για να έχω πρόσβαση στο σύμπαν.images (17)

Κοίταξα κρυμμένος τον ουρανό. Φοβισμένος όχι από την απεραντοσύνη του αλλά από την εξέλιξη της σύγχρονης ζωής μου. Της ζωής που μου επιβάλουν να ζω.

Τι φτερά χρειάζομαι για να πετάξω; Να φύγω μέσα από το δωμάτιό μου…να γίνω ίκαρος, να κάνω ένα ταξίδι ελεύθερος…κι ας πέσω στα νερά της θάλασσας για να πνιγώ έστω κι από ανθρώπινο λάθος… ανθρώπινο όμως….

Μα θα έχω ζήσει ελεύθερος μέχρι το αναπόφευκτο τέλος. Κι ο θάνατος τότε θα είναι αυτός που ορίστηκε από τη φύση νάναι…

Βλέπω τα επαναστατικά τραγούδια, κρεμασμένα κάδρα στους τοίχους να συσσωρεύουν τη σκόνη της λησμονιάς πάνω στις ακριβές τους κορνίζες… Τσακισμένα φτερά…του πληγωμένου αετού… Μήπως δεν πέταξα ποτέ στη ζωή μου.

Μήπως έβλεπα πάντοτε τον ουρανό από μια χαραμάδα;  Μήπως  για τα αστέρια μου μίλαγε κάποιος άλλος. Ποτέ δεν βγήκα να τα αναζητήσω μόνος μου; Να τα ανακαλύψω να τα δω να τα αγγίξω… Να κοιτάξω τη πτώση τους, να οραματιστώ τη γέννησή τους…. Ποτέ δεν είδα τη βροχή τους; Ποτέ δεν ένοιωσα τη μαγική τους χρυσόσκονη…που έπεφτε λές από στολίδι χριστουγεννιάτικου δέντρου;

Κι όμως είναι τόσο μαγικά τα αστέρια…. Και σίγουρα τα έχω δει παλιά από κοντά. Τόσο μαγικά, ταξιδιάρικα, σαν τις λαμπερές ψυχές μας που φιλικά ακουμπούν η μία δίπλα στην άλλη… καθώς ζουν το όνειρο μακριά από τη κόλαση… Πόσο αγνές καρδιές έχουμε μέσα μας… Πόσο ανόθευτοι είμαστε ακόμα σκεπασμένοι με τη παράδοση, από το σήμερα που μας πιέζει να γίνουμε όπλα…να πετάμε φωτιές….να τρώμε σάρκες…

Σηκώνω το βλέμμα μου πιο ψηλά μέχρι όσο φτάνει η χαραμάδα. Καταπίνω το σάλιο μου που κατρακυλάει από τους σιελογόνους αδένες, σαν εσωτερικό δάκρυ κρυφό…. Κι αυτό με πνίγει…είναι τόσο πολύ ξαφνικά… προέρχεται από ανθρώπινη συγκίνηση… Αυτή η καρδιά μου επιμένει να είναι ακόμα ανθρώπινη…. Εγώ σκουριάζω….κι αυτή σκέφτεται την ελευθερία….Εγώ πεθαίνω από αδιαφορία…κι αυτή μου μιλάει για ζωή… Εγώ κρύβομαι από το φως κι αυτή μου ανάβει τη φωτιά της επανάστασης….

Σε μια καρέκλα παρατημένα,βλέπω τη τσάντα με τα παντζάρια που μου έφερε η Λουκία το πρωί. Αύριο θα τα πετάξω στα σκουπίδια.

Ποτέ δεν έκοψα με το μαχαίρι ένα παντζάρι. Φοβόμουνα το οπτικό αποτέλεσμα…Πιτσιλιές παντού από βαθύ κόκκινο χρώμα….που έμοιαζε να πετάγεται σαν φρέσκο αίμα από σφαγμένους λαιμούς ανθρώπων που χάρισαν τη ζωή τους στις σελίδες της ιστορίας…

Ανάξιος λόγου για την ιστορία εγώ… τιποτένιος…κρύβομαι πίσω από μια χαραμάδα.

Δεν σώζω τίποτα στη μνήμη μου… Αδειάζω τις αποθήκες του σπιτιού. Πετάω κάθε τι που δεν ανήκει στο σήμερα. Και αύριο θα πετάξω ότι απέμεινε από το τώρα…

Παντού μέσα στο σπίτι σκεπασμένα βιβλία με μαύρα πανιά, να μη φαίνονται. Να μη βλέπω εξώφυλλα και τίτλους, να μη θυμάμαι τι διάβασα…

Είμαι μια μηχανή πλεον. Τα κατάφεραν και με έκαναν φοβισμένο,… μια μηχανή… Μεταλλαγμένος χωρίς μνήμη χωρίς δεσμούς με το χθες… Μια μηχανή που με κρατάνε όσο μπορώ και λιπαίνω τα γρανάζια μου…μεταφέροντας το δικό μου πλούτο στην αυλή τους… με πληρώνουν με ψεύτικο νόμισμα….νόμισμα χωρίς αντίκρισμα….χαρτί χωρίς αξία…..άχρηστο χρήμα …για μια άχρηστη μηχανή…για εμένα…. Σκοτώνουν κάθε άνθρωπο φορτώνοντάς τον ενοχές. Ενοχές που έχουν να κάνουν μ’ αυτά τα ψεύτικα νομίσματα….

Άμα ο πλούτος μου τελειώσει, θα είμαι ένα παλιοσιδερικό …σκεπασμένο από σκουριά. Μια σακαράκα που θα τη μασάει ο χρόνος και θα τη φτύνει χωρίς σεβασμό αφού δεν θα είναι ανθρώπινη. Κανείς δεν θα βρεθεί να λαδώσει τα δικά μου γρανάζια… Η λειτουργία μου θα υπερβαίνει κάποιο ελάχιστο κι ανόητο κόστος…. Δεν θα συμφέρει…Και η τιμή για παλιοσίδερα…ασύμφορη κι αυτή… Μη ανακυκλώσιμη ύλη…συνταξιούχος ….άχρηστος…

Σταμάτα καρδιά μου να ονειροπολείς. Σταμάτα σου λέω να μ’ ενοχλείς. Είμαι μια μηχανή. Κουμπιά και φώτα. Με κωδικούς λειτουργώ…κι αν ξεχάσω κανένα….σταματώ…

Έκλεισα το παράθυρο με δύναμη. Ναι, έκλεισα κι αυτή τη μικρή χαραμάδα στο σύμπαν. Ακόμα κι αυτή με φόβιζε….Μα τελευταία στιγμή, την ώρα που τα μεταλλικά μέρη ήρθαν σε επαφή, διαπίστωσα πως ένα μικρό μυρμήγκι προσπαθούσε να περάσει έξω από το δωμάτιό μου….κουβαλούσε μαζί του φορτίο ποιος ξέρει τι, δεν πρόλαβα να δω, κάτι που είχε πάρει από μένα…

Έσυρα πάλι το αλουμίνιο σιγά, άνοιξα το παράθυρο ξανά και είδα πως το μυρμήγκι ήταν ακόμα ζωντανό… Τσακισμένο από τη δική μου μανία…αλλά περπατούσε …Το άφησα και βγήκε έξω….

Ένας δυνατός νυχτερινός αέρας δρόσισε την ανθρώπινη πλευρά του εαυτού μου. Τράβηξα το παράθυρο και το άνοιξα μέχρι το τέλος  έτσι αυθόρμητα με πηγαία αυτοπεποίθηση.

Βρισκόμουν μπροστά στο απέραντο σύμπαν…. Δεν είμαι πουλί για να πετάξω… Μα εγώ θέλω να ταξιδέψω.

Ή τώρα ή ποτέ.

Ο άνεμος δυνάμωσε…Πλησίασα την ευκαιρία.Η σκόνη από τις κορνίζες των κρεμασμένων κάδρων άρχισε να φεύγει…να χάνεται… Τα λόγια από τα επαναστατικά τραγούδια ανακατεύτηκαν με τη μελωδία  ξανά και οι ξεχασμένοι ήχοι τους φτάσανε στ’ αυτιά μου.

Τα μαύρα πανιά που σκέπαζαν τα βιβλία μου, σύρθηκαν με τη δύναμη του αέρα και ύστερα πέταξαν ανάλαφρα σαν λευκά τούλια, σαν περιστέρια…. Μερικά βιβλία άνοιξαν στο άγγιγμά του. Σκόρπισαν στο χώρο αυτή τη μαγική μυρωδιά που έχουν τα βιβλία…

Μνήμες από το δικό μου παρελθόν άρχισαν κι επέστρεφαν στο μυαλό μου…

Το σπίτι μου γέμισε λέξεις, λόγια, πράξεις, σκηνές, ιδέες, από διαβασμένα βιβλία. Οι σκέψεις γύρισαν στον νου μου… Η καρδιά μου, μου είπε ευχαριστώ….έπιασα τα χέρια μου. Ζεστά και απαλά μου φάνηκαν στο δικό μου άγγιγμα…ανθρώπινα. Έσυρα τις παλάμες μου στα μαλλιά μου… κι ένοιωσα ανακούφιση… με το δικό μου χάδι. Ένοιωσα την αγάπη μου για τον εαυτό μου. Ένοιωσα πως υπάρχω ακόμα. Πως είμαι άνθρωπος…

Πήρα με μιας τη τσάντα με τα παντζάρια και πήγα στη κουζίνα. Τα έβαλα στο τραπέζι και με ένα μεγάλο μαχαίρι άρχισα να τα κόβω…Το πρώτο κόψιμο με επιθυμία και δισταγμό..Το δεύτερο με την εμπειρία του πρώτου και μετά πολλά πολλά κοψίματα απανωτά στο σκουρόχρωμο φόβο και στα παντζαρια το ένα μετά το άλλο….κάτω από τους ήχους της μουσικής  και τα λόγια των τραγουδιών…. Χωρίς φόβο πλέον. Με επαναστατική διάθεση.

Ξεπέρασα αυτό που με βασάνιζε….πήρα ένα κομμένο παντζάρι και το δάγκωσα. Ρούφηξα το χυμό του και γεύτηκα τη γήινη γεύση του. Ζωή γεννημένη  απ’ το χώμα, σαν πρωτόπλαστος αισθάνθηκα και άφησα  το βαθύ κόκινο χυμό του να κυλάει επάνω μου…. Τα χέρια μου ήταν βαμμένα, με το χρώμα της νίκης….της νίκης του φόβου μου. Είμουν ελεύθερος…

Αυτός ο φόβος ήταν που με κράταγε τόσο καιρό κρυμμένο μέσα…

Βγήκα στο δρόμο… να συνατήσω τους φίλους μου. Να πάω να τους κτυπήσω τα κουδούνια,  τις πόρτες… Να τους ξυπνήσω… Να ανοίξουν τα παράθυρά τους… Να κλείσουν τις οθόνες…. Να δουν τα αστέρια…

Ένα οργισμένο  «τζιπ 4Χ4» πέρασε ξυστά δίπλα μου. Το μολυβί χρώμα του κι η ταχύτητά του με τράβηξαν σαν μαγνήτης πάνω του, ήθελε να με παρασύρει να πέσω πάνω του…να με σκοτώσει…

Μα εγώ γέλασα….Μια μηχανή είναι μόνο….αναγνωρίζει στίγματα και μετρά αποστάσεις με ταχύτητα…από ένα παλιό gps, αγνοεί την ανθρώπινη ύπαρξη…τη πατάει στο δρόμο και δεν γυρίζει πίσω να δει το αποτέλεσμα…. Αλλά εγώ υπάρχω… περπατώ…κι αντιστέκομαι…

Ρομποτικές μηχανές… είστε για γέλια…. Αχαλίνωτες νομίζεται πως είστε… Αλλά στα σημεία συνάντησης σας στέλνουν οι προγραμματισμένες πολιτικές  εντολές  όσων στις φλέβες ρέει το πικρό πράσινο – κίτρινο μηχανέλαιο….

Εγώ και όλοι οι φίλοι μου εξακολουθούμε να έχουμε στις φλέβες μας αίμα. Είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι. Θα σας πολεμήσουμε. Θα αντισταθούμε στην οργή σας. Χωρίς μια σταγόνα αίμα να χυθεί….αφού έτσι κι αλλιώς δεν έχετε αίμα εσείς… «Πολιτικοί» Μηχανές είστε… που με τα λόγια και τις πράξεις σας μοιράζετε φόβο. Τίποτα άλλο.

Είμαστε έτοιμοι για να σας διαλύσουμε να σας κάνουμε σκουριασμένες σακαράκες…Να σας μασάει ο χρόνος και να σας φτύνει…χωρίς σεβασμό… εσείς που πολεμάτε το πολιτισμό… πολιτικοί, φοβικές μηχανές, που σκύβετε ν’ αρπάξετε από κάτω τα αργύρια της προδοσίας…γιατί κάτω σας τα πετάνε. Κι αυτοί που σας τα δίνουν σας φτύνουν…

Είμαστε άνθρωποι, Πίνουμε χυμό από παντζάρι που μυρίζει χώμα.

Χώμα, ποτισμένο με αίμα, που είναι δικό μας γιατί αυτό μας γέννησε… και  θα είναι δικό μας για πάντα.

blood_spatter

Dimitris Manousakis — Η φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο.

Καλύτερα Ταχυδακτυλουργός

Καλύτερα Ταχυδακτυλουργός -Το θλιμμένο πρόσωπο του πρωθυπουργού.

(ξεχασμένοι, απλήρωτοι λογαριασμοί)030211_0933

Ο ουρανός μαύρισε πάνω από την Αττική.

Τα μαύρα σύννεφα προμήνυαν νεροποντή…καταιγίδα…

Δεν άργησε.

Και οι αστραπές ακολουθήθηκαν από βροντές και μεγάλες σταγόνες βροχής…εκείνο το απόγευμα…

Το θλιμμένο πρόσωπο του πρωθυπουργού ταίριαζε απόλυτα με τον αττικό ουρανό…

Έρχεται Ανάπτυξη, έρχεται Ανάκαμψη, πως λέμε έρχεται η Άνοιξη, έλεγε και ξανάλεγε στην ομιλία του στο Σ.Ε.Β.…Πως ήταν η Ελλάδα πέρυσι, πόσο χάλια εννοούσε , και πως φέτος, θαύμαζε και αναρωτιόταν,λες και φέτος τρώμε με χρυσά κουτάλια…κι απευθυνόταν σε ένα ακροατήριο που είχε αφήσει τα μπαστούνια …. στο φουαγιέ……

Τους έβλεπα κι αναρωτιόμουν….πόσοι από αυτούς θα ζούν και την ανάκαμψη θα δουν.

Εγώ άνοιγα το παράθυρό μου πέρυσι κι έβλεπα πέντε μαγαζιά στη σειρά…ανοιχτά…74508-unemployment_shadow

Φέτος βλέπω τα τέσσερα κλειστά…και συναντώ το Κώστα την Αλίκη και την Άρτεμη που γύρισαν στο σπίτι πάλι απόψε χωρίς να βρουν δουλειά… Πέρσι ούτε που τους ήξερα…

Ο Νίκος ψάχνει κι αυτός, μα πουθενά…και με πτυχίο και με χαρτιά… όπου κι αν είναι…κι η Δώρα δεν γνωρίζει πια

που να πάει που να μιλήσει που να χρυπήσει μια πόρτα για μια απλή απασχόληση… …ανησυχεί… τι θα γίνουν αύριο …μεθαύριο …τα παιδιά….δεν πάει άλλο πια.

Μόνο η βροχή μυρίζει και το βρεγμένο χώμα…κι η αγωνία του κόσμου….

κι ο λόγος του πρωθυπουργού τάζει στ’ ακροατήριο ανάκαμψη…ανάπτυξη… ακόμα…

τι ήρθε η άνοιξη; Ρωτούν κάποια βαρηκοϊας ακουστικά…

Μα αν ήτανε αληθινά …τα λόγια αυτά…θα έβγαινε…πραγματικά…μέσα απ΄την αίθουσα αυτή…  μες στη βροχή… και δυνατά…με το χαμόγελο στ’ αυτιά…να το φωνάξει να το πει…σε κάθε νέο σε κάθε νεά για  ν’ ακουστεί…. Να μαθευτεί…να πάψει πια …Η δόλια η μάνα η Δώρα για τα παιδιά ν’ ανησυχεί…

Μα είναι ψέμα…δυστυχώς…. Σαν τα άλλα πολλά που ανελλιπώς…μας λένε και μας ξαναλένε, σαφώς….γιατί μέχρι η ανάκαμψη να ‘ρθεί….κανείς από εμάς δεν θα υπάρχει ζωντανός….

Ω! τι δουλειά κι αυτή Θεέ μου….Πρωθυπουργός…

Καλύτερα…Ταχυδακτυλουργός….

Τουλάχιστον μ’ αυτόν γελάς.

(οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο: google – εικόνες -βροχή στην Αθήνα / Ανεργία)