Ξέφρενη Γιορτή

 

Ξέφρενη Γιορτή

 

Ζωή μοντάζ

Ξεχασμένο παγωτό που λειώνει στο άκουσμα του κτύπου κάποιου τηλέφωνου.

Συζήτηση βανίλια

Τα νύχια κομμένα

Τα παπούτσια σκονισμένα, αφόρετα από τις ημέρες του περασμένου μήνα

Ραντεβού στη σκέψη

Ο καφές γλυκός για τέρψη

Το χέρι στη τσέπη

Η μοναξιά σαν τη γρίπη καθηλώνει το βαριεστημένο βλέμμα στο παράθυρο

Πώς να ταξιδέψω με αυτό το βιβλίο. Που να πάω χωρίς τις δυνατές μηχανές κάποιου αεροπλάνου που θα με απογειώσουν.

Πώς να δω τον κόσμο κάτω από τα σύννεφα.

Ο ήχος από τις παντόφλες στο ξύλινο πάτωμα μοιάζει με τη νοσταλγική μουσική κάποιας κιθάρας. Κάνει γύρους μες στο μυαλό σαν τη μεγάλη κούνια στο λούνα παρκ.

Οι μικρές πεταλούδες άφησαν στίγματα πάνω στη τέντα και χάθηκαν. Εκεί σε λίγες μέρες θα γεννηθούν οι νέες πεταλούδες.

Μια σταγόνα παλιάς κολώνιας σε ένα μικρό πιάτο με λίγο νερό φέρνει την ευωδιά της άνοιξης.

Ο κούκος, παλιό ρολόϊ στο τοίχο, διαθήκη vintage, φωνάζει τις ώρες,μία, μία για να θυμίζει πως όλοι κάτι έχουν να πουν.

Που είναι η βροχή της πρόβλεψης;

Πάλι έξω έπεσαν οι μετεωρολόγοι.

Ένα ραντεβού που το περίμενα και σήμερα μα δεν φάνηκε στ αλήθεια.

Ποιος νοιάζεται πραγματικά για τη βροχή;

Οι λιγοστοί σφυγμοί δεσμεύουν την αναπνοή για αναμονή.

Πάλι τη νύχτα μονότονα θα ακολουθήσει το επόμενο ξημέρωμα.

Ένα μικρό κόμμα στη φράση για να γραφτεί ο στεναγμός. Ύστερα μια τελεία σαν κλειστή κουρτίνα που κρατάει μέσα το φως.

Ασταμάτητη σκέψη.

Ώρα για ξέφρενη γιορτή.

Advertisements

Ο Νους Ησυχάζει

alexameade4

Το σώμα κινείται συγκρούεται με άλλα σώματα.

Η σκέψη κινείται αόρατη.

Ο νους κινείται αθόρυβα.

Η ψυχή κινείται μυστικά.

Η φλόγα κινείται δείχνοντας ψηλά.

Η ιδέα κινείται γυμνή. Άλλοι τη σκεπάζουν, άλλοι τη κοροϊδεύουν, άλλοι τη πολεμούν, και αυτή χορεύει σαν μια όμορφη γυναίκα ανάμεσα σε όλους αυτούς τους γυμνούς.

Συννεφιά απόψε.

Ο νους ησυχάζει, σταματά.

Η ψυχή ακολουθεί τους κύκλους των πλανητών αργά.

Η σκέψη μένει μόνη της σε μια γωνιά.

Το σώμα χάνει την επιθυμία των επί μέρους κινήσεων. Χάνει τις επαφές, τις συγκρούσεις.

Η φλόγα τον ζεσταίνει. Του δείχνει ψηλά το στόχο, τη γυμνή γυναίκα, την ιδέα που χορεύει στα σύννεφα.

Συννεφιά απόψε ο νους ησυχάζει.

Η φωτογραφία: Art on the streets -American Artist-      Alexa Meade

Φράουλα Ζωή

 images (22)

Η ζωή είναι σαν το Λούνα Παρκ είπε ο Παύλος. Διαλέγεις το ρίσκο κι ανεβαίνεις στη «κούνια» που διάλεξες και ή γελάς και χαίρεσαι και φωνάζεις ή γεύεσαι το τρόμο μη μπορώντας να βγάλεις φωνή. Το πλήθος σε απομονώνει. Τι είσαι μέσα στους πολλούς. Ένα εισιτήριο. Μετά παίρνεις ένα δρόμο κι απομακρύνεσαι τσαλακωμένος στης μοναξιάς τις άγνωστες πορείες. Κι εκεί νιώθεις μεγάλος, ένας, μοναδικός. Είσαι εσύ όπως θα ήθελες να είσαι. Είσαι μια ολόκληρη ιστορία.

Κασκόλ και γάντια αταίριαστα στα χρώματα η ζωή μου. Τυχαία, αρπαχτά μέσα απ’ το συρτάρι στο πρώτο κρύο. Απρόσεκτα, βιαστικά φορεμένα παπούτσια που δεν αντέχουν στη βροχή, σαν τη φλόγα του κεριού στον άνεμο.

Άμμος θαλασσινή, ψιλή στεγνή κι ανάλαφρη, τη φύσηξε ο αέρας και τη σώριασε, την έκανε λόφο που μου κρύβει τη θέα της θάλασσας. Ούτε το άλμπουρο απ’ το σκάφος που πλέει γιαλό γιαλό δεν αντικρύζω.

Το σύννεφο σκεπάζει τα ξεθωριασμένα όνειρα, τα ανείπωτα, ποτέ και πουθενά, λες και η μάγισσα του μπαρ που είδε τη παλάμη μου μια νύχτα στο Λονδίνο, ήξερε τι μου έλεγε.

__ «Και το πρωί μη πεις, τι σε βασάνιζε το βράδυ, την ώρα που το σεντόνι με μανία τυλιγόταν δίπλα απ’ τα όνειρά σου, αν θες το όνειρο να μείνει όνειρο».

__Μήπως προφήτευε με τη ματιά τα χνάρια της ζωής μου αληθινά; Πόσο πιο πολύ, να μου το πει, ευγενικά…

Ζάρια παιγμένα, μόνο μια ριξιά με ρίσκο το άγνωστο που θ’ ακολουθήσει.

Στη νύχτα, η μέρα ανοίγει τη πόρτα και ο κάβος όταν λύσει το πλοίο χάνεται στο πέλαγο. Τι νάναι πια τόσο σημαντικό, σημαδιακό, κακό απ’ το αυτονόητο.

Η ζωή μου στην άκρη της ράμπας περπατά σαν το παιδί που παίζει στην άκρη του πεζοδρομίου. Απέχει λίγο και τυχαία από το κίνδυνο.

Ποδήλατο χωρίς φρένα σε απότομο κατήφορο κι αφήνομαι η ταχύτητα να με παρασύρει από λατρεία στου ανέμου τη γεύση πάνω στα υγρά χείλη που προσπαθεί να τα στεγνώσει…

Μια φωτογραφία στην όχθη του ποταμού. Εκεί που ο Τάμεσης χωρίζει τη πόλη, για να θυμάμαι πόσο μακριά είναι η μια γέφυρα από την άλλη… όταν θελήσεις να περάσεις απέναντι.

Τώρα η βροχή τη νύχτα ακούγεται και συντροφεύει τον ύπνο μου σαν ένα τραγούδι αγαπημένο που δεν το άκουσα ποτέ σε μια ζωντανή συναυλία σε ένα φεστιβάλ πίνοντας κρασί ανάμεσα σε κόσμο, πολύ.

Αταίριαστα τα υφάσματα που έστρωσα στο δικό μου τοπίο, σαν μπερδεμένες εποχές, αφού ο νους στο πέλαγο παλεύει με το σουέλ του καυτού ινδικού και το παράθυρο μπροστά μου όρθιος καθώς στέκομαι  κοιτάει το δάσος με τα έλατα και τα λιγοστά ελάφια.

Βαρκούλα η σκέψη μου από σκαλισμένη φλούδα πεύκου που περίτεχνα την έφτιαξα σε μια στιγμή κενή, στο σκαλί της εξώπορτας. Πλέει, στο άγιο νερό της μικρής λίμνης που απ’ τη βροχή μαζεύεται και υπάρχει, τη σπρώχνω ελαφρά κι αυτή απομακρύνεται αργά αργά σ’ ένα ταξίδι που ψάχνει να σε βρει…

Α! βρόχινο νερό και δάκρυ. Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει ποιο είναι ποιο; Χείμαρος, λίμνη, θάλασσα… διψάω και πίνω το νερό μέσα από κρυστάλινο ποτήρι. Καθώς αδειάζει λαχανιάζω και η ανάσα μου θολώνει το κρύσταλλο. Απρόσεκτη ζωή σαν την ακτή που τη χτυπάει η μανιασμένη θάλασσα.

Τρέμει το βλέφαρο στο ένα μάτι, πάλεται σαν το φτερούγισμα ένός οιωνού. Μήπως η μάγισσα σε κάποιο μπαρ στο Λονδίνο, με σκέφτεται και η σκέψη της την έκανε και είπε κάτι μαγικό;

Μήπως με ένα ραβδί από αυτά τα μαγικά αγγίξει την ιστορία μου ξανά, κάνει τα απρόσεκτα προσεκτικά… μήπως ταιριάξει τα αταίριαστα…. Μπα, μια λίρα πλήρωσα κι αγόρασα τα μαγικά της λόγια. Πού να θυμάται τι πούλησε σε ποιον, εκείνη τη μακρινή νύχτα.

Πόσο απόκοσμος ο σταθμός μετά το σφύριγμα του τελευταίου τρένου. Με κοίταγε ο μηχανοδηγός που δεν το πρόλαβα την ώρα που έφευγε για το Μπένφλιτ… και διάβασα τη σκέψη του την ώρα που με έβλεπε να μένω μόνος, σε ένα έρημο σταθμό, σε μια πόλη που μετά το τελευταίο τρένο γίνεται άγρια σαν σκιά του ονείρου. «άμοιρε άνθρωπε. Θα μετράς τα φώτα της πόλης αυτή τη νύχτα. Θα βλέπεις στους τοίχους των κτιρίων, τις σκιές από τα χνώτα των αστέγων να ανεβαίνουν και να χάνονται στο παγωμένο ουρανό».

Τις είδα τις σκιές. Έμοιαζαν με προσευχές. Μα ήταν πόνος.

Σκουπίδι στο μάρμαρο που ξέφυγε απ τη σκούπα….

Στάχτη το χρώμα του ουρανού. Το καλοκαίρι αργεί. Όσο ο καπνός γράφει μηνύματα κι όσο τα σύννεφα μοιάζουν με κύματα θα αφήνω το χιόνι να καλύπτει τη σκέψη μου. Θαμένος σπόρος, σβησμένες αναμνήσεις, φωτογραφίες σε σκονισμένο άλμπουμ. Η λησμονιά σαν μαύρη αρρώστια που τρώει τα σωθικά μα επιβάλλεται. Λευκό το χιόνι σκεπάζει τη ζωή προσεκτικά. Κάνει να φαίνονται όλα ταιριαστά.

Αταίριαστα γάντια, λυμένο το κασκόλ κι απόψε τα χέρια παγωμένα δεν τα ζεσταίνει μόνο μια ανάσα…

Απρόσεκτα, παπούτσια φορεμένα βιαστικά που δεν ταιριάζουν με την υγρή νύχτα. Πόδια βρεγμένα. Μια ζωή που ποτέ δεν έτυχε να τη σκεπάσω με μια αγκαλιά.

Το μεγάλο γνωστό ρολόι χτύπησε δώδεκα φορές. Της νύχτας ο ήχος δυνατός να σ’ ενοχλεί στης ησυχίας τη βολή. Μετά τίποτα. Ένας χρόνος τέλειωσε, κι έσβησε και χάθηκε. Όπως χάνεται κάθε λεπτό, κάθε δεκάλεπτο και σβήνει σαν το πεταμένο τσιγάρο που πάνω του κουβαλάει το DNA μου. Παντού η ζωή μου σκόρπια αποτσίγαρα που κάηκαν από την ιλιγγιώδη ταχύτητα των δεικτών του ρολογιού.

Λάσπη στου κύκνου τα φτερά. Κι ύστερα ένα τίναγμα και τίποτα…

Δυο σταγόνες αίμα σταγμένες σε λευκό πουκάμισο.Αταίριαστα στίγματα Το δάγκωμα της φράουλας θέλει προσοχή.

Φράουλα ζωή. Απρόσεκτα σε ζω

«Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο»

Σκιές Ζωής

iperoxes-skies-16

Σκιές στο σύμπαν, εκλείψεις των φωτισμένων πλανητών, μας μετακινούν επηρεάζοντας τη μοίρα των ζωδιακών μας καταγεγραμμένων αρχείων.

Σκιές των στεγάστρων των σκεπασμένων αστέγων της νύχτας, εντός των τειχών των πόλεων, κρύβουν τις ανάσες των άγνωστων αποκοιμισμένων.

Σκιές της λογικής, κρυμμένων πολιτικών σκέψεων, των κυβερνώντων, καταστρέφουν τη μνήμη ακόμα κι όσων καλά γνωρίζουν, των διαβασμένων.

Σκιές της δικαιοσύνης, των νομισμάτων, των επιταγών και των τριάκοντα αργυρίων, ηρεμούν τον καλπασμό των κυμάτων, λιθοβολούν τα πρακτικά των αληθειών. Σκιές των φόνων, των δολοφόνων, των καταδικασμένων αθώων και των θυμάτων.

Σκιές κινούμενες των φλογών των δαιμόνων, της κολάσεως, κινηματογραφικές προβολές στων λευκών της ψυχής μας οθονών, προσπαθούν να μας παρασύρουν στην άβυσσο μέσω των μυθικών περιγραφών.

Σκιές των ζώων, των πλασμάτων, αληθινές αγάπες αδέσμευτων συναισθημάτων. Σκιές των δέντρων των μοναχικών.

Σκιές των πρώτων νιφάδων του χιονιού κάτω από φώτα των εξωτερικών θυρών, μας υπνωτίζουν με τον απαλό ρυθμό που η βαρύτητα προστάζει….

Σκιές των κτιρίων, των κυριών και των κυρίων, των κουρτινών και των παραθύρων.

Σκιές του έρωτα, του θέρους των ψυχών. Του φθινοπώρου, των άλλων εποχών.

Σκιές των μυστηρίων, χάδι των φαντασμάτων, άγγιγμα των βρικολάκων. Σκιές των τάφων.

Σκιές των γλυπτών, των ναών, των αγαλμάτων, σκιές της τέχνης των θαυμάτων.

Σκιές των φύλλων των διαβασμένων βιβλίων.Σκιές των ηρώων, των ποιητών, των συγγραφέων.

Σκιές της αφής, σκιές της διαίσθησης, σκιές των τυφλών και των αισθήσεων. Σκιές των πουλιών και των κοράκων.

Σκιές από φλάς των φωτογράφων, στων πινάκων των ξακουστών ζωγράφων,σκιές των βλεφάρων των οφθαλμών και του πολιτισμού, των βιωματικών μας ενοράσεων.

Σκιές ζωής.

Δ.Μ. Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο

Η Νύχτα Των Λεοντιδών

peftasteria_110005207

Μια νύχτα που μοιάζει χειμωνιάτικη απόψε. Το κρύο, απλώνεται απαλά με σεβασμό πάνω στη πόλη. Αραιός καπνός ταξιδεύει προς τον ουρανό δειλά δειλά από τις λιγοστές καπνοδόχους που καπνίζουν εδώ κι εκεί. Τα εσωτερικά των σπιτιών είναι ακόμα ζεστά και οι καρδιές των ανθρώπων ακόμα πιο ζεστές.

Βγήκα στη βεράντα να πω μια καληνύχτα στον ουράνιο κόσμο. Ο ουρανός σκεπασμένος από σύννεφα που φωτίζονται από τα φώτα της πόλης και μοιάζουν σαν ένα πάπλωμα που προσπαθεί να μας σκεπάσει όλους και να μας προστατέψει από το κρύο που στέλνει η νύχτα από ψηλά.

Άναψα ένα τσιγάρο, έτσι για να σπαταλήσω λίγο από το χρόνο. Μύρισε ο καπνός, έπεσε η στάχτη στο μάρμαρο, έπεσε κι ένα αστέρι από τον ουρανό, το είδα ξαφνικά σε ένα φωτεινό απ’ τη πανσέληνο διάκενο του ουρανού που άφηναν τα σύννεφα να φαίνεται προσωρινά. Είπα να κάνω μια ευχή αλλά η πτώση του διάττοντα αστέρα ήταν στιγμιαία και δεν πρόλαβα… άλλωστε τι ευχή να κάνω. Έχω τα μάτια μου και βλέπω τον κόσμο, έχω μια καρδιά που επιμένει και χτυπά  έχω ένα χαμόγελο, έχω μια οικογένεια, έχω φίλους. Έχω κι έναν σκύλο.

Κρατώ ένα μολύβι και γράφω στο χαρτί κάποιες σκέψεις που συσσωρεύονται και με βαραίνουν, κι αν χρειαστεί να κάνω ένα ταξίδι, επιβιβάζομαι στη φαντασία μου και πάω στα μέρη που θα ήθελα  να πάω.

Έχω ένα βιβλίο πάντα και διαβάζω.

Έσβησα το τσιγάρο στο λιγοστό νερό που είχε στραγγίσει από το πότισμα στο πιάτο μιας γλάστρας με όμορφα κυκλάμινα  και τότε με την άκρη του ματιού μου είδα ένα άλλο αστέρι να πέφτει. Θυμήθηκα που διάβασα στην εφημερίδα για τις Λεοντίδες, τη βροχή των διαττόντων αστεριών. Ναι απόψε η νύχτα κρύβει αυτή τη χαρά στη θέα του ουρανού.

Τα σύννεφα είναι πολλά μα στα μικρά διάκενα εδώ κι εκεί προσπάθησα να δω κι άλλους διάττοντες να πέφτουν…

Και είδα αρκετούς μα κάποια στιγμή τα σύννεφα πύκνωσαν και κάλυψαν τον ουρανό.

Πρόλαβα είπα ευχαριστώ. Ναι ευχαριστώ γι αυτό το μοναδικό ουράνιο θέαμα. Πόσα κάνει ο ουρανός για να μας γεμίσει με χαρά κάθε τόσο. Πόσο μας φωνάζει να βγούμε να τον κοιτάξουμε να διασκεδάσουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα… Πόσο μας σκέφτεται, έναν έναν ξεχωριστά, εμάς τους ανθρώπους.

Έχουμε έναν ολόκληρο ουρανό πάνω από το κεφάλι μας που μας δίνει το καλύτερο θέαμα, χωρίς εισιτήριο, έτσι σαν δώρο επειδή είμαστε άνθρωποι.

Να μπορούσαμε κι εμείς οι άνθρωποι να κάναμε ότι κάνει ο ουρανός για εμάς, τους ίδους τους ανθρώπους. Τους συνανθρώπους μας….

Κάρφωσα το βλέμμα μου στην ανατολή. Πίσω μου ο αστερισμός του Λέοντα. Περιμένω ν’ ανοίξει ο ουρανός. Να δω τη συνέχεια της πτώσης των Λεοντιδών. Η νύχτα απόψε είναι μεγάλη….