Ο Ναυαγός Του Ουρανού

 

 Aeroplano

Ή ταξιδεύουμε ή περιμένουμε νάρθει κάποιος  από ένα ταξίδι.

Ο ωκεανός, απέραντος και μυστικός

Βασανίζει με επιμονή την σκοτεινή σκέψη μου

Στύβει το νου μου σαν ένα σπόγγο

Και πλημμυρίζει την απεραντοσύνη του με τα δάκρυά μου

Στέκομαι όρθιος και κοιτάω τη φωτεινή πινακίδα του αεροδρομίου με τις αφίξεις

Μια άφιξη με νοιάζει τώρα. Μια άφιξη που αργεί. Ας είμαι αλλού. Ας είμαι μακριά. Αυτή η άφιξη με νοιάζει τώρα.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………

Ταξιδεύει, πετώντας στον ουρανό κι ακουμπά στην άκρη του προσκέφαλου

Κοιμάται ενώ συγχρόνως ακούει το συνεχή ήχο από τις μηχανές του αεροπλάνου

Ονειρεύεται τις αγκαλιές κατά την άφιξη στο προορισμό του…

Ονειρεύεται τη χαρά, τον αγγίζει η αγάπη των δικών του ανθρώπων…

Ουρανέ, απέραντε, τόσο γνωστέ και τόσο άγνωστε

Μη τον ξυπνάς. Άσε τον ήχο από τις μηχανές του αεροπλάνου να συνοδεύει τον ύπνο του.

Ας τον να ζήσει μέσα στο όνειρο αιώνια, σαν ένας χαμένος δικός σου ναυαγός.

………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Άκουσε ο ουρανός. Και πήρε τη ψυχή του. Τη πήγε μακριά την έκρυψε καλά…

Ποτέ να μη ξυπνήσει και χάσει το όνειρο που του έδοσε χαρά.

_Τώρα έγινε η λύπη μου απέραντη και μυστική. Πόνος βουβός και δάκρυ ωκεανός… καθώς διαβάζω του άδειου τάφου την επιγραφή.

Για του ουρανού το ναυαγό να πω μια προσευχή

Μέχρι να ονειρευτώ κι εγώ τόση χαρά, πετώντας πάνω απ’ τον απέραντο ωκεανό σαν αστραπή.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Ρίσκο η ζωή. Το διαλέγουμε μόνοι μας. Ισορροπούμε σε τεντωμένο σχοινί. Και ταξιδεύουμε…   

Φράουλα Ζωή

 images (22)

Η ζωή είναι σαν το Λούνα Παρκ είπε ο Παύλος. Διαλέγεις το ρίσκο κι ανεβαίνεις στη «κούνια» που διάλεξες και ή γελάς και χαίρεσαι και φωνάζεις ή γεύεσαι το τρόμο μη μπορώντας να βγάλεις φωνή. Το πλήθος σε απομονώνει. Τι είσαι μέσα στους πολλούς. Ένα εισιτήριο. Μετά παίρνεις ένα δρόμο κι απομακρύνεσαι τσαλακωμένος στης μοναξιάς τις άγνωστες πορείες. Κι εκεί νιώθεις μεγάλος, ένας, μοναδικός. Είσαι εσύ όπως θα ήθελες να είσαι. Είσαι μια ολόκληρη ιστορία.

Κασκόλ και γάντια αταίριαστα στα χρώματα η ζωή μου. Τυχαία, αρπαχτά μέσα απ’ το συρτάρι στο πρώτο κρύο. Απρόσεκτα, βιαστικά φορεμένα παπούτσια που δεν αντέχουν στη βροχή, σαν τη φλόγα του κεριού στον άνεμο.

Άμμος θαλασσινή, ψιλή στεγνή κι ανάλαφρη, τη φύσηξε ο αέρας και τη σώριασε, την έκανε λόφο που μου κρύβει τη θέα της θάλασσας. Ούτε το άλμπουρο απ’ το σκάφος που πλέει γιαλό γιαλό δεν αντικρύζω.

Το σύννεφο σκεπάζει τα ξεθωριασμένα όνειρα, τα ανείπωτα, ποτέ και πουθενά, λες και η μάγισσα του μπαρ που είδε τη παλάμη μου μια νύχτα στο Λονδίνο, ήξερε τι μου έλεγε.

__ «Και το πρωί μη πεις, τι σε βασάνιζε το βράδυ, την ώρα που το σεντόνι με μανία τυλιγόταν δίπλα απ’ τα όνειρά σου, αν θες το όνειρο να μείνει όνειρο».

__Μήπως προφήτευε με τη ματιά τα χνάρια της ζωής μου αληθινά; Πόσο πιο πολύ, να μου το πει, ευγενικά…

Ζάρια παιγμένα, μόνο μια ριξιά με ρίσκο το άγνωστο που θ’ ακολουθήσει.

Στη νύχτα, η μέρα ανοίγει τη πόρτα και ο κάβος όταν λύσει το πλοίο χάνεται στο πέλαγο. Τι νάναι πια τόσο σημαντικό, σημαδιακό, κακό απ’ το αυτονόητο.

Η ζωή μου στην άκρη της ράμπας περπατά σαν το παιδί που παίζει στην άκρη του πεζοδρομίου. Απέχει λίγο και τυχαία από το κίνδυνο.

Ποδήλατο χωρίς φρένα σε απότομο κατήφορο κι αφήνομαι η ταχύτητα να με παρασύρει από λατρεία στου ανέμου τη γεύση πάνω στα υγρά χείλη που προσπαθεί να τα στεγνώσει…

Μια φωτογραφία στην όχθη του ποταμού. Εκεί που ο Τάμεσης χωρίζει τη πόλη, για να θυμάμαι πόσο μακριά είναι η μια γέφυρα από την άλλη… όταν θελήσεις να περάσεις απέναντι.

Τώρα η βροχή τη νύχτα ακούγεται και συντροφεύει τον ύπνο μου σαν ένα τραγούδι αγαπημένο που δεν το άκουσα ποτέ σε μια ζωντανή συναυλία σε ένα φεστιβάλ πίνοντας κρασί ανάμεσα σε κόσμο, πολύ.

Αταίριαστα τα υφάσματα που έστρωσα στο δικό μου τοπίο, σαν μπερδεμένες εποχές, αφού ο νους στο πέλαγο παλεύει με το σουέλ του καυτού ινδικού και το παράθυρο μπροστά μου όρθιος καθώς στέκομαι  κοιτάει το δάσος με τα έλατα και τα λιγοστά ελάφια.

Βαρκούλα η σκέψη μου από σκαλισμένη φλούδα πεύκου που περίτεχνα την έφτιαξα σε μια στιγμή κενή, στο σκαλί της εξώπορτας. Πλέει, στο άγιο νερό της μικρής λίμνης που απ’ τη βροχή μαζεύεται και υπάρχει, τη σπρώχνω ελαφρά κι αυτή απομακρύνεται αργά αργά σ’ ένα ταξίδι που ψάχνει να σε βρει…

Α! βρόχινο νερό και δάκρυ. Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει ποιο είναι ποιο; Χείμαρος, λίμνη, θάλασσα… διψάω και πίνω το νερό μέσα από κρυστάλινο ποτήρι. Καθώς αδειάζει λαχανιάζω και η ανάσα μου θολώνει το κρύσταλλο. Απρόσεκτη ζωή σαν την ακτή που τη χτυπάει η μανιασμένη θάλασσα.

Τρέμει το βλέφαρο στο ένα μάτι, πάλεται σαν το φτερούγισμα ένός οιωνού. Μήπως η μάγισσα σε κάποιο μπαρ στο Λονδίνο, με σκέφτεται και η σκέψη της την έκανε και είπε κάτι μαγικό;

Μήπως με ένα ραβδί από αυτά τα μαγικά αγγίξει την ιστορία μου ξανά, κάνει τα απρόσεκτα προσεκτικά… μήπως ταιριάξει τα αταίριαστα…. Μπα, μια λίρα πλήρωσα κι αγόρασα τα μαγικά της λόγια. Πού να θυμάται τι πούλησε σε ποιον, εκείνη τη μακρινή νύχτα.

Πόσο απόκοσμος ο σταθμός μετά το σφύριγμα του τελευταίου τρένου. Με κοίταγε ο μηχανοδηγός που δεν το πρόλαβα την ώρα που έφευγε για το Μπένφλιτ… και διάβασα τη σκέψη του την ώρα που με έβλεπε να μένω μόνος, σε ένα έρημο σταθμό, σε μια πόλη που μετά το τελευταίο τρένο γίνεται άγρια σαν σκιά του ονείρου. «άμοιρε άνθρωπε. Θα μετράς τα φώτα της πόλης αυτή τη νύχτα. Θα βλέπεις στους τοίχους των κτιρίων, τις σκιές από τα χνώτα των αστέγων να ανεβαίνουν και να χάνονται στο παγωμένο ουρανό».

Τις είδα τις σκιές. Έμοιαζαν με προσευχές. Μα ήταν πόνος.

Σκουπίδι στο μάρμαρο που ξέφυγε απ τη σκούπα….

Στάχτη το χρώμα του ουρανού. Το καλοκαίρι αργεί. Όσο ο καπνός γράφει μηνύματα κι όσο τα σύννεφα μοιάζουν με κύματα θα αφήνω το χιόνι να καλύπτει τη σκέψη μου. Θαμένος σπόρος, σβησμένες αναμνήσεις, φωτογραφίες σε σκονισμένο άλμπουμ. Η λησμονιά σαν μαύρη αρρώστια που τρώει τα σωθικά μα επιβάλλεται. Λευκό το χιόνι σκεπάζει τη ζωή προσεκτικά. Κάνει να φαίνονται όλα ταιριαστά.

Αταίριαστα γάντια, λυμένο το κασκόλ κι απόψε τα χέρια παγωμένα δεν τα ζεσταίνει μόνο μια ανάσα…

Απρόσεκτα, παπούτσια φορεμένα βιαστικά που δεν ταιριάζουν με την υγρή νύχτα. Πόδια βρεγμένα. Μια ζωή που ποτέ δεν έτυχε να τη σκεπάσω με μια αγκαλιά.

Το μεγάλο γνωστό ρολόι χτύπησε δώδεκα φορές. Της νύχτας ο ήχος δυνατός να σ’ ενοχλεί στης ησυχίας τη βολή. Μετά τίποτα. Ένας χρόνος τέλειωσε, κι έσβησε και χάθηκε. Όπως χάνεται κάθε λεπτό, κάθε δεκάλεπτο και σβήνει σαν το πεταμένο τσιγάρο που πάνω του κουβαλάει το DNA μου. Παντού η ζωή μου σκόρπια αποτσίγαρα που κάηκαν από την ιλιγγιώδη ταχύτητα των δεικτών του ρολογιού.

Λάσπη στου κύκνου τα φτερά. Κι ύστερα ένα τίναγμα και τίποτα…

Δυο σταγόνες αίμα σταγμένες σε λευκό πουκάμισο.Αταίριαστα στίγματα Το δάγκωμα της φράουλας θέλει προσοχή.

Φράουλα ζωή. Απρόσεκτα σε ζω

«Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο»

Τι Κρύβει Η Ομίχλη

fog2

 

Η ομίχλη μπορεί να κρύβει ένα ολόκληρο νησί, μπορεί να κρύβει ένα μύθο.

 

Αχνή εμφάνιση των φαντασμάτων στο νησί

Μια σκέψη βαριά που δεν τολμά να βγει να ταξιδέψει, σαν τις χιλιάδες άλλες σκέψεις.

Περπατούσα στο νοτισμένο χώμα και έτριζαν τα κόκαλα των διωγμένων. Άνθρωποι που σπρώχτηκαν στο θάνατο με μια κατάρα, πρόωρα, χωρίς να στάξει δάκρυ για το θάνατό τους.

Βαριά και η ατμόσφαιρα, καμμένη σάρκα και αίμα που χύθηκε και πότισε κάθε πιθαμή γης, βαριανασαίνω και περπατώ χωρίς να ξέρω τι με περιμένει. Κάποια στιγμή ένοιωσα τσούξιμο στις γάμπες των ποδιών μου και νόμιζα πως άγγιξα άθελά μου τσουκνίδες που ξεχώριζαν μέσα στα θεριεμένα καταπράσινα χόρτα. Μα έπειτα γατζώθηκαν στο παντελόνι μου λες κι ο τόπος είχε σπαρμένα αγκάθια. Έσκυψα να δω μα το χορτάρι ήταν φρέσκο, ούτε τσουκνίδες υπήρχαν ανάμεσά του ούτε αγκάθια.

Και τότε ο τρόμος άρχισε να ξυπνά αργά αργά από το άγνωστο, θέριεψε με μιας και με κυρίευσε. Νύχια ανθρώπινα από κοκάλινα χέρια προσπαθούσαν να γατζωθούν επάνω μου να με πιάσουν σαν να ήθελαν να με σταματήσουν, κάτι να προλάβουν να μου πουν… από άλλες εποχές….

Φωνές, κραυγές από μαστιγωμένους, στης τρέλλας το αποκορύφωμα, μάτια που κοιτούσαν το θάνατο του διπλανού. Κατάρες ειπωμένες, συσσωρευμένες στους ομαδικούς ανοιχτούς τάφους, ανακατεμένες με το παγερό άνεμο που στροβιλιζόταν γύρω από τις μαύρες ψυχές, τις αδιάβαστες, τις αποδιωγμένες από τον υπόλοιπο κόσμο, τις εξορισμένες από την άγνοια και το μίσος των ανθρώπων. Αρρώστια θανατηφόρα, πανούκλα αγιάτρευτη, ρίξε φωτιά στη σάρκα να καεί. Που είναι ο παπάς να πλησιάσει και να πει τα λόγια τα μυστικά που ακούει ο θεός για να ανοίξει τις πύλες του άλλου κόσμου.

Απρόσκλητα κορμιά στο κολασμένο νησί. Ο θάνατος αδυνατεί, δεν θέλει να τους πάρει, φαβάται κι αυτοί πεθαίνουν ζωντανοί και παραμένουν άταφοι να λειώνουν από πυρετό και αδιαφορία. Ένα ταξίδι με ξύλινη βάρκα, χωρίς κουπιά απ’ την απέναντι στεριά. Μόνο ένα σπρώξιμο κι έπειτα ο τρόμος μαγνήτιζε τις ανθρώπινες ματιές τους και τους τράβαγε στο χωνευτήρι των οστών τους. Στρογγυλά ορθάνοιχτα μάτια, γυναίκες και άνδρες που αντίκρισαν τη τρέλλα, κομμένα κεφάλια απ’ τις αόρατες μαύρες ψυχές των προηγούμενων που έλιωσαν απ’ τη πανούκλα της εποχής. Καπνός μαύρος στου ανέμου την αδύναμη ένταση, λημέρι των αόρατων φαντασμάτων. Μίσος στη πέτρα και στο χώμα, ψυχές που δεν ξέφυγαν ποτέ από τα σαπισμένα κορμιά των πεθαμένων. Κορμιά που σάπισαν μαζί με τις ψυχές και γίνανε αδίστακτα φαντάσματα που δεν διστάζουν ακόμα και σήμερα να σηκώνουν σιδερικά και να κτυπούν και να σκοτώνουν όποιον τολμήσει και πλησιάσει άθελά του το καταραμένο νησί.

Η μουσική απ’ την απέναντι ακτή ακούγεται και θυμίζει την πραγματική ζωή των ανθρώπων. Το γλέντι στους φωτισμένους δρόμους της Βενετίας και οι περαστικοί ντυμένοι με ντόμινο και μάσκες περίτεχνες. Μάτια που γυαλίζουν πίσω από τις άκαμπτες μάσκες. Κοιτούν τη πάχνη της νύχτας που απλώνεται αργά και υγραίνει με τη παρουσία της τους λιθόστρωτους δρόμους. Οι γόνδολες διασχίζουν τα κανάλια και οι ανήμποροι γέροντες κοιτούν μεσα απ’ τα παραθυρόφυλλα ενώ η σκέψη τους φορά της μάσκα της αποκριάς… Τότε που σαν νέοι τραγουδούσαν στους ίδιους δρόμους, μπροστά από τα ίδια κτίρια της αιώνιας πόλης.

Πόσα μυστικά κρύβουν τα νερά της Βενετίας…

Πόσα ξέρει και κρύβει η πυκνή ομίχλη τις μέρες και τις νύχτες όταν με επιμονή απλώνεται και κρατάει μέρες για να φύγει…

Παραμονές Χριστουγέννων. Βγαίνω από το Ξενοδοχείο που μένω  στο Λίντο. Ένα ραντεβού στη πλατεία του Αγίου Μάρκου με κάνει να περπατώ γρήγορα προς την ακτή του νησιού. Πρέπει να πάρω τη βάρκα να περάσω απέναντι. Ένα νυχτερινό δείπνο, ξεχωριστό με τη φίλη μου τη Στέλλα από τη Τεργέστη που θα συναντηθούμε μετά από πολύ καιρό. Μια συζήτηση για ένα βιβλίο. Θα περάσουμε μαζί τα Χριστούγεννα.

Φτάνω στη βάρκα και την ώρα που επιβιβάζομαι ένα μαυροπούλι με κοιτά και πετά μακρυά, ανατολικά… Λες και μου δείχνει μια πορεία, μέσα στη νύχτα, μέσα στο μακρυνό παρελθόν. Το παρακολουθώ καθώς χάνεται γρήγορα στο γκρίζο σκοτάδι της λιμνοθάλασσας.

Στο βάθος του ορίζοντα μου πάει τη ματιά και τη σκέψη, κάπου στο 18ο αιώνα,διακρίνω να ξεχωρίζει  στης νύχτας το λιγοστό φως από την ανταύγεια της πόλης, το καμπαναριό του San Vitale που δεσπόζει επιβλητικό πάνω στο μικρό νησί της Poveglia.

Κατάλαβα. Λες να είναι το κρύο της βραδιάς, λες να είναι το μυστήριο που γυρνάει γύρω μου σαν άνεμος. Ανατρίχιασα σε όλο μου το σώμα. Σαν τον εξορκιστή που τον καλούν οι ψυχές για να τις απαλάξει από τα δαιμόνια , νοιώθω κάθε φορά που επισκέπτομαι τη Βενετία… Πρέπει να γράψω γι’ αυτή την εμπειρία τότε που η τύχη με οδήγησε στις απαγορευμένες ακτές της Poveglia. Ένα νησί που συναντάς το τρόμο.  Ένα νησί που με βοηθά η πυκνή ομίχλη της Βενετίας να μη το βλέπω όταν φεύγω με το πλοίο.Κάθε φορά, μετρώ τους ξύλινους μεγάλους πάσσαλους που είναι χωμένοι στο βυθό της απέραντης λιμνοθάλασσας καθώς το τεράστιο πλοίο διασχίζει το κανάλι για την ανοιχτή θάλασσα. Είναι τόσοι πολλοί και σε κάθε ταξίδι μπερδεύομαι και χάνω το λογαριασμό…. Μα περισσότερο το κάνω για να μη σηκώσω το βλέμμα μου και μες απ’ το θολό τοπίο, δω το φάρο που κάθε λάμψη του είναι μια μαχαιριά στη καρδιά μου….

Το μικρό πλοιάριο έφτασε στη πλατεία του Αγίου Μάρκου. Κάθε κραυγή από το παρελθόν πνίγηκε μεσα στα σκοτεινά νερά των καναλιών. Η Στέλλα περίμενε εκεί στη προβλήτα όπως μου είχε πει στο κινητό την ώρα που έφευγα από το ξενοδοχείο, τυλιγμένη σε ένα βαθυκόκκινο μάλλινο παλτό. Μια αγκαλιά με διάρκεια μας ένωσε μετά από τόσο καιρό. Περπατήσαμε στους λιθόστρωτους δρόμους. Ακούγαμε το θόρυβο από τις πατημασιές μας. Είπαμε πολλά καθώς πηγαίναμε για το εστιατόριο. Θα οργανώσουμε, απολαμβάνοντας το δείπνο μας, τη διαμονή μας στη Βενετία και τις δραστηριότητές μας κατά τη διάρκεια των εορτών. Με πόση χαρά γεμίζουν τις καρδιές οι μέρες αυτές των Χριστουγέννων. Πόση χαρά κρύβει μια αγκαλιά.

Καλά Χριστούγεννα μου είπε ξαφνικά και η ευχή της ταξίδεψε στον ουρανό και χάθηκε μαζί με τη ζεστή ανάσα της…

Καλά Χριστούγεννα της απάντησα…. Κι ένα φιλί σφράγισε τη χαρά τη συνάντησης.

Μια αγκαλιά, ένα φιλί, μια ευχή φέρνει τα Χριστούγεννα. Διαλύει την ομίχλη και τα φαντάσματα παραμένουν μέσα στο μύθο.

Σκοτεινός Θάλαμος

 

Darkroom_II_by_dinamzz

Ένας εφιάλτης. Έτσι χωρίς περισσότερα λόγια.

 Ένας εφιάλτης μέχρι να εμφανιστούν οι φωτογραφίες

Κενό χρόνου

Η μοναξιά των φαντασμάτων σε αναμονή.

Χωρίς να αφήνουν σκιές στους τοίχους

Κυκλοφορούν βγαλμένα μέσα από τα άλμουμ παλιών φωτογραφιών

Ασπρόμαυρα φιλμ που εμφανίστηκαν στο κόκκινο σαν αίμα φωτισμένο χώρο.

Ενυδρείο με χιλιάδες σφαγμένα ψάρια που πριν πεθάνουν άκουσαν τα ουρλιαχτά τους στα βάθη των ωκεανών εκεί που πήγαν και τα βρήκαν οι σφαγείς.

Ο καλιτέχνης κοιτάζει τι έκανε. Ο ψαράς πεθαίνει βλαστημώντας τη πρότερη ζωή του. Ο κυνηγός ψυχορραγεί. Φτύνει χολή και δυσκολεύει το θάνατο να έρθει να τον πάρει για να λυτρωθεί. Ακούει συνέχεια τις τουφεκιές μέσα στα δάση. Ακούει τον ήχο από τη πτώση των νεκρών πουλιών πάνω στο νοτισμένο από τη δροσιά χώμα. Βλέπει το νεανικό του πρόσωπο να χαίρεται μετά από κάθε μία πτώση.

Στη στάνη ο βοσκός το βράδυ σφάζει, και το αίμα στη γη στάζει.

Παντού εμφανίζονται οι φωτογραφίες μας, με τα αποτυπώματά μας, μέσα στους σκοτεινούς θαλάμους.

Στην αναμονή της εισόδου μιας κόλασης που φτιάξαμε εμείς τα μοναχικά φαντάσματα.

Τα ζώα φωνάζουν και κλαίνε.

Μα εμείς τα τρώμε με βουλημία πίσω από τις φωτισμένες βιτρίνες των εστιατορίων.

Μαζί με αυτά τρώμε και τις κατάρες των γονιών τους. Μανάδες αγελάδες που ήπιαμε το γάλα τους και δεν τις αφήσαμε να ταΐσουν τα παιδιά τους.

Ταΐζουμε τις γάτες με κονσέρβες χαμογελαστών ψαριών. Ταΐζουμε τους σκύλους με τσακισμένα και σκοτωμένα ζώα που τα γνωρίσαμε να μας μιλάνε για τη ποιότητα του κρέατός τους στις οθόνες της εκδιδόμενης στον άκρατο πλούτο τηλεόρασης.

Όμορφα ζώα κόμικς μιλήστε μου για το κρέας σας…

Στάζει το αίμα του φόβου στο πιάτο μας. Δαγκώνουμε τη τζιγαρισμένη σάρκα των άκακων ζώων και εξουδετερώνουμε τον αδάκρυτο θάνατό τους με μουστάρδα.

Χωρίς να αφήνουμε σκιές στους τοίχους, φαντάσματα μοναχικά, κυκλοφορούμε μέσα στο κενό χρονο.

Είναι αργά.

Οι κραυγές της αβύσσου ανασύρονται από τις ρουφήχτρες της κόλασης και μεταδίδονται από τις χοάνες με γήινη βουή και κραδασμούς, σαν αυτούς των εκρήξεων των ηφαιστείων.

Ένα μαρούλι πεταμένο στην άκρη του δρόμου προσπαθεί να δώσει το χρώμα της ελπίδας στον όρθιο άνθρωπο.

Άστο. Αυτό θα το φάει το φάντασμα του φτωχού πολιτισμού μας. Το ζωντανό φάντασμα του δρόμου.

Όσο ζούμε φιλοτεχνούμε φαντάσματα.

Κι όταν πεθαίνουμε, στο κενό χρόνο γυρνάμε σαν φαντάσματα να δουμε τι κάναμε σαν άνθρωποι. Φαντάσματα περιμένουμε στωικά την είσοδό μας στο δωμάτιο με το κόκκινο φωτισμό, στο σκοτεινό θάλαμο . Εκεί που θα εμφανίσουμε τη ζωή μας σε φωτογραφίες.

Happy Halloween

halloween+night

Ένας περιπλανώμενος μεταμφιεσμένος Οδυσσέας είμαι με μια κολοκύθα κούφια στα χέρια και ένα κερί να καίει μέσα και ψάχνω να βρω μια γωνιά να ησυχάσω.

Μα όπου και να πάω βλέπω διαβολικά τέρατα σαν αυτά που λένε πως μας κυβερνάνε. Τα βλέπω στη τηλεόραση να μαδάνε τη μαργαρίτα και να λένε «θα έρθει η τρόϊκα», «δεν θα έρθει». Τι σόι τέρατα είναι. Με ποιο διάβολο έχουν κάνει συμφωνία. Δεν ήξερα πως η κόλαση είναι εδώ, τόσο πολύ κοντά. Νόμιζα πως αν πήγαινα ποτέ μου στη κόλαση θα πήγαινα όταν θα είχε τελειώσει η ζωή μου… Μα βλέπω πως τώρα πλέον τη βιώνω σε αυτή τη ζωή καθημερινά.
Έτσι λοιπόν έχω το δικαίωμα να κοροϊδέψω το διάβολο γι απόψε λόγω της γιορτής. Να το σκάσω από τη κόλαση των ΜΜΕ. (Happy Halloween) Ευτυχισμένο Χάλοουϊν, εύχομαι σε όλους. Κερνάω γλυκά τα παιδιά…. Νομίζω πως εγώ τρώγω τα περισσότερα….
Χαρά, μεταμφίεση, λίγος τρόμος στην όψη. Μια ψυχική ανακούφιση που βλέπω πως ακόμα δεν έχω μεταλαχτεί σε τέρας στη πραγματικότητα…. Πολύ μακιγιάζ στη συνείδηση.
Αφήστε τα τέρατα στη βουλή και πάμε για ένα ποτό.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!! Όλοι γιορτάζουν απόψε μέσα σ’ αυτή τη μυστήρια βραδιά.
Αύριο θα είναι όλα πάλι διαβολικά ωραία!!!!