Σύνδεσμός

Δάκρυα Στη Σοκολάτα.

«Πάρε ένα κομμάτι σοκολάτα μου είπε η Στέλα.

Δεν θέλω της είπα…Εκείνη επέμενε.

Κι εγώ έφαγα ένα κομμάτι σοκολάτα…Και τότε με ρώτησε γιατί δάκρυσα»

 chocolate-08

Η καταιγίδα πέρασε πάνω από το Παν-Τζανγ.

Το πλοίο δεμένο στη πέτρινη προβλήτα με τους ξύλινους κάθετους δοκούς.

Τρίβεται πότε πάνω, πότε κάτω από την αργή εναλλαγή της παλίρροιας με την άμπωτη στις νότιες ακτές της Σουμάτρας…

Η βροχή έρχεται ξανά…πάνω από το Παν-Τζανγ.

Θαμμένη λάβα στο νερό…θαμμένες κι οι ψυχές όλων εκείνων που χάθηκαν από το ηφαίστειο…

Κρακατόα στόμα της φωτιάς…Κρακατόα στάχτη και δάκρυ…. Κι η βροχή πέφτει πάνω από το Παν-Τζανγ.

Τα κοστούμια των Ολλανδών υπαλλήλων ταιριάζουν απόλυτα με το πλούτο του κακάο που φορτώνουν τα πλοία για το Άμστερνταμ…Μεγάλη εταιρεία με συρματοπλέγματα…

Στα μυξιάρικα μουτράκια των ντόπιων παιδιών που παίζουν στη προβλήτα ξυπόλητα, άγνωστη η γεύση της σοκολάτας…άγνωστος ο πλούτος του κακάο…

Η βροχή σταμάτησε πάνω από το Παν-Τζανγ.

Οι γερανοί άρχισαν να φορτώνουν ξανά τα τσουβάλια με το πολύτιμο φορτίο…

Μεγάλοι και γυαλιστεροί σπόροι θα πάνε να γίνουν μαγική σκόνη στην Ευρώπη…για τα παιδιά της δύσης…για τις κυρίες που λειώνουν τη σοκολάτα στα χείλη τους περιμένοντας τον εραστή τους να γλυκάνουν…μικρές σοκολατένιες μπίλιες  το περιδέραιο της Αφροδίτης. Γλυκό κι όποιος το φάει ονειρεύεται…

Άγνωστη η σοκολάτα στα παιδιά του Παν-Τζανγ. Κι η βροχή ξανάρχεται πάνω από τα βουνά.

Ένα τσουβάλι σκίζεται στην άκρη και λίγοι σπόροι πέφτουν με ήχο πάνω στο νωπό τσιμέντο που παίζουν τα παιδιά…τα μαζεύουν με χαρά…μια χαρά που ήρθε από τον ουρανό…από το γερανό…

Μα ένας κουστουμαρισμένος υπάλληλος, Ολανδός, μαστιγώνει τα μικρά χεράκια των παιδιών…κι σπόροι πέφτουν και χάνονται…μακριά…μαζί με το κλάμα τους….

Τα αμπάρια του πλοίου κλείνουν, σφραγίζουν, γιατί βρέχει πάλι στο Παν-Τζανγ.

Το φορτίο είναι για το Άμστερνταμ. Ούτε ένας σπόρος δεν ανήκει στα παιδιά του Παν-Τζανγ. Μόνο το μπερδεμένο άρωμα του ωκεανού μυρίζουν που ανακατεύεται με το έντονο άρωμα του κακάο…κι η φαντασία τους το κάνει σοκολάτα…γλυκιά βγαλμένη μές από βιβλίο….μικρά και μεγάλα κομμάτια….αρωματικα….μα η γλώσσα δεν τα γεύεται ποτέ…

Η βροχή πέφτει αδιάκοπα πάνω από το Παν-Τζανγ.

Οι πατεράδες γλύφουν τα μικροσκοπικά χεράκια των παιδιών να απαλύνουν τα σημάδια από το μαστίγιο που τα κτύπησε…

Πονάνε πιο πολύ απ’ τα παιδιά τους… μη μάθουν οι μανάδες….απόψε την αλήθεια…ας τες να κοιμηθούνε….έτσι κι αλλιώς πονάνε  …μη πονέσουν κι άλλο…

Όλοι σβήνουν τον αναστεναγμό τους με κρύο τσάι. Πάλι κρύο τσάι…

Το πλοίο περιμένει τη παλίρροια για να σαλπάρει…φορτωμένο….για Αμστερνταμ.

Κάποιο άλλο πλοίο θα έρθει να φορτώσει. Κι αυτό κακάο…και τα χέρια των παιδιών θα δεχονται κτυπήματα από μαστίγια μεχρι να μεγαλώσουν…

Η βροχή πέφτει με δύναμη σαν μπόρα πάνω από το Παν-Τζανγ.

Dimitris Manousakis  Η Φωτογραφια είναι από το διαδίκτυο/google/εικόνες/chocolate

Σύνδεσμός

Παραμύθι..2 δημοσίευση της ομώνυμης σελίδας με τίτλο το μαγικό νησί (απόσπασμα)

(το ταξίδι με τη νεράϊδα) 

Μια φορά κι έναν καιρόmelissani

στο σχολειό ενός μικρού ορεινού χωριού, ο Ντίνος που τέλειωσε τη Πέμπτη τάξη , καθόταν σκεπτικός στο πέτρινο χαμηλό πεζούλι της αυλής του σχολείου σαν μαραμένο λουλούδι και το βλέμμα του ήταν γεμάτο από παιδική θλίψη.

Ενώ όλα τα άλλα παιδιά ήταν χαρούμενα επειδή θα πήγαιναν για διακοπές μακριά σε άλλα μέρη,  σε αμουδερές παραλίες κάνοντας μπάνια στη δροσερή θάλασσα, χτίζοντας με την άμμο κάστρα, γέφυρες και πύργους  , αυτός καθόταν μόνος του και συλλογιζόταν…πως θα περνούσε και το φετεινό καλοκαίρι δίχως τους φίλους του στο χωριό, όπως και πέρυσι και προπέρυσι, φτιάχνοντας βαρκούλες από τις φλούδες των πεύκων με εκείνο το μικρό σουγιαδάκι που του χάρισε ο παππούς του.

Θα έφτιαχνε και προτομές ηρώων από γύψο. Θα έπερνε τις φωτογραφίες τους από το βιβλίο της ιστορίας και θα προσπαθούσε να φτιάξει τρισδιάστατες προτομές, σκαλίζοντας το γύψο με το σουγιαδάκι του και με ένα παλιό κουτάλι και κάποια άλλα εργαλεία που μόνον αυτός ήξερε που τα είχε φυλαγμένα για τέτοιες ώρες, μοναχικής και καλιτεχνικής δουλειας.

Το περασμένο καλοκαίρι είχε φτιάξει τον Καραϊσκάκη…και τον έφτιαξε καλά…αφού ώρες ατέλειωτες σμίλευε το γύψο προσπαθώντας με τον μοναδικό του τρόπο να δώσει την έκφραση στο πρόσωπο, το  σχήμα στα μαλιά. Όσοι το είδαν θαύμασαν τη δουλειά του και του ευχήθηκαν όταν μεγαλώσει να σμιλεύει το μάρμαρο ή τον ορείχαλκο με μοναδική τεχνική και να γίνει ένας σπουδαίος γλύπτης.

Καθώς συλλογιζόταν, ένα χελιδόνι πέρασε από μπροστά του πετώντας γρήγορα για τη φωλιά του που με επιμέλεια είχε φτιάξει μαζί με το ταίρι του την άνοιξη,  κάτω από το ακροκέραμο του απέναντι αρχοντικού…τόσο όμορφο είναι το χωριό σκέφτηκε που τα χελιδόνια έρχονται κάθε χρόνο για διακοπές σε τούτο το μέρος…γέλασε χαρούμενος και πήρε το δρόμο για το σπίτι του….εκεί έπεσε στην αγγαλιά της μητέρας του και χόρτασε φιλιά και χάδια.

_Ο πατέρας σου μου είπε να σου πω, πως από σήμερα θα σε αφήνει να πηγαίνεις στο ποτάμι μονος σου να μαζεύεις βότσαλα ή ότι άλλο θέλεις όσο αυτό δεν έχει πολύ νερό τώρα το καλοκαίρι….του είπε η μητέρα του.

Ο Ντίνος τρελλάθηκε από τη χαρά του και έτρεξε στην αυλή να βρει τη γιαγιά του και το παππού του..χόρτασε και από αυτούς φιλιά και χάδια….μετά έφυγε για το ποτάμι . Το ποτάμι που όσες φορές και να πήγαινε ποτέ δεν το βαριόταν γιατί εκεί έυρισκε χίλια δυό πράγματα για τις χειροτεχνίες του όπως λειασμένα από το νερό ξύλα από κλαδιά και κορμούς δέντρων, βότσαλα σε διάφορα χρώματα, ψιλή άμμο.  Ήθελε να μαζέψει ολόλευκα άδεια κελύφη σαλιγγαριών που αυτή την εποχή υπάρχουν πολλά στο ξερό ποτάμι και μεγάλα βότσαλα. Θα έβαφε τα κελύφη των σαλιγγαριών και θα τα κολλούσε πάνω στα βότσαλα κάνοντας όμορφα διακοσμητικά δικής του έμπνευσης γράφοντας με καλιγραφικά γράμματα πάνω στα βότσαλα ευχές και θα τα έκανε δώρα στις συμαθήτριές και στους συμμαθητές του που όταν θα γύριζαν από τις θερινές διακοπές θα μιλάγανε ώρες ατέλειωτες για τις εμπειρίες τους και τις περιπέτειές τους. Πήγε λοιπόν στο ποτάμι, χάζεψε στις μικρές λιμνούλες τα λιγοστά ψαράκια που έπλεαν μεσα σε αυτές είδε και μερικά καβουράκια να περπατούν στην άμμο και να κρύβονται ανάμεσα στις πέτρες. Μάζεψε τα κελυφη των σαλιγκαριών και γύρισε στο σπίτι με γεμάτες τις τσέπες του λευκά μεγάλα και μικρά ατόφια κελύφη, πεντακάθαρα που τα είχαν εγκαταλείψη τα σαλιγκάρια φτιάχνοντας νέα κελύφη πιο μεγάλα για κατοικία τους. Στα χέρια του κρατούσε δυό μεγάλα βότσαλα λεία και γυαλιστερά.

Η μέρα πέρασε και το βράδυ ήρθε και λίγο αργότερα ήρθε και ο πατέρας του από τη δουλειά στο σπίτι κρατώντας  του σοκολατένιες γκοφρέτες από αυτές που λατρεύει να τρώει μετά το φαγητό. Του έφερε και γύψο σε σκόνη, όπως του είχε παραγγείλει ο Ντίνος για τις χειροτεχνίες του.

Δείπνησαν όλοι μαζί και μετά ο Ντίνος πήγε ευτυχισμένος για ύπνο…θα διάβαζε για λίγο ένα βιβλίο που έχει αρχίσει από προχθές να διαβάζει για να γνωρίσει τους πλανήτες του σύμπαντός μας και μόλις τα μάτια του έκλειναν από τον ερχομό του ύπνου θα παραδινόταν στο όνειρο.

Και δεν άργησε το όνειρο να έρθει…από το κουφωτό μπατζούρι πέρασε αθόρυβα ένα απαλό δροσερό αεράκι και μαζί μ’ αυτό μπήκε και μια νεράϊδα . Κρατούσε ένα μαγικό ραβδί. Ξύπνα φώναξε στο Ντίνο κτυπώντας ελαφρά με το ραβδί της την άκρη του πέτου της πυτζάμας του κι αυτός ανήμπορος μέσα από τη γλυκιά επιθυμία του αρχικού ύπνου μισάνοιξε τα μάτια του με δυσκολία κι όταν την αντίκρυσε τη ρώτησε τι θέλει και του φωνάζει …άσε με να κοιμηθώ…της είπε.

Εκείνη επέμενε….ξύπνα, το ποτάμι στέρεψε και χωρίς νερό δεν έχω τη δύναμη να σε μεταφέρω. Αν δεν βρέξω τα ακροδάχτυλα των ποδιών μου χορέυοντας πάνω στα λιμνάζοντα νερά που με υπομονή παραμένουν στις μικροσχηματισμένες λιμνούλες στις όχθες του ποταμού δεν θα έχω τη δύναμη να σε μεταφέρω μακρυά πετώντας πάνω από ψηλά βουνά, κάμπους θάλασσες φτάνοντας στο μαγικό νησί. ξύπνα γιατί πρέπει να φύγουμε με το χάραμα πριν ο ήλιος ανέβει ψηλά και με τις ακτίνες του ζεστάνει τα λιγοστά νερά του ποταμού και εξατμιστούν…γιατί τότε σε όποιο σημείο και να βρεθούμε το μαγικό ραβδί μου θα σπάσει σαν νάτανε από έθραυστο κρύσταλλο και θα πέσουμε στο κενό σταματώντας το όμορφο ταξίδι μας με βίαιο και θανατηφόρο τρόπο….θάναι τόσο απότομος ο αποχωρισμός που δεν θα προλάβουμε να πούμε ούτε ένα αντίο .

Άσε με, άσε με να κοιμηθώ θέλω να είμαι ξεκούραστος το πρωϊ , θα βάψω τα σαλιγκάρια που μάζεψα από το ποτάμι με τις υγρές μπογιές σε πληθώρα χρωμάτων, που μούφερε η θεία μου από τη πόλη, έπειτα θα τα περάσω με γυαλιστερό βερνίκι κι αυτά θα αστράφτουν με το παραμικρό φως που θα πέφτει πάνω τους και τα χρώματα θα φαίνονται έντονα ζωντανά λες και είναι βγαλμένα μες από το ουράνιο τόξο έτσι όπως το βλέπω μετά τις πρώτες νεροποντές του φθινοπώρου….

Ξύπνα ,γιατί δεν έχω πολύ χρόνο να ικανοποιήσω την επιθυμία σου…σε άκουσα στο ποτάμι την ώρα που διάλεγες τα βότσαλα που έλεγες πόσο πολύ θα ήθελες να πήγαινες σε ένα νησί για διακοπές. Είμαι η τελευταία νεράϊδα του γλυκού νερού που παρέμεινα εδώ και η αποστολή μου είναι να εκπληρώνω την επιθυμία σου. Βλέπεις τα άλογα και τα ελάφια έφυγαν κι αυτά μακριά και χάθηκαν μέσα στο δάσος. Μόνον εγώ μπορώ να σε πάω εκεί που θέλεις.

_ Όμως κι εγώ το καλοκαίρι κρύβομαι μέσα στο πυκνό δάσος εκεί που οι ακτίνες του ήλιου δεν φτάνουν ζωηρές και με τη βοήθεια της υγρασίας της νύχτας διατηρούμε στη ζωή μέχρι τον ερχομό του φθινοπώρου. Τότε επιστρέφω που τα νερά αρχίζουν να ξανακυλάνε στα ποτάμια, οι λίμνες ξαναγεμίζουν μέχρι τα χείλη με το νερό της βροχής και τα παιδιά επιστρέφουν στα σχολεία. Τότε που οι φωνές τους ενώνονται με αυτές των πουλιών που με τα τραγούδια τους ζεσταίνουν τις καρδιές των ανθρώπων για να αντέξουν το βαρύ χειμώνα που ακολουθεί σκεπάζοντας τη γή με χιόνι και παγωνιά .

_Αφού δεν ξυπνάς …ν α κι εγώ…

Και με μια κίνηση του ραβδιού της σήκωσε το σεντόνι και τσίμπισε ελαφρά το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του Ντίνου. Εκείνος πετάχτηκε απότομα από το κρεβάτι και φύγανε ανοίγοντας το κουφωτό μπατζούρι της κρεβατοκάμαρας…

Πάμε από δω του είπε, υπάρχει μια μικρή λιμνούλα που δεν μένει ποτέ χωρίς νερό. Και φτάνοντας βούτηξε με χορευτική φυγούρα τα ακροδάχτυλα των ποδιών της έκτέλεσε ένα πλήθος από συνεχόμενες πιρουέτες παρασύροντας το Ντίνο σε μια φανταστική ζάλη και εκτοξεύτηκαν με τη φυγόκεντρο, σβουρίζοντας και οι δυό μαζί στον ουρανό με προορισμό το μαγικό νησί…..βζιιιιν!

_Πετάξαμε πάνω από δρόμους, πάνω από βουνά , πάνω από λίμνες και ξαφνικά βρεθήκαμε να πετάμε σε απόσταση περίπου ένα μέτρο πάνω από τα ήρεμα νερά της θάλασσας με μεγάλη ταχύτητα και σε ευθεία πορεία προς το άγνωστο νησί που άρχισε να ξεπροβάλλει στον ορίζοντα αχνό ακόμη σαν μισοσβημένη ζωγραφιά πάνω σε χάρτινο φύλλο.

Μεγάλο νησι φαινότανε με ορεινούς χαμηλούς όγκους και ένα βουνό ψηλό στη μέση του τοπίου που έμοιαζε σαν ηφαίστιο. Η ώρα περνούσε, ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό και η ζέστη της ημέρας άρχισε να γίνεται αισθητή…

Η νεράϊδα έχασε τη νιότη της και βαριανασαίνοντας πέταγε όσο πιο γρήγορα προς τη πρώτη σκιερή παραλία του νησιού. Όσο πλησιάζαμε τόσο ποιο όμορφο ήταν το τοπίο που αντίκρυζα. Καταπράσινα τα βουνά από πυκνή βλάστηση και η μεσαία ψηλή βουνοκορφή που μακρυά φάνταζε σαν ηφαίστειο, ήταν κατάφυτη μέχρι τη τελευταία μύτη από έλατα και στο μέσον είχε μια μεγάλη κεραία φτιαγμένη από σίδερο που έμοιαζε με πύργο… Σπίτια με κεραμοσκεπές μικρά και μεγάλα εδώ κι εκεί ζωγράφιζαν το τοπίο και μαρτυρούσαν την ύπαρξη πολλών κατοίκων στο νησί.

Πετάξαμε πάνω από μια μεγάλη πόλη περάσαμε και δυό χωριά και σε λίγο βρισκόμαστε σε ένα μικρό κολπίσκο χαμηλά στη θάλασα σε μια όμορφη μικρή παραλία με άμμο και δεξιά και αριστερά μέχρι το άνοιγμα του κόλπου, υπήρχαν βράχια που έμοιαζαν σαν μπαλκόνια αντικριστά σπιτιών με θέα τα βουνά και  τη θάλασσα .

Σε μια μικρή λακούβα του δρόμου υπήρχε λίγο καθαρό νερό που είχε μαζευτεί κυλώντας από το δάσος του λόφου πίσω από τη παραλία…εκεί δροσίστηκε η νεράϊδα πήρε δυνάμεις με χαιρέτησε μου ευχήθηκε να περάσω ένα όμορφο καλοκαίρι πέταξε και χάθηκε στη πυκνή βλάστηση του δάσους…δεν πρόλαβα να βγάλω μιλιά…ουτε καν να την ευχαριστήσω για το ταξίδι.

(H γριά με τα μαγικά σπίρτα)

Περπάτησα στην άδεια από κόσμο παραλία, πέταγα με δύναμη μικρά πλακέ βότσαλα στην επιφάνεια του νερού κι αυτά πήδαγαν 3 – 4 φορές  ανάλογα τη δύναμη που έβαζα κάθε φορά και μετά βούλιαζαν ήσυχα στο βυθό.

Και τότε πρόσεξα ότι ήμουνα ξυπόλητος, φορούσα τις πυτζάμες μου δεν είχα τίποτα πάνω μου ούτε λίγο φαγητό  για να μπορέσω να ζήσω στο άγνωστο νησί….μα την ώρα που σκεφτόμουνα όλα αυτά κι ο πανικός άρχιζε να με κυριεύει, πίσω από το κορμό ενός μεγάλου πεύκου της παραλίας ξεπρόβαλε μια μαυροντυμένη γριά.

Ήταν κυρτή από τη καμπούρα που είχε στη πλάτη της φορόντας ένα μαύρο μαντήλι στο κεφάλι της αφήνοντας για λίγο να φαίνονται τα κάτασπρα μαλιά της. Μονολογούσε διάφορα που δεν μπορούσα να ακούσω καθαρα και είδα που ερχόταν προς το μέρος μου χαμογελώντας και τρίβοντας τα χέρια της με ευχαρίστηση….το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ρυτίδες αυλακωτές και η φωνή της όταν με ρώτησε να της πω το όνομά μου αυστηρή γεμάτη ειρωνία …..

Πως σε λένε….εσένανε….με ρώτησε με δυνατή φωνή και η όψη της θύμιζε μάγισσα από παλιό παραμύθι…Ντίνο αποκρίθηκα διστακτικά …Τι χάλια είναι αυτά; μου είπε δίχνοντας με τα τεντωμένα και σκελετωμένα δάχτυλα του χεριούτης τα ξυπόλητα πόδια μου και τις πυτζάμες μου….κι έβγαλε από τη τσέπη της ένα μακρόστενο κουτί στο μάκρος και στο φάρδος της σχολικής κασετίνας μου….

Το κούνησε στο χέρι της και μου είπε..Αυτό το κουτί έχει μέσα 4 μαγικά σπίρτα….πριν να ανάψεις κάθε σπίρτο θα κάνεις μια ευχή και μόλις το ανάβης όσο διαρκεί η φλογα του μέχρι να καεί όλο, η ευχή σου θα έχει πραγματοποιηθεί….Πρόσεξε εάν το σπίρτο σβήσει πριν καει όλο η ευχή σου δεν θα φτάσει μέχρι το τέλος της. Τώρα που δεν φυσάει ο άνεμος κάνε μια ευχή και άναψε ένα σπίρτο να δεις πως θα πραγματοποιηθεί.

Ευχήθηκα να αποκτήσω ένα ωραίο ζευγάρι πέδιλα, όμορφα ρούχα και λίγα χρήματα για να μπορώ να αγοράζω λίγο φαγητό για να μη πεινάω. Άναψα το σπίρτο κι αυτό σιγόκαιγε στο χέρι μου. Πρώτα φορέθηκαν στα ποδια μου με μαγικό τρόπο δυο όμορφα δερμάτινα πέδιλα , μετά με τον ίδιο τρόπο είδα να φοράω μια κόκκινη μπλούζα που έγραφε με λευκά μεγάλα γράμματα στο μπροστινό μέρος ΜΑΓΙΚΟ ΝΗΣΙ  και ένα λευκό κοντό παντελόνι βερμούδα με μεγάλες τσέπες, που άρχισαν να γεμίζουν με χρήματα …κάποια στιγμή όταν η φλόγα έφτασε στα δάχτυλά μου κάηκα, πέταξα το υπόλοιπο σπίρτο στην άμμο και αυτό έσβησε…σταμάτησαν τα χρήματα να γεμίζουν πια τις τσέπες μου αλλά τώρα είχα αρκετά και επί τέλους με τη πρώτη ευκαιρία θα αγόραζα  κάτι για φαγητό.

Γύρισα να δω τη γριά αλλά δεν φαινόταν πουθενά είχε εξαφανιστεί. Εβαλα το κουτί με τα υπόλοιπα 3 σπίρτα στη τσέπη μου και άρχισα να ανηφορίζω το δρόμο για να βρω το κοντινότερο χωριό η τη κοντινότερη πόλη….Μετά από όλα αυτά κατάλαβα πως βρισκόμουνα στο μαγικό νησί.

(Οι χήνες και τα αυγά)το μαγικό νησί. οι χήνες

Καθώς ανέβαινα το χωματόδρομο που ήταν όλο στροφές, μεγάλα πεύκα σκίαζαν από τις αχτίνες του ήλιου το τοπίο και κάτω από αυτές τις σκιές υπήρχαν πεσμένοι δεκάδες κουκουναρόσποροι. Τους είχε ρίξει ο αέρας. Τους μάζευα τους καθάριζα και τους έτρωγα με λαχτάρα. Ήταν τόσοι πολλοί εδώ κι εκεί, άλλοι φαινόντουσαν με τη πρώτη ματιά και άλλοι ήταν κρυμμένοι ανάμεσα στις χιλιάδες ξερές πευκοβελόνες που κάλυπταν το χώμα. Ήταν τόσο νόστιμοι που καθάρισα κι έφαγα πάρα πολλούς και άρχισα να διψάω.

Καθώς ανέβαινα το δρόμο που ήταν όλο στροφές ζεστάθηκα και δίψασα ακόμα περισσότερο αλλά δεν έβρισκα ούτε μια βρύση ούτε μια πηγή για να πιω λίγο νερό. Σκέφτηκα τα μαγικά σπίρτα που είχα στη τσέπη μου. Περπάτησα λίγο ακόμα αλλά πουθενά νερό. Τότε έβγαλα τα σπίρτα και σκέφτηκα την ευχή που έπρεπε να κάνω όπως μου είχε πει η μαυροφορεμένη γριά στην έρημη παραλία. Θάθελα ένα παγούρι, νερό, ένα καπέλο για τον ήλιο ένα σακκίδιο και λίγα φρούτα για το δρόμο. Άναψα το σπίρτο και αμέσως ένα παγούρι, βρέθηκε στα πόδια μου, ένα καπελάκι στο κεφάλι μου, έπειτα άκουσα πίσω μου τον ήχο του τρεχούμενου νερού μιας βρύσης που έτρεχε με δύναμη, γύρισα και είδα το πεντακάθαρο και δροσερό νερό να γεμίζει μια μικρή πέτρινη στέρνα, ενώ δίπλα από το παγούρι ένα σακίδιο με λουριά και δύο τσέπες  άρχισε να γεμίζει με διάφορα φρούτα.

Καθώς χάζευα όλα αυτά ένοιωσα τη φωτιά από το σπίρτο να καίει τα δάχτυλά μου και το πέταξα βιαστικά στο έδαφος κι αυτό έσβησε. Αμέσως σταμάτησε να τρέχει η βρύση νερό και σταμάτησε και το σακκίδιο να γεμίζει με φρούτα.

Έτρεξα ήπια νερό από τη μικρή στέρνα ξεδίψασα, γέμισα και το παγούρι. Κάθισα  για λίγο σε μια μεγάλη πέτρα δίπλα από τη βρύση, και έφαγα δυό νόστιμα αχλάδια από το σακίδιο. Σηκώθηκα φόρεσα στη πλάτη μου το σακίδιο, έβαλα το κουτί με τα δύο σπίρτα στη τσέπη μου, πήρα και το παγούρι με το νερό και συνέχισα να ανεβαίνω τον ανηφορικό χωμάτινο δρόμο που ήταν όλο στροφές.

Σε κάποιο ξέφωτο του δρόμου γύρισα και είδα τη θάλασσα. Ήταν κάτω χαμηλά, μακρυά και η έρημη παραλία φαινόταν μικρή χωμένη στο βάθος του κόλπου με τα βράχια δεξιά και αριστερά  που έμοιαζαν σαν μπαλκόνια με θέα τα βουνά και τη θάλασσα.

Περπάτησα λίγο ακόμα όταν ξαφνικά έφτασα σε ένα σημείο που ο δρόμος χωριζόταν σε άλλους δύο δρόμους. Ένας οδηγούσε δεξιά και ο άλλος αριστερά. Μια παλιά ξύλινη πινακίδα με δυο αντίθετα βέλη που έδειχναν τις δύο διαφορετικές κατευθύνσεις είχει σβήσει από το πέρασμα του χρόνου…δεν μπορούσα να αποφασίσω προς τα πού να πάω.

Ένοιωσα απέραντη μοναξιά και θα ήθελα ο δρόμος που θα έπαιρνα να με οδηγούσε σε κάποιο χωριό ή κάποια πόλη να συναντούσα παιδιά, να έπαιζα μαζί τους και να μου γνώριζαν τις ομορφιές του νησιού.

Ενώ σκεφτόμουνα όλα, από την άκρη του αριστερού δρόμου φάνηκε μια χήνα που περπάταγε αργά και ρυθμικά και μόλις έφτασε στη μέση του δρόμου, έκατσε και έκανε ένα αβγό. Ένα ολόλευκο μεγάλο αβγό .

Μα πριν προλάβω να απολαύσω την έκπληξη αυτή, μια άλλη χήνα στο βάθος του δεξιού δρόμου κάθησε και έκανε κι αυτή ένα αβγό. Ένα χρυσό αβγό. Άστραφτε από τον ήλιο και γυάλιζε ολόχρυσο ….δεν είχα ξαναδεί χρυσό αβγό..έτσι τράβηξα το δεξί δρόμο μα φτάνοντας κοντά σ’ αυτό, ξαφνικά πέρασε ένα μεγάλο καταπράσινο φίδι από τη μια μεριά του δρόμου προς την άλλη άνοιξε το τεράστιο στόμα του, κατάπιε το χρυσό αβγό, συνέχισε τη πορεία του και χάθηκε μέσα στη πυκνή βλάστηση….

Σύνδεσμός

Η Στέλλα              (απόσπασμα από το :Τοσκάνη «τα αδιάβαστα βιβλία»

magenta-dream (1)

Η Στέλα έκλεισε απαλά τα μάτια της που σφραγίστηκαν από τον απογευματινό ύπνο. Χαλάρωσαν σταδιακά και οι μύες του χεριού της και το βιβλίο που μέχρι τώρα το κρατούσε σφιχτά και το διάβαζε, απελευθερώθηκε από τα λεπτά δάχτυλα και τη μικρή παλάμη της και έπεσε πάνω στο κρεβάτι. Μετά από λίγο γύρισε ελαφρά προς τα δεξιά και κουλουριάστηκε σαν μικρό παιδί κάτω από τη μπεζ πικεδένια κουβέρτα, αφήνοντας κάποια σημεία του κορμιού της απροστάτευτα κι ασκέπαστα…

Μπήκα στο δωμάτιο με φόρα, αφού νόμιζα πως ακόμα διάβαζε , για να πάρω από το κομοδίνο το καπνό μου, και αμέσως κοντοστάθηκα και ήσυχα ήσυχα, για να μη την ξυπνήσω, με γατήσια βήματα έκανα το γύρω του κρεββατιού, πήρα το καπνό και με τον ίδιο τρόπο βγήκα από το δωμάτιο. Πόσο όμορφη είναι. Πόσο νέα και όμορφη!

Από την ανοιχτή πόρτα την έβλεπα ενώ ταυτόχρονα έβαζα καπνό σε μια εγγλέζικη πίπα. Η επιδερμίδα της ήταν στο χρώμα του ανοιχτού ροζ  , σαν κουφέτο, η όψη της γλυκιά και απαλή με τα μάτια κλειστά και τις μεγάλες βλεφαρίδες της να σκιάζουν πάνω στο καμπυλωτό πρόσωπό της, από τις παράλληλες απογευματινές αχτίνες του ήλιου που έμπεναν αβίαστα από τη μπαλκονόπορτα της κρεβατοκάμαρας και τη σκέπαζαν με θαλπωρή.

Πόσο της άρεσε να κοιμάται για λίγο το απόγευμα πριν ο ήλιος αποφασίσει να κρυφτεί στους καταπράσινους λόφους της Τοσκάνης…πόσο μου άρεσε να μπαίνω στο δωμάτιο κάθε απόγευμα για να πάρω το καπνό από το κομοδίνο μου και να τη βλέπω να κοιμάται.

Το φθινόπωρο χρωμάτιζε το τοπίο με τις αποχρώσεις του δυόσμου,της κανέλας και του μελιου, κι άφηνε τις σκέψεις να πέφτουν μια, μια και να συσσωρεύονται μαζί με τα ξερά φύλλα των δέντρων πάνω στους χωμάτινους δρόμους. Κι όταν ο άνεμος φύσαγε τα φύλλα, φύσαγε και τις σκέψεις και τις σήκωνε ψηλά στον ουρανό όπως τα περιστέρια που πετούν ξαφνικά, κι αυτές πετούσαν ελεύθερες πριν έρθει η ξαφνική μπόρα και τις ξαναρίξει στη γη και τις παρασύρει το νερό και τις πάει μακρυά και τις ρίξει από τις απόκρυμνες ακτές στη θάλασσα.http://www.youtube.com/watch?v=Q5fqTMpoNuY

Βγήκα στη βεράντα με τη απέριτη θέα και κάπνισα τη πίπα μου στέλνοντας μικρά αρωματικά συννεφάκια καπνού ψηλά στον ουρανό και μοίρασα την ευτυχία μου μαζί του.

Τηλεφωνήθηκα με τον Μάριο και είπαμε για τη πρωϊνή βόλτα μας με το αυτοκίνητο στη Πίζα. Εκεί που πήρα το βιβλίο της Στέλας. 

Ο ήλιος έπεσε ακόμα χαμηλότερα και οι φωτεινές αχτίνες του,που ζέστεναν σκεπάζοντας τη Στέλα , διασπάστηκαν από τη σιδερένια καγκελάδα της βεράντας και σκίασαν με σχέδιο τους τοίχους του δωματίου και το κρεβάτι. Ένα ρίγος δροσιάς διαπέρασε το κορμί της και ξύπνησε με παράπονο που η μέρα άρχισε να χάνεται…

Ακόμα κάπνιζα όταν ήρθε βιαστική και με φίλησε…έπειτα ετρεξε στο μπάνιο για το απογευματινό ντους. Όταν δεν άκουγα πια το νερό να τρέχει, και ενώ σκουπιζόταν έβαλα στο cd ένα τραγούδι της Adele που ήξερα πωςτην αναστάτωνε…http://www.youtube.com/watch?v=Ri7-vnrJD3k

Είπιαμε ένα καφέ απολαμβάνοντας, το λυκόφως που απλώθηκε σαν γυναικείο φόρεμα πάνω από τη γη της Τοσκάνης,μέσα από το παράθυρο του καθιστικού κι αποφασίσαμε να πάμε μια βόλτα μέχρι τη Σιένα για ένα τέλειο δείπνο στo μπαρ του Μπρούνο.

Ο Όλιβερ γαύγισε δυο φορές και έτρεξε γύρω από το σπίτι με στεναχώρια που δεν θα τον πέρναμε μαζί μας…Η Άλφα Ρομέο,  γέμισε με το άρωμα της Στέλας, τα φώτα της φώτισαν το στενό χωμάτινο μακρύ κατηφορικό δρόμο και κύλησε με φόρα    και προορισμό το κέντρο της πόλης.

_Ντίνο μη ξεχάσεις αύριο να μου πάρεις το βιβλίο “Il suggeritore” του Donato Carrisi.

_Καλά αγάπη μου. Θα σου το πάρω.Μα πότε πρόλαβες και διάβασες το “Collezione di sabbia” που σου πήρα σήμερα;

Χωρίς να πάρω απάντηση συνεχίσαμε το δρόμο μας μέχρι τη πόλη ακούγοντας μουσική. Με τις φωνές Pavarotti,της Sarah Brightman και του Andrea Bocelli πλημύριζε η καρδιά μου από αγάπη. Μια αγάπη που ήταν μόνον για τη Στέλλα. Σ’ αυτήν έδινα όλες τις στιγμές της ζωής μου να τις κάνει ότι θέλει….

το όνειρο

 Το όνειρο

Μυθιστόρημα/ απόσπασμα

Χρονολογία: Πλησιάζοντας τα Χριστούγεννα του 2000

Κεφάλαιο.   

 

Από το πρωί γυρνούσα στη Πάτρα…ψώνια βόλτες …επέστρεψα στο πλοιο δύο φορές για να αφήσω κάποια ψώνια και πάλι έξω για φαγητό …συνάντησα το Χρήστο το χρυσοχόο το φίλο μου μετά τη δουλειά του και πήγαμε στο Μύθο για φαγητό. Καταπληκτικό Restaurant σε νεοκλασικό κτήριο από αυτά που η Πάτρα έχει άφθονα και διατηρητέα. Κάτσαμε για λίγο στο μπαρ του restaurant στο δεύτερο όροφο ήπιαμε ποτά και μιλήσαμε και γελάσαμε με τη ψυχή μας με την Λέλα την ιδιοκτήτρια . τη φίλη μας τη Λέλα που κάθε μεσημέρι και βράδυ τη πλημυρίζει το άγχος που της επιβάλεται βίαια από τη δουλειά της …ε δεν είναι και εύκολο πράγμα να έχεις ένα καλό restaurant που κάθε μέρα είναι κατάμεστο από καλό κόσμο, όλα τα ξακουστά ονόματα της πόλης να περνάνε να τρώνε από το μαγαζί σου και να μένουν πάντοτε ευχαριστημένοι….

Μετά κατεβήκαμε στο πρώτο όροφο σε ένα ήσυχο τραπεζάκι στη στροφή της σκάλας και φάγαμε τα γκουρμέ της ημέρας , εγώ έφαγα επι πλέον και μια κασερόπιτα σπεσιαλιτέ του μαγαζιού..τέλος ήπιαμε και τις τεντούρες μας, προσφορά δωρεάν με κάποια γλυκίσματα και φύγαμε χορτάτοι για περπάτημα μπας και χωνέψουμε ότι φάγαμε. Περάσαμε από του Λότσαρη το Ζαχαροπλαστείο και χτυπήσαμε από ένα καταπληκτικό φρεσκότατο σαβαρέν συροπιαστό γεμάτο λαχταριστή κρέμα.

Οι βιτρίνες των καταστημάτων στολισμένες με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και οι δρόμοι το ίδιο με φώτα που από νωρίς το απόγευμα ανάβουν πριν ο ήλιος δύσει για να προλάβουν να φωτίσουν απ αρχής τις καρδιές των παιδιών που πάνε να πάρουν τα χριστουγεννιάτικα παιχνίδια και δώρα….

Οι τσέπες όλων καλογεμισμένες με χρήμα …χρήμα άφθονο από τους διπλούς μισθούς….Το δώρο των Χριστουγέννων ξοδεύεται στην αγορά από κορδώνια παπουτσιών και βερνίκια στο γέρο στη πλατείας  Ολγας μέχρι τους ακριβούς πίνακες των γκαλερύ,από τα πολυτελή καταστήματα της αγίου Νικολάου, τα σινεμά , από  καφενεία και τα φαστφουντάδικα μέχρι τις πολυτελεις καφετέρειες τα clubs , τα εμπορικά , τα κομμωτήρια και τα κουρεία….όλοι καλοδουλεμένοι και ευτυχισμένοι και όλων τα παιδιά με χαμόγελα περιμένουν τη παραμονή για να ψάλουν τα κάλαντα σε γνωστούς και συγγενείς για να πάρουν και άλλα δώρα . Τα λεωφορεία των κτελ κατάμεστα από επιβάτες που έρχονται από τα χωριά στη Πάτρα για τις γιορτινές αγορές, τα τραίνα το ίδιο ….μια πόλη που σφίζει από κίνηση μια πόλη με πολύ χαμόγελο .

Στο λιμάνι μυρίζουν τα ψημένα κάστανα ανακατωμένα με τη μυρωδιά της ασετυλίνης που καίνε οι καστανάδες , μυρίζει  και η καμένη ζάχαρη από το μαλί της γριάς..που με δεξιοτεχνία περιτυλίγει ο Μπάμπης…ανακατωμένο με τις γιορτινές λαχταριστές επιθυμίες των παιδιών , μυρίζουν και τα καβουρντισμένα φυστίκια κι ο πασατέμπος κι ο λιόσπορος…από το καρότσι με τις αχτινωτές ρόδες του Λάκη…παντού τα κέρματα…πέφτουν, ρυθμικά βαρειά με το χαρακτηριστικό σύντομο μεταλλικό ήχο…κλικ..κλικ…από τα χέρια των περαστικών ….δημιουργούν βουναλάκια  πάνω στο μέρος που βιαστικά τα ακουμπάνε αφύλλαχτα οι πωλητές…για να προλάβουν να ψήσουν κι άλλα κάστανα , κι άλλο μαλί της γριάς , κι άλλα φυστίκια….μετά βαραίνουν ολοένα οι τσέπες όλων αυτών των μικροπολητών  κι όταν στο σπίτι κάποιας ώρας της νύχτας γυρνάνε…το χαρούμενο μέτρημα και ξεχώρισμα των κερμάτων από τα μέλη της οικογένειας φέρνει ευχάριστες εκπλήξεις, χαμόγελα, κι ευτυχία μιας που ξεπεράστηκε για πολύ,   ακόμα μια φορά …το ταπεινό μεροκάματο του πεζοδρομίου….

Χριστουγεννιάτικα τραγούδια ακούγονται από τα μεγάφωνα στους δρόμους και τα πλοία στα λιμάνια έρχονται από την ιταλία γεμάτα κόσμο που έρχεται για τις γιορτές των χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς και για τον ίδιο λόγο φεύγουν το ίδιο γεμάτα για την αγκώνα τη βενετία και τη τεργέστη……κόσμος πάει κι έρχεται…χαρά πλημυρισμένος κι ευτυχία….με τον ερχομό του κάθε πλοίου συνοστίζονται στις προβλήτες δεκάδες ταξί για να παραλάβουν τους ταξιδιώτες να τους πάνε κοντά ή μακριά σε σταθμούς ή σε άλλα λιμάνια, πλημυρίζει το λιμάνι χιλιάδες από κόσμο που καταφτάνει στη πόλη, εκατοντάδες αυτοκίνητα που τρέχουν στα βενζινάδικα να φουλάρουν βενζίνη για τα μακρινά ταξίδια τους σε άλλες πόλεις…εκατοντάδες φορτηγά με εμπορεύματα που φέρνουν από τις άλλες χώρες της ευρώπης….οι δρόμοι μποτιλιάρονται από κάθε είδους τροχοφόρο….κι όταν μετά από δυό ή τρεις ώρες ησυχάσουν λίγο, ένα άλλο πλοίο καταφθάνει από μακρυά…και πάλι από την αρχή……

Τα προποτζίδικα γεμάτα από κόσμο έχουν γίνει καταστήματα πολυτελείας το ένα ανταγωνίζεται το άλλο στο τέλος εκτός από τις ανέσεις των καθισμάτων και της πολυτελούς διακόσμησης θα παρέχουν και γρήγορο φαγητό , ποτά και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς….το είδα κι αυτό και γέλασα….γέλασα με τη ψυχή μου. Πέντε, έξι σουβλάκια σε πορσελάνινη πιατελίτσα παραγγελία από το απέναντι σουβλατζίδικο, σε τραπεζάκι Προποτζίδικου, μπυρίτσα και αφοσίωση του παίκτη που με λαδομένα χέρια συμπληρώνει ένα δελτίο κάποιου τυχερού παιχνιδιού…κάποιοι άλλοι παίκτες χαζεύουν με την αγωνία που τρώει νύχια…στις οθόνες …περιμένοντας τον ερχομό της θεάς τύχης….όλοι  παίζουν ξοδεύοντας χρήματα με άνεση και αυτοπεποίθηση μπραντφορδιανού  εκατομυριούχου.

Πυρετός παντού…δουλειά παντού….κοσμοπλημύρα παντού…..

Διασχίσαμε την Αγίου Ανδρέου  και πήγαμε στη Πλατεία Όλγας στο καφέ μπαρ espresso με το τζάκι και το μεγάλο στολισμένο χριστουγεννιάτικο δένδρο.συναντήσαμε πολλούς φίλους και ήπιαμε μπύρες και ακούσαμε μουσική και κουβεντιάσαμε μέχρι αργά το βράδυ…..στις 11 γύρισα στο πλοίο…..και στις 12 αναχώρησε με προορισμό την ήσυχη πόλη της βόρειας αδριατικής τη τεργέστη……γειά σου Πάτρα …θα τα πούμε πάλι μεθαύριο….

Έχουμε κανονίσει μια μεγάλη παρέα περίπου 15 ατομα να πάμε μέχρι τα Σελά, ένα ορεινό χωριό της Αχαϊας μισή ώρα μόνον μακριά από τη Πάτρα και να μαζευτούμε στης Κωστούλας και να γίνει το μεγάλο φαγοπότι. Ψησταριά με ότι μπορείς να φανταστείς από αρνίσια παϊδάκια , σταβλίσιες μοσχαρίσιες μπριζόλες τεράστιες και ζουμερές και χοιρινές , όλα από ντόπια ζωντανά της περιοχής,  χόρτα βουνίσια σπιτικές πίτες, μανιταρόπιτα και σπανακοτυρόπιτα, μπόλικο κρασί κι όλα αυτά σε ένα τεράστιο τραπέζι μπροστά στο μεγάλο τζάκι της Κωστούλας…και στο τέλος ολόκληρο ταψί γλυκό θα το εξαφανίσουμε μέσα σε λίγα λεπτά…και κάθε φορά που πηγαίνουμε μας φτιάχνει και κάτι διαφορετικό…πότε καρυδόπιτα, πότε γαλακτομπούρεκο, πότε κορμό σοκολατένιο…

Μετά το πρόγραμμα λέει πως θα επιστρέψουμε στη Πάτρα καλοφαγομένοι κι ευτυχισμένοι  στη πλατεία Γεωργίου στο μπαράκι TEATRO που κάθε βράδυ έχει πάρτυ και γίνεται ξεφάντωμα με ποτά, πολύ κουβεντούλα και εκλεκτή latin μουσική….εκεί νοιώθεις τη νύχτα να φεύγει τόσο γρήγορα και νάρχεται η μέρα να σου θυμίζει ξαφνικά πως πρέπει να πας για δουλειά….μια τελευταία στάση θα κάνουμε στο PASSE για να τσακίσουμε κρέπες με σοκολάτα και μπανάνα, και μετά για ένα σύντομο ύπνο μιας ώρας και μετά με μια μόνιμη ζάλη που άφησε η νύχτα, δουλειά…έτσι μετράμε τη ζωή μας σ’ αυτή τη πόλη όταν ερχόμαστε, με τα κουταλάκια του καφέ, μετά ποτήρια της μπύρας και του κρασιού, με τα εκλεκτά γεύματα και τα λουκούλια δείπνα, με τα ψώνια και με τις ατέλειωτες συζητήσεις τις πρΩινες, τις απογευματινές , τις νυχτερινές και πάλι από την αρχή…εδώ σ’ αυτή τη πόλη δεν συζητάμε για παλιές αναμνήσεις, ζούμε το σήμερα, το τώρα ξεχνάμε το χθες, βιαζόμαστε ναρθει το αύριο γιατί γνωρίζουμε ότι θα είναι ακόμα καλύτερο ακόμα πιο ευχάριστο ακόμα πιο γιορτινό….εδώ μετράμε τη ζωή μας πατώντας γκάζι προς την χαρά, προς την ευτυχία….δεν φρενάρουμε ποτέ…μόνο γκαζόνουμε…..κι αν κανείς μας από τη παρέα βρεθεί ξαφνικά τσιμπιμένος και σφόδρα ερωτευμένος που συμβαίνει τακτικά, υπάρχει και το απέναντι, ένα μικρό ταξιδάκι στο κοντινό Γαλαξίδι…περνώντας απέναντι…για ερωτικούς περιπάτους στο παλιό γραφικό λιμανάκι, διανυκτέρευση στο Γανυμίδη και βραδινό στο ταβερνάκι του Μπεμπέλη, σ’ αυτό το καπετανόσπιτο, με τη χαμηλή μουσική , το τζάκι , το καλό φαγητό και το μοναδικό τοπικό κρασί , ροζέ ή κόκκινο ή και λευκό ακόμα , ξεκινώντας από τα ορεκτικά , κελέμια, σικοτάκια , σαγανάκια με σάλτσα μανιταριών καταλήγοντας στα κυρίως πιάτα που με μεράκι και αγάπη ετοιμάζει Μπεμπέλης για χρόνια τώρα…κιαν το ταίρι σου επιθυμεί ψάρι, πήγαινε κατευθείαν στης ΜΑΡΙΤΣΑΣ….στη παραλία …ή στου ΣΤΑΥΡΟΥ. Εκεί στο Γαλαξίδι στέλνουμε τους ερωτευμένους , κι όσα ζευγάρια το παρατράβηξαν και στεφανόθηκαν…εκεί σ΄αυτή την ερωτική φωλιά της Φωκίδας κάνανε και το πρώτο τους παιδί…..τώρα όποτε συναντιώμαστε και βλέπουμε τα μικρά τους πρωτότοκα, όλοι λένε…αυτός είναι γαλαξιδιώτης και δίχνουν το γυιό τους…και όλοι γελάμε…για το κοινό μυστικό μας, για τις ερωτικές αποστολές μας.

Αυτά σκεφτόμουνα καθώς το πλοίο ταξίδευε εδώ και κάμποση ώρα στο Πατραϊκό Κόλπο χαμένος κάπου ανάμεσα στη ζαλη της μπύρας του κρασιού και του ποτού και σιγά σιγά ετοιμάστηκα για ύπνο…ξάπλωσα στο κρεββάτι μου, από το φινιστρίνι έβλεπα τα φώτα του Μεσολογγίου πέρα μακριά, δεξιά λίγο πιο πίσω φάνταζε στο νυχτερινό ουρανό ο σκοτεινός όγκος της Παλιοβούνας , και αριστερά πιο μπροστά σκοτεινές στεριές με μεμονομένα φωτάκια εδώ κι εκεί από μικρά χωριουδάκια της περιοχής…ένα επιβατηγό πλοίο πέρασε δίπλα μας με ταχύτητα με προορισμό τη Πάτρα..τυχεροί , όλοι έξω απόψε για ξεφάντωμα στα μπαράκια της οδού Ραδινού που κυκλοφορούν οι πιο τολμηρές πατρινές κάθε ηλικίας που περιμένουν σαν ξέμπαρκες βάρκες να φανεί κάποιος καραβοκύρης να τις πάρει για μια βόλτα στο πέλαγος.

Όμως αύριο θα είμαι στη Τεργέστη…στη πόλη των γερόντων, στη πιο ήσυχη πόλη της βόρειας αδριατικής, θα πίνω το καφέ μου στο καφέ TOMASSEO εκεί που μετά από καρφωτή πιάσανε οι αυστριακοί αστυνομικοί πριν από πολλά χρόνια το 1797 τον Ρήγα Φεραίο μέσα στο ιταλιάνικο παλιό καφέ υπάρχει μια ολόκληρη γωνιά ως αφιέρωμα όλο το ιστορικό του …..εκεί θα πίνω το καφέ μου αύριο…και μετά θα πάω στην ελληνορθόδοξη εκκλησία του αγίου Νικολάου να ανάψω ένα κερί……….θα χαζέψω την αρχιτεχτονική των πέτρινων ψηλών κτηρίων που ορθόνονται εδώ και πάνω από εκατό χρόνια σε τούτη τη πόλη θα χαζέψω και τη μεγάλη πλατεία….και θα επιστρέψω στο πλοίο αναζητώντας την απόλυτη μοναξιά…θα αποφύγω ακόμα και τον εαυτό μου και θα βυθιστώ στον ύπνο της λησμονιάς….όταν ξυπνήσω το μόνο πράγμα που θα θέλω να νοιώσω ότι μου λείπει θα είναι το άρωμα και η μοναδική γεύση ενός καλοψημένου καφέ σε συνδιασμό με την ανάσα του αρωματικού καπνού από ένα εκλεκτό τσιγάρο.

Κι ενώ ο ύπνος άρχιζε να σκεπάζει κάθε σκέψη που πέρναγε από το  μυαλό μου, ένα δυνατό τράνταγμα σαν σεισμός συγκλόνισε το σκάφος του τεράστιου πλοίου και τρίξιμο σίδερου και ξύλου παντού ακουγόταν, ανακατωμένο με φωνές γυναικείες και κλάματα μωρών παιδιών….και πάλι δυνατό τράνταγμα…

Φόρεσα ρούχα ζεστά χειμερινά, με μπουφάν και μάλινο κασκόλ, με γάντια δερμάτινα και φόρεσα και σκούφο στο κεφάλι, όπως μηχανικά έχω μάθει να κάνω σαν διασώστης  στους ψεύτικους συναγερμούς του πλοίου που πάντα κάνουμε σαν άσκηση για να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε μια παρόμοια κατάσταση κινδύνου…

Πετάχτηκα στο κατάστρωμα περιμένοντας να ακούσω κάποια ανακοίνωση, κάποια εντολή, με τη ζώσα φωνή του πλοιάρχου, μα τίποτα..δεν μίλαγε κανείς, μόνον ο κόσμος φώναζε και αναρωτιόταν τι είχε συμβεί..

Ένας μεγάλος σεισμός, ένας τεράστιος σεισμός είχε γίνει στη περιοχή, τα φώτα της μακρυνής πόλης της Πάτρας που έπρεπε να φαίνονται ακόμα είχαν σβήσει, το ίδιο και του Μεσολογγίου , και τα μεμονωμένα και αραιά φώτα από τα μικρά χωριουδάκια της περιοχής ήταν κι αυτά σβηστά. Παντού σκοτάδι, μόνον κάποιες τσαμαδούρες, ναυτιλιακά σημάδια για τα πλοία αναβόσβηναν ρυθμικά και ένας μακρυνός φάρος έριχνε τη φωτεινή ρυπή του κάθε μερικά δεύτερόλεπτα και φώτιζε τη ταραγμένη επιφάνεια της θάλασσας από τη στεριά μέχρι το πλοίο.

Οι μηχανές σταμάτησαν, το ταξίδι διακόπηκε και τώρα το πλοίο πλέει παρασυρόμενο από τις επιθυμίες της μυστήριας θάλασσας..έτρεξα στη Γέφυρα , κανένα όργανο δεν λειτουργούσε, κανένας ασύρματος καμιά συσκευή . ούτε το ραντάρ, ούτε το gps, ούτε το αις, οι ηλεκτρονιοί χάρτες έχασαν τα ναυτιλιακά τους σημάδια και παρέμειναν να δείχνουν μόνον τη στεριά και τη θάλασσα σαν τους χάρτες που κρέμονται στις σχολικές αίθουσες των δημοτικών σχολείων.

Ένα μεγάλο τράνταγμα, αυτή τη φορά πιο δυνατό από τα προηγούμενα με μεγάλη χρονική διάρκεια και με δυνατή βουή που βγήκε από τα σπλάχνα του βυθού , έφερε το τρόμο να κόψει κάθε φωνή και κάθε κλάμα στους επιβάτες και με τα αυτιά τεντωμένα προσπαθούσαν να ακούσουν κάποιο μήνημα που θα ερχόταν από τη σκοτεινή θάλασσα και τη μακρινή στεριά.

Μια περιστροφή του πλοίου που ξεκίνησε αργά προς τα δεξιά και άρχισε να γίνεται σιγά σιγά πιο γρήγορη με έκαναν να καταλάβω πως βρισκόμασε σε μια δύνη της θάλασσας, μια δύνη που μαρτυράει το άδειασμα υδάτινου όγκου. Στο βόρειο ημισφαίριο εάν βγάλεις τη τάπα από ένα νιπτήρα που είναι γεμάτος νερό αυτός θα αδειάσει με δύνη που κινείται περιστροφικά προς τα δεξιά…κι αν αυτό συμβεί στο νότιο ημισφαίριο θα κινείται αριστερά. Έτσι καταλάβαιναν τα παλιά χρόνια πότε πέρναγαν από το βόρειο στο νότιο ημισφαίριο ή το αντίθετο, τα πλοία που ταξίδευαν. Μα είναι φανερό πως ο Πατραϊκός Κόλπος αδειάζει…η δύνη περιστρέφεται όλο και πιο γρήγορα, αν είναι έτσι πρέπει να δω τη φύση του βυθού της περιοχής…

Έτρεξα στη γέφυρα, με ένα φακό κοίταξα το χάρτη της περιοχής, 388 μέτρα βάθος με μέγιστο τα 440 μέτρα. Στο σημείο που βρισκόταν το πλοίο την ώρα που σταμάτησαν οι μηχανές η φύση του βυθού είναι ομαλή με αμμώδεις λόφους και σε κάποια σημεία βρίσκονται απότομα ρήγματα εκτεινόμενα από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά, και πιο δεξια ή πιο αριστερά της πορείας που είχε το πλοίο υπάρχουν βραχώδη όρη με απότομες χαράδρες και φαράγια με απότομες εναλαγές του βάθους τουβυθού  από 257 μέτρα έως 300 και σε μερικές περιπτώσεις και 400 μέτρα. Ο Πατραϊκός Κόλπος αδειάζει. Φαίνεται κάποιο ρήγμα του βυθού από το σεισμό καταπίνει αχόρταγο τη θάλασσα του Πατραϊκού, του Ιονίου πελάγους, της Μεσογείου .

Ένας δυνατός βήχας με έπνιξε. Ίσως η αγωνία ίσως το πρωτόγνωρο φαινόμενο μου στέγνωσε το στόμα, ξεράθηκε ο λαιμός μου από το θαλασσινό νυχτερινό αγέρι. Ήπια νερό και γύρισα αμέσως στο όνειρο που ζούσα. Λίγο πιο κάτω στα δυτικά παράλια της Πελοπονήσου ανοιχτά της Πύλου λίγα μόνον μίλια από τη στεριά το βάθος του βυθού είναι 4500 μέτρα…. Να πηγαίναμε εκεί, είναιτο βαθύτερο μέρος της Μεσογείου. Θα μπορούσε το πλοίο να συνεχισει να πλέει. Η αδριατική πάλι έχει 250 μέτρα βάθος το πολύ…πω …πω …θα τη ρουφήξη όλη τούτο το ρήγμα.

Μούγκριζα από αγωνία και ο υδρώτας με μούσκεψε .ένοιωθα πως βουλιάζω στα κρύα νερά της χειμωνιάτικης περιόδου που έρχονται από τα βουνά, από τις λίμνες και καταλήγουν να χύνονται με συνεχή ροή στη θάλασσα σπάζοντας την αλμύρα της, κάνοντάς τη γλυκιά εκεί που ο αφρος από τα απαλά κύματα χαϊδεύει τις παραλίες…

Άλλος ένας κρότος ακούστηκε, βγαίνοντας από τα βάθη του βυθού, μετά ένα βουητό συνεχόμενο και ένα δυνατό τράνταγμα που αυτή τη φορά λύγισε και κάποια μικρά σίδερα υπερκατασκευών του πλοίου. Μερικά ρέλια σπάσανε και μαζί με αυτά σπάσανε τζάμια στα ψηλότερα καταστρώματα του πλοίου…τζάμια που δεν σπάνε ούτε σε κυκλώνα ή σε τυφώνα, τζάμια τόσο γερά που αντέχουν σε θερμοκρασίες πάνω από 1600 βαθμούς κελσίου σε περίπτωση πυρκαγιάς…ίσως και παραπάνω…μα τώρα θα πρέπει και το σκάφος να παλαίψει όχι με τα κύματα του ωκεανου που έχει μάθει να παλεύει, αλλά με το άγνωστο θηρίο που έφερε τούτη η νύχτα στη ροτα του…

Είδα τα πανέλια τσακισμένα άλλα να κρέμονται και άλλα να έχουν πέσει κάνοντας το περπάτημα μέσα στο πλοίο δύσκολο. Καλώδια κρεμόντουσαν από παντού, και ξεχαρβαλωμένοι μπουλμέδες έγερναν σπασμένοι ή ραγισμένοι δεξιά και αριστερά.

Σωλήνες σπασμένες από τα δίκτυα εκτόξευαν με μικρούς ή μεγαλύτερους πίδακες νερό αλλού καθαρό, αλλού σαπουνόνερα και αλλού βρώμικα προσθέτοντας στην ατμόσφαιρα μια απεχθή βρώμα που σε έπνιγε.

Έβηξα πάλι μέσα από το ξεραμένο μου λαιμό. Ήπια νερό αρκετό αυτή τη φορά, από ένα παρατημένο στο κομοδίνο μου, μπλουκάλι και γύρισα και πάλι γρήγορα στο όνειρο….μά βρέθηκα στη κουπαστή του πλοίου και μια φωταψία άρχισε να διακρίνεται ψηλά σ΄ένα σημείο τ΄ουρανού. Στην ανατολή…σε λίγο το φως δυνάμωσε κι ο εφιάλτης γιγαντώθηκε γιατί πήρε μορφή, εικόνα, κι έφερε την απόγνωση στο βλέμμα μου, κι έφερε το στεναγμό.

Ένας εκκοφαντικός θόρυβος συνεχόμενος τρεχούμενου νερού ακουγώταν από ώρα μες στο σκοτάδι, που δεν έλεγε να σταματήσει και ο λιγοστός αέρας έφερνε στο πρόσωπό μου μια δροσιά από σταγονίδια νερού….έγλειψα τα χείλη μου και το νερό αυτό ήταν γλυκό…αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν και μόλις το φως άρχισε να ξεκαθαρίζει το τοπίο ένας τεράστιος καταράκτης πιο μεγάλος από αυτόν του Νιαγάρα Ποταμού εμφανίστηκε μπρος στα μάτια μου σε μεγάλη απόσταση και ένα μακάβριο τοπίο από διάσπαρτα σκουριασμένα κομμάτια από ναυάγια, σκουπίδια, λασπωμένα και αλλοιωμένα , αλλα πιο καινούργια, παντού λασπη , παντού ένα χρώμα σκούρο καφέ, μαύρο, και πιο εκεί τα ίδια μαύρο, γκρί, και ίσως καφέ σκούρο….

Το πλοίο ήταν ακουμπισμένο στο λασπώδη βυθό. Κι ο βυθός απέραντος εφιάλτης χωρίς δρόμους χωρίς έστω ένα μονοπάτι που να οδηγεί κάπου…άρχισα να γυρίζω γύρω γύρω και να βλέπω το τοπίο γύρω μου. Στο βάθος ένα πανήψυλο βουνό μυτερό και αριστερά του πάνω σε ένα οροπέδιο μια πόλη. Από εκεί έπεφταν τα νερά του καταράκτη, και τότε ανατρίχιασα και πάγωσε η καρδιά μου..γιατί η πόλη αυτή ήταν το Μεσολόγγι…και το τεράστιο βουνό ήταν η Παλιοβούνα.

έστρεψα αμέσως δεξιά το βλέμμα μου από εκεί που συνήθιζα να κοιτάζω όταν έκανα βάρδια και ανάμεσα σε δυό βουνά είδα τη μισόχτιστη γέφυρα του Ρίου. Και πιο δεξιά  πάλι ένα τεράστιο βουνό και πάνω σε ένα ξέφωτο που έμοιαζε σαν ένα απέραντο μπαλκόνι ήταν καθισμένη η Πάτρα που τώρα όπως είχε πάρει ύψος ο ήλιος, λιαζόταν ηλιόλουστη και πιο πάνω από αυτή το κατάλευκο από τα χιόνια χρώμα του Παναχαϊκού έμοιαζε απόμακρο σαν άπιαστο όνειρο…κάτι σαν τις άγνωστες για μένα κορφές των ιμαλαϊων. Χριστέ μου αυτά που τόσο καιρό αγνάντεβα με τα κυάλια στην επιφάνεια με τα κυάλια τώρα σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά για να τα δω….Η πάτρα έγινε μια ορεινή πόλη που χωρίς δρόμους και μονοπάτια από εδώ που είμαι περίπου 15 μίλια μακρυά δεν ξέρω αν θα μπορέσω να τη φτάσω ποτέ.

Ήπια κι άλλο νερό γιατί ο ξερός βήχας της αγωνίας με έπνιξε και μετά πέταξα μια ανεμόσκαλα από τη κουπαστή αλλά αυτή δεν έφτανε μέχρι το βυθό. Έτσι πήρα ένα κομπόσχοινο περασμένο στον ώμο μου και κατέβηκα με τέχνη την ανεμόσκαλα. Μετά έδεσα στην άκρη το κομπόσχοινο το άφησα να πέσει στο βυθό και κατέβηκα με άνεση πατώντας στους συμμετρικά φτιαγμένους κόμπους του.

Το πλοίο φάνταζε τεράστιο μπροστά μου και ένοιωθα μικρός, πολύ μικρός μπροστά σε όλα όσα αντίκρυζα γύρω μου.

Άρχισα νε περπατώ με δυσκολία πάνω στον υγρό λασπώδη βυθό. Μια οσμή δυνατή αποκρουστική που έμοιαζε σαν διαρροή φιάλης πετρογκαζ, αδυνατόύσε ολοένα την ανάσα μου και με έκανε να αναπνέω αραιά και που ίσα ίσα για να μπορώ να ζω. Στη προσπάθειά μου να ανέβω σε ένα βραχώδες ύψωμα γλύστρισα, έπεσα και χτύπησα το δεξί μου χέρι. Τότε κατάλαβα πως δεν πρόκειτε να φτάσω ποτέ, σε καμιά πόλη….περπάτησα, κατέβηκα, ανέβηκα, ξανανέβηκα, τώρα βρίσκομαι σε κάποιο σημείο που δεν βλέπω παρα μόνο τις κορυφές των βουνών . είμαι χωμένος σε μια χαράδρα. Δεν υπάρχει διέξοδο. Πρέπει να σκαρφαλώσω στα γλυστερά από τη λάσπη βράχια και μετά δεν ξέρω που θα βρεθώ και τι θα πρέπει να αντιμετωπίσω πάλι…..κοίταξα τη βουνοκορφή της Παλιοβούνας. Ένα μικρό συννεφάκι σαν σκουφάκι κάλυπτε τη μύτη της βουνοκορφής. Θεέ μου εάν δεν έχουνε αλλάξει όλα σε αυτό τον κόσμο σύντομα ο καιρός θα αλλάξει και θα βρέξει. Συνήθως όταν η Παλιοβούνα στη κορφή της έχει καπελάκι σε λίγες ώρες χαλάει ο κόσμος από βροχή καταιγίδα και αέρα…..

Δυό μεγάλα λάστιχα από ρόδες αυτοκινή του αναγνώρισα εύκολα σφηνομένα ανάμεσα σε δυό μικρά βράχια. Πάτησα πάνω τους και ανέβηκα λίγο πιο ψηλά. Πατώντας στο πάνω μέρος του βράχου είδα άλλο ένα λάστιχο που με βόλευε να πατήσω για να ανεβώ ψηλότερα…

Παντού υπήρχαν μικρές λιμνούλες από θαλασσινό νερό. Πατούσα μέσα στα νερά και τα πόδια μου είχαν παγώσει. Ήμουνα βουτηγμένος στη λάσπη και Κρύωνα. Άρχισα να τρέμω. Το φως του ήλιου δεν έφτανε στο σημείο που ήμουνα και η διαρκής σκια με έκανα να παγώνω. Πέρα από το κορμί μου άρχισε να παγώνει και η σκέψη μου. Όταν ήμουνα στη στεριά τότε που γύριζα από τα ταξίδια μου η μόνη διαδρομή που έκανα με τα πόδια ήταν καμια ώρα δρόμος στα πεζοδρόμια της πόλης. Δεν είχα περπατήσει ποτέ πάνω σε βουνά σκαρφαλώνοντας σε βράχια και βουνοκορφές….έτσι για μένα τώρα δεν υπάρχει σωτηρία σκέφτηκα….σκέφτηκα ένα όνειρο που έβλεπα όταν ήμουν μικρός πως είμουνα μια ζωηρή μαϊμού και έτρεχα μέσα στη ζούγκλα πηδώντας από δέντρο σε δέντρο με ευκολία. Ίσως έβλεπα το όνειρο αυτό τότε για να βοηθάω τον εαυτό μου να ξεπερνάω τις δυσκολίες μου ή να προφταίνω να συγκρατώ τη φαντασία μου που πάντοτε με οδηγούσε σε εξαιρετικές περιπέτειες. Έκανα μια ευχή να γίνω εκείνη η ζωηρή μαϊμού και να τρέξω πηδώντας από βράχο σε βράχο μέχρι να φτάσω σε ένα δρόμο ή κάποια αμώδη ξερή παραλία. Μάταια σκέφτηκα και σαν μαϊμού αλλά και σαν άνθρωπος σε λίγο αυτός ο βυθός θα γινόταν ο ταφος μου……

…………………………………………………

Η βεντάλια

 

διήγημαβεντάλια

Βγήκα πιασμένος από το πολύωρο ταξίδι πετώντας με τη πτήση 552 τόκιο –μπανγκόκ –βαρσοβία, πάνω από στεριές και θάλασσα και περπάταγα με δυσκολία σχεδόν ζαλισμένος στα γυαλιστερά πατώματα του αεροδρομίου της βαρσοβίας προς τη παραλαβή των αποσκευών μου…κάποια στιγμή αναγνώρισα τη βαλίτσαμου και ένα μικρότερο σάκο που ερχόντουσαν στη θορυβόδη κυλιόμενη πλατφόρμα …τα άρπαξα με μιας περνώντας από μπροστά μου και προχώρησα προς την έξοδο με βιασύνη. 24 ώρες ταξίδι μαζί με τη παραμονή μου στη μπανγκόκ 3 ωρών μέσα στο αεροδρόμιο…

Όμως καθώς περπάταγα τσουλώντας τη βαλίτσα μου στις μεγάλες μαρμάρινες πλάκες προς την έξοδο ακούγοντας ρυθμικά τον ήχο τους καθώς περνούσαν πάνω από τους αρμούς, τακ τακ τακ, είδα στο βάθος πλήθος ταξιδιωτών να είναι μαζεμένοι μπροστά στις αποσκευές τους , να ανοίγουν βαλίτσες και άλλες αποσκευές για να ελεγχθούν από τις τελωνειακές τοπικές αρχές.

Δεν είχα φανταστεί ότι θα υποστώ τη ταλαιπωρία της αναμονής μέχρι να ελεγχθούν όλοι αυτοί οι επιβάτες και μετά κι εγώ. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα περιμένω ακόμα ώρες μέχρι να βρεθώ στο ξενοδοχείο που ο πράκτορας μου είχε κλείσει δωμάτιο, να μπω να τακτοποιηθώ, να πετάξω από πάνω μου κάθε ρούχο που φοράω, να κάνω ένα καυτό μπάνιο και μετά να ξαπλώσω και μέχρι να με πάρει ο ύπνος να χαζεύω στη τηλεόραση για να γνωρίσω μέσα από αυτή για πρώτη φορά τον κόσμο της Πολωνίας….

Έκοψα το βήμα μου και προσπάθησα να βρώ ένα κάθισμα κάπου κοντά στο κόσμο μα μάταια…δεν υπήρχε τίποτα για κανέναν…έτσι βολεύτηκα πάνω στο σάκο μου, και έβγαλα ένα βιβλίο να διαβάσω μέχρι να έρθει η σειρά μου για ψάξιμο… μια φωτεινή πινακίδα αρκετά ψηλά στο βάθος του χώρου έγραφε με κυλιόμενη παρουσία την ώρα , την ημερομηνία και την άφιξη της πτήσης μου. Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 1989, 08:17, πτήση 552 προσγειώθηκε…ένα περίεργο άρωμα ενοχλούσε τη μύτη μου, μια μυρωδιά που την είχα ξαναζήσει στο σήμανς κλαμπ στο Ναβαροσίσκυ και στην Οδησσό στη Σοβιετική Ένωση καθώς και στη Κωνστάτζα στη Ρουμανία . γενικά στο ανατολικό μπλοκ…μάλλον το βερνίκι στις ξύλινες επιφάνειες γιατί παντού σε αυτά τα μέρη έβλεπα να υπάρχουν αρκετές κατασκευές από ξύλο.

Όταν το ρολόϊ έδειξε 10:35 έφτασα με τα πράγματά μου μπροστά στον τελωνειακό υπάλληλο που με ύφος μυστήριο γεμάτο καχηποψία, έχοντας σκοπό να βρει κάτι παράνομο ή κάποια παρατυπία ως προς τα επιτρεπόμενα είδη που προβλέπει η νομοθεσία της περιοχής, είχε την όψη ιερού εξεταστή με αυστηρό και βλοσηρό βλέμμα και άρχισε με τρόπο ήρεμο σαν να μη το κυνηγάει ο χρόνος, άσχετα εάν πίσω μου περίμεναν για τον ίδιο σκοπό πάρα πολύ επιβάτες …

Άνοιξε τη βαλίτσα σου μου είπε επιτακτικά….κι εγώ μη μπορώντας βέβαια να κάνω κάτι το διαφορετικό άνοιξα αμέσως τη βαλίτσα μου για να τελειώνω μια ώρα αρχίτερα..

Και τότε με τα χέρια του άρχισε να βγάζει τα πράγματά μου έξω σκορπόντας τα ανακατωμένα πάνω στο ξύλινο πάγκο. Ρουχα, εσώρουχα , δύο μικρά πορσελάνινα γιαπωνέζικα πιάτα που τα είχα με επιμέλεια τυλίξει για να μη μου σπάσουν και τα είχα τακτοποιήσει ανάμεσα στα ρούχα, ένα ξύλινο αγαλματίδιο του βούδα διακοσμητικό, κάποια cd με γιαπωνέζικα τραγούδια, ένα κομάτι ύφασμα ριγέ στην απόχρωση του καφέ μπεζ που είχα πάρει με σκοπό να φτιάξω ένα κοστούμι, δύο κιμονό ολόλευκα μεταξωτά με κέντημα στις πλάτες από χρυσή κλωστή σε γραφή κατακάνα της φράσης καλή τύχη…τα είχα πάρει από τη Σαντίκα Τάουν στο Κόμπε από εκείνο το μεγάλο καταφώτιστο από λαμπερά φωτιστικά, γωνιακό κατάστημα απέναντι από το Σόγκο…

Καθώς έβλεπα τα χέρια του να βγάζει τα λιγοστά μου πράγματα από τη βαλίτσα μου, άθελά μου περνούσαν από το μυαλό μου τα πάντα που είχαν σχέση με αυτά….να μια μπλούζα χειροποίητη που έπιασε τώρα που μου την έκανε δώρο η Κουνίκο…στα περασμένα γεννέθλιά μου το κρύο χιονισμένο Νοέμβρη του ’88, που τα γιόρτασα από νωρίς εκείνο το βράδυ στο μπαρ θρή φάΙβς 555, απολαμβάνοντας ένα σπέσιαλ δείπνο με υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και χωρό μπροστά στους καθρέφτες….ακόμα έχω κάβα σε αυτό το μπαρ…έχω αφήσει ένα μπουκάλι ουϊσκι σχεδόν γεμάτο Σαντορι…αα ποιότητας….δεν θα ξεχάσω το φινάλε αυτής της αιώνιας βραδυάς….στο μικροσκοπικό απάρτμεντ της Κουνίκο….τόσο μικρό που όταν μπήκα έσκηψα νομίζοντας πως το κεφάλι μου θα έβρισκε στο ταβάνι…..όμως ήταν τόσο φιλόξενο, τόσο ζεστό και η Κουνίκο τόσο αποκαλυπτική, τόσο αιθέρια, τόσο ερωτευμένη μαζί μου, τόσο φλογερή και τόσο υπομονετική αφού σε κείνα τα γενέθλιά μου όλη τη νύχτα ασχολήθηκε με το νεανικό μου κορμί, απολαμβάνοντας κάθε δυνατή παρόρμηση κάθε αίσθηση με μοναδικό μυστηριακό τρόπο που μας οδήγησε και τους δύο σε αξέχαστες ηδονικές παρατεταμένες έως τα ξημερώματα στιγμές…αξέχαστες στιγμές που μας σημάδεψαν τις ζωές και καταγράφηκαν σαν μια ερωτική νουβέλα σε δυό διαφορετικές γλώσσες ταυτόχρονα…στα γιαπωνέζικα και στα ελληνικά……κάθε φορά που σκέφτομαι την Κουνίκο…

Τι είναι αυτό; Με ρώτησε ξαφνικά ο τελώνης επαναφέροντάς με στο τόπο που πριν από δυόμιση ώρες έφτασα…ένα μακρόστενο δερμάτινο κουτάκι περίπου τριών σαντιμέτρ φάρδους και σαράντα σαντιμέτρ μήκους σε χρώμα λευκόχρυσο δεμένο στη μέση με μια κορδέλα σε χρώμα μπλε ελεκτρικ…

Το είχα τοποθετήσει με προσοχή στο κάτω μέρος της βαλίτσας ,εκεί που υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στην υποδοχή που σείρεται η λαβή  και αποθηκεύεται όταν είναι κλειστή….ήταν ότι έπρεπε αυτό το σημείο για να προστατέψω αυτό το κουτάκι με το περιεχόμενό του….

Όπεν …μου είπε με το ίδιο άχαρο ύφος κι εγώ έλυσα τη κορδέλα με ευλάβια και άνοιξα το μαλακό δερμάτινο κουτί. Μέσα ήταν τυλιγμένη σε ειδικό απορροφητικό χαρτί, λεπτό ριζόχαρτο με ματ εμφάνιση και ημίσκληρη υφή, περιτυλιγμένη τέσσερεις φορές μια βεντάλια…ξετύλιξα με προσοχή και κάθε στροφή που έκανα στο ριζόχαρτο ένας φόβος με κυρίευε και αυξανόταν βαθμιαία…άρχισα να μην αισθάνομαι καλά…ο φόβος μου έφερε εφίδρωση και ταχυκαρδία και όπως ήμουνα εξαντλημένος από το πολύωρο ταξίδι ένοιωσα πως σβήνω και χάνομαι…τα χέρια μου ένοιωθα πως τρέμουν …ο εαυτός μου είχε παραδοθεί στο φόβο και στην αμηχανία, στο τρόμο μη χάσω αυτό το πολύτιμο αντικείμενο και μαζί του χαθούν οι πάμπολες αναμνήσεις που σχετίζονται με αυτό….είχα πικρή εμπειρία από τα τελωνεία στο ανατολικό μποκ….

Πήρε στα χέρια του τη βεντάλια και την άνοιξε….μια φωνή θαυμασμού σαν ναβγαινε από ένα στόμα, ακούστηκαν όσοι επιβάτες περίμεναν υπομονετικά τη σειράτους και ήταν κοντά μου και παρακολουθούσαν τη διαδικασία . μετά τα σχόλια θαυμασμού από διαφορετικά στόματα με διαφορετικές γλώσσες που όμως καταλάβαινα ότι έλεγαν ότι περίπου έλεγα κι εγώ όταν τη πρωτοείδα…ένα έργο τέχνης , ένα συλλεκτικό σπάνιο κομμάτι φτιαγμένη από χειροποίητο χαρτόνι ποτισμένο με χρυσό στερρεωμένο πάνω σε 9 μοναδικού κάλους ακτίνες από μπαμπού δεμένα όλα με μια μοναδική τεχνική γιαπωνέζικη, και ζωγραφισμένη στο χέρι με μικρά άνθη που το ένα είναι κοντά στο άλλο σε χρώμα κοραλί και παστέλ σιέλ…ανθάκια τρυφερά δεμένα και ζωγραφισμένα από το θεϊκό χέρι του καλλιτέχνη…μα ποιο πολύ ένα πολύτιμο δώρο…μοναδικό γιατί δεν θα μπορούσε να ξανασυμβεί όπως τόσα πράγματα στη ζωή μας περνάνε μόνον για μια φορά και μας αγγίζουν για πάντα…και μια μοναδική αφιέρωση γραμμένη στην άκρη μιας από τις μπαμπού ακτίνες που μου την έγραψε ένας ηθοποιός σε γραφή χειρακάνα…

Ήμουνα στο Τόκιο, στη απόλυτη μοναξιά μου, απολάμβανα την μοναδικότη τα του εαυτούμου κινούμενος μέσα στα εκατομύρια του κόσμου που κατοικούν στη πόλη αυτή….περπατούσα και φωτογράφιζα με τα μάτια μου ότι έβλεπα γύρω μου, γεμίζοντας  τη ψυχή μου με σκέψεις και συναισθήματα κρατώντας στα χέρια μου τα ψώνια από τα μαγαζιά που επισκέφτηκα…πείνασα …έφαγα ένα αμερικανικού τύπου χοτ ντογκ και θα συνέχισα το δρόμο μου μέχρις ότου άντεχαν τα πόδια μου…

Όμως ξαφνικά βρέθηκα μπροστά σε ένα τεράστιο κτίριο, φωταγωγημένο με μεγάλες επιγραφές στα γιαπωνέζικα γραμμένες και πάνω πάνω την επιγραφή με μικρότερα γράμματα στα αγγλικά “kabuki theatre” … κοκάλωσα ακίνητος μπροστά σε αυτό το καλλιτεχνικό ναό…είχα διαβάσει πολλά για το θέατρο καμπούκι για τη μοναδικότητά του στο κόσμο όλο και το ξεχωριστό τρόπο μιας παράστασης ακριβοθώρητης μιας και το θέατρο αυτό δεν σκορπιέται, δεν ταξιδεύει, δεν δανείζεται σε αλλα μέρη παρα ζει και εκφράζεται και δημιουργείται μόνον  στο Τόκιο.

Θεέ μου γι αυτό μου στέλνεις τέτοιες στιγμές…στη ζωή μου τυχαίες και αναπάντεχες για να σε πιστεύω και να σε τιμώ…Καμπούκι…το πρωτοάκουσα από τα χείλη του Μάριου τότε που φτιάχναμε το αισθησιακό θέατρο στην Αθήνα…Σε ένα παλιό κτήριο νεοκλασικό που το βρήκαμε να νοικιάζεται σε τιμή ευκαιρίας…το φτιάξαμε…εκείνος σκηνοθέτης, εγώ φαντάρος στο Πεντάγωνο…Η έρημη χώρα του Tomas Elliot …το έσκαγα το βράδι από το στρατόπεδο, κάναμε τις πρόβες ….θυμάμαι…. «ο απρίλης είν ο μήνας ο σκληρός , γεννώντας μεσ’ από τη πεθαμένη γή τις πασχαλιές, σμίγοντας θύμιση κι επιθυμία, ταράζοντας με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές….» αυτή η ποίηση του έλλιοτ που με αγάπη μετάφτασε ο Σεφέρης με μάγεψε τότε….εγώ ως ηθοποιός ο γέροντας Τιρεσίας με τα ρυτιδιασμένα βυζιά,μάταια προσπαθούσαν να κάνουν τα κατάμαυρα μαλιά μου να φαίνονται άσπρα, και η Έλενα ηΠολωνέζα η πόρνη τυλιγμένη σε ένα στενό μπλε φόρεμα από γυαλιστερό σατέν που ο φωτογράφος την έστηνε πάνω σε ένα κρεββάτι επί ώρες για να τη φωτογραφίσει…μα δεν μπορούσε να βρει τη κατάλληλη θέση και στάση…εκείνο το βράδυ μπαίνοντας εγώ βιαστικός για τη πρόβα τη φίλησα και μπροστά σε όλους της έδωσα μια σπρωξιά κι αυτή έπεσε απροσδόκητα πάνω στο κρεββάτι της σκηνής…Τώρα τράβα της όσες φωτογραφίες θέλεις είπα στο φωτογράφο….η στάση της ήταν αυθόρμητη με τα μακριά της μαλιά να έχουν απλωθεί στα ανακατωμένα σεντόνια…το φόρεμάτης ανεβασμένο ελαφρά και στενό, έτοιμο να σκιστεί από τις φουσκωτές καμπύλες των γλουτών της, τόσο όσο να ξυπνάει στο θεατή τη σκέψη και την επιθυμία για μια όμορφη πόρνη….έμοιαζε με ένα όνειρο γλυκό και διεφθαρμένο συγχρόνως με μια ανεμελειά παρατημένη πάνω στα μεταχειρισμένα σεντόνια …

Μετά η γενική πρόβα …μια μοναδική παράσταση που παίχτηκε για τα μάτια λίγων και εκλεκτών….που τη ξέρουν σαν μια τέλεια παράσταση και που άφησε άφωνους και όσους επώνυμους καλλιτέχνες την είδαν…

Και να που τώρα αισθανόμουν το ίδιο μαγεμένος μπροστά στην είσοδο του Kabuki theatre. Με δάκρυα στα μάτια πλησίασα στα ταμεία…σε πέντε λεπτά θα άρχιζε η παράσταση…το ένα θαύμα μετά το άλλο…έβγαλα εισιτήριο …έβαλα τα πράγματα που είχα αγοράσει σε ειδική θυρίδα για φύλαξη και προχώρησα με τη βοήθεια μιας γλυκιάς γιαπωνέζας στη θέση μου…μια θέση μέσα σε ένα τεράστιο θέατρο …και η παράσταση άρχισε πριν προλάβω να διαβάσω τι θα έβλεπα στα αγγλικά που ευγενικά μου πρόσφεραν στην είσοδο

Ένοιωθα σαν τη Μελίνα Μερκούρη στο Ποτέ τη Κυριακή που έβλεπε στο Ηρώδειο την Μήδεια  που ενώ δεν καταλάβαινε τίποτα από τα λόγια , συμμετείχε ως θεατής κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ από το δράμα που συναισθανόταν..…έτσι κι εγώ δεν καταλάβαινα τα γιαπωνέζικα, τους διαλόγους αλλά συμμετείχα σαν θεατής αγγίζοντας τη ψυχή μου οι κινήσεις και τα δρώμενα στη σκηνή…και στο τέλος της παράστασης επειδή ήμουνα ο μοναδικός ξένος θεατής μέσα σε όλο το πλήθος των γιαπωνέζων θεατών και επειδή πήγα να συγχαρώ τους ηθοποιούς, μου κάνανε δώρο αυτή την ειδική βεντάλια που κρατούν στο θέατρο καμπούκι οι ηθοποιοί (ειδική κατασκευή με ιδιαίτερο σκοπό)αφού η κάθε κίνηση επί σκηνής αυτής της βεντάλιας σημαίνει και κάτι διαφορετικό …από πόλεμο ….έως έρωτα….

Πάρτετα και περάστε στη διπλανό γραφείο μου είπε ο τελώνης πολλαπλασιάζοντας το φόβο μου με την επιβαιβέωση της ανησυχίας μου για τα χειρότερα που θα ακολουθούσαν στο διπλανό γραφείο….

Τα μάζεψα γρήγορα και τα έβαλα όπως όπως στη βαλίτσα , την έκλεισα με δυσκολία πήρα και το σάκκο και πέρασα στο διπλανό γραφείο…..

Εκεί μια αυθάδης υπάλληλος που με κοίταζε και μου μίλαγε με αυτοπεποίθηση εισαγγελέα ανώτατου δικαστηρίου άρχισε να μου κόβει κοστούμια με διάφορα χρηματικά ποσά που ξεπερνούσαν τα 500 δολάρια και όταν είδε και τα τσιγάρα που είχα στο σάκκο (μορ) δύο κούτες δεν άντεξε και έσκισε τη μία κούτα και άρπαξε με θρασύτητα 4 πακέτα όχι ως δώρο από μένα προς αυτή αλλά ως επιβολλή προστίμου για τις δύο κούτες που νόμιμα κουβαλούσα….

Με αδιάφορο ύφος κι εγώ και με αυστηρό γιατί ο φόβος μου μετατράπηκε σε αγανάκτηση της δήλωσα ξεκάθαρα πως η μόνη μου διαθέσιμη περιουσία είναι 150 βελγικά φράγκα και μερικά κουτιά τσιγάρα από τη σκισμένη κούτα. Εάν δεν αποδεχτεί τη προσφορά μου απαιτώ την επιστροφή μου στην Ιαπωνία και δηλώνω ότι δεν επιθυμώ να περάσω την έξοδο του αεροδρομίου για τη μετακίνησή μου και διαμονή μου στη πόλη της Βαρσοβίας. Επίσης απαιτώ την άμεση τηλεφωνική επικοινωνία με την ελληνική πρεσβεία. Άρχισα να φωνάζω αγανακτισμένος και να τους βρίζω στα ελληνικά με λόγια προσβλητικά που τα είχα επαναλάβει και στη Ρωσία και στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία…..περίμενα ότι μετά από όλα αυτά θα με βάζανε σε ένα αεροπλάνο για την επιστροφή μου στην ιαπωνία και θα με θεωρούσαν ανεπιθύμητο στη Πολωνία, όπως ακριβώς έγινε στην Οδησσό στη Γεωργία που αρνήθηκα να τους πληρώσω το πρόστιμο των 200 δολαρίων που μου επέβαλαν επειδή μέσα στη τσεπη του παντελονιου μου είχα αδήλωτα 5 λέβα….δηλαδή μία δραχμή.

Όμως η προσφορά μου έγινε αποδεκτή και με τη βοήθεια του πράκτορα που με περίμενε για να με υποδεχτεί και να με οδηγήσει στο ξενοδοχείο γλύτωσα και τα υπόλοιπα τσιγάρα που θα μου έπερνε η τελωνειακός έδωσα και 100 βελγικά φράγκα και ξεμπέρδεψα.

Ευτυχώς που στη Πολωνία το Φεβρουάριο δεν κάνει ζέστη…..Διαφορετικά με την ανεκτίμητη βεντάλια μου θα αεριζόταν η ύαινα του τελωνείου.

Σύντομα βρέθηκα στο πολυτελές ξενοδοχείο Χιβέλιους σε ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο με σκαλιστά ταβάνια φεγγίτες και κουρτίνες βελούδινες δεμένες με μεταξωτά κορδώνια στις άκρες των παραθύρων.

μετά από ένα καυτό επιθυμητό μπανιο κάθισα στην αναπαυτική μπερζέρα με τις πυτζάμες μου μπροστά στο παράθυρο με θέα τα επιβλητικά κτήρια και

τη κίνηση στους φαρδείς δρόμους της πόλης.Η τηλεόραση έδειχνε κάποιο ντοκυμανταίρ με άγρια ζώα στην Αφρική. Παράγγειλα ένα καφέ στην υπηρεσία ρουμ σέρβις και σε λίγο απολάμβανα το κάπνισμα ενός MORE πίνοντας τον απαίσιο πολωνέζικο καφέ….η πρωτοτυπία του είναι ότι στην επιφάνεια του φλυτζανιού επιπλέουν εκατοντάδες χοντροκομένα κατακάθια και ρουφόντας μια γουλιά καφέ, τα μασουλάς για ώρα ή τα φτύνεις δεξιά και αριστερά.

Άνοιξα τη βαλίτσα μου για να τακτοποιήσω τα ρούχα μου που με βιασύνη είχα μαζέψει όπως όπως στο τελωνείο…πάνω πάνω η χειροποίητη μπλούζα που μου έκανε δώρο η Κουνίκο.

Κάθε φορά που σκέφτομαι τη Κουνίκο…..

……………………………………………………………………………………………