Σύνδεσμός

Τα σημάδια του καθρέφτη.

Απόσπασμα από το θρίλερ (2o)ινδικός ωκεανός

…Η ζέστη ήταν αφόρητη και η ατμόσφαιρα  πνιγηρή. Στεκόμουνα στη βαρδιόλα όρθιος ακουμπόντας και με τα δυό μου χέρια στο φτερό  για να ελαφρώσω έστω λίγο βάρος από τα πόδια μου. Ένοιωθα κουρασμένος, κατάκοπος, ράκος προσπαθώντας να μειώνω τις αναπνοές μου στο ελάχιστο. Δεν άντεχα το βαρύ άρωμα που έφερνε στα ρουθούνια μου ο καυτός ξηρός άνεμος από την έρημο πέρα από το Αντεν, από τα βάθη της αραβικής χερσονήσου. Μια μυρωδιά βαρειά που πρόδιδε θάνατο. Ψοφίμια που τις σάρκες τους τις έσκιζαν τα δυνατά ράμφη των αρπακτικών και άφηναν τη μυρωδιά της νεκρής φρέσκιας σάρκας που έσταζε αίμα στις καυτές πέτρες της ερήμου να αιωρείται στην  θανατηφόρα ατμόσφαιρα, να παρασύρεται από το στεριανό άνεμο και να φτάνει στη θάλασσα του Άντεν με προορισμό τις απένατι μακρυνές ακτές της Αφρικής, πέρα από το Τζιμπουτί…

Τι βάρδια κι αυτή Θεέ μου. Δώδεκα με τέσσερεις μεσημεριανή. Το χειρότερο τετράωρο.Τα πόδια μου λες και σήκωναν το βάρος πέντε ατόμων κι εγώ μετά βίας θα ζύγιζα 70 κιλά. Πάντα όταν ταξίδευα σε αυτά τα μέρη καλοκαίρι έχανα βάρος αφού έχανα κάθε όρεξη για φαγητό. Μόνον νερό έπινα συνεχώς και αυτό έφευγε από πάνω μου αμέσως ποτίζοντας τα λιγοστά μου ρούχα με ιδρώτα.

Η θάλασσα ζεστή και λεία σαν το λάδι. Βαρειά με αντίθετα ρεύματα αφηνε με το ζόρι το πλοίο να πλεύσει με λιγοστή ταχύτητα στην επιφάνειά της, χωρίς να αφήνει απόνερα λες και ο βυθός ήταν ένας τεράστιος μαγνήτης και ήθελε να το σταματήσει μεσοπέλαγα.

Κι ο προορισμός  μακρύς. Το μικρό νησί WE (ΟΥΕ) βορειοδυτικά της Πολυνησίας στο ποιο Βόρειο άκρο της Σουμάτρας. SUMATERA έγραφε ο χάρτης πάνω στις καταπράσινες ζουγκλώδεις στεριές της μυστήριας τεράστιας νήσου της Πολυνησίας,με μεγάλα ποτάμια, με δύσβατα βουνά,με ηφαίστεια, με απόκρυμνες παραλίες, με ατέλειωτες τροπικές καταιγίδες που γεμίζουν με νερά τεράστιες λίμνες, με άγρια ζώα, πηγή των τροπικών ασθενειών που κατασπαράζουν τις ζωές των ντόπιων κατοίκων. Με μεγάλους σεισμούς που ταράζουν συνέχεια τη θάλασσα και τη στεριά. Με απέραντες όσο βλέπει το μάτι φυτείες κακάο και καφέ, πιπεριού, γαρύφαλων και μπαχαριού. Με το μυστηριο να πλανάται παντού

Και δεν έφτανε όλο αυτό το μυστήριο ταξίδι  αλλά ο Σωτήρης με προειδοποίησε ότι φτάνοντας στο νησί θα έχουμε εξελίξεις…δεν πρόλαβε να μου πει τι ακριβώς γιατί πέρασε ο λοστρόμος και κόλλησε στη παρέα μας λίγο πριν το φαγητό…κι έπειτα εγώ είχα βάρδια…αλλά θα τα μάθω το βράδυ.

 

Μα τώρα ακόμα φαίνεται από αριστερά το  Άντεν…έχουμε δυο μέρες ακόμα πλεύσης στην αραβική θάλασσα και μετά να διασχίσουμε έναν ολόκληρο ωκεανό. Τον Ινδικό. Τον γεμάτο εκπλήξεις Ινδικό ωκεανό.

Έβγαλα ακόμα ένα στίγμα ακριβείας με διασταυρούμενες διοπτεύσεις που πήραμε από τα παλινόρεια με τον καπετάν Φώτη, από τις απόκρημνες γυμνές ακτές της αραβικής χερσονήσου, και το σημείωσα πάνω στο χάρτι με μολύβι. Άλλο ένα ήταν το προηγούμενο με τη μέτρηση του ύψους του ήλιου με τον εξάντα και τη χάραξη στο χάρτη της ευθείας θέσεως στο πραγματικό μεσημέρι του σημείου που πλέει το πλοίο…noon position..που το έστειλε με τηλεγράφημα ο Βασίλης ο μαρκόνης στην εταιρεία .Έτσι για να ξέρουν κάθε μεσημέρι που βρίσκεται το πλοίο τους.

Πέρασε η μισή βάρδια. Άλλες δύο ώρες δύσκολες, άλλες δύο ώρες καταπίνοντας την ανησυχία για το μακρυνό ταξίδι, νοτίζοντας  τα λιγοστά μου ρούχα με τις σταγόνες της αγωνίας και της μοναξιάς διαιρώντας το χρόνο που πέρασε  με τ’ αποτσίγαρα που συσσωρεύονται στο τασάκι και υπολογίζοντας πόσα τσιγάρα θα είναι ακόμα η υπόλοιπη βάρδια.

Βγήκα πάλι στη βαρδιόλα. Άναψα ένα τσιγάρο και κοίταξα το ρολόϊ μου. Σε λίγο θα ερχόταν ο καμαρώτος με τους απογευματινούς καφέδες και τα μπισκότα. Και πρόσεξα τη θάλασσα…ήταν ζεστή και η επιφάνεια λεία σαν το λάδι, όμως μικρές πτυχές σαν αόρατες γραμμές παράλληλες προς τον μακρινό ωκεανό μαρτυρούσαν τον σύντομο ερχομό του σουέλ….του σουέλ που έρχεται ήσυχα, απαλά και σε πιάνει στο γλυκό ύπνο. Μοιάζει με γυναικείο χάδι που σε κάνει να παραδίνεσαι εύκολα σ’ αυτό.  Στην αρχή σε νανουρίζει σαν τη κούνια που νανουρίζει τα μωρά, σε ξεκουράζει σε μεθάει γλυκά γλυκά σαν του ποτού τη ζάλη, συστηματικά και μετά μεγαλώνει, θεριεύει,  γίνεται παραμυθένιο με μεγάλα κύματα σαν βουνά που κάνουν το πλοίο να φαίνεται σαν ένα φύλλο ξερό που πέφτει στα νερά του ποταμού και παρασσύρεται. Δεν βλέπεις τον ορίζοντα πια. Βλέπεις μόνον ένα κομάτι τ΄ουρανού που ξεπροβάλει ανάμεσα απ’ τα τεράστια κύματα. Κι αυτό το σουέλ του ωκεανού, απλώνεται παντού, φτάνει μέχρι τις στεριές που κι αυτές δεν το δέχονται, το στέλνουν πίσω στον ωκεανό σαν αντιμάμαλο…και τότε σε χτυπά διπλά…κι απ’ τη μια και από την άλλη ύπουλα, σε πάει ψηλά και μετά σε αφήνει απότομα και πέφτεις και μετά σε ξαναπιάνει σε ανεβάζει και πάλι ψηλά και σε κατεβάζει πλάγια και σε τουμπάρει και σε πνίγει….ο αύτανδρος χαμός…ενός σκάφους…

_Καπετάν Φώτη φώναξα στο εσωτερικό της Γέφυρας. Θα έχουμε περιπέτειες…πάρε τηλέφωνο το πλοίαρχο να έρθει για λίγο…

–          Τι περιπέτειες;

–          Ρίξε μια ματιά στη θάλασσα…

Κι ο καπετάν Φώτης βγήκε από το chart room και κοίταξε προσεκτικά τη θάλασσα και τον ουρανό…

_ κατάλαβα … θα έχουμε χοντρό σουέλ…αφού εδώ και έχει τέτοια όψη η θάλασσα…

Σε λίγα λεπτά φτάσανε οι καφέδες μας, ήρθε και ο πλοίαρχος (ο καπετάν Παναγιώτης), με τον γραμματικό (τον καπετάν Γιώργο) που ήταν πολύ φίλοι μεταξύ τους, τους ένωναν οι δεκαετίες που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ,που πήγαν φαντάροι, η μουσική που άκουγαν και τα σχέδια που έκαναν για τα σπίτια τους ..τις οικογένειές τους.

Τα είπαμε όλοι μαζί τρώγοντας μπισκότα, πίνοντας κρύους καφέδες και καπνίζοντας εγγλέζικα τσιγάρα.

–          Ειδοποίησε Κουβερτα και Μηχανή ότι θα έχουμε θάλασσα…είπε ο Κ.Παναγιώτης στον Κ.Γιώργο. να κάνουν τα σχετικά απόψε πριν σχολάσουν οι ντεΙμάνηδες…

–          Οκ .κάπταιν

–          Ειδοποίησε και το βοηθητικό προσωπικό να μποτζάρει τα παντα…δεν θέλω να γίνουνε ζημιές …να μη σπάσει ούτε ένα πιάτο….

–          Οκ. Κάπταιν…

–          Καπετά Φώτη ,πες στο μαρκόνη να βγάλει καιρό με το φαξιμάϊλ και να μου το φέρει στο γραφείο μου…

κι ο πλοίαρχος αφού έδωσε τις εντολές του έφυγε από τη γέφυρα. Σε λίγο ο γραμματικός είχε μεταφέρει αυτές τις εντολές σε ολο το πλήρωμα.

Οι ναύτες θα έπρεπε να ελέγξουν την έχμαση του φορτίου και να σφίξουν εκ νέου τους γρίλους ώστε τα σύρματα της έχμασης να είναι τεντωμένα όλα το ίδιο. Έπρεπε να ελέγξουν όλες τις ασφάλειες στα εξωτερικά ανοίγματα του σκάφους, ρούμπους, πόρτες ασφαλείας, καπάκια, ώστε να έχουν κλείσει καλά οι πεταλούδες και να έχουν ασφαλιστεί όλες οι υδατοστεγείς και καιροστεγείς πόρτες. Έπρεπε να ελέγξουν τους γερανούς και τα γκρένια από τη πλώρη έως τον καθρέφτη, να στερρεώσουν με ασφάλεια όλα τα σύρματα από τις μπίγες και τη μαγκιόρα, να δέσουν τα ριφόρτσα, τους γκάϊδες και την αμερικάνα γερά πάνω στις κουπαστές και στα μαστ χάουζις. Να βιράρουν με τα βίντζια τους ρονάριδες και οι γάντζοι από τις μονές και τις διπλές μπαστέκες να είναι σφιχτά κουμπωμένοι πάνω στις μόνιμες μάπες. Ακόμα έπρεπε να κλείσουν τυχόν ανοιχτά παράθυρα πάνω ψηλά στους πυργίσκους των ηλεκτρικών γερανών και να καλύψουν με βαζελίνη όλους τους ηλεκτρικούς διακόπτες έτσι ώστε στο επόμενο λιμάνι τα γκρένια να δουλεύουν κανονικά. Ο Λοστρόμος μαζί με το τζόβενο έπρεπε να πάνε στο κουβούσι πλώρα και να μποτζάρουν όλα τα χημικά, δυαλιτικά, μπογιές, τσιμέντα, και τα εργαλεία του καρπεντέρου….

Οι μηχανικοί θα έπρεπε να μποτζάρουν όλα τα ελεύθερα αντικείμενα, εργαλεία και αμοιβά, σφιχτά και να δέσουν τα βαρέλια με τα λιπαντικά γερά πάνω σε σταθερά στηρίγματα στο μηχανοστάσιο. Επίσης θα έπρεπε να ελέγξουν τη στάθμη των δεξαμενών καυσίμων και άλλων υγρών έτσι ώστε με το κούνημα να μη δημιουργηθεί καμία υπερχείλιση.

Ο στιούαρτ με το καμαρωτάκι θα αποθήκευαν όλα τα σερβίτσια στις ειδικές θήκες και θα στερέωναν όλα τα τρόφιμα φρέσκα, κατεψυγμένα,συσκευασμένα στις αποθήκες και στα ψυγεία…δεν θα υπήρχε τίποτα πάνω στα ξύλινα πανέλια…όλα έπρεπε να είναι στη θέση τους. Έπρεπε ακόμα να ελέγξουν όλα τα καθίσματα μέσα στο κομοδέσιο στα σαλόνια και στις τραπεζαρίες ώστε να είναι καλά βιδωμένα στα πατώματα.

Και μη ξεχάσεις να μποτζάρεις και τη κινηματογραφική μηχανή και τις μπομπινες από τις ταινίες στο αποθηκάκι του κινηματογράφου…φώναξε ο γραμματικός στον στιούαρτ…και πήγε να βρει το μάγειρα στη κουζίνα.

Ο μάγειρας εψηνε ατομικά ψωμάκια και μοσχοβόλαγε όλο το κομοδέσιο…Σέφ του φώναξε ο γραμματικός..άμα τελειώσεις με το ψωμί μποτζάρισε όλο τον κινητό εξοπλισμό τα πάντα στη κουζίνα και στις δεσπέτζες…με το παραμάγειρα μαζί να σε βοηθήσει….Θα έχουμε θάλασσα του είπε και βούτηξε ένα ψωμάκι καυτό και το έφαγε με βουλημία ενώ σκεφτόταν μήπως ξέχασε τίποτα από τα «σχετικά» που του είπε ο πλοίαρχος…..

Έπειτα πήγε στο γραφείο του καπετάνιου. Μέχρι τις 5 το απόγευμα κάπταιν που σχολάνε οι ντεϊμάνηδες το πλοίο θα είναι μέσα και έξω έτοιμο για τον καιρό…του είπε και κάθισε στην αναπαυτική δερμάτινη πολυθρόνα αφού πρώτα γέμισε ένα ποτήρι με ουίσκι και μια χούφτα ξηρούς καρπούς. ΚαμπάΪ!!! Φώναξε στο καπετάνιο και εκείνος ανταποκρίθηκε με τον ίδιο χαιρετισμό…Καμ¨πάϊ!!! Και τσούγκρισαν τα ποτήρια….

Κατά τις 6 και ενώ όλοι θα τρώνε πάμε να κάνουμε μια επιθεώρηση στο πλοίο…είπε ο καπετάν Παναγιώτης στο γραμματικό. Και εμείς τρώμε μόλις γυρίσουμε εδώ. Θα πώ στον στιούαρτ να μας ετοιμάσει εδώ να φάμε.

Το σουέλ θα μας πιάσει μετά τις 11 το πρωί. Πιάσε τους μικρούς τους πρωτόμπαρκους και πες τους δυο λόγια γι αυτό για να ξέρουν, και άμα δεν μπορούν το πρωϊ να δουλέψουν άστους να κοιμηθούν πέστο και στο λοστρόμο να μη τους ζορίσει…τι μέρα είναι αύριο;

Τετάρτη είπε ο γραμματικός…

Ωχ !! θα τρώμε τη φασολάδα στο ποτήρι….απάντησε ο κάπταιν…μακάρι να περάσει γρήγορα, αλλά δεν το βλέπω…θα μας χτυπάει αλύπητα για μέρες γιατί έρχεται από τον ανοιχτό νότο. Μέχρι τις Μαλδίβες θα μας τσακίζει συνέχεια.

Ήπιαν τα ουϊσκάκια τους και το δειαλύσανε.

Στις 6 πάμε για επιθεώρηση θα περάσω να σε πάρω από δω κάπταιν φώναξε ο γραμματικός κατεβαίνοντας τη σκάλα του κομοδεσίου.

Εγώ τέλειωσα τη βάρδια μου και με χαρά πήγα στη καμπίνα μου, ξάπλωσα στο καναπέ βάζοντας τα πόδια μου στο μπράτσο και άκουσα μουσικη για καμιά ώρα και χαλάρωσα. Μετά πήγα για φαγητό…εκεί είδα το Σωτήρη…φάγαμε μαζί τα ζουμερά μπιφτέκια του σεφ με τις ριγανάτες πατάτες και τη μπόλικη κέτσαπ και μετά βγήκαμε για τσιγάρο στη πρύμη…..

κάτσαμε στις μπίντες γυρνώντας με τα πόδια μας τα ράουλα έτσι από αμηχανία της στιγμής, χαζεύοντας στις απομακρυσμένες στεριές τις αφρικής από αριστερά και της Υεμένης από δεξιά που ξεθόριαζαν στον ορίζοντα και χάνονταν μια από την απόσταση και μια από τον ερχομό της νύχτας…πάμε στα ρέλια κατάπρυμα, μου είπε ο Σωτήρης. Εκεί που τα λόγια που θα σου πω  θα τα ρουφήξουν οι δύνες του νερού από τη προπέλα…δεν πρέπει να τα ακούσει κανείς άλλος εδώ μέσα…

και πήγαμε στα ρέλια…κατάπρυμα…εκεί που ότι κι αν πεις φεύγει και παρασύρεται μακρυα και σβήνει όπως τ’ απόνερα του πλοίου σβήνουν αργά αργά και χάνονται πάνω στην απέραντη θάλασσα.

–          Όταν θα φτάσουμε στο λιμάνι Ουέ ο γραμματικός θα φύγει από το πλοίο.

–          Ο καπετάν Γιώργος; Γιατί;

–          Έτσι είναι το γραφτό. Θα τσακωθεί με τον καπετάνιο. Άγριος τσακωμός. Θα φαγωθούν σαν τα σκυλιά. Ο γραμματικός δεν θα ξαναμπεί στο πλοίο. Με τη φόρμα θα τον διώξει. Ούτε τα ρούχα του δεν θα φορέσει…

–          Αδύνατον. Αυτοί είναι κολλητοί φίλοι. Κάθε μέρα από το πρωϊ μέχρι το βράδυ δουλεύουν μαζί. Εγώ δεν έχω ξαναδεί καπετάνιο να κάθεται και να δουλεύει μαζί με τον γραμματικό και να βοηθάει ο ένας τον άλλο. Και τα βράδυα ακούνε μουσική, τα πίνουνε και συζητούν μέχρι τα ξημερώματα…αδύνατον δεν μπορώ να το φανταστώ…

–          Κι όμως …θα φαγωθούν σαν τα σκυλιά. Θα τους ακούσει όλος ο κόσμος.

–          Μα από το νησάκι αυτό είναι αδύνατον να φύγει άνθρωπος για άλλα μέρη. Μόνον με ψαράδικο μπορεί να φύγει και να πάει σε κάποιο άλλο ποιο μεγάλο νησί… Και πως το ξέρεις ρε Σωτήρη.

–          Το ξέρω. Είναι μήνυμα από το καθρέφτη. Είναι μήνυμα του σατανά.

–          Αηδείες …μήνυμα του σατανά…

–          Πρέπει να με πιστέψεις…πρέπει.

Στο σημείο αυτό γύρισα και τον κοίταξα. Διαπίστωσα ότι το βλέμμα του ήταν παγωμένο στο κενό. Στο κάτω βλέφαρο του αριστερού του ματιού όπως έβλεπα το προφίλ του άρχισε να συσσωρεύεται ένα δάκρυ. Κάποια στιγμή κύλισε στο μάγουλό του κι έσταξε κάτω. Χωρίς να κλείσει τα μάτια του, πάντα με το βλέμμα του παγωμένο στο κενό…

–          Και στη θέση του γραμματικού ποιος θα έρθει;

Ρώτησα σχεδόν ειρωνικά.

–          Θα έρθει ένας που θα μας κάνει τη ζωή δύσκολη…αλλά θα έρθει μετά τρεις μήνες όταν θα πάμε στη Μάλτα. Θα ζωγραφίζει μεγάλους πίνακες με μολύβι και κάρβουνο όλη μέρα και θα κόβει το over time πρώτα στους αιγύπτιους και μετά σε όλους εμάς…για να φανεί ότι ενδιαφέρεται για την οικονομία της εταιρείας και να εδραιωθεί ως μόνιμο στέλεχος.

–          Τι λες ρε Σωτήρη…είναι δυνατόν να ταξιδεύει ελληνικό πλοίο χωρίς γραμματικό; Δεν το επιτρέπει ο νόμος. Αυτά δεν γίνονται. Δεν υπάρχει περίπτωση….κι επειδή με έχεις παραμυθιάσει αρκετά, δεν σε πιστεύω πια….

Μπορεί να έλεγα ότι δεν τον πιστεύω πια, αλλά κάποια φωνή μέσα μου, μου έλεγε ότι τον είχα πιστέψει ήδη. Ο Σωτήρης δεν ήταν παραμυθάς. Δεν έλεγε φανταστικές ιστορίες στα σαλόνια και στα καπνιστήρια του πλοίου. Δεν έλεγε ψέματα. Και όσες φορές τον είχα στριμώξει να μου πει κάτι παραπάνω για να πιστώ ότι τέλος πάντων υπάρχει πραγματικά αυτό που όλοι λένε διάολος…μου έλεγε πως δεν πρέπει…και αντιμετώπιζε κάθε συζήτηση που κάναμε με σοβαρότητα…ποτέ με ψεύτικα λόγια.

Η θέση μου ήταν δύσκολη. Πολλές φορές έχανα το μυαλό μου κατά τη διάρκεια της δουλειάς μου. Σκεφτόμουνα  τι μου είπε ή τι θα μου πει ο Σωτήρης. Δεν άντεχα να ζω έτσι. Ένοιωθα πως σιγά σιγά αλλάζω και ότι αλλάζει και η συμπεριφόρά μου στη δουλειά μου. Η μόνη μου ευχαρίστηση πια είναι όταν συναντώ τον Σπύρο και διαβάζουμε τα γράμματα της Κατερίνας…κι έπειτα όταν υπαγορεύω στο Σπύρο τα ερωτικά γράμματα που της γράφει. Είμαστε τόσο φίλοι που ξέρω πως ακριβώς σκέφτεται για τη Κατερίνα…μα όταν κάθεται να γράψει γράμμα σταματά το μυαλό του και σκίζει το ένα φύλλο μετά το άλλο.

–          Λοιπόν άκου να σου πω Σωτήρη. Στο πρώτο ταξίδι που καναμε, όταν το πλοίο βρισκόταν ανοιχτά από τις ακτές της Ινδίας, τότε που  πηγαίναμε στο Λουμούτ στη Μαλαισία σου είχα πει ότι εγώ μέχρι να σε γνωρίσω, το σατανά τον θεωρούσα παραμύθι και  μου είχες πει, εάν το θυμάσαι, ότι θα μου δόσεις  να καταλάβω για ποιο πράγμα πρέπει να σε βοηθήσω….και δεν το έκανες..κάτι μου είχες πει ότι θα με κάνεις να αιστανθώ το φόβο…για να με πείσεις και να τα δω όλα αυτά σοβαρά. Να καταλάβω κι εγώ από τι κινδυνεύεις και γιατί…η αλήθεια είναι ότι από τη πρώτη στιγμή που ειδοθήκαμε στο αεροδρόμιο στην Αθήνα μου έκανες εντύπωση και με γέμισες ερωτηματικά γιατί ήρθες μόνος σου, χωρίς τον πράκτορα, και ενώ είμαστε οκτώ άτομα στη παρέα που ταξιδεύαμε χαιρέτισες χωρίς να γνωριζόμαστε μεταξύ μας πρώτα εμένα, μετά το Σπύρο και τέλος τη  Κατερίνα που ήταν εκεί μόνο για  να χαιρετίσει το Σπύρο.

Τώρα λοιπόν αφού πέρασε τόσος καιρός θα πρέπει να με κάνεις να πιστώ αν θέλεις να σε πάρω στα σοβαρά. Απόψε λοιπόν να γίνει ότι γίνει…απόψε…διαφορετικά δεν θα ξαναβρεθούμε ούτε για συζήτηση. Δεν μπορώ να ζω με αυτή την αγωνία και να μη ξέρω τι θα πρέπει να κάνω.

–          Εντάξει Δημήτρη. Αν ήξερα ότι δεν με πιστεύεις δεν θα σου μίλαγα καθόλου. Αλλά επειδή σου έχω υποσχεθεί… Απόψε …απόψε θα αιστανθείς τον απόλυτο φόβο. Τρεις φορές. Τη πρώτη  θα φοβηθείς αλλά θα έχεις μια αμφιβολία , τη δεύτερη το ίδιο, θα φοβηθείς πολύ αλλά θα το αποδόσεις σε πιθανή σύμπτωση αλλά τη Τρίτη θα νοιώσεις τον απόλυτο φόβο…και τότε θα πιστείς και θα με πιστέψεις…..όμως πριν φύγουμε από εδώ θα σου πω κάτι από το παρελθόν σου. Θα με πιστέψεις για ακόμα μια φορά. Όταν ήσουν 7 χρονών παιδί εγώ δεν ζούσα….όπως ξέρεις έχουμε 9 χρόνια διαφορά. Τότε λοιπόν είχες πάει ένα καλοκαίρι για ολιγοήμερες διακοπές σε ένα κοντινό στην αθήνα νησί….εκεί πέρναγες τη μέρασου παίζοντας στη παραλία με την άμμο και τα βότσαλα. Η βίλλα που έμενες ανήκε σε μια μεγάλη γυναίκα που είχε ανηψιά μια νέα και όμορφη ηθοποιό. Αυτή χαιρόταν να σε φωνάζει στο κήπο και να σε ταϊζει φρούτα και να σε χορταίνει χάδια και φιλιά….ήταν τα πρώτα χάδια που ένοιωσες από ξένα γυναικεία χέρια και που κατάλαβες πως κάτι άλλο συμβαίνει στον εαυτό σου, κάτι ξύπναγε μέσα σου, κάτι που τότε το αισθανόσουνα γλυκό και ήθελες να συμβαίνει κάθε μέρα…και περίμενες πως και πώς να σε φωναζει εκείνη η γλυκιά νεαρή κοπέλα…

Άκουγα και δεν το πίστευα…μου εξιστορούσε τόσο ζωντανά μια προσωπική μου στιγμή που έχει σημαδέψει τη ζωή μου ευχάριστα, ο πρώτος κρυφός παιδικός έρωτας θα έλεγα,…πριν από πολλά χρόνια και που ο μόνος που γνωρίζει αυτή την ιστορία είμαι εγώ και πιθανόν η σκιά μου. Πιστεύω ότι αυτή η ηθοποιός σήμερα ούτε καν θα θυμάται τίποτα από όλα αυτά παρόλο που έβαζε το πρόσωπό μου πάνω στο στήθος της κι ευχαριστιόταν, με χάϊδευε στα μαλιά και εγώ ανάσαινα το άρωμά της…ένα άρωμα που ποτέ δεν το ξαναμύρισα στη ζωή μου…..ένα άρωμα που ξύπναγε τις κρυφές αισθήσεις που δειλά δειλά ερχόντουσαν να με βασανίζουν όσο καιρό έμεινα σε εκείνη τη βίλα…αλλα και μετά για καιρό πολύ….ένα άρωμα που το θυμάμαι ακόμα και σήμερα.

–          Ναι, και ένα βράδυ ενώ είχες ξαπλώσει στο κρεββάτι της μεγάλης κάμαρας που το παράθυρο κοίταζε προς τη θάλασσα, ξαφνικά άκουσες τα παραθυρόφυλλα να χτυπούν δυνατά ρυθμικά και βίαια με ένα αφύσικο παλμό και μετά είδες την άκρη του σεντονιού που είσουνα σκεπασμένος να φτερουγίζει και να χτυπά το πρόσωπό σου κόβοντάς την ανάσα σου από το φόβο. Εκείνη τη στιγμή για να σωθείς από το αφύσικο περιστατικό, έφερες στο μυαλό σου τα λόγια της γιαγιάς σου που σου είχε πει σε ανύποπτο χρόνο ότι άμα καμιά φορά σε πλησιάσει ο διάολος πες το Πάτερ υμών. Αυτή τη προσευχή που τότε δεν την είχες μάθει ακόμα όλη…κάθε φορά που την έλεγες μπερδευόσουνα και ξεχνούσες μερικά λόγια. Εκείνη την ώρα λοιπόν κατάλαβες πως ζούσες ένα περίεργο και πρωτόγνωρο γεγονός και στο φόβο σου επάνω ξεστομισες τα λόγια «Πάτερ Υμών» με δυσκολία. Λες και κάποιος σου κρατούσε σφραγισμένα τα χείλη….αλλά τελικά το είπες και τότε το σεντόνι σταμάτησε να φτερουγίζει και να σε χτυπά στο πρόσωπο, σταμάτησε και το βίαιο χτύπημα στα παραθυρόφυλλα. Μη μου λες λοιπόν ότι δεν γνωρίζεις το σατανά…τον έχεις γνωρίσει και τον έχεις πολεμίσει και τον έχεις νικήσει ακαριαία….

Είχα μείνει άφωνος…κοίταζα τα απόνερα του πλοίου που φωτιζόντουσαν πλεον από το ασημί φως του φεγγαριού. Ο Σωτήρης έφυγε για να πάει να ετοιμαστεί για τη βάρδια του. Το πλοίο είχε αρχίσει να κουνάει ελαφρά, απαλά φέρνοντας την επιθυμία του ύπνου γρήγορα στα μάτια. Αποφάσισα να πάω για ύπνο. Και στρέφοντας το κορμί μου από  τα ρέλια προς το κομοδέσιο δεν είδα τίποτα, εκτός από τις μπίντες και τα ράουλα. Σαν να μην υπήρχε το πλοίο. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά λες και ήθελε να βγει από το στήθος μου. Ένας δυνατός κτύπος κάτω από τη λαμαρίνα που πάταγα, με τράνταξε, κτύπησε πολλές φορές, και το κομοδέσιο δεν το έβλεπα, ακόμα. Ο φόβος  έκοψε τη μιλιά μου. Προσπαθούσα να πω το Πάτερ Υμών αλλά τα χείλη μου ήταν πιασμένα δυνατά από κάποιο χέρι που τα πίεζε και τα κράταγε κλειστά…μεσα από το τεράστιο φόβο μου βρήκα το κουράγιο και το είπα από μέσα μου….Πάτερ Υμών…και αμέσως τα χείλη μου απελευερώθηκαν και το είπα και φωναχτά..και τότε τα μάτια μου είδαν ξανά το κομοδέσιο του πλοίου..έτρεξα γρήγορα και μπήκα από τη πόρτα της πρύμης…και πήγα στη καμπίνα μου και ξάπλωσα να κοιμηθώ….πάτερ υμων …πάτερ υμών….πάτερ υμών….

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έλεγα αυτή τη προσευχή στο πλοίο…εγώ άλλη προσευχή δεν ξέρω. Όποτε ήμουνα άρρωστος Βοήθα Παναγιά μου έλεγα και δυο τρείς φορές ή και παραπάνω το Πάτερ Υμών, και γινόμουνα καλά…και για να ευχαριστήσω τη Παναγιά πάλι το Πάτερ Υμών έλεγα…

Σκέφτηκα για λίγο ότι κάτι πάθανε τα μάτια μου επειδή κοίταζα πολύ ώρα τη θάλασσα που φωτιζόταν από το φεγγάρι και δεν εβλεπα για λίγο το κομοδέσιο του πλοίου. Και ότι ο χτύπος της λαμαρίνας ίσως να ήταν από κάποιο μηχανικό που έκανε κάποια δουλειά στο ψυχροστάσιο. Μετά πάλι σκέφτηκα ότι τέτοια ώρα δουλειά στο ψυχροστάσιο; Μπορεί να ήταν κάτι έκτακτο…..και με τις σκέψεις αυτές παραδόθηκα στον ύπνο….