Χωρίς Όρια

 Happy-New-Year-2014-Meter-effects

Οι ώρες περνούν. Ο χρόνος αν και γερασμένος τρέχει να φτάσει στο τέλος του να πάει και να αράξει και να ξεκουραστεί λαχανιασμένος να περάσει στα παλιά, σε όσα μέσα από τις θύμησες θα ψάχνουμε να βρούμε και να μιλήσουμε μες στις παρέες μας, αναζητώντας κάτι απ’ τα καλά ή τα άσχημα που ζήσαμε στο πέρασμά του.

Εμείς δεν θα ξεκουραστούμε. Θα συνεχίσουμε να τρέχουμε στο ρυθμό της ζωής. Θα πάρουμε μια νέα βαθειά ανάσα, θα πούμε και μια ευχή για τον «Καινούργιο Χρόνο» που θα πιστεύουμε πως θ’ ακουστεί εκεί που πρέπει και με μαγικό τρόπο θα γίνει πραγματικότητα…  να ερωτευτούμε έτσι ώστε να μπορούμε να μιλάμε για χίλια χρόνια. Ο έρωτας έχει άλλα όρια…

Γέρε χρόνε, αυστηρά τα όρια στα βήματά σου. Δεν έχεις περιθώρια να ξαποστάσεις για λίγο κι έπειτα να τρέξεις ξανά φτάνοντας στο τέρμα σου. Όχι, οι ώρες σου, τα λεπτά σου, τα δευτερόλεπτα, είναι σημεία που πατάς. Εκεί που περπατάς. Είναι όρια.

Σήμερα κοιτάω συνέχεια το ρολόι. Τα όρια του χρόνου μου φέρνουν άγχος. Πιστεύω να προλάβω να κάνω όσα δε πρόλαβα να κάνω χθες. Παντού παιχνίδια και γλυκά. Δώρα πολλά. Μα πάντα κάτι θα ξεχάσω κι έπειτα ποιος ξέρει πότε θα φτάσω… Δεν έχω τη βοήθεια του Άγιου Βασίλη. Ίσως να πήγε φέτος σε ποιο ζεστά μέρη. Γέρασε κι αυτός και δεν αντέχει το κρύο.

Η συνάντηση. Γιορτή ανάμεσα στα φωτάκια του στολισμένου δέντρου. Χρυσά μανικετόκουμπα, λευκό πουκάμισο και το κοστούμι καλά σιδερωμένο. Παπούτσια γυαλισμένα, καθρεφτίζουν τις λάμψεις του χώρου. Και η χαρά στολίζει τα πρόσωπα με χαμόγελα. Κι εσύ λάμπεις σαν ένα αστέρι φωτεινό. Καινούργιο φόρεμα, καινούργια παπούτσια. Χρυσό δαχτυλίδι , κόσμημα με πολύτιμους λίθους στο λαιμό κι ίδιο βραχιόλι στο χέρι. Τιμή για το αντίο και το καλωσόρισες των χρόνων της ζωής μας. Τιμή! Τιμή για όσα αγαπήσαμε κι όσα θα αγαπήσουμε… Τιμή για όσα μας ταιριάζουν…

Ο ήχος των ποτηριών της σαμπάνιας. Σ’ αγαπώ. Αυτό το δυνατό, το πολύ, το χωρίς όρια…

Καημένε Χρόνε. Τι φταις εσύ αν κάτι ίσως δεν πήγε καλά στο πέρασμά σου. Εσύ, έτρεχες κανονικά στα όριά σου. Σημάδια χαράς περάσανε και φύγανε, μικρά κομάτια ευτυχίας που τα θυμάμαι… σαν τα στολίδια, σαν τα δώρα που δεν ξεχνιούνται ποτέ… εκείνα που πήρα που χάρησα,πέρσυ στην υποδοχή σου…

Τα παιδιά τραγουδάνε «φεύγει ο παλιός ο χρόνος». Πάντα θα υπάρχουν παιδιά που θα τραγουδάνε αυτό το αντίο… Χαρούμενα παιδιά που θα χαιρετούν αυτόν που τα έκανε κατά ένα χρόνο μεγαλύτερα… Όρια. Στη παιδική ζωή μας…

Κι όσα είναι πολύ μικρά ακόμα και δεν μιλάνε… του χρόνου κι αυτά θα τραγουδάνε.

Φυσαλίδες ανεβείτε από τα ποτήρια μας, γίνετε πολύχρωμα γιορτινά μπαλόνια, γίνετε ευχές, πετάξτε στο στερέωμα  χωρίς όρια.Χρόνια Πολλά! Χρόνια Αγνά, Παιδικά! Χρόνια Χαράς! Χρόνια Υγείας κι Ευτυχίας! Χρόνια Αγάπης! Χρόνια Σημαντικά κι Ελπιδοφόρα! Χρόνια Ερωτικά!

Χρόνια Αξέχαστα!

Ένα αντίο στο «Χρόνο» που φεύγει!

Μια μεγάλη αγκαλιά για το Καινούργιο Χρόνο! 

Christina Perri – A Thousand Years [Official Music Video]

Ένα Δώρο Στην Εξώπορτα

 

 christmas-gift

Γραμματόσημο στη κάρτα

Το κουτάβι μέσα στη κάλτσα

Το ξύλο καίγεται, καπνίζει

Ο πάγος λειώνει , δροσιά στα χείλη

Το ποτό τελειώνει, πίνω τη σκέψη, καθρέπτης ελπίδα του δέντρου στολίδι

Μια προσευχή σε άδεια εκκλησιά, όρθιος στο ξύλινο στασίδι

Θυμίαμα ονειρικό, ένα αστρικό ταξίδι

Ο ύπνος με βρήκε εκεί που η ζεστασιά, χαϊδεύει το πρόσωπο, που το πυρότουβλο τη στέλνει

Στου δώρου τη θέα κορδέλα λυμένη και το χαρτί κουβάρι, άχρηστο απομεινάρι

Είναι του ονείρου η αρχή, η σκέψη σαν παιδική παρόρμηση ντυμένη με παλτό

Χτυπά το τρίγωνο και τραγουδά ξανά

Χριστούγεννα ακόμα μια φορά

Η αγάπη απόψε ξενυχτά.

Μπρούτζινος ο έρωτας στηρίζει το φωτιστικό

Πλασμένο άγαλμα γυμνό

Μες στα σεντόνια διπλωμένο μυστικό

άρωμα που έσταξε, ακριβό

Προσμένει μια λάμψη η γιορτή

Αστέρια στα τζάμια, στο δρόμο η βροχή

Χιόνι βαμβάκι,Καυτό φιλί,

Κερί στο τραπέζι, στο πάτωμα χαλί

Χτυπάει το κουδούνι,

Στου ονείρου την αυγή φωτίστηκε η ευχή

Ξυπνάω απ΄ τη ζάλη του νου.

Στη πόρτα, είσαι εσύ.

puppy660

Μόνο Μια Άγια Νύχτα

Athens Xmas Street Decorations

Βαρύτητα. Ω βαρύτητα δεν με αφήνεις να πετάξω. Να πάρω ένα έλκυθρο και να φύγω φορτωμένος με δώρα. Στα παιδιά θέλω να πάω να τα μοιράσω.

Βαρύτητα με τραβάς με δύναμη στο χώμα και τα πόδια μου πονούν από το βάρος μου. Πονάει και η καρδιά μου καθώς χτυπά χωρίς το κτύπο να τον ακούει κάποιος.

Βαρύτητα πόσο με κρατάς σαν ένα φυλακισμένο, αθώο, δέσμιο μες στο κελί της ασφυξίας. Να είμουν ένα πουλί να πετούσα στον ουρανό. Να είμουν αγάπη να μοιραζόμουν σαν το ψωμί στο γιορτινό τραπέζι.

Μα μη νομίζεις πως κι η φυλακή είναι ικανή να μου στερήσει το όνειρο. Σε ξεγελώ, βαρύτητα, δεν είσαι θεά, δεν είσαι παρα μόνο μια δύναμη που κατανικιέται με τη σκέψη, με το όνειρο με την επιθυμία. Με την αγάπη. Σέρνω τις αλυσίδες που με κρατάς δεμένο κι απογειώνομαι με τη θέληση της χαράς που μου χαρίζει η σκέψη. Πάω τα δώρα να μοιράσω. Παιδιά παντού, μικρά χεράκια που τα απλώνουν για να πάρουν ένα δώρο το καθένα. Ένα δώρο που θα το αγαπήσουν και θα το παίξουν τις μέρες των χριστουγέννων.

Βαρύτητα, πόσο ευκολα σε ξεχνούν όσοι αγαπούν. Πόσο χάνεις τη δύναμή σου τη νύχτα των Χριστουγέννων. Πόσο ανάλαφρα οι σκέψεις μας πετούν σαν άγγελοι στον ουρανό. Μεταφέρουν τις επιθυμίες των παιδιών που σε αγνοούν. Παιδιά γινόμαστε όλοι τη νύχτα αυτή.

Βαρύτητα. Οι φλόγες ξεφεύγουν σ’ αντίθετη κατεύθυνση απ’ την επιμονή σου να τα τραβάς όλα κοντά σου. Ο καπνός σε κοροϊδεύει καθώς ανεβαίνει ανάλαφρα και χάνεται στον ουρανό. Τη σκέψη δεν μπορείς να την ελέγξεις, τη χαρά δεν τη μαγνητίζεις, το όνειρο δεν το γνωρίζεις καν. Γι αυτό οι ευχές των Χριστουγέννων είναι μαγικές. Γεμίζουν την ατμόσφαιρα με όσα τα χείλη των ανθρώπων ψιθυρίζουν με χαμόγελο.

Βαρύτητα. Πόσο σ’ αρέσει να μαγνητίζεις τα χιλιάδες πολύχρωμα στολίδια απ’ τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα. Κι αν κάποιο από λάθος ξεκρεμαστεί απ’ το κλαδί, είναι τόση η λαχτάρα σου να το αγκαλιάσεις… που μοιραία το σπας.

Βαρύτητα. Πόσο σ’ αρέσουν κι εσένα τα Χριστούγεννα. Πόσο όμορφα φέρεσαι με το  κάλεσμα των χιονονιφάδων. Πόσο απαλά στρώνεις το χιόνι και μαγεύεις το τοπίο. Με τι αγάπη αφήνεις τις παιδικές φωνες που λένε τα κάλαντα να γίνουν ύμνοι ελεύθεροι σαν όμορφα πουλιά που κελαϊδούν στα απέραντα δάση.

Βαρύτητα. Λευκό το φόρεμά σου απόψε. Λευκά τα όνειρα. Λευκή η νύχτα που κατεβαίνει απ’ τα ψηλά βουνά. Χριστούγεννα παντού. Μια φάτνη, μια αγκαλιά. Μια Άγια Νύχτα.

Τι Κρύβει Η Ομίχλη

fog2

 

Η ομίχλη μπορεί να κρύβει ένα ολόκληρο νησί, μπορεί να κρύβει ένα μύθο.

 

Αχνή εμφάνιση των φαντασμάτων στο νησί

Μια σκέψη βαριά που δεν τολμά να βγει να ταξιδέψει, σαν τις χιλιάδες άλλες σκέψεις.

Περπατούσα στο νοτισμένο χώμα και έτριζαν τα κόκαλα των διωγμένων. Άνθρωποι που σπρώχτηκαν στο θάνατο με μια κατάρα, πρόωρα, χωρίς να στάξει δάκρυ για το θάνατό τους.

Βαριά και η ατμόσφαιρα, καμμένη σάρκα και αίμα που χύθηκε και πότισε κάθε πιθαμή γης, βαριανασαίνω και περπατώ χωρίς να ξέρω τι με περιμένει. Κάποια στιγμή ένοιωσα τσούξιμο στις γάμπες των ποδιών μου και νόμιζα πως άγγιξα άθελά μου τσουκνίδες που ξεχώριζαν μέσα στα θεριεμένα καταπράσινα χόρτα. Μα έπειτα γατζώθηκαν στο παντελόνι μου λες κι ο τόπος είχε σπαρμένα αγκάθια. Έσκυψα να δω μα το χορτάρι ήταν φρέσκο, ούτε τσουκνίδες υπήρχαν ανάμεσά του ούτε αγκάθια.

Και τότε ο τρόμος άρχισε να ξυπνά αργά αργά από το άγνωστο, θέριεψε με μιας και με κυρίευσε. Νύχια ανθρώπινα από κοκάλινα χέρια προσπαθούσαν να γατζωθούν επάνω μου να με πιάσουν σαν να ήθελαν να με σταματήσουν, κάτι να προλάβουν να μου πουν… από άλλες εποχές….

Φωνές, κραυγές από μαστιγωμένους, στης τρέλλας το αποκορύφωμα, μάτια που κοιτούσαν το θάνατο του διπλανού. Κατάρες ειπωμένες, συσσωρευμένες στους ομαδικούς ανοιχτούς τάφους, ανακατεμένες με το παγερό άνεμο που στροβιλιζόταν γύρω από τις μαύρες ψυχές, τις αδιάβαστες, τις αποδιωγμένες από τον υπόλοιπο κόσμο, τις εξορισμένες από την άγνοια και το μίσος των ανθρώπων. Αρρώστια θανατηφόρα, πανούκλα αγιάτρευτη, ρίξε φωτιά στη σάρκα να καεί. Που είναι ο παπάς να πλησιάσει και να πει τα λόγια τα μυστικά που ακούει ο θεός για να ανοίξει τις πύλες του άλλου κόσμου.

Απρόσκλητα κορμιά στο κολασμένο νησί. Ο θάνατος αδυνατεί, δεν θέλει να τους πάρει, φαβάται κι αυτοί πεθαίνουν ζωντανοί και παραμένουν άταφοι να λειώνουν από πυρετό και αδιαφορία. Ένα ταξίδι με ξύλινη βάρκα, χωρίς κουπιά απ’ την απέναντι στεριά. Μόνο ένα σπρώξιμο κι έπειτα ο τρόμος μαγνήτιζε τις ανθρώπινες ματιές τους και τους τράβαγε στο χωνευτήρι των οστών τους. Στρογγυλά ορθάνοιχτα μάτια, γυναίκες και άνδρες που αντίκρισαν τη τρέλλα, κομμένα κεφάλια απ’ τις αόρατες μαύρες ψυχές των προηγούμενων που έλιωσαν απ’ τη πανούκλα της εποχής. Καπνός μαύρος στου ανέμου την αδύναμη ένταση, λημέρι των αόρατων φαντασμάτων. Μίσος στη πέτρα και στο χώμα, ψυχές που δεν ξέφυγαν ποτέ από τα σαπισμένα κορμιά των πεθαμένων. Κορμιά που σάπισαν μαζί με τις ψυχές και γίνανε αδίστακτα φαντάσματα που δεν διστάζουν ακόμα και σήμερα να σηκώνουν σιδερικά και να κτυπούν και να σκοτώνουν όποιον τολμήσει και πλησιάσει άθελά του το καταραμένο νησί.

Η μουσική απ’ την απέναντι ακτή ακούγεται και θυμίζει την πραγματική ζωή των ανθρώπων. Το γλέντι στους φωτισμένους δρόμους της Βενετίας και οι περαστικοί ντυμένοι με ντόμινο και μάσκες περίτεχνες. Μάτια που γυαλίζουν πίσω από τις άκαμπτες μάσκες. Κοιτούν τη πάχνη της νύχτας που απλώνεται αργά και υγραίνει με τη παρουσία της τους λιθόστρωτους δρόμους. Οι γόνδολες διασχίζουν τα κανάλια και οι ανήμποροι γέροντες κοιτούν μεσα απ’ τα παραθυρόφυλλα ενώ η σκέψη τους φορά της μάσκα της αποκριάς… Τότε που σαν νέοι τραγουδούσαν στους ίδιους δρόμους, μπροστά από τα ίδια κτίρια της αιώνιας πόλης.

Πόσα μυστικά κρύβουν τα νερά της Βενετίας…

Πόσα ξέρει και κρύβει η πυκνή ομίχλη τις μέρες και τις νύχτες όταν με επιμονή απλώνεται και κρατάει μέρες για να φύγει…

Παραμονές Χριστουγέννων. Βγαίνω από το Ξενοδοχείο που μένω  στο Λίντο. Ένα ραντεβού στη πλατεία του Αγίου Μάρκου με κάνει να περπατώ γρήγορα προς την ακτή του νησιού. Πρέπει να πάρω τη βάρκα να περάσω απέναντι. Ένα νυχτερινό δείπνο, ξεχωριστό με τη φίλη μου τη Στέλλα από τη Τεργέστη που θα συναντηθούμε μετά από πολύ καιρό. Μια συζήτηση για ένα βιβλίο. Θα περάσουμε μαζί τα Χριστούγεννα.

Φτάνω στη βάρκα και την ώρα που επιβιβάζομαι ένα μαυροπούλι με κοιτά και πετά μακρυά, ανατολικά… Λες και μου δείχνει μια πορεία, μέσα στη νύχτα, μέσα στο μακρυνό παρελθόν. Το παρακολουθώ καθώς χάνεται γρήγορα στο γκρίζο σκοτάδι της λιμνοθάλασσας.

Στο βάθος του ορίζοντα μου πάει τη ματιά και τη σκέψη, κάπου στο 18ο αιώνα,διακρίνω να ξεχωρίζει  στης νύχτας το λιγοστό φως από την ανταύγεια της πόλης, το καμπαναριό του San Vitale που δεσπόζει επιβλητικό πάνω στο μικρό νησί της Poveglia.

Κατάλαβα. Λες να είναι το κρύο της βραδιάς, λες να είναι το μυστήριο που γυρνάει γύρω μου σαν άνεμος. Ανατρίχιασα σε όλο μου το σώμα. Σαν τον εξορκιστή που τον καλούν οι ψυχές για να τις απαλάξει από τα δαιμόνια , νοιώθω κάθε φορά που επισκέπτομαι τη Βενετία… Πρέπει να γράψω γι’ αυτή την εμπειρία τότε που η τύχη με οδήγησε στις απαγορευμένες ακτές της Poveglia. Ένα νησί που συναντάς το τρόμο.  Ένα νησί που με βοηθά η πυκνή ομίχλη της Βενετίας να μη το βλέπω όταν φεύγω με το πλοίο.Κάθε φορά, μετρώ τους ξύλινους μεγάλους πάσσαλους που είναι χωμένοι στο βυθό της απέραντης λιμνοθάλασσας καθώς το τεράστιο πλοίο διασχίζει το κανάλι για την ανοιχτή θάλασσα. Είναι τόσοι πολλοί και σε κάθε ταξίδι μπερδεύομαι και χάνω το λογαριασμό…. Μα περισσότερο το κάνω για να μη σηκώσω το βλέμμα μου και μες απ’ το θολό τοπίο, δω το φάρο που κάθε λάμψη του είναι μια μαχαιριά στη καρδιά μου….

Το μικρό πλοιάριο έφτασε στη πλατεία του Αγίου Μάρκου. Κάθε κραυγή από το παρελθόν πνίγηκε μεσα στα σκοτεινά νερά των καναλιών. Η Στέλλα περίμενε εκεί στη προβλήτα όπως μου είχε πει στο κινητό την ώρα που έφευγα από το ξενοδοχείο, τυλιγμένη σε ένα βαθυκόκκινο μάλλινο παλτό. Μια αγκαλιά με διάρκεια μας ένωσε μετά από τόσο καιρό. Περπατήσαμε στους λιθόστρωτους δρόμους. Ακούγαμε το θόρυβο από τις πατημασιές μας. Είπαμε πολλά καθώς πηγαίναμε για το εστιατόριο. Θα οργανώσουμε, απολαμβάνοντας το δείπνο μας, τη διαμονή μας στη Βενετία και τις δραστηριότητές μας κατά τη διάρκεια των εορτών. Με πόση χαρά γεμίζουν τις καρδιές οι μέρες αυτές των Χριστουγέννων. Πόση χαρά κρύβει μια αγκαλιά.

Καλά Χριστούγεννα μου είπε ξαφνικά και η ευχή της ταξίδεψε στον ουρανό και χάθηκε μαζί με τη ζεστή ανάσα της…

Καλά Χριστούγεννα της απάντησα…. Κι ένα φιλί σφράγισε τη χαρά τη συνάντησης.

Μια αγκαλιά, ένα φιλί, μια ευχή φέρνει τα Χριστούγεννα. Διαλύει την ομίχλη και τα φαντάσματα παραμένουν μέσα στο μύθο.

Όμορφες Σκέψεις

xristougenna

Αντιφεγγίζουν τα φώτα στον υγρό δρόμο. Ένα κομμάτι όσο η θέα απ’ το παράθυρο.

Τα σύννεφα κρύβουν τ΄ αστέρια. Θολή και κρύα βραδυά.

Αντιφεγγίζει η φλόγα του κεριού στο κρυστάλλινο ποτήρι και το ποτό μουδιάζει τα χείλη

Μου μιλάς για τα δώρα των Χριστουγέννων και συνδιάζεις τα χρώματα απ’ τις κορδέλες που θα τυλίξεις με επιμέλεια τα πακέτα.

Βλέπω το πρόσωπό σου να καθρεφτίζεται στα παλιά στολίδια. Αυτά που μοιάζουν με θησαυρό, αυτά που λαμποκοπούν σαν ουράνιοι πλανήτες, αυτά που με προσοχή κάθε χρόνο αποθηκεύεις σε μια αγκαλιά από βαμβάκι.

Κι εγώ σε ακούω με απορία, διαπιστώνοντας πως τέτοιες μέρες κάθε χρόνο φαίνεται πως δεν μεγάλωσες καθόλου. Παιδί είσαι ακόμα και η ματιά σου ξαφνιάζεται από τα Χριστούγεννα σαν εκείνη της πρώτης φοράς….

Χαρά που τη φωτίζουν τα πολύχρωμα φωτάκια καθώς αναβοσβήνουν ρυθμικά, χορεύει μελωδικά με την ελπίδα για περισσότερη αγάπη. Μια αγάπη που θα φυλάξει τις καρδιές μας μέσα σε μια αγκαλιά από βαμβάκι, όπως το θησαυρό των χριστουγεννιάτικων στολιδιών.

Πικρό αμύγδαλο η ζωή μα το ποτό γλυκό και η γεύση πάντα ένα κοκτέιλ που μου αρέσει. Πόσο όμορφη η βραδυά απόψε.

Οι βουνοκορφές στολίζονται με χιόνι, κρυφά και το πρωί θα αστράφτουν όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου θα βγουν να τις φωτίσουν. Λευκές βουνοκορφές, γαλήνιες μουσικές που προαναγγέλλουν τα Χριστούγεννα. Κι άλλο ποτό στο ποτήρι. Κι άλλο στολίδι στο δέντρο. Και η κουβέντα για τα δώρα δεν τελειώνει. Όμορφες σκέψεις, που ταιριάζουν με τις λέξεις. Τίποτα απ’ αυτά τα λόγια δεν πάει αλλού, δεν χάνεται. Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα.

Μετράω με τα φιλιά μου τη χαρά σου…

… κι ο σκύλος, σου κουνάει την ουρά του.