Τυχαίοι Άνθρωποι

poverty-thumb-large

Είδα έναν άνθρωπο που πεινούσε σήμερα. Έτσι τυχαία καθώς γυρνούσα με το αυτοκίνητο στο σπίτι. Ξαφνιάστηκα. Δεν το περίμενα. Στάθηκα για δευτερόλεπτα στο χώρο. Ο πίσω οδηγός μου κόρναρε. Ήταν βιαστικός. Ο δρόμος στενός και τον έκλεισα. Μπήκα σ’ ένα στενό κάθετο και πάρκαρα. Γύρισα να βρω τον άγνωστο άνθρωπο που στράγγιζε το γάλα από ένα πεταμένο χαρτόκουτο. Παραπατούσε από τη πείνα. Τον πλησίασα. Είχε μεγάλα βλέφαρα, τεράστια μου φάνηκαν, είχε και ένα τεράστιο χαμόγελο. Του χαμογέλασα κι εγώ. Περίμενε εδώ του είπα. Θα γυρίσω αμέσως. Έτρεξα σε ένα φούρνο που ήταν περίπου εκατό μέτρα μακρυά. Πήρα ψωμί, σοκολάτες, νερό, ένα γιαούρτι, ένα γάλα και μια μικρή συσκευασία τυριού. Ελάχιστα χρήματα. Μου φάνηκαν πολύ ελάχιστα. Πρώτη φορά αισθάνθηκα πόσο λίγα ήταν για να προλάβω μια ζωή πριν σβήσει. Τον συνάντησα. Ήπιε νερό. Πολύ νερό. Κοίταξα γύρω μου. Μια πόλη χωρίς νερό. Πουθενά στους δρόμους νερό. Ούτε μια βρύση. Πόσο λυπηρό να διψάει ένας άνθρωπος (χωρίς χρήματα) και να μην υπάρχει νερό. Πόσο λυπηρό είναι να αγχώνεται μια ζωή, διψώντας καθώς περπατά μέσα στη πόλη. Πόσο δύσκολο είναι να ζητήσει κάποιος ένα ποτήρι νερό. Ποιος ανοίγει σήμερα τη πόρτα σε έναν διψασμένο….Πόσο δύσκολο να σκεφτεί κανείς πως μια βρύση ανά διαστήματα στους δρόμους είναι απαραίτητη… Μόνο να το πουλάμε το νερό σκεφτήκαμε….

Κάπου στο βαθος του μυαλού μου υπηρχε μια παλιά σκέψη που μου έλεγε πως όποιος πεινάει σκοτώνει….  Κανείς δεν μου είχε μιλήσει για χαμόγελο………

Ήπιε γάλα. Έφαγε ψωμί, μια μικρή σοκολάτα. Χαμογέλασε με ευχαρίστηση.

Τον χαιρέτησα. Στο σπίτι με περιμένανε για φαγητό. Πείναγα. Έφαγα με περίσσια όρεξη. Τελικά όλοι πεινάμε. Πεινάμε πολύ. Όταν πεινάσουμε αμέσως κάτι τρώμε…. Μα κάποιοι όταν πεινάσουν…. Ψάχνουν σαν άθλιες σκιές κάτω από το φως του ήλιου. Ψάχνουν με το χαμόγελο στα χείλη, μες στα σκουπίδια και μια κρυμμένη ελπίδα που γίνεται χαρά στη θέα μιας σάπιας πατάτας… ενός άδειου κουτιού από σκουπίδι γάλα. Ντρέπομαι….

Τυχαίοι Άνθρωποι

Απάνθρωπη ζωή μου κρύβεις τη χαρά.

Πόνο και πείνα στην άθλια σκιά. Ανθρώπινη που μοιάζει με ζώου, μοναχική.

Χαμόγελο που φώτισε ο ήλιος

Ελπίδα ετοιμόγεννη μες στα σκουπίδια, μάνα χαράς στη θέα μιας πατημένης φλούδας από φρούτο…

Γλύφεις το ακριβοπληρωμένο νερό που στάζει από μια τρύπια σωλήνα, σταγόνα, σταγόνα σαν ένα μαρτύριο και ζεις.

Μάτια μεγάλα που σε κοιτούν και ιριδίζουν στο φως.

Χαμόγελο πιο ταιριαστό στης μέρας τη χαρούμενη πνοή.

Τυχαίοι, περαστικοί και πεινασμένοι είμαστε…. Μα ποιο πολύ τυχαίοι….

Πέτρα η αγάπη. Σκοντάφτουμε σ’ αυτή, χαμογελάμε

Όπως χαμογελάμε μ’ ευχαρίστηση στη γεύση μιας μπουκιάς ψωμιού.

Τυχαίοι, μετράμε το χρόνο στο δρόμο. Χωρίς ρολόγια. Με πόνο στο άδειο στομάχι, στα σταυροδρόμια. Σκουπίδια, αιώνια ζωή. Ανθώπινη κατάντια, άθλια όψη, κενή ψυχή. Σύμμαχε χείμαρε που παρασέρνεις στους υπονόμους κάθε βρωμιά, της πείνας ιερό εμβόλιο.

Τυχαίοι, περαστικοί και πεινασμένοι….. άλλοι χορταίνουν με χαμόγελο το πόνο, κι άλλοι χορταίνουν με εμετό τη πείνα….. και τρώνε παλι. Σκουπίδια αιώνια ζωή!

Τυχαίοι άνθρωποι είμαστε όλοι. Περαστικοί.

Advertisements