Σύνδεσμός

Σκορπιός σε ανεμοθύελλα

post-21-73591-scorpio

Η αθόρυβη λειτουργία του ανεμιστήρα και το απαλό φύσημα πάνω στην υγρή από τον ιδρώτα επιδερμίδα μου έφερνε προσωρινή δροσιά μέσα στο γαλήνιο δωμάτιο.

Ησυχία και μισοσκόταδο από τις βαρειές ξεχασμένες κουρτίνες του χειμώνα που λες και περίμεναν τους κρυμμένους τεχνικούς  στις κουίντες κάποιου θεάτρου που η παράσταση τελείωσε εδώ και καιρό για να τις αλλάξουν.

Κι όμως οι βαρειές κουρτίνες δεν έκαναν το δωμάτιο πιο ζεστό. Ίσα, ίσα το έκαναν πιο σκοτεινό μέσα σ’ αυτά τα ζεστά μεσημέρια που η ανάσα δυσκολεύεται να κατανοήσει το θερμό αέρα που αναπνέει.

Ξαπλωμένος μπρούμυτα προσπαθώ να σφραγίσω την όραση του μυαλού μου να ησυχάσω μα αυτή σε όποια στάση κι αν βρεθώ συνεχίζει και μου θυμίζει τις σκέψεις μου. Ω αυτές οι αόρατες επαναλήψεις κάθε φορά που το κορμί επιθυμεί την ηρεμία.

Αυτό το άγριο μυαλό πετάει στον αέρα τις σκέψεις στριφωμένες πρόχειρα περιμένοντας τη λογική να σκύψει και να τις ράψει γερά να τις διαμορφώσει. Να τις κάνει σαν ένα τέλειο καλοραμένο κοστούμι από ένα ράφτη καλλιτέχνη.

Θα το φοράω και θα ταιριάζει απόλυτα πάνω μου και θα εκφράζει ότι ακριβώς μου συμβαίνει, θα αντανακλά τον πραγματικό μου εαυτό σ’ όσους πλησιάζουν το χώρο μου… θα είναι το τέλειο κοστούμι ενός σκορπιού.

Μα είναι αδιανόητο. Πάλι αυτό το μεσημέρι θα περάσει αγχωτικά χωρίς ύπνο, μετρώντας τα λεπτά και τις λιγοστές ώρες με κρυφές ματιές, έτσι ακίνητος στο ρολόι που κρέμμεται στο τοίχο. Ο μόνος ήχος που ακούγεται σ’ αυτό το δωμάτιο.

Ο επαναλαμβανόμενος ήχος των δεικτών του ρολογιού που μοιάζει με το μαρτύριο της σταγόνας… Πόσες φορές προσπάθησα να τον μειώσω με κάποιο μαλακό μαξιλάρι που έβαλα πάνω από το κεφάλι μου…. Πόσες φορές έβαλα τα ακουστικά και άκουγα μουσική για να μην ακούω αυτούς τους δείκτες που μου αφαιρούν με κάθε τικ και με κάθε τακ το χρόνο από τη ζωή μου.ceb1cf81cf87ceb5ceafcebf-cebbceaecf88ceb7cf82-6.jpg

Από μικρός ήθελα να μπορώ να βάζω μια παύση κάποια στιγμή. Και μετά από μια ώριμη σκέψη να συνεχίζω, το δρόμο μου. Μα ο χρόνος με πίεζε, βιαζόταν να με φέρει στα άκρα, στα όριά μου, να μη μ’ αφήσει να ξεκουραστώ…. Ο ίδιος ήχος… το ασταμάτητο μέτρημα του χρόνου. Και πόσες φορές δεν έβγαλα το ρολόι από το δωμάτιό μου.

Μα τότε άκουγα τον ήχο της καρδιάς μου … ή το αίμα να περνά ρυθμικά στη φλέβα στο κρόταφό μου και ο ήχος της να ακούγεται στο μαξιλάρι μου να περνά στα σωθικά μου σαν αντίλαλος από το απέναντι βουνό και να γίνεται βασανιστικός και αξεπέραστος σαν το δηλητήριο που μόνον εγώ διαθέτω…αυτό το δηλητήριο που κρατάω μόνο για τον εαυτό μου… Δεν θέλω να μετράω το χρόνο….Δεν θέλω αυτό το ρυθμικό ήχο που αφαιρεί από τη ζωή μου κάθε λεπτό της….

Ποιος ύπνος ωφελεί; Ποιος; αυτός που πέφτω στο κρεββάτι τα βράδια μόνος μετά από ένα χλιαρό χαλαρωτικό μπάνιο, αυτός που πέφτω απαλά από την αριστερή πλευρά, πάνω στα αερισμένα αφράτα μαξιλάρια, πάνω στα λευκά σεντόνια, έχοντας καταναλώσει ένα ολόκληρο ποτήρι με φρέσκο γάλα πριν από μια σκάρτη ώρα, αυτός που σβήνω το φως μετά το διάβασμα που μου βάρυνε τα βλέφαρα κι έφερε τα πρώτα χασμουρητά;

Όχι ψέμματα… δεν ωφελεί κανένας ύπνος…Δεν υπάρχει ύπνος δεν υπάρχει παύση…δεν υπάρχει ξεκούραση… κι ας την ευχόμαστε ο ένας στον άλλο, οι φίλοι, κάθε φορά που χωρίζουμε γι αυτό το λόγο.

Όχι ο χρόνος δεν περιμένει … Μετά το πρώτο χασμουρητό, έρχεται η πρώτη σκέψη. Ζωντανή σαν εικόνα που τη βλέπω τριδιάστατη μπροστά μου με τα ερωτήματα για την επόμενη μέρα. Κι ύστερα κι άλλη εικόνα, κι άλλη κι άλλη και γίνονται πολλές και ενώνονται με έντεχνο τρόπο, ένα θανατηφόρο κι εξαντλητικό μονταζ  που με φέρνει σε απόγνωση.

Νυχτερινοί εφιάλτες… με απειλούν με υποχρεωτικές επισκέψεις στις απόκοσμες υπηρεσίες του Δημοσίου στήνοντάς με σε εξαντλητικές ουρές, σε μια αναμονή χωρίς τέλος. Μια ζωή στήνομαι σε μια ουρά και περιμένω. Τι περιμένω; Να φτάσω σε ένα πρόσωπο να του κάνω μία ερώτηση, να με στείλει σε κάποιο άλλο, και το άλλο σε άλλο και η μέρα θα περάσει και δεν θα έχω πάρει απάντηση….

Η άλλη μέρα πάλι κάπως έτσι θα κυλήσει. Κι εγώ θα ρωτάω γιατί οι πόρτες είναι κλειστές…γιατί στη θέση αυτή που χθες καθόταν κάποιος υπάλληλος, σήμερα δεν είναι κανένας… Πάλι απάντηση δεν θα πάρω… Ποτέ δεν μου απαντά κανείς… Το Δημόσιο είναι μόνον για να τακτοποιεί δια τηλεφώνου σε γνωστές φωνές, φιλικές, συγγενικές όλα όσα κανείς δεν μπορεί να κάνει περιμένοντας σε κάποια ουρά.

Βασανίζω τον εαυτό μου με σκέψεις από το Δημόσιο. Λείπεις και η ζωή μου περιστρέφεται στις πιο απάνθρωπες συμπεριφορές…. Στα τελωνεία, στα λιμάνια … στις εφορίες…

Κι όμως ρίχνω κι άλλο δηλητήριο στο νερό που πίνω. Προσπαθώ να σε βγάλω από τη σκέψη μου ενώ ξέρω πως συγχρόνως σου σφραγίζω κάθε έξοδο του μυαλού μου για να μη μπορείς να βγεις…

Ενας δυστυχισμένος σκορπιός είμαι… χαμένος στη άβυσσο της ερωτικής σκέψης…. Χαμένος στην άβυσσο της λιγοστής απουσίας σου….Αυτή η απουσία σου που ξυπνάει τα πιο λυσσαλέα  τέρατα που μου κατασπαράζουν τις σάρκες …. Καθώς μου λείπει η όψη σου….  Το ακριβές στίγμα που βρίσκεσαι… η απόσταση…. Η φωνή σου… το άγγιγμά σου…

Ουφ! Αυτά τα  μεσημέρια  με βασανίζουν. Ανοίγω τη ντουλάπα και η μυρωδιά από τα ρούχα σου εξαντλείται στις βαθειές ανάσες μου…. Πόσο μου λείπεις…

Με μια λοξή απεγνωσμένη ματιά στο ρολόι του τοίχου εκτός από τον ρυθμικό παντοτινά ίδιο ήχο πήρα και το ευχάριστο μήνυμα…με τη θέση των δεικτών…Η ώρα είχε περάσει.

Έπρεπε να ετοιμαστώ. Η πτήση που θα σε φέρει και πάλι κοντά μου φτάνει  περίπου σε μια ώρα… πρέπει να φύγω για το αεροδρόμιο…

Άνοιξα τον ανεμιστηρα στο φουλ. Όλα μέσα στο δωμάτιο άρχισαν να δέχονται τις ριπές του ανέμου σαν τη θύελλα που ξεσπά ξαφνικά πάνω από τη πόλη…. Μια θύελλα επικρατεί στο δωμάτιο μου, ενώ ετοιμάζομαι να φύγω. Μια θύελλα που προμηνύει  την ερωτική θυελλα που πλησιάζει και θα ακολουθήσει μετά από τις λίγες μέρες της απουσίας σου.

Λίγες μέρες που είχαν καταντήσει για μένα συσσωρευμένοι αιώνες αναμονής κι επιθυμίας…  Όλες αυτές τις ημέρες του χωρισμού, έχω χάσει τα πάντα από τη ζωή μου και μοναδική συντροφιά έχω τους ήχους από τους δείκτες του ρολογιού που μου θυμίζουν με τον πιο άδικο τρόπο πως πεθαίνω σιγά σιγά….χωρίς εσένα.

Το βράδυ και πάλι θα κοιμηθώ αργά… μετά από διηγήσεις και ταξίδια στους τροπικούς. Ένας σκορπιός θα είμαι που θα μου βάζεις φωτιά και θα ψάχνω τις μυστικές  σου εξόδους περνώντας μέσα από τις φλόγες σου αλώβητος.

Ο ανεμιστήρας θα στεγνώνει με το πιο δροσερό τρόπο τους ιδρώτες μας…που θα μοιάζουν με ονειρικούς ποταμούς… κι όταν το χάραμα θα σε ξυπνήσει… θα με ξυπνάς με ένα απαλό φύσημα  όπως εσύ ξέρεις, στο στήθος μου, κι όταν ανοίξω τα μάτια μου  ξαφνιασμένος, θα μου δώσεις ένα φιλί….

Τώρα θα μετράω το χρόνο  με αυτά τα δικά σου απαλά φυσήματα πάνω μου…. Πάνω στο στήθος μου, στο πρόσωπό μου, στη πλάτη μου… και με τα μοναδικά φιλιά σου…κι εγώ θα απαντώ σε όλα αυτά με το υπέρμετρο ζήλο σαν ιδιωτικός υπαλληλος, με ακριβό κοστούμι, ταλαντούχος,   που είναι αφοσιωμένος κατ’ αποκλειστικότητα στον εργοδότη του…

Θα είμαι και πάλι ο δικός σου σκορπιός.

Άργησα …πρέπει να φύγω για το αεροδρόμιο…..

Dimitris Manousakis — Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο

Advertisements

Ο Σκορπιός

Ο Σκορπιόςantares_eder_small

Αυτή τη φορά θα το γράψω και θα το στείλω…σκέφτηκα. Πρέπει να το στείλω γιατί ο πόνος με πνίγει.Ο θυμός με τον εαυτό μου που άφησα τα πράγματα να εξελιχτούν έτσι. Γίνανε όλα θολά. Στέγνωσαν τα πάντα. Έμεινε μόνον ο έρωτάς μου γι αυτή μέσα μου και σαν ένα  κάρβουνο αναμένο, με καίει και με σκοτώνει. Γιατί να μην εκφράσω τα αισθήματά μου νωρίτερα, την ώρα που έπρεπε και να αφήσω να πλανόνται γύρω μου τόσα ερωτηματικά δίχως καμιά απάντηση, μια απλή απάντηση που τη περίμενε τόσο να την ακούσει από τα χείλη μου. Μια μικρή φρασούλα, ένα σ’ αγαπώ….

Είμαι ένας σκορπιός, ένας σπάνιος μαύρος σκορπιός. Παλεύω με τον εαυτό μου, είμαι αυτοκαταστροφικός. Ερμηνεύω τον εαυτό μου μέσα από τη σιωπή και τη τιμωρία μου. Μέσα από το μαστίγωμα που του κάνω με τα δυό μου χέρια, μέσα από το δηλητήριο που του δίνω και πίνει…

Έφυγε και άφησε μια ολόλευκη φυγούρα στο σπίτι να πλανιέται σαν ένα φάντασμα που εμφανίζεται και πρωί και βράδυ, μπροστά μου, πλάϊ μου, πίσω μου, παντού και με βασανίζει τονίζοντάς μου συνέχεια πόσο λάθος έκανα που τα πράγματα φτάσανε στο χωρισμό.

Τα παράθυρα του σπιτιού μου σαν  οθόνες κινηματογραφικές, προβάλουν τη κίνηση της πόλης μπροστά μου με ταινίες  πρώτης προβολής και η ματιά μου χάνεται μέσα σ’ αυτές τις ταινίες μήπως και βρει το πέρασμά της, μήπως και τη δει  να μπαίνει ή να βγαίνει σε κάποιο καφέ ή σε καποιο ρεστοράν. Μάταια. Έφυγε και πήγε μακριά. Μόνον ένα γράμμα θα μπορέσει να τη  φτάσει εκεί που είναι.

Αυτή τη φορά θα το γράψω σκέφτηκα. Θα το γράψω και θα το στείλω. Θα της γράψω  πόσο πολύ την αγαπώ, πόσο πολύ τη θέλω μαζί μου, πόσο πολύ  μου λείπει . Κάθισα με πείσμα στο γραφείο μου και άρχισα να γράφω με τη πένα μου. Εσκισα το πρώτο φύλλο, πήρα ένα στυλό με υγρό έντονο μπλε μελάνι διαφορετικό από αυτό της πένας το ξεθωριασμένο, ξανάρχισα από την αρχή. Ξαφνικά διαπίστωσα πως δεν μου άρεσε η ροή στο γράμμα, τσαλάκωσα και το δεύτερο φύλλο  μέσα στη χούφτα μου και το πέταξα στοχεύοντας στο κέντρο του καλαθιού. Πήρα ξανά τη πένα, μ’ αυτή μπορούσα και έγραφα πιο στρωτά, μπορούσα και αποτύπωνα πιο σωστά το γραφικό μου χαρακτήρα και μ’ άρεσαν τα γράμματά μου, γιατί ήταν η έκφραση του μυαλού μου , η αποτυπωση της βαθειάς μου σκέψης, η ρυθμική κίνηση του χεριού μου πάνω στο φύλλο του χαρτιού, ήταν το αποτύπωμα των ουσιών μου πάνω σ’ αυτό το ρημαδιασμένο φύλλο. Έγραφα, έγραφα, και κάποια στιγμή μου φάνηκαν όλα τόσο απόμακρα από τη πραγματική μου σκέψη, από την ουσία, από αυτό που πραγματικά ήθελα απλά και ταπεινά να εκφράσω. Ένα συγνώμη ήταν να πω απλά και μια πρόσκληση εκ νέου να της κάνω για να γυρίσει πίσω.

Τσαλάκωσα τρία φύλλα γραμμένα με τόσες  σκέψεις…τα έκανα μια μικρή μπάλα μέσα στις παλάμες μου. Στόχευσα εκ νέου στο καλάθι  μα δεν ευστόχησα. Η μπαλίτσα χτύπησε στα χείλη του καλαθιού χωρίστηκε σε τρία τσαλακωμένα κομάτια , το ένα έπεσε μέσα στο καλάθι και τ’ άλλα δυό πετάχτηκαν πιο μακριά και έπεσαν απέχοντας το ένα από το άλλο αρκετή απόσταση σπέρνοντας τα γραπτά μου λόγια πάνω στο ξύλινο πάτωμα του δωματίου μου. Χαμένα λόγια σκέφτηκα, πεταμένα εδώ κι εκεί, γεμάτα θύμισες ,γεμάτα επιθυμία, γεμάτα ερωτικό άγχος.

Το απόγευμα πέρασε, τα φώτα στους δρόμους άναψαν, μετά άναψαν και στα σπίτια στην αρχή εδώ κι εκεί, μετά πιο πολλά, τα παράθυρα του σπιτιού μου άλλαξαν έργα. Οι ταινίες έγιναν σκοτεινές, θύμιζαν, περιπετειες , γεμάτες με σκηνές αγωνίας μέσα σε σκοτεινούς  ή ημιφωτισμένους στενούς δρόμους. Εκεί που μπορεί να συμβούν χίλια δυό παρανοΪκά κι επικίνδυνα πράγματα….εκεί που δεν θάθελα ποτέ να πέρναγε εκείνη μόνη της….

Ένα μπουκάλι ουίσκι άδειο έπεσε από την άκρη του γραφείου μου στο πάτωμα καθώς το σκούντησα  με την άκρη του χεριού μου, άθελά μου σε μια κίνηση να πετάξω και άλλα φύλλα γραμμένα με άχρηστα λόγια…που τα είχα κάνει κι αυτά μικρές σφιχτές χάρτινες μπάλες… Αυτές έπεφταν πια συνεχώς έξω από το καλάθι , είχαν γεμίσει το πάτωμα παντού εδώ κι εκεί τσαλακωμένα γραμμένα χαρτιά.

Το άδειο μπουκάλι κύλισε και έφτασε στην απέναντι γωνιά χτύπησε στο πόδι μιας πολυθρόνας, πήρε μια στροφή και ξανακύλισε με μειωμένη ταχύτητα φτάνοντας μπροστά στο παράθυρο. Εκεί σταμάτησε. Εκεί σταμάτησε και η λογική μου σκέψη. Άνοιξα κι άλλο μπουκάλι με ουίσκι. Γέμισα κι άλλο ποτήρι και ήπια με λαχτάρα, με απεριόριστη βουλημία για να νοιώσω το καυτό κατρακύλισμα του ποτού στο λάρυγγά μου. Ξαναγέμισα το ποτήρι, το πήρα με το χέρι μου το έφερα μπροστά στο πρόσωπό μου το κοίταξα μπροστά από το φώς της λάμπας και είδα το προσωπό μου παραμορφωμένο μέσα από τη μαγική αντανάκλαση που μου έδινε  το κρύσταλλο.

Φαινόμουνα διαβολικος με τεράστια κόκκινα μάτια, μικρό στρογγυλό στόμα με λιγοστά χείλη, κρύα κίτρινα στο χρώμα του ποτού. Έστρεψα  λίγο το ποτήρι δεξιά και ξαφνικά τα μάτια μου γίνανε μικρά σαν δυο κουκίδες, το στόμα μου τεράστιο και δυο αυτιά με μυτερή  επιμήκυνση στο πάνω μέρος σαν του σκύλου που κάτι έχει  ακούσει ένα κόλαφο από μακρυά και προσπαθεί να εντοπίσει τη λεπτομέρεια του ήχου…μετά έστρεψα το ποτήρι λίγο αριστερά και αντικρύζοντας  δυο μεγάλα χοντρά φουσκωμένα σαν μπαλόνια μάγουλα, με δυό χείλη πλατιά και δυό αυτιά σαν δυό βερύκοκα καλογινομένα έβαλα τα γέλια. Έστρεφα  συνέχεια το ποτήρι πότε δεξιά και πότε αριστερά και γέλαγα με τα καμώματα του μαγικού κρύσταλλου.

Γέλαγα τρελλά, γέλαγα συνέχεια, νευρικά και τελειωτικά, ένα γέλιο που με εξαντλούσε, ένα γέλιο που με θανάτωνε με πόνο, ένα γέλιο που δεν μπορούσα να το σταματήσω. Ένα γέλιο που χτύπαγε τον εαυτό μου με μαστίγιο γεμίζοντας τη σκέψη μου με την ανησυχία γι αυτή, προσθέτοντας τη βασανιστική αίσθηση της αφόρητης ζήλιας…. Οι μύες της κοιλιάς μου πόναγαν από τους συνεχείς σπασμούς και αμέσως ακολούθησε μια κράμπα στο ίδιο σημείο που απλώθηκε με οδύνη πάνω στο στήθος μου, τύλιξε με πόνο τη καρδιά μου και έσφιξε το λαιμό μου με τη δύναμη δυο αόρατων χεριών που ήθελαν  να με πνίξουν….σταμάτησα το γέλιο. Απ το χέριμου έφυγε το ποτήρι και έπεσε με πάταγο στο πάτωμα, έσπασε και διασκορπίστηκε σε πάμπολα μικρά κρυσταλικά κομμάτια παντού γύρω μου. Σηκώθηκα όρθιος να φύγω από το δωμάτιο για να ξεφύγω …. ούρλιαξα από το πόνο που έγινε ακόμα πιο έντονος, έπεσα με φόρα πάνω στο γραφείο μου, αυτό γλύστρισε πάνω στο πάτωμα, τραντάχτηκε, ο υπολογιστής έπεσε σταδιακά και διαλύθηκε, δυο καλώδια κόπηκαν και το πληκτρολόγιο κρεμόταν σαν εκρεμμές  κάτω από τα πόδια του γραφείου. Μετά πέσανε οι πένες τα μολύβια το ρολόι και το μπουκάλι με το υπόλοιπο  ουΐσκι…έπειτα μη μπορώντας να κάνω ένα βήμα να πλησιάσω το απομακρυσμένο γραφείο, σωριάστηκα στο πάτωμα σύρθηκα πάνω στα σπασμένα κρύσταλλα κι έγινα ένα μ’ αυτό…αισθανόμουνα τα μικρά κρυσταλικά κομμάτια να τσιμπούν το κορμί μου ακόμα και τις παλάμες μου και το πρόσωπό μου,ανήμπορος  να σηκωθώ ή να μετακινηθώ. Πίσω από το κεφάλι μου άκουγα το μπουκάλι με το ουίσκι να αδειάζει με το χαρακτηριστικό ήχο..γλουπ γλουπ γλουπ .

Παντού κρύσταλλα σπασμένα. Μου είχαν καρφωθεί δυο τρία στο δεξί μου μάγουλο και στους καρπούς των χεριών μου και στις παλάμες μου. Άλλα στα πόδια και άλλα στη κοιλιά και στο στήθος διαπερνόντας  τα ρούχα μου…μετά από λίγο κύλησε μπροστά μου απαλά, ήσυχα το χυμένο ουίσκι και απλώθηκε σαν τη παλίρροια μόνο που ήτανε ανακατωμένο με αίμα. Το αίμα που αισθανόμουν να φεύγει αργά αργά καυτό από μέσα μου προσθέτοντας μια αίσθηση στην αρχή τρόμου, αργότερα παύσης και ηρεμίας και  μετά ευφορίας. Ένα απάλό χαμόγελο αιστάνθηκα να διαγράφεται στο πρόσωπό μου και έκλεισα τα μάτια μου. Πριν ο θάνατος έρθει θα έχω γράψει τα λόγια που θέλω να της πω…σκέφτηκα. Η σκέψη δεν πεθαίνει . Θα φύγω,  θα πετάξω να πάω να τη βρω και να της δώσω το γράμμα. Η υγρή παλίρροια άγγιξε το κομμένο καλώδιο. Ένας σπινθήρας έλαμψε  και ταυτόχρονα όλο το χυμένο ουΐσκι έπιασε φωτιά. Μετά άρπαξαν οι κουρτίνες, τα χαρτιά και τα έπιπλα. Με περικύκλωσαν  οι φλόγες και παραδόθηκα στη πύρινη λαίλαπα.

Θάτανε δύο η ώρα και από τις κινηματογραφικές οθόνες των παραθύρων μου άρχισε η προβολή των αστερισμών. Άνοιξα ελαφρά με λιγοστή δύναμη που μου απέμενε τα μάτια μου και έτσι όπως ήμουνα σκυφτός ξαπλωμένος κενός από σκέψεις πια, ανήμπορος να κινηθώ,με το δεξί μάγουλο πάνω στο πάτωμα,μέσα επό ένα μικρό κενό που άφηναν οι τεράστιες φλόγες , είδα από το παράθυρο να διαγράφεται στον ουρανό ο αστερισμός του σκορπιού. Και εκεί που οι δαγκάνες του ενώνονται  σαν ομπρέλα πάνω στο κεφάλι του είδα τον Αντάρες…αυτό το πολύχρωμο και πιο φωτεινό αστέρι του σκορπιού….αυτό το αστέρι που όποτε το κοιτάζω με γεμίζει με ενέργεια, γίνομαι δυνατός  σαν το σίδερο, άγριος πολεμιστής, ερωτικός πειρασμός,ζωηρός εραστής, έξυπνος και σοφός  και με τη βοήθεια του Γραφφία και του Ντσούμπα  των άλλων δυο φωτεινών αστεριών είμαι έτοιμος να πάω μακριά  πολύ μέσα στο σύμπαν και να βρω και να πολεμήσω μετά από μεγάλη και άγρια μάχη τον Ωρίωνα. Αυτό το αστέρι ο Αντάρες είναι το τυχερό μου αστέρι. Είναι το φυλαχτό μου. Είναι αυτό το αστέρι που ξέρει τα μυστικά μου, όλες τις ανησυχίες μου και με βοηθά πάντα όταν με βλέπει και το βλέπω.

Έριξα μια ματιά γύρω μου …κάτω από το δεξί μου μάγουλο δεν ήταν το ξύλινο πάτωμα. Είμουνα καθιστός στη καρέκλα μου και είχα γύρει και αποκοιμήθηκα πάνω στο γραφείο μου. Στο πάτωμα δεν υπήρχαν σπασμένα κρύσταλλα. Ούτε μπουκάλια, ούτε ουίσκι με αίμα, ούτε χαρτιά πεταμένα εδώ κι εκεί…ούτε ….τεράστιες φλόγες…

Ένα ποτήρι μισογεμισμένο με ουϊσκι ήταν πλάϊ μου μόνο και μισό μπουκάλι πιο κει….παρατημένο, δίπλα από το ρολόϊ  που χτύπαγε ρυθμικά μετρώντας το χρόνο πάνω στο γραφείο μου.

Ανέβηκα στο υπνοδωμάτιο. Η αγάπη μου ήταν ξαπλωμένη από νωρίς και διάβαζε ένα περιοδικό με μόδα και υγιεινή διατροφή…Με κοίταξε με ανησυχία, μια ανησυχία που γρήγορα μετατράπηκε σε πόθο. Ένα πόθο ερωτικό γεμάτο πάθος. Ακολούθησε ένα αστρικό μακρινό ταξίδι και ένας  σκληρός πόλεμος με καλπασμούς , τριξίματα σπαθιών, αλαλαγμούς, ένας σκληρός πόλεμος  πέρα μακρυά στον αστερισμό του ωρίωνα που κράτησε μέχρι το ξημέρωμα . Οι πρώτες αχτίνες του ήλιου φώτιζαν το κατακόκκινο ιδρωμένο πρόσωπό μου που ήταν ακόμα μεθυσμένο από την νικηφόρα έκβαση της μάχης….