Βροχή Τον Αύγουστο

Fulzxczxcaper_600_400_-1520156775

Άδειος ο δρόμος από ανθρώπους, άδειος από αυτοκίνητα, χωρίς φωνές και θόρυβο, και τα σπίτια σκοτεινά.

Ένας χαμηλός φωτισμός από το τρίτο της απέναντι πολυκατοικίας προσπαθεί να δώσει περισσότερη σκιά και να τονώσει την αντίθεση στην άχρωμη μοναξιά της πόλης.

Πιο κάτω άλλα δυο φώτα πιο έντονα σε ένα καινούργιο δυόροφο σπίτι που η ανταύγεια τους φτάνει να αγγίξει τα ανθισμένα πολύχρωμα δειλινά που μοσχοβολούν έξω από την αυλή του. Το άρωμά τους απλώνεται σε όλο το δρόμο και η νύχτα γλυκαίνει σαν το χυμό των δειλινών, εκείνο που ρουφούσαμε όταν είμαστε παιδιά κόβοντας τα πανέμορφα άνθη τους.Mirabilis2

Έτσι σε μια άκρη η νυχτα γίνεται χρωματιστή παίρνοντας λίγο από το χρώμα τους…. Παντού σκιές, και το φεγγάρι είναι κρυμμένο πίσω από τα ψηλά κτήρια….

Τα πουλιά κοιμούνται στις αγκαλιές των δέντρων κι εκείνα προσπαθούν με το λιγοστό φύσημα του αέρα να τα κουνάνε και να τα νανουρίζουν μέσα σ’ αυτή τη σιγαλιά της δροσερής νύχτας.

Μια γάτα κυκλοφορεί αθόρυβα, διασχίζει το δρόμο με αδιαφορία, πηδάει το ψηλό μαντρότοιχο της μονοκατοικίας με χάρη και χάνεται μέσα στις φυλλωσιές του μεγάλου και άγνωστου κήπου. Τι τυχερές που είναι οι γάτες. Πάνε όπου θέλουν κι όποτε θέλουν, εξερευνούν τα μέρη που επιλέγουν. Μετά γυρνούν και λουφάζουν δίπλα από κάποιες παντόφλες, δέχονται το χάδι  και κοιμούνται ευτυχισμένες στο καναπέ τους ξένοιαστες.

Αύγουστος ο πιο ήσυχος μήνας στη πόλη. Ο μήνας της μοναξιάς. Τόσο ησυχία που λες κι ακούς την ανάσα των φυτών. Οι μόνοι ζωντανοί οργανισμοί που υπερταιρούν μες στην υπόλοιπη ζωή της πόλης. Τα φυτά. Είναι οι μέρες που μπορουν τα δέντρα να λένε τα μυστικά τους χωρίς να φωνάζουν.

Στεκόμουν ακίνητος, ακουμπισμένος στη κουπαστή της βεράντας για να μη διαταράξω την ησυχία της νύχτας… κάθε μου ελαφριά κίνηση ακουγόταν δυνατά, και τα βήματά μου ακόμα δυνατότερα σαν παράσιτο σε ραδιοφωνικό σταθμό που μετέδιδε με δυσκολία στα βραχέα κάποιο τραγούδι παλιάς εποχής. Γι αυτό κάθισα ακίνητος… Μου άρεσε να γεύομαι μόνο τη γλυκιά μελωδία της αθόρυβης νύχτας…

Το φεγγάρι σκαρφάλωσε στους κάθετους τοίχους των σπιτιών σαν έμπειρος κασκαντέρ, ξεμπέρδεψε από τις κεραίες και τα σύρματα στις ταράτσες και πέταξε σαν ολοστρόγγυλο μπαλόνι που ξέφυγε επίτηδες από το χέρι ενός μικρού παιδιού… μαζί με το χαμόγελό του και μια ευχή που του είπε σιγανά… καλό ταξίδι στον απέραντο ουρανό.

Χάζεψα με το φως του. Οι σκιές άρχισαν να αλλάζουν όψη. Άλλες χάθηκαν τελείως, άλλες άλλαξαν θέση και άλλες χρωματίστικαν με το μοναδικό χρώμα του φεγγαριού…

Τι υπέροχη νυχτα. Τι υπέροχη πόλη. Πόσο καλός είναι ο Αύγουστος για όλους….

Πριν η φαντασία μου τρέξει σε κάποια παραλία κάπου κοντά πίσω από το βουνό, εκεί που ο κόσμος απολαμβάνει τις διακοπές του καλοκαιριού, ένα αυτοκίνητο φάνηκε στο βάθος του δρόμου.

Πήρε μια στροφή σχεδόν νωχελικά και μετά τα φώτα του θέλησαν να ανταγωνιστούν τη λάμψη του φεγγαριού μπροστά στα μάτια μου. Κυλούσε αργά πάνω στο γυαλιστερό οδόστρωμα λες και ο οδηγός ήταν από άλλα μέρη και διάβαζε δεξιά και αριστερά τα νούμερα των σπιτιών. Σαν κάτι να έψαχνε μέσα σ’ αυτό τον ήσυχο δρόμο.Μα ο θόρυβος  που έκανε ήταν έντονος και περίεργος. Δεν έμοιαζε καθόλου με τον ήχο που κάνουν τα σύγχρονα αυτοκίνητα.tumblr_m9iqzyyjgm1rxoij0o1_500

Πλησίασε και σταμάτησε κάτω από το μπαλκόνι μου. Μέσα από τις σκιές και το φως του φεγγαριού, μέσα από τη λάμψη των φώτων που μείωσαν προσωρινά τη διαύγεια της όρασής μου, γεννήθηκε το σχήμα στην αρχή και μετά το χρώμα δειλά δειλά σαν να ήθελαν να μου πουν κάτι…

ένα Decevo Citroen παλιό ήταν…. Ένα Decevo σε μπλε χρώμα με λίγο κίτρινο κροκί στα πλαϊνά.

Η εικόνα άγγιξε τη μνήμη μου. Το Decevo της Μαρίνας ψιθύρισα πηγαίνοντας τον εαυτό μου ξαφνικά μέχρι τη Τεργέστη πριν κάμποσα χρόνια και πριν προλάβω να χαρώ με τη σκέψη, άνοιξε η πορτα και κατέβηκε μισοφωτισμένη μια γυναίκα ψηλή με μακριά μαλλιά ελεύθερα, ένα μακρύ αιθέριο φόρεμα που αμέσως ανέμισε ανάλαφρο στο ελαφρό αεράκι του δρόμου, κοίταξε γύρω της μετά ανέβασε τη ματιά της μέχρι τη βεράντα μου, με είδε στη κουπαστή ακίνητο και μίλησε δυνατά όπως συνηθίζουν οι ιταλίδες γυναίκες, και η φωνή της ακούστηκε αυθόρμητη πολλές φορές μέχρι που ο αντίλαλος έσβησε στα κοντινά οικοδομικά τετράγωνα της περιοχής…

Έχεις δει ποτέ Αυγουστιάτικη βροχή; Με ρώτησε σαν τη περίπολο που ρωτάει τον σκοπό περιμένοντας να ακούσει την σωστή απάντηση…

Ω ναι ήταν το σύνθημά μας…. Ναι ήταν η ερώτηση που μου επιβεβαίωνε το ξαφνικό ερχομό της Μαρίνας… Καμιά σκιά πια δεν ήταν σε θέση να αμφισβητήσει τη παρουσία της…

Όχι ποτέ δεν βρέχει στην Αθήνα τον Αύγουστο της απάντησα για επιβεβαίωση….

Κι εκείνη τότε κλείδωσε το αμάξι και πέταξε τα κλειδιά μέσα στη τσάντα της με ευχαρίστηση….

Κι αν ποτέ βρέξει της φώναξα, δεν θα είναι κανονική βροχή… Θα είναι ένας σπόρος που πέφτει στη γη για να βλαστήσει, θα είναι ένα χαρούμενο τραγούδι , θα είναι η πιο λαχταριστή καταιγίδα μέσα στο καυτό καλοκαίρι.

Θα είναι η έκπληξη του ξαφνικού ερχομού σου…

Η βεράντα γέμισε φωνές. Τα φανάρια με τα κεριά ζέσταναν την ατμόσφαιρα της αυγουστιάτικης νύχτας, ο άνεμος φύσηξε δυνατά και τα δέντρα τραγούδισαν με το δικό τους σκοπό και μας αφιέρωσαν τη μουσική τους.

Οι πρώτες σταγόνες της αναπάντεχης βροχής γέμισαν τα ποτήρια μας. Η βροχή έχει το χρώμα του κρασιού… Πόσο γλυκιά η γεύση της έκπληξης του Αυγούστου. Πόσο γλυκιά η αυγουστιάτικη βροχή.

Πόσο ηχηρό το τσούγκρισμα των ποτηριών μέσα στην ήσυχη πόλη

Αύριο θα πάμε να συναντήσουμε τη θάλασσα… Θα πάμε να χαθούμε στο πλήθος των ανθρώπων… Διακοπές όσο διαρκέσει το καλοκαίρι. Ώσπου να μας διώξει το άγριεμένο κύμα.

Dimitris Manousakis – Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο. Η αφιέρωση -σειρές -φωνές-SMOKIE

Advertisements

Όλα στο κάδο

 

 images (24)

Σκονισμένα κόμικς, με ίχνη κατεστραμμένου ιστού απ’ τις αράχνες που γεννήθηκαν και πέθαναν μέσα στην αποθήκη.

Πολύχρωμες κασετίνες τσιγάρων της απόλαυσης του έρωτα και του πόθου. Αποχαυνωμένα πρόσωπα που φυσούσαν το καπνό το ένα στο άλλο με παραίσθηση. Λες να είχαν μαριχουάνα τότε τα τσιγάρα;

Διαφημίσεις πολλές από τις συλλογές μιας εποχής χωρίς άλλα ενδιαφέροντα. Τότε που ο «κολυνός» τρωγόταν και υποβρύχιο.4373318131_55de6d0af9

Αφίσες κινηματογράφου από τις συλλογές μιας θερινής περιόδου. Ορνέλλα Μούτι, Σοφία Λόρεν, Μία Φάροου, Ροζάνα Σκιαφίνο… με φωνές γνωστές στις γειτονιές από τα σινεμά των αστέρων.

Ατζέντες, ημερολόγια επιτραπέζια, κρεμαστά με σημειώσεις και γραμμένους στίχους… στις αυπνίες της εφηβείας.

Στοίβα οι αυγοθήκες, δύο σακούλες γεμάτες καπάκια από μπίρες και ντάνες καλοδεμένες με αχυρένιο σπάγκο οι εφημερίδες. Μη φύγει κανένας τίτλος, καμιά πολιτική υπόσχεση και τη χάσουμε.

Οι ερωτικές επιστολές του παππου, οι κάρτες της θείας Ρένας από το Καναδά και τη Μασαχουσέτη…. Massachusetts η θεία….

Μια κατεστραμένη κινηματογραφική μηχανή για ταινίες 8mm χειροκίνητη και μια παγωτομηχανή επίσης χειροκίνητη. Τι τραβούσε ο κόσμος…. για να φάει ένα παγωτό τότε…

Μικροί σωροί από ψηφοδέλτια εδώ κι εκεί που μαρτυρούσαν τη συχνότητα των εκλογών.

Σε μια γωνία τα μπουκάλια του ταμ-ταμ και της γκαζόζας ως μαιευτήρια παντός είδους έντομο…γένεσης. Οι ενήλικες σκώληκες συνουσιαζόντουσαν πάνω στα ψηφοδέλτια των πολιτικών κομμάτων αφήνοντας το DNA τους για παντοτινή διάσωση του είδους στα γραμμένα ονόματα των πολιτικών.

Επαφή με την απόλαυση

Νερό

Ψωμί

Τσιγάρο

Βερμούτ και καμπάρι

Όνειρο

Τσόντα

Ψηφοδέλτια

Τι έχει αλλάξει;

Όλα για πέταμα…

Ουφ! με παραφορτώσατε κι ο κάδος είναι μακριά.

RB0202_Campari-Squeeze_lg

Δημήτρης Μανουσάκης—Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο

Σύνδεσμός

Έγκλημα  στο Τρίτο.

Ένα μικρό φορτηγό αυτοκίνητο σταμάτησε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Δυο άντρες ντυμένοι με φόρμες εργασίας,κατέβηκαν κοιτώντας με απορία τα νούμερα των γύρω σπιτιών.

Εδώ είναι το νούμερο 7; Με ρώτησε ο ένας καθώς έβγαινα από την είσοδο.images (9)

Μάλιστα εδώ είναι, τον αριθμό τον κρύβει η φυλλωσιά της σεφλέρας του είπα, και κούνησα λίγο το εύρωστο φυτό, που ακουμπούσε στον εξωτερικό τοίχο μέχρι ψηλά, για να αποκαλυφτεί το μικρό μπρούτζινο και ανάγλυφο, 7.

Ο ίδιος άνδρας κοίταξε το χαρτάκι που κρατούσε στο χέρι του και με ρώτησε αφού με βρήκε πρόθυμο για κάθε βοήθεια. Βασίλειος… Βα…λα..

Α΄το κυρ Βασίλη θέλετε; Στο τρίτο θα ανέβήτε, τους είπα και τους έδειξα το κουδούνι.

Ευχαριστώ πολύ, είπαν και οι δύο ταυτόχρονα και χτύπησαν το κουδούνι. Εγώ έφυγα για μια βόλτα στην αγορά της περιοχής.

Στο τέλος του τετραγώνου, γύρισα να κοιτάξω αν έρχεται κανένα αυτοκίνητο γιατί ήθελα να περάσω στο απέναντι πεζοδρόμιο και τότε είδα τους δύο άνδρες να βγάζουν με προσοχή από το μικρό φορτηγό ένα μεγάλο καθρέφτη. Θα τον ανέβαζαν στο τρίτο από τη σκάλα σκέφτηκα, αφού ο ανελκυστήρας της πολυκατοικίας είναι τόσο μικρός που δεν χωράει ούτε τη σκιά σου.

Μα κι άλλο καθρέφτη αγόρασε ο κυρ Βασίλης; Αναρωτήθηκα. Το περασμένο μήνα πάλι είχει αγοράσει ένα μεγάλο καθρέφτη. Και η γυναίκα μου, μου είπε πως πριν από λίγο καιρό είχε πάρει άλλους δυό λίγο μικρότερους…. Και η κόρη μου το καλοκαίρι, έλεγε πως ένα απόγευμα φέρανε δυο καθρέφτες στον κυρ. Βασίλη και οι μεταφορείς περιμένανε στο δρόμο για αρκετή ώρα μέχρι που εκείνος γύρισε από το Φαρμακείο.

Προχωρούσα και σκεφτόμουνα τους καθρέφτες του κυρ Βασίλη και τη σκέψη μου τη διέκοψε ένα έντονο γνωστό χαμόγελο που έφτανε στ αφτιά μου από το επόμενο σταυροδρόμι. Πίσω από τη γωνία του δρόμου άκουσα το άφθονο  χαμόγελο της Λίζας να μου προξενεί τη διάθεση να γελάσω κι εγώ. Με ποιον να συζητάει; Αναρωτήθηκα. Τι να λένε και να γελάει έτσι, τόσο δυνατά….

Το χαμόγελο της Λίζας. Της Λίζας που μένει στην απέναντι από εμάς, πολυκατοικία, στο ισόγειο. Στο ισόγειο που κάθε βράδυ η μπαλκονόπορτά της μένει με ανοιχτό το ξώφυλλο και το φως στο μικρό σαλονάκι της, φωτίζει τη κόκκινη δαντελωτή κουρτίνα που μέχρι αργά στη νύχτα η ανταύγεια  της φτάνει μέχρι και το πεζοδρόμιο. Εκείνες τις ώρες κάποιες αντρικές φιγούρες, αθόρυβα την επισκέπτονται για λίγο και μετά πάλι αθόρυβα φεύγουν. Αθόρυβα σαν τις σκιές.

Καλημέρα κύριε Νίκο! Μου φώναξε μόλις με είδε που ξεπρόβαλα στη γωνία. Καλημέρα Λίζα! Της απάντησα κι εκείνη χαμογέλασε άφθονα. Αβίαστα και το γέλιο της ακούστηκε ξανά μέχρι μακρυά. Συζητούσε με μια κυρία που κρατούσε τον μικρό εγγονό της από το χέρι και εξιστορούσε στη Λίζα τα κατορθώματά του. Κι εκείνη που λάτρευε τόσο τα παιδιά, το χάϊδευε στο κεφάλι του και χαμογέλαγε κάνοντας το μικρό να χαίρεται και να χαμογελά κι αυτός.

Η μέρα πέρασε γρήγορα και το σκοτάδι έκρυψε τους ανθρώπους μέσα στα σπίτια τους. Μόνο τα φώτα φέγγιζαν από τις κλειστές κουρτίνες στα παράθυρα και διάφορες σκιές μέσα από αυτές φαινόντουσαν αμυδρά σαν μέσα από λευκό πανί να περνούν κάπου κάπου και να χάνονται…

Οι άνθρωποι φόρεσαν τις πυτζάμες τους και τα χασμουρητά μπροστά στις τηλεοράσεις προμήνυαν τον ερχομό του ύπνου.

Και μέσα σ’  αυτή την ησυχία της νύχτας, ξαφνικά ο κρότος ενός όπλου έφερε την ανησυχία σε όλους.  Μια φορά ακούστηκε. Αυτοκτονία ξεστόμισα. Δεύτερος images (10)πυροβολισμός και σκέφτηκα φόνος και έπειτα αυτοκτονία… τρίτος πυροβολισμός που με μπέρδεψε και με έκανε να σηκωθώ από το καναπέ. Τέταρτος πέμπτος και έκτος απανωτά, μακελειό σκέφτηκα και πετάχτηκα στο μπαλκόνι. Το οικοδομικό τετράγωνο αναστατώθηκε. Μια μια μπαλκονόπορτα άνοιγε σε όλα τα γειτονικά σπίτια από όλους τους ορόφους και οι γείτονες έβγαιναν τρομαγμένοι, γεμάτοι απορία για το τι είχε συμβεί.Τι φονικό Θεέ μου. Τι συμβαίνει άρχισαν να ρωτούν όλοι με ανησυχία και αγωνία. Άνοιξαν και κάποια παράθυρα. Ψίθυροι μέσα στη νυχτα από πολλούς εφησυχασμένους γείτονες που ήταν έτοιμοι για το βραδυνό ύπνο.Ένας έβδομος πυροβολισμός ακούστηκε δυνατός και τους έκανε όλους να ανατριχιάσουν. Μερικά παιδιά άρχισαν να κλαίνε. Μια κουρτίνα που ανέμισε προς τα έξω από τη ανοιχτή μπαλκονόπορτα του τρίτου, ένας ήχος από σπασμένα γυαλιά κι ένα βαρύ βογγητό σαν μυστικός αντρικός αναστεναγμός επιβεβαίωσαν το σημείο του μακελειού. Στο τρίτο έγινε το φονικό. Στο διαμέρισμα του κυρ Βασίλη.

Για μια στιγμή κράτησαν όλοι την ανάσα τους. Το όλο σκηνικό θύμιζε θεατρική παράσταση. Ήταν η στιγμή που ο θεατής μένει μόνος και περιμένει να πέσει στο κενό που έχει διμηουργήσει ο θεατρικός συγγραφέας. Ήταν η στιγμή που όλοι περιμένανε το κόλπο του σκηνοθέτη για να απαλύνει τη πτώση τους, να τους επαναφέρει μέσα από το φόβο στη πραγματική στιγμή, πέρα από το κενό της ιστορίας. Να τους φέρει πίσω στη ζωή που συνεχίζεται. Στη ζωή που συνεχίζεται ακόμα και μετά από τον ξερό παγερό ήχο κάποιου όπλου…

Ξέφυγα γρήγορα από αυτή τη στιγμή.Κάποιος έπρεπε να κάνει την αρχή. Πήρα τα κλειδιά ξεκλείδωσα τη πόρτα και ενώ η γυναίκα μου μου φώναζε μα τι κάνεις που πας; Εγώ βγήκα και πήγα στη πόρτα του γείτονα. Του κυρ Βασίλη. Άνοιξαν κι άλλες πόρτες. Βγήκε και ο διπλανός ο Τάσος. Ύστερα κατέβηκε από το τέταρτο κι ο Λευτέρης.Κατέβηκε και η γυναίκα του η Κατερίνα με τις παντόφλες. Μα πριν αποφασίσουμε τι πρέπει να κάνουμε, η πόρτα του κυρ
Βασίλη άνοιξε. Αυτός ορθός, χαμογελαστός και μόνος, άνοιξε διάπλατα τη πόρτα του και μας είπε…Ήθελα να δω απλά, εάν υπάρχουν ακόμα γείτονες…ελάτε μέσα στο σπίτι μου. Μη φοβάστε …δεν έχω όπλο. Όλα ήταν ένα τέχνασμα…Οι πυροβολισμοί ήταν ψεύτικοι…Όμως απόψε έβαλα ένα τέλος. Έσπασα εφτά καθρέφτες. Με τους πυροβολισμούς που ακούσατε όλοι, σκότωσα τη μοναξιά. Μια μοναξιά που αν δεν τη νικήσεις με τη παρουσία των φίλων, σε πνίγει και σε σκοτώνει. Έβλεπα τον εαυτό μου στους καθρέφτες που αγόραζα, να πολλαπλασιάζεται και νόμιζα πως είχα παρέα. Μα γρήγορα κατάλαβα πως κάθε καθρέφτης με κορόϊδευε, πολλαπλασιάζοντας τη μοναξιά μου. Έτσι λοιπόν απόψε θα το γιορτάσω. Εκτέλεσα εν ψυχρώ τη μοναξιά μου. Ελάτε να το γιορτάσουμε μαζί. Τι στέκεστε έτσι. Περάστε μέσα. Μόνο προσέξτε τους σπασμένους καθρέφτες…Βγήκε στο μπαλκόνι. Ελάτε στο σπίτι μου φώναξε σε όλους που ακόμα χάζευαν από τα ανοιχτά παράθυρα και τα μπαλκόνια. Ελάτε στο σπίτι μου …απόψε γιορτάζω. Έχω καλό μεζέ και καλό κρασί…

Από το απέναντι ισόγειο, πετάχτηκε η Λίζα. Κλείδωσε τη πόρτα της παράτησε τη δουλειά της κι έτρεξε στην απέναντι είσοδο. Τρεις τέσσερεις γείτονες ήταν εκεί και στέκονταν μπρος στη κλειστή πόρτα. Η Λίζα κτύπησε το κουδούνι του κυρ Βασίλη κι εκείνος άνοιξε. Ανέβηκαν όλοι στο τρίτο. Το σπίτι του άρχισε να γεμίζει από τους παλιούς γείτονες, που χρόνια τον γνώριζαν….Ήρθε και η Νανού η Ρωσίδα με τον άντρα της. Ήρθε και ο γυιός της Λένας από το πέμπτο. Ήρθε και η Μαριλλού με τον εγγονό της από απέναντι.

Δυο τραπέζια γεμάτα από εδέσματα μέσα σε πιατέλες. Εδέσματα που έφτιαξε μόνος του ο κυρ Βασίλης…σπιτικά επιμελημένα.. μαγειρεμένα με μεράκι …για φίλους.

Τα ποτήρια γέμισαν κρασί. Στην αρχή διστακτικά δοκίμασαν από λίγο μεζέ ο καθένας και μετά λύθηκε η αμηχανία, η ντροπή, ο δισταγμός. Έφαγαν κι άλλο, κι άλλο, πήραν φωτιά τα κινητά, πήραν κι άλλους που είχαν μείνει πίσω στα σπίτια και ήρθαν κι αυτοί στο σπίτι του κυρ Βασίλη. Η γειτονιά όλη εκείνη τη νύχτα, ήπιε κρασί, τσούγκρισε τα ποτήρια, είπε χρόνια πολλά στο κυρ Βασίλη και όλοι φώναξαν …να καεί η μοναξιά…Ποτέ πια μοναξιά…στη γειτονιά μας…

Το άφθονο χαμόγελο της Λίζας ξεσήκωνε κάθε αρσενικό άτομο και έδινε αφορμή για μικροσυζητήσεις μεταξύ του γυναικείου πληθυσμού, έτσι για να περνάει η ώρα. Άλωστε τη Λίζα την ήξεραν όλες οι γειτόνισες και ήταν φίλη τους. Την αγαπούσαν και την υπολόγιζαν σαν δικό τους άνθρωπο. Τη σεβόντουσαν κι εκείνη τις λάτρευε όλες.

Κάποια στιγμή ο κυρ Βασίλης σήκωσε το ποτήρι του κι ευχήθηκε. Ποτέ μοναξιά στη γειτονιά μας! Για θυμηθήτε βρε παιδιά. Κάποτε την άνοιξη τα παραθυρά μας ήταν ανοιχτά. Τοσο ανοιχτά που ακούγαμε το ροχαλητό του γερο Παντελή του συχωρεμένου  στο δεύτερο δρόμο πιο κάτω. Μιλούσαμε από τα μπαλκόνια μας. Ανταλλάσσαμε τις γεύσεις μας  με τις γεύσεις των άλλων με πιάτα που γέμιζαν οι μανάδες μας από τις σπεσιαλιτέ τους και έκαναν μοιρασιά στη γειτονιά. Σήμερα φτιάξαμε τα τζάμια μας διπλά. Και τα κλείνουμε μόλις πέσει το φως του ήλιου. Χωρίσαμε, απομακρυνθήκαμε ενώ είμαστε δίπλα ο ένας στον άλλο, λες και τα σπίτια μας έφυγαν για μακρινό ταξίδι. Και τα παιδιά, μόλις γυρίσουν από το σχολειό τους, με το ένα χέρι τρώνε και με το άλλο γράφουν στον υπολογιστή. Χάθηκαν οι φωνές τους από τους δρόμους. Χάθηκαν τα παιχνίδια του δρόμου….χάθηκαν οι παρέες της άνοιξης… χάθηκαν και οι παρέες του καλοκαιριού… ενώ ο δρόμος είναι ο ίδιος. Δεν έχει αλλάξει καθόλου….

Μα το να ζεις με θύμισες δεν είναι καλό. Ο σκοπός είναι κάτι όμορφο από τα παλιά, να το αναβιώνουμε και τώρα. Αν τα παιδιά θα παίζουνε κρυφτό στο δρόμο, τότε και τα μπαλκόνια μας θα γεμίσουν από εμάς που θα τα βλέπουμε να παίζουν χαρούμενα…και οι συζητήσεις από παράθυρο σε παράθυρο θα μας φέρουν και πάλι πιο κοντά…

Ο Κωστάκης ο μικρός εγγονός της Μαριλλού, επεξεργαζόταν ένα τηλεχειριστήριο που βρήκε στην άκρη ενός τραπεζιού. Πάτησε ένα κουμπάκι και ένας πυροβολισμός ακούστηκε από τα ηχεία μέσα στο σαλόνι του κυρ Βασίλη. Ένας πυροβολισμός εκκοφαντικός… Μα κανείς δεν ανησύχησε πια. Αντίθετα όλοι γέλασαν με τη ψυχή τους. Κι από όλα τα χαμόγελα των γειτόνων ακουγόταν πιο πολύ το άφθονο χαμόγελο της Λίζας…

Το ανοιξιάτικο χάραμα βρήκε τους τελευταίους γείτονες να γυρνούν με τις πυτζάμες στα σπίτια τους. Η μπαλκονόπορτα του κυρ Βασίλη έμεινε ανοιχτή και η κουρτίνα ανέμιζε στο μπαλκόνι του με το ελαφρύ άνεμο, όλη μέρα, κι όποιος την έβλεπε από τη γειτονιά έφερνε στο νου την απρόσμενη  γιορτή της περασμένης νύχτας.

Αθήνα 2012

Οδός Ιθάκης

Τριάντα μέτρα ήθελε για να φτάσει η Λένα στην είσοδο της πολυκατοικίας που διέμενε, γυρίζοντας από τη Λαϊκή αγορά φορτωμένη με τα ψώνια της εβδομάδας,  όταν είδε έξω από το σπίτι ένα αστυνομικό όχημα με τα φώτα της οροφής του να αναβοσβήνουν και καμία δεκαριά άτομα μαζεμένα να συζητούν και να βλέπουν πότε τα μπαλκόνια και πότε την είσοδο του σπιτιού. Τι έγινε πάλι αναρωτήθηκε με φόβο. Τι στην ευχή έγινε πάλι…ευτυχώς που ο Λίνο λείπει είπε από μέσα της…

Πλησιάζοντας είδε τη κυρά Στέλλα, τη γιαγιά από το τρίτο πάτωμα που καθισμένη στο τσιμεντένιο πεζούλι της εισόδου μονολογούσε συνέχεια, «περιμένω το γυιό μου..περιμένω το γυιό μου». Αυτά τα λόγια είχε πει στους αστυνομικούς , αυτά τα λόγια είπε και στη Λένα αυτά τα λόγια επαναλάμβανε εδώ και χρόνια σε όποιον έβλεπε. Τα χε χάσει από καιρό, έχασε και τον άντρα της πριν από ένα χρόνο και περίμενε πως κάποτε θάρθει ο γυιός της ο ξενητεμένος, από κάποια μεγαλούπολη της αμερικής ποιος ξέρει από πού….

Η Λένα Παράτησε τις τσάντες  πάνω στα σκαλιά και ρώτησε τον Αμτζέτ από το πρώτο να της πει τι συμβαίνει. Αυτός με σπαστά ελληνικά της είπε για δύο αλβανούς που μπήκαν στο ισόγειο και διάρηξαν τη γκαρσονιέρα του περουβιανού φοιτητή του Μάλε. Του πήρανε έναν υπολογιστή, δυό μικρά ηχεία , 15 ευρώ που είχε για τα κοινόχρηστα και κάτι ψηλά που είχε στο συρτάρι του γραφείου του . Του πήραν και μια σόμπα ηλεκτρική που την είχε στη κουζίνα και έγιναν καπνός.

Μια γυναίκα αστυνομικός πήρε τη κυρά Στέλλα από το χέρι για να τη συνοδεύσει στο τρίτο στο διαμέρισμά της…

Και ποιος τους είδε, ποιος ειδοποίησε την αστυνομία ρώτησε τον Αμτζέτ η Λένα.

Το μικρό  Χουσεϊν αυτό ΛέΪλα γυιός  που ο πατέρας του  Μωχάμετ έχει το Μίνι Μάρκετ στη γωνιά του ντρόμου.

Ο πακιστανός ; ρώτησε η Λένα.

Ναι ο πακιστανός.. Το μικρό χουσεϊν  έρχεται κάθε μέρα τέτοια ώρα και αυτό το διαβάζει ο Μάλε…αλλά σήμερα ο Μάλε δίνει εξαμ  μάθημα και ντεν έχει γγυρίσει ακόμα…γι αυτό περιμένει πολίς  εδώ…όπου νάναι τα έρτει…

Καλά και πως ξέρεις ότι ήταν αλβανοί  και τι του πήραν; Ρώτησε η Λένα

Έτσι μιλάει πολίς και Αυτό Μάλε μιλάει από κινητό πολίς….

Αμάν ρε Αμτζέτ τέσσερα χρόνια έχεις στην ελλάδα και ακόμα δεν μπορείς να μιλήσεις ελληνικά…του είπε η Λένα και μάζεψε τις τσάντες από τα σκαλοπάτια για να ανεβεί στο Δεύτερο.

Η Λένα 30 χρονών από τη βόρειο ήπειρο μένει στο δεύτερο κάτω από το διαμέρισμα της κυρα Στέλλας. Κάθε μέρα πηγαίνει και καθαρίζει σπίτια εκτός της Τρίτης που έχει λαϊκή και πάει για τα ψώνια της εβδομάδας..παρόλα αυτά είναι και γραμμένη στο ταμείο ανεργίας και παίρνει και από κει κάτι τις…ο αντρας που μένουνε μαζί, ο Λίνο 38 χρονών, είναι αλβανός. Δεν είναι παντρεμένοι. Δεν μπορούν να παντρεφτούν γιατί ο Λίνο ζέι παράνομα στην Αθήνα. Όταν ήταν 22 είχε φέρει από την Αλβανία με σκοπό να τα οικονομήσει κάποιους μετανάστες στην ελλάδα χωρίς χαρτιά χωρίς τίποτα, μπουμπούκια ανακατωμένους με ναρκωτικά και έτσι,τον πιάσανε στη Θεσσαλονίκη δικάστηκε, φυλακίστηκε 2 χρόνια και μετά έφυγε για την αλβανία με ισόβια απέλαση. Αλλά αυτός τη μια μέρα έφυγε και την άλλη ήταν στην Αθήνα, κι από τότε ζει εδώ. Όλοι λένε πως είναι εξαιρετικό παιδί και ότι δουλειά και να κάνει τη κάνει τέλεια…δεν ξανάμπλεξε ποτέ. Βοηθάει κάθε ανήμπορο στη γειτονιά και κάπου κάπου κάνει και κανένα καλό μεροκάματο σε τίποτα μερεμέτια. Έχει γνωρίσει κάποιο έλληνα μηχανικό από την Αγία Παρασκευή κι αυτός χωρίς να ξέρει το μυστικό του για την απέλαση τον παίρνει σε οικοδομές έτσι απλά…όπως και τόσους άλλους….στη μαύρη…προσπαθεί να μαζέψει 8000 ευρώ ο φουκαράς για να τα δώσει σε ένα δικηγόρο καρχαρία στη Βουλιαγμένη. Αυτός ασχολείται με υποθέσεις αλβανών και τα οικονομάει. Όλα μαύρα….αλλά δεν μαζεύονται τα ριμάδια για λεφτά.

Ανέβηκε η Λένα στο δεύτερο και με το θόρυβο που έκανε στο ασανσέρ πριν ξεκλειδώσει τη πόρτα του διαμερίσματος από το διπλανό άνοιξε τη πόρτα η Σίλα που φορούσε μια πολύχρωμη μακριά ρόμπα και με τα ίδια χρώματα ένα τουρμπάν στο κεφάλι της. Η γυναίκα του Τομ από τη Νιγηρία έχουν και ένα γυιο τον Καμί πάει Τρίτη δημοτικού. Έχουν κι ένα σκύλο τον Μπούρι. Μαύρη αυτή μαύρος ο Τομ μαύρος και ο μικρός Καμί μόνον ο σκύλος είναι άσπρος. Ο Τομ δουλεύει σε συμβολαιογραφείο. Έχει σπουδάσει στην ελλάδα. Όλη η οικογένεια μιλάει άπταιστα τα ελληνικά. Ο ξάδελφός του ο Τζός , μαύρος κι αυτός, είναι γιατρός και μένει στη Κριεζότου στο κολωνάκι. Έχει παντρευτεί ελληνίδα. Δεν έχουν παιδιά.

Καλημέρα της είπε και η Λένα και της εξιστόρησε  ότι ήξερε από όσα της είχε με κάθε λεπτομέρεια πει ο Αμτζέτ.

Ο Αμτζέτ, ο αδελφός της Ίννα από τη Συρία. Μένουν στο τεσσάρι στο πρώτο. Ο αμτζέτ ήρθε για να αποφύγει τον εμφύλιο γιατί στη πόλη που έμενε είχαν αρχίσει από παλιά οι φαγομάρες. Η Ίννα είχε έρθει με τον άντρα της τον Μωχάμετ Λούτφι γαμήλιο ταξίδι στην ελλάδα πριν 10 χρόνια και δεν ξαναγύρισαν στη Συρία. Τους άρεσε και έφτιαξαν το σπιτικό τους εδώ. Πήραν αυτό το τεσσάρι με δάνειο, πληρώνουν ακόμα. Έχουν 2 αγόρια δίδυμα στο δημοτικό τον Φεχήμ και τον Χουσεϊν. όταν πήραν το σπίτι στη πολυκατοικία δεν υπήρχε άλλος ξένος….τους αγαπήσανε και τους βοηθήσανε να προσαρμοστούν όλοι οι συγκάτοικοι. Η Ίννα έχει να το λέει ..ας είναι καλά Η κυρία Περσεφόνη που έμενε στο τρίτο, μου στάθηκε σαν μάνα, ο κύριος Λουκάς με τη γυναίκα του τη κυρία Ελένη από το τέταρτο που ο γυιός τους ο Πέτρος μας έκανε και μαθήματα και μάθαμε τα ελληνικά γρήγορα και σωστά…ήταν φοιτητής τότε στη νομική ο Πέτρος…σήμερα έιναι δικηγόρος αλλά έφυγε στο εξωτερικό για δουλειά γιατί εδώ ήταν δύσκολα τα πράγματα…σιγά σιγά φύγανε όλοι οι ιδιοκτήτες από τη πολυκατοικία…μέσα σε δέκα χρόνια άλλοι πέθαναν και άλλοι τα πουλήσανε και φύγανε,  πήγαν στα νησιά τους και στα χωριά τους…

Όσην ώρα συζητούσαν τα συμβάντα η Λέλα με τη Σίλα Από την ανοιχτή πόρτα της Σίλας ερχόταν ο ήχος από τα γλυκά τραγούδια του Χάρη Μπελαφόντε που τραγουδούσε αφρικάνικα τραγούδια,ενώ ο μπούρι ο σκύλος του Τομ χαζοκοιμώταν πάνω σενα χαλάκι.  Τι όμορφα τραγούδια είναι αυτά είπε η Λένα, τι ωραία μουσική. Είναι παλιά τραγούδια αφρικάνικα είπε η Σίλα, πολύ παλια…όλοι αυτοί που τραγουδάνε σήμερα δεν υπάρχουνε στη ζωή. Και τότε που υπήρχαν και τραγουδούσαν ο κόσμος ήταν καλύτερος….

Χαιρετιστήκανε και οι πόρτες στο δεύτερο όροφο έκλεισαν προσωρινά.

Από τη πόρτα της εισόδου πέρασε ο Ηλίας με ένα μεγάλο πακέτο. Ο γιος της κυρα Νίτσας της χήρας στο τρίτο δίπλα από το διαμέρισμα της κυρά Στέλλας. Ο Ηλίας μοναχογυιός, μένει με τη μητέρα του. Είναι άνεργος εδώ και χρόνια και ζει αποκλειστικά με τις συντάξεις της μητέρας του. Η κυρία Νίτσα παίρνει δύο συντάξεις μία από τον άνδρα της που δούλευε χρόνια στην Αμερική και μία από τη δουλειά της. Ο Ηλίας το μόνο που κάνει, είναι η διαχείριση της πολυκατοικίας. Μα δύσκολα τα βγάζει πέρα….ειδικά το χειμώνα. Ο καθένας σ’ αυτό το σπίτι κάνει ότι θέλει. Κανείς δεν θέλει να πληρώσει. Έτσι κι αυτός εφέτος πήρε μια σόμπα αερίου και θα ζεσταίνει το διαμέρισμα με αυτή, αφού κανείς δεν είναι διατεθιμένος να πληρώσει πετρέλαιο. Πέρυσι οι κενυάτες για να ζεσταθούν πήραν μια σόμπα με ξύλα από τα παλιατζίδικα και βγάλανε κι ένα μπουρί από το παράθυρο του ισογείου…έγινε χαμός γιατί καίγανε εφημερίδες και άλλα χαρτιά που φέρνανε από τα σκουπίδια κι όλος ο καπνός πήγαινε στο πάνω διαμέρισμα του πρώτου που κατοικούν ένα ζευγάρι κινέζων η Μιάο Τσιν και ο Λάο Λι  αλλά το κρύο ήταν φοβερό και όλοι κάνανε τα στραβά μάτια…Ο Λάο Λι τελικά για να γλυτώσει από τη κάπνα τους έφερε μια ηλεκτική σόμπα και τους την έκανε δώρο με τη προυπόθεση να πετάξουν τη παλιά ξυλόσομπα.

Η Μιάο Τσιν και ο Λαο Λι έχουν ένα μαγαζί με κινέζικα ρούχα εδώ και πέντε χρόνια στην Αχαρνών κοντά στον άγιο Νικόλαο. Οι δουλειές τους πάνε καλά

Κάποια στιγμή γύρισε ο Μάλε. Ο περουβιανός φοιτητής. Ένας αστυνομικός είχε μείνει να του φυλάει το ανοιχτό σπίτι και τον περίμενε για να πάρει κατάθεση. Ο Μάλε  μπήκε στη γκαρσονιέρα του ισογείου και επιβεβαίωσε όλα όσα από το τηλέφωνο είχε πει στους αστυνομικούς άνοιξε ένα συρτάρι στο γραφείο του και έβγαλε ένα βαρύ αναστεναγμό..του είχαν πάρει και τα CD με τα λατιν τραγούδια . τα σπάνια και μοναδικά τραγούδια που είχε φέρει από το τόπο του. Αυτά τα τραγούδια δεν κυκλοφορούν εδώ είπε στον αστυνομικό…..υπέγραψε κάποιο χαρτί που του έδωσε ο αστυνομικός κι εκείνη την ώρα ήρθε τρέχοντας ο Χουσεϊν .

Γειά σου Μάλε του είπε βιαστικά , είπε ο πατέρας μου να έρθεις από το μαγαζί. Έχει στρώσει τραπέζι στο γραφείο του και θα φάμε όλοι μαζί….πάμε.

Έφυγε ο αστυνομικός για το τμήμα, έφυγε κι ο Μάλε μαζί με το μικρό Χουσεϊν για το Μίνι Μάρκετ της απέναντι γωνίας. Την ώρα που έτρωγαν ο Μάλε είπε στο μικρό Χουσεϊν. Αύριο δεν θα κάνουμε μάθημα Χουσεϊν. Θα πάω στο Μοσχάτο στη θεία μου. Η θεία του η Μπονίτα ήταν από το Περού και είχε παντρευτεί τον Λάρκο από τη Βραζιλία. Είχαν χρόνια στην ελλάδα και αυτοί ήταν η αιτία που ο Μάλε ήρθε να σπουδάσει στην ελλάδα.

Στο ισόγειο υπήρχε κι άλλη μια γκαρσονιέρα που η πόρτα της ήταν δίπλα από τη πόρτα του ασανσέρ. Εκεί έμεναν δύο μαύροι από τη κένυα. Κανείς δεν ήξερε τα ονόματά τους. Στο κουδούνι έγραφε με εγγλέζικα JODIE LOME. Αυτοί έφευγαν κατά τις δέκα το πρωί με ένα σακίδιο ο καθένας στα χέρια και γύριζαν ξανά μετά τα μεσάνυχτα…μάλλον πουλούσαν cd..ποτέ δεν μαγείρευαν στο σπίτι. Μόνο σε μεγάλες γιορτές δικές τους έμεναν στο σπίτι και άκουγαν μουσική…από τη σφραγισμένη πόρτα τους ακούγονταν οι φωνές των μαύρων από το μπόρα μπόρα στον αργό ρυθμό να φωνάζουν …χαρι, χάρι, τζάμπο, τζάμπο,,χαριιιι χαριιι , τζάμποοοο, τζάμποοοο..ακούνα ματάτα…και τζάμπο Κένυα.

Υπόγειο τουτη η πολυκατοικία δεν έχει αλλά στην απέναντι στο υπόγειο μένουν άλλοι δυό Κενυάτες …αυτοί όλοι μέρα ακούνε μουσική και τσακόνονται. Πότε δουλεύουν και τι δουλειά  κάνουν κανείς δεν γνωρίζει…..

Τακ τακ τακ τακ ακούστηκαν  στο πεζοδρόμιο τα τακουνάκια της Ζαφίρας της βουλγάρας. Κρατούσε μια μεγάλη τσάντα με όλα τα απαραίτητα για τη δουλειά της. Έρχεται κάθε εβδομάδα για να καθαρίσει το διαμέρισμα του Παπαδόπουλου. Του γέρου που μένει στο τέταρτο. Οροφοδιαμέρισμα μεγάλο με δυό εισόδους. Ο παππούς κοτσανάτος φαίνεται αλλά όλο εξαντλείται και το τελευταίο καιρό εδώ και τρία χρόνια μετά το θάνατο της γυναίκας του, εξαντλείται ολοένα και περισσότερο. Σε ένα χρόνο μετά τη κηδεία της γυναίκας του έπαθε καρδιά. Από τότε παίρνει κάποια φάρμακα που αντί να καλυτερεύει νοιώθει πως σβήνει καθημερινά. Οι χτύποι της καρδιάς του λιγοστεύουν μέρα με την ημέρα.. Δεν περίμενε τέτοια εξέλιξη στην υγεία του. Όλο θέλει να κοιμάται παρόλο που όταν είναι ξύπνιος το μυαλό του είναι ξυράφι. Κτυπάει το κουδούνι  και με το που ανοίγει τη πόρτα ο παππούς η Ζαφίρα περνάει σαν σίφουνας και λαμπικάρει το σπίτι. Και έχει μαζί της γάντια , ρούχα , παπούτσια της δουλειάς. Μεταμορφώνεται σε θηρίο και κατατρώει κάθε βρωμιά που υπάρχει στο χώρο. Ο παππούς πατάει τα 80 και οι δυο κόρες του αφού φαγοθήκανε με τα περιουσικά όπως τους τα μοιράσανε οι γονείς τους πριν πεθάνει και η μάνα τους πριν τρία χρόνια, τώρα δεν πατάνε καθόλου να δούνε το πατέρα τους κι αυτός σήμερα θα κάνει την έκπληξη στην Ζαφίρα . θα της ανακοινώσει πως θα της αφήσει το σπίτι. Γιατί η βουλγάρα, περνάει μια φορά την εβδομάδα κάθε Τρίτη και καθαρίζει το σπίτι μεν, αλλά κάθε βράδυ εδώ και τρία χρόνια από τον καιρό που πέθανε η μακαρίτησα η γυναικα του περνάει και του μαγειρεύει, και τον περιποιείται και τον συντηρεί, του ψωνίζει τρόφιμα και ότι άλλο χρειάζεται ο παππούς….χωρίς καμία αμοιβή…χωρίς καμία υποχρέωση…πολλές φορές όσα λεφτά έβγαλε τη Τρίτη τα ξόδεψε για ψώνια για το παππού. Και ο παππούς τόσο καιρό για να τη δοκιμάσει το παίζει αδιάφορος και ανήμπορος…Η Ζαφίρα έχει δύο κόρες στο Γυμνάσιο στη Βουλγαρία και ένα γυιο πιο μικρό στο Δημοτικό εδώ στην ελλάδα τον Γκεόργκι. Είναι χωρισμένη και ζέι μόνη με το γυιό της. Μαζεύει λεφτά και στέλνει στη μητέρα της για να μεγαλώνει και να προσέχει τις κόρες της. Η επιθυμία της είναι να έρθουν μόλις τελειώσουν το σχολειό τους στην ελλάδα να σπουδάσουν. Πέρυσι το καλοκαίρι στον καύσωνα του Αυγούστου ήταν να πάει στη Βουλγαρία να δει τα παιδιά της, όμως ο παππούς ήταν αδιάθετος, η πολυκατοικία σχεδόν άδεια και η Ζαφίρα ανέβαλε το ταξίδι της για το επόμενο καλοκαίρι. Θα πέθαινε ο παππούς αν τον άφηνε μόνο…..  Έτσι λοιπόν απόψε θα της ανακοινώσει πως της γράφει το σπίτι. Δεν θα περιμένει να πεθάνει, θα της το γράψει τώρα και από αύριο θα είναι δικό της. Και αύριο πρωί πρωί θα πάνε στη συμβολαιογράφο με όλα τα σχετικά για να πέσουν οι υπογραφές. Τεράστιο σπίτι όλος ο τέταρτος όροφος…

Ένα φορτηγό σταμάτησε μπροστά στη πόρτα και δύο νεαροί άντρες κατέβηκαν και άρχισαν να κοιτάζουν τα κουδούνια. Ένα κενό πανω πάνω που δεν έγραφε τιποτα, αυτό πρέπει να είναι και το χτύπησαν περιμένοντας να τους ανοίξουν. Μια φωνή γυναικεία ακούστηκε να ρωτά ποιος είναι και η απάντηση από τον ένα άντρα…φέραμε τα πράγματα…Στο πέμπτο στο πέμπτο…τους φώναξε η γυναικεία φωνή…και άνοιξε τη πόρτα.

Ξεφόρτωσαν κάποια μικροέπιπλα και τα ανεβάσανε στο πέμπτο. Από δω τους είπε η γυναίκα και τους υπέδειξε που να τα ακουμπήσουν…αφήστε τα όλα εδώ …θα τα φτιάξω εγώ σιγά σιγά γιατί περιμένω και κάποια άλλα πράγματα…. Το διαμέρισμα του πέμπτου ήταν άδειο. Φρεσκοβαμένο και καλοσυντηρημένο μύριζε φρέσκια μπογιά. Οροφοδιαμέρισμα ρετιρέ με μεγάλες βεράντες. Από τα παράθυρα έπεφτε το φως του ήλιου και φώτιζε τα καλογυαλισμένα πατώματα. Δεν υπήρχαν κουρτίνες ούτε άλλα αντικείμενα παρα μονάχα πλαστικοί κουβάδες, σφουγκαρίστρες , σκούπες και απορρυπαντικά.

Κάποιο άλλο φορτηγό ήρθε αργότερα και ξεφόρτωσε ένα γραφείο, έναν υπολογιστή δυο πολυθρόνες μια καρέκλα γραφείου και ένα δερμάτινο κρεββάτι σαν αυτά που έχουν οι γιατροί και εξετάζουν τους ασθενείς. Βγήκε ν’ απλώσει κάποιο ρούχο η Λένα στο μπαλκόνι και είδε τα πράγματα που τα ξεφόρτωναν από το φορτηγό…ααα μονολόγησε, θα νοικιάστηκε το ρετιρέ…..

Η μέρα προχώρησε τα παιδιά γύρισαν από το σχολειό τους, διαβάσανε έφτασε το απόγευμα. Η καμπάνα της εκκλησιάς στον άλλο δρόμο κτύπησε για ένα λεπτό…και η κυρά Στέλλα έκανε το σταυρό της μονολογόντας «περιμένω το γυιό μου». Ο παππούς που χθες ήταν στη Συμβολαιογράφο και έγραψε το σπίτι στη Ζαφίρα παρουσία και δικηγόρου για γιατρού που επιβεβαίωνε τα λογικά του παππού, δεν άκουγε καλά και δεν την άκουσε τη καμπάνα….άλλος κανείς δεν σταυροκοπήθηκε σ’ αυτό το σπίτι…..

Πριν από χρόνια αυτή την ώρα όλες οι μεγάλες γυναίκες μαζευόντουσαν στην εκκλησία για τον εσπερινό..εκεί τα λέγανε μάθαινε η μια τα νέα της άλλης και μετά παρεούλες γύριζαν στα σπίτια και έδιναν ραντεβού για την επομένη…και τις Κυριακές άντρες και γυναίκες με τα παιδιά μαζί τους όλοι ντυμένοι με τα καλά τους το πρωί στην εκκλησία…μετά τρώγοντας το αντίδωρο στο δρόμο μέχρι το τελευταίο ψυχουλάκι γυρνούσαν στα σπίτια και οι μανάδες ετοίμαζαν το κυριακάτικο φαγητό.

Τώρα τις Κυριακές τα μπαλκόνια είναι γεμάτα από απλωμένα ρούχα…μάταια η καμπάνα κτυπάει και ξανακτυπάει καλώντας τους πιστούς για τη λειτουργία…μετά τις 11 δειλά δειλά ανοίγουν ένα ένα τα μπατζούρια και αρχίζει η αραιή κίνηση στους δρόμους.  Οι κενυάτες έχουν φύγει από τις 10 για το μεροκάματο, ο Λίνο πήγε στο  Τατόϊ να βάλει μονοτικό σε μια ταράτσα, Η Λένα θα πάει το απόγευμα να σιδερώσει τα ρούχα μιας κυρίας στο Μαρούσι, μπορεί μόνον κάθε Κυριακή απόγευμα. Η Σίλα και ο Τόμ και ο Καμί κοιμώνται ακόμα. Ακόμα κοιμάται και ο Μάλε ο φοιτητής….το μίνι μάρκετ του Μωχάμετ του πακιστανού έχει ανοίξει από νωρίς το πρωί αν και Κυριακή και πολλοί πελάτες ψωνίζουν ότι ξέχασαν να πάρουν από τα αναγκαία…τα τακουνάκια της Ζαφίρας ακούστηκαν στο πεζοδρόμιο, είναι η ώρα που φέρνει φαγητό στο παππού. Μόνον στο πρώτο ακούγεται φασαρία…ομιλίες και το κλάμα του Μωχάμετ Λούτφι…έμαθε από το τηλέφωνο ότι ο αδελφός του έχασε και τα δυό του πόδια από κάποια ρουκέτα που χτύπησε το σπίτι του…τώρα που τα χτυπήατα έχουν γινει πια καθημερινά.. και σκληρά….η γυναίκα του και τα παιδιά του τη γλύτωσαν σαν από θαύμα…Ο αδελφός μου φώναζε σαν παιδί ο Μωχάμετ…τι έπαθες Αμέτ, τι έπαθες Αμέτ και έριχνε με φωνές στη γλώσσα του κατάρες για το καθεστώς που χρόνια βασανίζει τους ανθρώπους στη Συρία…..Κατάρα και στο κόσμο όλο που βλέπει όλα αυτά που συμβαίνουν στη τηλεόραση ξαπλωμένοι στους καναπέδες, τρώγοντας ποπ κορν και δεν κάνουν τίποτα.. για τα παιδιά και τους νέους που χάνονται σ’ αυτούς τους ανόητους πολέμους….αυτός κάθε βράδυ μετά τη δουλειά, έβλεπε ειδήσεις και χτύπαγε το στήθος του με τα χέρια του όταν έβλεπε τους σκοτωμούς στη πατρίδα του…μάταια προσπαθούσε να τον συνεφέρει η Ίννα που και αυτή σκεφτόταν τους δικούς της και στο τέλος έκλεγαν μαζί για το κακό που τους βρήκε και που δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα….γι αυτό έφυγαν από τη Συρία…για να σώσουν τα παιδιά τους, το σπιτικό τους…αλλά όλοι οι άλλοι;;;

Πόσο μίσος συσσωρεύεται στις καρδιές των ανθρώπων από τις παγκόσμιες αδικίες…..πόσο θα αντέξει αυτός ο κόσμος τη κοροϊδεία, Αφγανιστάν, Αίγυπτος, Λιβύη, Τυνισία, Λίβανος, Ισρααήλ …Συρία…όλα αυτά απασχολούσαν τούτη τη μέρα τον Μωχάμετ Λούτφι…το Σύριο…και στο σπίτι του ακουγόταν φασαρία…και κλάμα …κανείς δεν τόλμησε να βάλει μουσική τούτη τη μέρα…χάϊδευε τα παιδιά του και δεν ήξερε τι να τους πει από τη θλίψη του.

Studio Νατάσα Πέτροβα/μασέζ . το κενό κουδούνι του πέμπτου συμπληρώθηκε με το όνομα της Νατάσας που ήρθε από το Τουάπς του Καύκασου. Έτσι συστήθηκε στη Λένα που συναντήθηκαν στο ισόγειο στη πόρτα του ασανσερ. Ρωσίδα όμορφη ξανθιά με μπλε μάτια, νοίκιασε το ρετιρέ για επαγγελματική στέγη…μασεζ είπε στη Λένα και όταν αυτή της είπε α…ωραία θα σε επισκεφτώ σύντομα γιατί είμαι πιασμένη και θα ήθελα ένα μασσάζ μπας και συνέλθω…τότε πήρε και την απάντηση . Κάνω χειρομασάζ μόνον σε άνδρες…εγώ και η βοηθός μου η Μαρίσκα…Eίσαι παντρεμένη; Τη ρώτησε η Νατάσα..Ναι…δηλαδή Όχι…Όχι…απάντησε η Λένα που κόντευε να καταπιεί τη γλώσσα της με την αναπάντεχη απάντηση που πήρε. Με δυσκολία μπήκε στο σπίτι, κάθησε σε μια πολυθρόνα βλέποντας με ανοιχτά τα μάτια της ένα κακό όνειρο…τη Νατάσα να αρπάζει μέσα από το σπίτι της το Λίνο….

Από κείνη την ημέρα το ασανσέρ πήρε φωτιά ..πανω κάτω ..πάνω κάτω …πανάθεμάτη είναι και στο πέμπτο…και δουλεύει ολο το 24ωρο…και ο θόρυβος του ασανσερ ξυπνάει και το σκύλο του  Τομ τον Μπούρι που λυσσάει στο γαύγισμα σε κάθε μυρωδιά κάποιου άγνωστου που περνάει το κατώφλι της πολυκατοικίας….

30 μέτρα ήθελε για να φτάσει στο σπίτι της η Λένα που γύρναγε από τη Λαϊκή φορτωμένη με τις γεμάτες τσάντες, όταν είδε ένα περιπολικό μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας με το φάρο να αναβοσβήνει και καμιά δεκαριά άτομα να στέκουν και να συζητούν κοιτάζοντας πότε ψηλά στα μπαλκόνια και πότε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Τι στην ευχή έγινε πάλι…ευτυχώς που λείπει ο Λίνο….μονολόγησε…κάθε φορά που βλέπει έστω και ένα αστυνομικό σκέφτεται το Λίνο που μένει παράνομα στην Αθήνα….κι όλα αυτά τα χρόνια ζει με αυτή την αγωνία…μήπως κάποια μέρα ….πιάσουν τον αγαπημένο της.

Πλησιάζοντας στην είσοδο συνάντησε στο τσιμεντένιο πεζούλι να κάθεται η κυρά Στέλλα που της είπε αμέσως «περιμένω το γυιό μου, περιμένω το γυιό μου», μετά άφησε τα ψώνια πάνω στα σκαλιά και πλησίασε  τον Αμπζέτ  που είχε καρφωμένα τα μάτια του πάνω στην όμορφη και ταραγμένη Νατάσα που έδινε εξηγήσεις στους αστυνομικούς για το συμβάν. Όπως την έβλεπε πότε ανφάς πότε από πίσω ή από το πλάι θαύμαζε το προσωπό της , θαύμαζε τα πόδια της θαύμαζε το κορμί της και πάνω που άρχισε να τη γδύνει με τη φαντασία του, η Λένα του φώναξε Αμτζέτ, τι έγινε πάλι;

Αυτό παππούς από τέταρτο, πάει πέμπτο, μιλάει Νατάσα ήρτα για μασσαζ. Και μετά Νατάσα κάνει μασσαζ παππού και παππους πετάνει……

Τώρα παππούς είναι σπίτι Νατάσα πεταμένος, και πολλά παιντιά πολίς πάνω σπίτι Νατάσα….αυτό παππούς όλοι μιλάνε είναι πορνόγερος…

Η Λένα τα έχασε..πάψε του είπε…Μα ο παππούς;…αυτος δεν βγαίνει ποτέ έξω…πως ήξερε για τη Νατάσα…δεν το πιστεύω …ο παππούς ήταν άλλος ανθρωπος ,παλιός, πιστος στη μνήμη της γυναίκας του. Σήμερα δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι…δεν είχε σχέση με τέτοοιες καταστάσεις… κάτι άλλο συμβαίνει….αυτή τα φταίει όλα που ήρθε να μας πεθάνει τους άντρες…ξεστόμισε με σιγανή φωνή.

Άρπαξε τα ψώνια και ανέβηκε στο δεύτερο γεμάτη απορίες. Από το θόρυβο που έκανε στη πόρτα του ασανσέρ, η Σίλα άνοιξε τη πόρτα της και άρχισαν να συζητούν τα συμβάντα με τη Λένα…Από μέσα ακουγόταν η φωνή του Χάρυ Μπελαφόντε σε αφρικάνικα τραγούδια….ενώ ο μπούρι, ο σκύλος του Τομ χαζοκοιμόταν πάνω σένα χαλάκι.

Ο Αμτζετ με τη φαντασία του έβγαζε ένα ένα τα λιγοστά ρούχα της Νατάσας, και σκεφτόταν το γλυκό θάνατο του παππού προερχόμενο από τα τρυφερά αισθησιακά  χάδια από τα μαγικά χέρια της…Πως πεθαίνει ο κόσμος σκέφτηκε…άλλοι από βόμβες και άλλοι από χάδια.

Η Νατάσα μίλαγε με τον αστυνομικό έξω από το περιπολικό. Σε λίγο θα πήγαινε για κατάθεση. Περίμενε να πάρουν το νεκρό από το στούντιο στο πέμπτο αφού τελείωνε τη νεκροψία ο ιατροδικαστής…..μα σας είπα τον παππού μου τον έφερε μία κυρία….δεν ξέρω το όνομά της. Μου εμπιστεύτηκε με χαμηλή φωνή, πως ο γέρος είναι βιτζιόζος και θα φέρνει αντίρηση για το μασάζ που θα του κάνεις αλλά εσύ θα επιμένεις. Αμέσως μετά έφυγε βιαστικά. Εγώ τον είδα φοβισμένο. Τον έβαλα και κάθισε στο καναπέ τον ερώτησα αν θέλει κάτι να πιεί και μου είπε ότι δίψαγε και θα ήθελε ένα αναψυκτικό. Την ώρα που του έφερα τη πορτοκαλάδα τον βρήκα ακίνητο στο καναπέ. Έπιασα στο σφιγμό του, φοβήθηκα γιατι κατάλαβα πως είχε πεθάνει και ειδοποίησα αμέσως την αστυνομία.

Καλά θα τα πούμε στο τμήμα…είπε ο αστυνομικός…εκείνη την ώρα ένας άλλος αξιωματικός του εγκληματολογικού καλούσε από τον ασύρματο να ανοιξουν το διαμέρισμα του παππού για να το ελέγξουν. Θέλω καλή δουλειά τους είπε και μπήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας για να ανέβει και αυτός στο 4ο στο διαμέρισμα του Παπαδόπουλου. Ο ιατροδικαστής με μια πρόχειρη εξέταση απεφάνθη ότι ο θάνατός του προήλθε από οξύ έμφραγμα που προξενήθηκε από δηλητηρίαση και θα πρέπει να γίνουν τοξικολογικές εξετάσεις γιατί στο στόμα του βρέθηκαν υγρά ενώ το πτώμα του ήταν καθισμένο στο καναπέ.

Στη περιγραφή της η Νατάσα για τη μελαχροινή γυναίκα που της πήγε το παππού πρόσθεσε ότι φεύγοντας της έκανε εντύπωση ο ήχος από τα τακούνια της και το ρυθμικό  περπάτημά της τακ, τακ, τακ, τακ, μέχρι που έφτασε στη πόρτα του ασανσερ.

Πέρασαν κάμποσες μέρες ήρθε η Κυριακή…ο Μάλε στο ισόγειο έβραζε αυγά για να έχει να τρώει όλη την εβδομάδα, οι κενυάτες έφυγαν με τα σακίδιά τους πρωί πρωΊ για το μεροκάματο της Κυριακής. Στο πρώτο η Μιάο Τσιν τσιγάριζε φρέσκα λαχανικά και έβραζε ψάρι, στον ίδιο όροφο η Ίννα έτριβε πατάτες ωμές στο τρίφτη με κρεμμύδια τα ζύμωνε και θα τα τηγάνιζε πλάθοντάς τα στο μέγεθος μεγάλου κεφτέ. Έφτιαχνε και μια σάλτσα με ξηρούς καρπούς σογιέλαιο και ξύδι. Στο δεύτερο η Λένα χόρταινε το Λίνο στο κρεββάτι και παράλληλα είχε το κιμά να σιγοβράζει για τη μακαρονάδα της Κυριακής. Δίπλα η Σίλα έψηνε στο γκριλ μπανάνες κι ετοίμαζε το πρωινό για τον Τόμ και τον Καμί με μπόλικη σοκολάτα λοιωμένη σε μπεν μαρί που θα περιέλουζε τις ψημένες μπανάνες. Στο τρίτο η κυρά Στέλλα πίνει το γάλα της βουτώντας κουλουράκια και μονολογεί πως περιμένει το γυιό της. Δίπλα η κυρία Νίτσα φτιάχνει τη μπεσαμέλ για το αγαπημένο παστίτσιο του Ηλία. Στο τέταρτο το διαμέρισμα του μακαρίτη του Παπαδόπουλου είναι σφραγισμένο από την αστυνομία…και στο πέμπτο το στούντιο στο ρετιρέ κλειστό λογω Κυριακής. Η Νατάσα με τη Μαρίσκα μένουν στη πλατεία Αμερικής.

Τη Δευτέρα τα νέα έτρεξαν στη γειτονιά και η Λένα τα έμαθε από τον Μωχάμετ το Πακιστανό στο Μίνι Μάρκετ της απέναντι γωνίας…ο συχωρεμένος πέθανε από δηλητηριο κι όχι από τα θεϊκά χέρια της Νατάσας. Το δηλητήριο που επί χρόνια έπερνε σε μικρές δόσεις ο παππούς του το έδινε η Ζαφίρα…το κανονικό της όνομα είναι Ελεωνόρα Μπούκοβα. Τη πιάσανε. Παρόλα αυτά πρόλαβε και πούλησε το σπίτι πριν ακόμα πεθάνει ο παππούς, αφού ήταν δικό της και πρόλαβε και πέρασε τα λεφτά στη Βουλγαρία.

Από την ανάκριση προέκυψε πως είχε πουλήσει άλλα τρία σπίτια που της είχαν γράψει άλλοι τρεις παππούδες χήροι. Αυτή προφυλακίστηκε…ο παππούς παραμένει στο ψυγείο, οι κόρες του δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη για τη ταφή και το τελευταίο αντίο.

Τώρα το διαμέρισμα του παππού ανήκει σε έναν Αιγύπτιο που δουλεύει στην ιχθυόσκαλα και ζει χρόνια με τη γυναίκα του στο Πειραιά στο ενοίκιο. Αλλά δεν τον αφήνουν να έρθει να εγκατασταθεί γιατί το έχει σφραγίσει η αστυνομία…καλά αυτός ο φουκαράς θα έχει πολλά τραβήγματα…ίσως χάσει και τα λεφτά του…ίσως πάλι σύντομα να εγκατασταθεί στο οροφοδιαμέρισμα του τέταρτου.

Σήμερα τα νέα ήταν πολλά…και στο δεύτερο η Λένα συζητούσε για πολύ ώρα με τη Σίλα ενώ το ασανσερ δεν σταματούσε να ανεβοκατεβαίνει στο πέμπτο. Πολύ δουλειά έχουν αυτά τα κορίτσια είπε η Σίλα ενώ κάθε φορά προσπαθούσε να ησυχάσει το Μπούρι που γάβγιζε σε κάθε ανέβασμα και κατέβασμα του ανελκυστήρα.

Οι δυο γυναίκες χαμογέλασαν δυνατά και μπήκαν στα σπίτια τους. Οι πόρτες στο δεύτερο όροφο έκλεισαν προσωρινά.