Σκιές Ζωής

iperoxes-skies-16

Σκιές στο σύμπαν, εκλείψεις των φωτισμένων πλανητών, μας μετακινούν επηρεάζοντας τη μοίρα των ζωδιακών μας καταγεγραμμένων αρχείων.

Σκιές των στεγάστρων των σκεπασμένων αστέγων της νύχτας, εντός των τειχών των πόλεων, κρύβουν τις ανάσες των άγνωστων αποκοιμισμένων.

Σκιές της λογικής, κρυμμένων πολιτικών σκέψεων, των κυβερνώντων, καταστρέφουν τη μνήμη ακόμα κι όσων καλά γνωρίζουν, των διαβασμένων.

Σκιές της δικαιοσύνης, των νομισμάτων, των επιταγών και των τριάκοντα αργυρίων, ηρεμούν τον καλπασμό των κυμάτων, λιθοβολούν τα πρακτικά των αληθειών. Σκιές των φόνων, των δολοφόνων, των καταδικασμένων αθώων και των θυμάτων.

Σκιές κινούμενες των φλογών των δαιμόνων, της κολάσεως, κινηματογραφικές προβολές στων λευκών της ψυχής μας οθονών, προσπαθούν να μας παρασύρουν στην άβυσσο μέσω των μυθικών περιγραφών.

Σκιές των ζώων, των πλασμάτων, αληθινές αγάπες αδέσμευτων συναισθημάτων. Σκιές των δέντρων των μοναχικών.

Σκιές των πρώτων νιφάδων του χιονιού κάτω από φώτα των εξωτερικών θυρών, μας υπνωτίζουν με τον απαλό ρυθμό που η βαρύτητα προστάζει….

Σκιές των κτιρίων, των κυριών και των κυρίων, των κουρτινών και των παραθύρων.

Σκιές του έρωτα, του θέρους των ψυχών. Του φθινοπώρου, των άλλων εποχών.

Σκιές των μυστηρίων, χάδι των φαντασμάτων, άγγιγμα των βρικολάκων. Σκιές των τάφων.

Σκιές των γλυπτών, των ναών, των αγαλμάτων, σκιές της τέχνης των θαυμάτων.

Σκιές των φύλλων των διαβασμένων βιβλίων.Σκιές των ηρώων, των ποιητών, των συγγραφέων.

Σκιές της αφής, σκιές της διαίσθησης, σκιές των τυφλών και των αισθήσεων. Σκιές των πουλιών και των κοράκων.

Σκιές από φλάς των φωτογράφων, στων πινάκων των ξακουστών ζωγράφων,σκιές των βλεφάρων των οφθαλμών και του πολιτισμού, των βιωματικών μας ενοράσεων.

Σκιές ζωής.

Δ.Μ. Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο

Φλόγες Μπαρόκ

 

Πολιτισμός, οι πόρτες των αιώνων είναι ανοιχτές.

Μετανάστες  στο πέρασμα των εποχών

Κρυμμένοι άνθρωποι στις σκιές των αιωνίων πόλεων

Μπαρόκ ξεχασμένο, υμνεί τους κρυμμένους ανθρώπους,

με τα αθάνατα κτίσματα και μια μουσική που ακούγεται ακόμα από κάποιο ανοιχτό παράθυρο και διαλύει το φόβο του άγνωστου.

georges-de-la-tour-woman-with-the-flea-art-print-poster 

Έπεσε η νύχτα νωρίς απόψε στη γειτονιά της Ρωμης

Συννέφιασε η οψη του φεγγαριού

Κρύφτηκε ξαφνικά στα πυκνά σύννεφα και χάθηκε από τον ουρανό

Φοβήθηκε το σκηνικό απ’ τις φλόγες μπαρόκ.

Έφυγαν και οι τελευταίοι περαστικοί έμποροι και πελάτες. Τα ρολλά των καταστημάτων έπεσαν βαρειά και σφραγίστηκαν. Τα φώτα από τις βιτρίνες έσβησαν και έμειναν μόνον αυτά τα λίγα από τα φανάρια του δρόμου.

Έφυγαν όλοι οι ντόπιοι κάτοικοι που μένουν σε άλλες γειτονιές της πόλης και χάθηκαν

από του δρόμου τις ορατές άκρες. Έσβησαν τα πατηματα

στα πλακόστρωτα πεζοδρόμια.

Μια μπανιέρα ξεφορτώθηκε απ’ το  παρκαρισμένο φορτηγάκι του ρακοσυλλέκτη στη μέση του δρόμου

Τα πόδια της σκαλιστά σαν του λιονταριού τα νύχια….

Φώναξε ο Αρίφ με μια φωνη ευεργετική προς τους ανήμπορους κρυμμένους

Να βγούν στο δρόμο για γιορτή…

Η Ελεονόρα άνοιξε το παράθυρο από το πρώτο του παλιού κτιρίου και κοίταξε στο δρόμο

Αφήνοντας να χυθούν τα μακριά ξανθά μαλλιά της πιο κάτω κι απ’ το πεζούλι…

Μύρισε ο δυόσμος από το χάδι των απαλών δακτύλων της… μύρισε και το γιασεμί στο στήθος της… κι ακούμπησε με τους αγκώνες στο πεζούλι να δει το σκηνικό, αναμεσα απ’ τις γλάστρες…

Βαμμένα τα χείλη της στο κόκκινο σαν το πορφυρένιο μακρύ της φόρεμα… βαμμένα και τα νύχια της με επιμέλεια μες στη σπατάλη του απογευματινού χρόνου καθώς οι δείκτες του ρολογιού περπατούσαν νωχελικά στις ίδιες κυκλικές διαδρομές…

Εδώ γεννήθηκα μονολογούσε…. Κι έβλεπε το παλιό πιάνο…. Πως το ανεβάσανε στο πάνω πάτωμα, τότε, σκεφτόταν… Πόσο εντύπωση της ειχε κάνει όταν ήταν παιδί. Τα φανάρια του δρόμου από μπρούτζο. Μπαρόκ για να ταιριάζουν στο απέναντι κτίριο… με τα ψηλά ταβάνια τους φεγγίτες και τα περίτεχνα με γύψο ταβάνια… πόσα αγγελικά πρόσωπα με χρυσές φτερούγες πετούσαν στους τρούλους, αφήνοντας τις προσευχές να φεύγουν από τους ανοιχτούς φεγγίτες…

Άνεμος μπαρόκ απόψε στη φτωχή γειτονιά. Φωτιά μεγάλη με φλόγες τεράστιες άναψαν στο δρόμο οι κρυμμένοι άνθρωποι. Φωτίστηκε η μπανιέρα και το άσπρο του σμάλτου χρώμα γυάλισε σαν κάτι πολύτιμο μέσα στη σκοτεινή νύχτα…. έμοιαζε με βασιλικό μπάνιο μιας εποχής που ο ύμνος ταίριαζε στον άνθρωπο….

Πριν το πουλήσει ο Αρίφ στην αγορά για ανακύκλωση, μια τελευταια γιορτή μπαρόκ στη μέση του δρόμου. Ένα σκηνικό που ενώνει και μπερδεύει τις εποχές. Προσκεκλημένες και οι ψυχές.

Ζέσταναν νερό στη φωτιά…. Γεμίσαν τη μπανιέρα… και σε λίγο ήρθε με ένα λευκό φόρεμα η Μούσα της νύχτας. Άνθρωποι κρυφοί, αλλόκοτες γλώσσες που μιλιούνται τις νύχτες σιγά να μη τις ακούσουν και τις μάθουν όσοι παρέμειναν απ’ τους παλιούς κατοίκους της περιοχής…

Ποιος ξέρει από πια μέρη ταξίδεψαν για ν’ άρθουν…. Ποιος ξέρει τι βάρος φέρανε μαζί τους. Ποιος ξέρει πόσο πόνο έχουν μέσα στη καρδιά τους…. Κρυμμένοι άνθρωποι…

Στέκεται η Μούσα, νέα και όμορφη, μπροστά στη γεμάτη με ζεστό νερό μπανιέρα…Λύνει το φόρεμά της και το αφήνει να πέσει στο δρόμο. Το γυμνό της κορμί, μπαρόκ, φωτισμένο από τις φλόγες, σαν άγαλμα θεϊκό… γλυπτό από καλλιτέχνη του δέκατου έβδομου αιώνα….

Κοιτάζει η Ελεονόρα κι απορεί. Πως τόση ομορφιά και νιότη μέσα στους κρυμμένους ανθρώπους…

Βάζει ένα δίσκο στο παλιό πικάπ με κλασική μουσική, σαν αυτή που μάθαινε στα παιδικά της χρόνια να παίζει στο πιάνο, κι η μουσική ακούγεται στης νύχτας την υπόλοιπη σιγαλιά.

Η Μούσα μπαίνει στη μπανιέρα. Ξαπλώνει στο ζεστό νερό. Κι οι κρυμμένοι άνθρωποι χορεύουν στο δρόμο και πηδούν τις τεράστιες φλόγες της φωτιάς…

Η όμορφη και άγνωστη νιότη. Αυτή που πρέπει να ζήσει από όπου και εάν προέρχεται… αυτή που πρέπει να αποκαλυφθεί, να προχωρήσει με θάρρος και να ενωθεί με τα υπόλοιπα πλήθη των ανθρώπων…

Ο ρακοσυλλέκτης, ο Αρίφ, χαίρεται… Όλοι γιορτάζουν τη συμμετοχή, τον ύμνο. Το πάντρεμα των αιώνων διαδραματίζεται στη μέση του δρόμου. Ηθοποιοί και χορευτές με κοστούμια φτωχικά οι πρόσφυγες , κτήρια παλιά και καινούργια , μπαρόκ φλόγες ζεσταίνουν τις ψυχές, φωτίζουν τα πρόσωπα των θεατών, της Ελεονόρας, κι η μουσική μεθάει σαν το κρασί τη σκέψη, απαλύνει το νου από τα χθες και τα προχθές φέρνοντας το χαμόγελο στα χείλη ολων, φτιάχνοντας αγκαλιές, ζεστές φωλιές…

Ό ήχος από το όμποε χύνεται στο δρόμο από το ανοιχτό παράθυρο της Ελεονόρας. Μπαροκ στη μέση του δρόμου. Μπαρόκ, ένας ύμνος που αγγίζει τις ψυχές με τη μουσική και τις σκιές από τα επιβλητικά κτίρια της αιώνιας πόλης…

Μιά νυχτα δώρο για τους κρυμμένους ανθρώπους στη γειτονιά της Ρώμης. Μιά νύχτα ύμνος των άγνωστων. Μιά νύχτα Μπαρόκ.

Μπαρόκ, η συγκέντρωση των αγνώστων μεταναστών. Των κρυμμένων ανθρώπων.

Απολαύστε και το εξαιρετικό ακουστικό video.

‘Adagio’ by Antonio Salieri αρχείο λήψης (4)

Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο

Το χαμόγελο της λογικής και οι σουρεαλιστικές παραφυάδες της ανάπτυξης

 

Ο ηθικός λόγος του Υπουργού και η σουρεαλιστική επεξεργασία της αποχύμωσης της κυβέρνησης

 1

Γραβάτα φόρεσα, δεμένη με κόμπο αδιάφορο

Και το κοστούμι άψογα σιδερωμένο από το καθαριστήριο

Τσάκιση σπαθί που κόβει στο τυχαίο άγγιγμα του παντελονιού.

Και το «υπόδημα» γυαλισμένο με στρατιωτική επιμέλεια… έτσι ώστε να καθρεφτίζεται το χαμόγελό μου…

Ρεβύθια πάω να πάρω  από το υπερφωτισμένο ράφι περιορισμένης διατηρησιμότητας του τροφο-τροφοδοτικού υπερκαταστήματος. Α… και πιπέρι… για το μπάρμπεκιου….

Κάλεσα και την Φάλον την οικιακή βοηθό με έξτρα αμοιβή για να τα καθαρίσει με προσοχή από τα έντομα….και τα τυχόν φθαρμένα.

Τι δουλειά κι αυτή….. Υπουργός….

Δεν κάνω σουρεαλιστικές συζητήσεις. Μη μου μιλάτε για ληγμένα. Μη μου υπαγορεύετε παράλογες σκέψεις… χωρίς αισθητικό ή ηθικό έλεγχο…

Φτηνά τρόφιμα στα ειδικά φωτισμένα ράφια… για όλους… Τους καλοντυμένους….

Η ανάπτυξη….. των μικροοργανισμών…. Γράφεται με επιτυχία…. Στα ράφια της λογικής.

Το χαμόγελο μεταδίδεται από Υπουργείο σε Υπουργείο.

Σχέδια Αιώνιας Ζωής

 

 

Αρχιτέκτονες σχεδιάζουν τα κτίσματα που θα γεννήσουν τον νέο ανθρωπο.

525546-316-1(3)

Σχήμα στη σχέση

Διάσταση η σκέψη

Όρθια κτίσματα θαυμασμού

Το κάνουν σαφές τα λόγια του ξεναγού

Το σχήμα ο αρχιτέκτων, τη ψυχή ο χρόνος

Οι  σκιές γωνίες

Το δοκίμιο θα πραγματεύεται τη σχέση σχέδιο, ζωή

Θα αναφέρεται με σαφήνεια σ’ αυτούς που θα

γεννηθούν από τη σκόνη των κτισμάτων

σ’ αυτούς που δεν θα μοιάζουν με αγάλματα.

Εμείς νιώσαμε τους πόνους των κτισμάτων που μας γέννησαν;  Γίναμε άνθρωποι;

063