Ο Ναυαγός Του Ουρανού

 

 Aeroplano

Ή ταξιδεύουμε ή περιμένουμε νάρθει κάποιος  από ένα ταξίδι.

Ο ωκεανός, απέραντος και μυστικός

Βασανίζει με επιμονή την σκοτεινή σκέψη μου

Στύβει το νου μου σαν ένα σπόγγο

Και πλημμυρίζει την απεραντοσύνη του με τα δάκρυά μου

Στέκομαι όρθιος και κοιτάω τη φωτεινή πινακίδα του αεροδρομίου με τις αφίξεις

Μια άφιξη με νοιάζει τώρα. Μια άφιξη που αργεί. Ας είμαι αλλού. Ας είμαι μακριά. Αυτή η άφιξη με νοιάζει τώρα.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………

Ταξιδεύει, πετώντας στον ουρανό κι ακουμπά στην άκρη του προσκέφαλου

Κοιμάται ενώ συγχρόνως ακούει το συνεχή ήχο από τις μηχανές του αεροπλάνου

Ονειρεύεται τις αγκαλιές κατά την άφιξη στο προορισμό του…

Ονειρεύεται τη χαρά, τον αγγίζει η αγάπη των δικών του ανθρώπων…

Ουρανέ, απέραντε, τόσο γνωστέ και τόσο άγνωστε

Μη τον ξυπνάς. Άσε τον ήχο από τις μηχανές του αεροπλάνου να συνοδεύει τον ύπνο του.

Ας τον να ζήσει μέσα στο όνειρο αιώνια, σαν ένας χαμένος δικός σου ναυαγός.

………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Άκουσε ο ουρανός. Και πήρε τη ψυχή του. Τη πήγε μακριά την έκρυψε καλά…

Ποτέ να μη ξυπνήσει και χάσει το όνειρο που του έδοσε χαρά.

_Τώρα έγινε η λύπη μου απέραντη και μυστική. Πόνος βουβός και δάκρυ ωκεανός… καθώς διαβάζω του άδειου τάφου την επιγραφή.

Για του ουρανού το ναυαγό να πω μια προσευχή

Μέχρι να ονειρευτώ κι εγώ τόση χαρά, πετώντας πάνω απ’ τον απέραντο ωκεανό σαν αστραπή.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Ρίσκο η ζωή. Το διαλέγουμε μόνοι μας. Ισορροπούμε σε τεντωμένο σχοινί. Και ταξιδεύουμε…   

Advertisements

Ρύζι Στον Ατμό

Courtyard_Tokyo_Ginza_Hotel-Tokio-Restaurant-20-390903

Στη Γκίνζα σ’ ένα μπαρ, τυλίγω σε χαρτάκι το καπνό

Μια μυρωδιά μ’ αγγίζει,

ρύζι στον ατμό.

Ο σεφ ακροβατεί στης φλόγας το θυμό

Κι εγώ σε περιμένω με καημό

Χιονίζει στο Τόκιο απόψε

Θολά τα τζάμια του μπαρ

Ένα μικρό καρτελάκι σ’ ένα μπουκάλι γράφει το όνομά μου

Κάβα εδώ και καιρό,

σε περιμένω, ρύζι στον ατμό.

Κάτι μου λέει με χαμόγελο ο σεφ, του απαντώ, ευχαριστώ

Βούτυρο φρέσκο που το λειώνει, άρωμα ονειρικό

Η πόρτα ανοίγει με τη φωνή του ανέμου, μες στις υπόλοιπες φωνές του κόσμου, ματιές που σε κοιτούν

Μπαίνεις στο μπαρ και οι νιφάδες του χιονιού σαν άγγελοι σ’ ακολουθούν.

Ζεστή η αγκαλιά μου, μεγάλη η χαρά μου

Με φιλάς, σε φιλώ

Ο σεφ χαϊδεύει τη φωτιά με τρόπο μαγικό

Η σάλτσα δένει όσο πρέπει κι απλώνεται στο πιάτο σαν σκίτσο σουρεαλιστικό

Μου λες σ’ αγαπώ. Χαρά, το όνειρο. Κτυπά η καρδιά μου, πόσα έχω να σου πω…

Ρύζι στον ατμό.

Άδειασε το μπουκάλι το αλκοόλ. Έμεινε κρεμασμένο το  όνομά μου σαν μια ανάμνηση θολή, σε εκείνο το μπαρ στη Γκίνζα…

Ένα χαρτονόμισμα παλιό, μια καρτποστάλ με χαρακτήρα τοπικό, και ένα σου φιλί σε αποτύπωμα  σ’ ένα χαρτί λευκό.

Ντεκόρ που περιμένει πάνω σ’ ένα καθρέπτη σε εκείνο το μπαρ στο Τόκιο

Περιμένει και μετρά τις μέρες μέχρι να γίνει ρετρό κι αιώνιο.

Μα τώρα είσαι πάλι εδώ

Τραγούδι ερωτικό, νοσταλγικό

Μου φέρνεις τη χαρά, ανάβω τα ρεσώ

Οι φλόγες τρεμοπαίζουν και οι σκιές στους τοίχους χορεύουν

Ο σεφ με τρόπο μαγικό, προβάλεται στης μνήμης το κενό

Στο σπίτι, στο καθιστικό, τυλίγω σε χαρτάκι το καπνό

Τραγούδι ερωτικό και μου φωνάζεις σ’ αγαπώ

Μου σφραγίζεις τα μάτια με τα χέρια σου να μη μπορώ να δω

Μια μυρωδιά μ’ αγγίζει, μου θυμίζει.

Ρύζι στον ατμό

Κι η σάλτσα φίλτρο ερωτικό, μαγικό δώρο, μυστικό…

Σας αφιερώνω αυτό το όμορφο ερωτικό τραγούδι με τη μοναδική γεμάτη πάθος φωνή της   Kei Unsuku

『ベサメムーチョ』 (Bésame mucho) 桂銀淑  계은숙-

«Besame Mucho» (Bésame mucho) Keiunsuku 계은숙

Μασκαράς Εκατομμυριούχος

P1010025

Πήρα μάσκα από μαύρο σατέν με χάντρες και με πούλιες

Πήρα σερπαντίνες σε όλα τα χρώματα, πήρα σφυρίχτρες πολύχρωμες, αναπτυσόμενες σαν τις ουρές των πιθήκων

Πήρα και ψηλό καπέλο.

Ξέχασα να πάρω κομφετί

Δεν πειράζει

Είχα κάποιες οικονομίες σε ένα συρτάρι. Δύο πολύχρωμα μεγάλα πακέτα, σφικτά δεμένα, από χαρτονομίσματα, κίτρινα, πράσινα και μωβ.

Μέχρι το βράδυ του χορού θα τα έχω κόψει όλα. Θα τα έχω κάνει κομφετί.

Πόσο χαρούμενος είμαι όταν καταστρέφω αυτά που όλοι μου ζητάνε με επιμονή…

Τι ηδονή!

Όταν αυτά που οι τράπεζες λαχταρούν τόσο πολύ, εγώ τα κάνω κομφετί.

Σκιά η καλύβα στο πανί, σκιά και το παλάτι και η ζωή, άμμος στο χωνί.

Λέω να ντυθώ εκατομμυριούχος αυτό το χρόνο! Στο χορό των μασκαρεμένων.

Να μη ταιριάζω καθόλου με αυτό που πραγματικά είμαι…

Η αφίσα από το διαδίκτυο Νηπιαγωγείο Morning Star Αποκριάτικο Πάρτι

Είμαστε Όλοι Καλά

Κεφαλονιά

Βροντά ο ουρανός στο Ιόνιο και χάνεται πέρα στα γκρίζα σύννεφα της δύσης το τελευταίο φως της ημέρας.

Τρέμει το χώμα, τρέμει ο βράχος κτυπά δυνατά η καρδιά απ’ το φόβο.

Σεισμός.

Έπεσε η φωτογραφία του παππού στο δωμάτιο της γιαγιάς, έπεσε το ακροκέραμο απ’ τη στέγη. Ρωγμές στα σπίτια και κλάμα βουβό. Στεγνά τα μάτια μπροστά στο φόβο. Δεν έχει δάκρυα η αγωνία κι ο βράχος κατρακυλά απ’ το βουνό και χάνεται στης θάλασσας την αγκαλιά.

Σεισμός… σείστηκε ο βυθός, σείστηκαν τα παλιά ναυάγια του Ιονίου πελάγους.

Τρέμει απ’ το κρύο το παιδί, ταρακουνιέται ο δρόμος.

Ποιος θα κοιμήσει απόψε τα παιδιά, ποιος θα τους πει τα παραμύθια. Βοά το έδαφος και τρέμει πάλι τούτη η γη. Πέφτει η νύχτα βαριά και κρύα, γεμάτη από κόσμο η πλατεία κι ο ένας στον άλλο ψιθυρίζει της συμφοράς τα μετρήματα…

Μήπως χτύπησε κανείς; Μήπως σκοτώθηκε;

Όχι κανείς δεν χτύπησε. Όχι κανείς δεν σκοτώθηκε.

Είμαστε όλοι καλά.

Μόνο τα σπίτια πληγώθηκαν. Οι φωλιές των ανθρώπων.

Τύλιξε το παιδί με τη κουβέρτα να μη κρυώσει. Μεγάλη η νύχτα απόψε. Ολονύκτια η αγωνία. Κι έρχεται βροχή.

Μαγεύτηκε ο κεραυνός από την ομορφιά της θάλασσας κι έσκισε τον ουρανό και την άγγιξε. Φοβήθηκε το παιδί από την αστραπή κι από τον ήχο. Μα η αγκαλιά το ζέστανε και το ησύχασε πάλι.

Μαγεύτηκε το σύννεφο από την ομορφιά των νησιών με τις δαντελωτές ακτές κι έσταξε κρύα βροχή να πιει και να χορτάσει η γη. Ανατρίχιασε η σάρκα απ’ τη δροσιά, πού ζεστασιά στο δρόμο;  Η φυλλωσιά αγκαλιά…

Ζήλεψε ο εγκέλαδος από την ιστορία του τόπου και βόγκηξε από τα έγκατα της γής μετά από χρόνια, λες κι ήθελε να βγει στη στεριά να δει τι κάνουν οι άνθρωποι, τι κάνουν οι θεοί και οι ημίθεοι. Ζήλεψε τις ζωές των θνητών και επέστρεψε,  με το νου, σαν τον Οδυσσέα για ν’ αντικρύσει την Ιθάκη.

Και ένοιωσαν τα νησιά τον ερχομό του… Κεφαλονιά και Ζάκυνθος και Ιθάκη. Τρέμει το χώμα, τρέμει η γη. Αγωνιά η θάλασσα και ηρεμεί από φόβο, νύχτα σκοτεινή. Θολό το φεγγάρι, κρύβεται στα σύννεφα, τρέμει η γυναίκα, μια αγκαλιά ο άντρας για να ζεστάνει το τρόμο.

Μια ευχή. Ζεστό φιλί.

Άνθρωποι δυνατοί που ζήτε σε νησί….  Ο ήλιος αύριο θ’ ανατείλει… μέλι στα χείλη… κι η γη πάλι θα ησυχάσει … χέρια γεμάτα από πηλό ….

Και ο πηλός κάθε ρωγμή θα τη σκεπάσει…

Θυμάρι θα ‘ναι στο βουνό, και γιασεμί στο κήπο και το παιδί ξανά μες στο σχολειό θα μελετά το μύθο…

Δεν έχει αγάπη ο εγκέλαδος που θα τον περιμένει. Δεν έχει ταίρι. Μόνος, εργένης γίγαντας στης γης τα έγκατα θα πάει να κρυφτεί… να περιμένει. Στης μάνας του την αγκαλιά να αργοπεθαίνει. Κυνηγημένος και καταπλακωμένος από τις επιθυμίες των θεών, της Αθηνάς το τέθριππο άρμα… του Δία το κεραυνό και του Ποσειδώνα τη τρίαινα.

Οι γίγαντες πεθαίνουν…. Στης γης την αγκαλιά το κλάμα…

Βόλτα θα κάνω στο βουνό να μάσω κουκουνάρια θα βλέπω στο Ιόνιο που θα περνούν καράβια.

Κι όταν πεινάσω απ’ την πολύωρη εκδρομή θα κατεβώ στη πόλη, θα έχω θέα τη θάλασσα το ωραίο Αργοστόλι.

Θα γεύομαι τα νόστιμα του Ιονίου τα ψάρια

Τάμα θα κάνω σε άγιο ολόκληρη λαμπάδα

Χαρούμενος θα κολυμπώ στη παραλία Ξι, αν θες έλα  κι εσύ

Και στο Ληξούρι, κερνώ εγώ, ότι κι αν φας ότι κι αν πιεις.

Άφησα το όνειρο γιαλό, το σκάφος στο καρνάγιο

Μα θέλω να ‘ρθω να σε δω στο γραφικό Φισκάρδο

Κι αν αγαπάς πραγματικά κι ο έρωτας προστάζει

Φιλί, βαρκάδα κι αγκαλιά, στη λίμνη Μελισσάνη, εκεί που ο θόλος στάζει…

Μυστήρια ζωή…

Μυστήρια Κεφαλονιά, του Ιονίου κόρη

Με μάγεψες σαν ναυτικό που στέκεται στη πλώρη

Λούζεσαι στ’ αλμυρά νερά, ξεβγάζεσαι στις λίμνες

Άλμπουμ ολόκληρης ζωής το γέμισα με μνήμες…

Πίνω κρασί και χαίρομαι, τσουγκράω το ποτήρι

Της προσευχής θυμίαμα καίω στο θυμιατήρι

Μου λες αστεία και γελώ μα η γης τρέμει ακόμα

Δεν είναι τρίξιμο σεισμού. Πίνω και είμαι λιώμα

Είναι τα βήματα χορού. Χτυπούν πάνω στο χώμα

Καντάδα θέλω να σου πω, με της αυγής το στόμα

Νάναι ξημέρωμα καλό που θα σε βρει στο στρώμα

Να πάρει το όνειρο αυτό, ποτέ να μη ξανάρθει

Να το πετάξει μακριά, πέρα στ’ ακροθαλάσσι.

Μηπως  χτύπησε κανείς; Μη σκοτώθηκε;

Όχι κανείς δεν χτύπησε…. Όχι κανείς δεν σκοτώθηκε …

Είμαστε όλοι καλά.

Αλλάζω Συχνότητα

 

radioastronΜε χάνεις. Αλλάζω συχνότητα.

Ω ναι. Ακριβή η ζωή καθώς ακροβατεί στην αμφίβολη σχέση.

Ω όχι. Μια νοσταλγία παρεμβαίνει σαν ηχητικό παράσιτο. Ξεχασμένη συχνότητα επικοινωνίας. Κρύφτηκε ο Ερμής στο στερέωμα και κάπου σε χάνω.

Ω ναι. Η βροχή ξεπλένει κάθε τι παλιό. Παρασύρει όλα αυτά που δεν πρέπει να θυμάμαι.

Ω όχι. Πάλι στο ανάκλιντρο της χαλάρωσης ξαπλωμένος να διηγούμαι στο κενό.

Ω ναι. Το αποτέλεσμα της ύπνωσης, η σχέση. Αποβολή κάθε σημείου του παρελθόντος.

Σύγχρονε άνθρωπε. Το άπειρο δεν έχει μυστικά. Μη πιστεύεις στα τρικ των οφθαλμών σου. Η πίσω μεριά του φεγγαριού είναι πασίγνωστη. Μια σκιά είναι μόνο σαν κι αυτές τις αμέτρητες που διασχίζεις κάθε λεπτό στο δρόμο σου.

Τι ρίσκο μπορεί να έχει ένα νέο ταξίδι;

Σχέση κόκκινη που ξεπηδά από τα σχήματα της ίριδας των ματιών σου. Σάλτσα τομάτα στα χείλη που στάζει απ’ το αγαπημένο μου σάντουιτς. Επιταγή «εμού του ιδίου» εδώ κι εκεί και δείκτης ανοδικός χρηματιστηρίου. Αξία που διαμορφώνεται από την ανάγκη. Ότι παλιό σκίζεται και πετιέται σε κάποιο καλάθι.

Ακολουθείς τις επιφάνειες σαν τα βραχέα κύματα που μεταφέρουν την ύπαρξή σου στις χαράδρες. Δεν βλέπω τις δημοσκοπήσεις. Δεν ακούω τις αναλύσεις.

Η εξουσία με όψη “vintage”, ξεθωριασμένη, δηλητηριάζεται σε θάλαμο αερίων σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τη μαγνητίζουν οι ψυχές των αδικοχαμένων του περασμένου αιώνα. Πολιτικές της ασφυξίας, του θανάτου χωρίς αλήθεια.

Είμαι χαμένος στις πτυχές κάποιου πλανήτη. Σε ακούω με δυσκολία. Έχω φύγει μακριά. Σε χάνω…  Αλλοδαπός χωρίς επιστροφή. Μια πηγή νερού με βοηθάει και ζω.Είμαι καλά. Αυτό που ψάχνω κάπου θα το βρω….

Αλλάζω συχνότητα.

Απολαύστε τον 

John Lennon – Double Fantasy – 05 – I’m Losing You